Τάκης Κουφόπουλος: Ἐπέτειος

 

 

Τάκης Κουφόπουλος

 

Ἐπέτειος

 

ΥΠΝΗΣΑ πρω­ὶ πρω­ὶ ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δυ­να­τὲς ντου­φε­κιές. Ἔ­πει­τα οἱ καμ­πά­νες, ὅ­λες μα­ζί, ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­ποῦν συ­νεν­νο­η­μέ­να.

       Τὸ πράγ­μα μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο, για­τί, ὅ­πως εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ, ὁ πό­λε­μος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια καὶ ἡ εὐ­και­ρί­α ἐ­νὸς ἄλ­λου και­νού­ριου δὲ φαι­νό­ταν κον­τά.

       Ἄ­νοι­ξα τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­σκυ­ψα πρὸς τὸ δρό­μο. Ἄν­θρω­ποι πολ­λοὶ καὶ δι­ά­φο­ροι πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βι­α­στι­κά, ἄλ­λοι σὲ σει­ρὲς αὐ­στη­ρὰ πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι, ἄλ­λοι σὲ ὁ­μά­δες τῆς ἴ­διας νο­σταλ­γί­ας ἢ τοῦ ἴ­διου γού­στου ἢ τῆς ἴ­διας ὑ­πό­λη­ψης, ὅ­λοι κρα­δαί­νον­τας τὰ ὑ­ψω­μέ­να τους χέ­ρια ἢ δι­ά­φο­ρα πα­νιὰ πο­λύ­χρω­μα, τρα­γου­δών­τας ἐ­θνι­κὰ ἄ­σμα­τα καὶ ζη­τω­κραυ­γά­ζον­τας ἀ­πε­γνω­σμέ­να. Κά­ποι­ος μὲ εἶ­δε καὶ μοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὸ κον­τά­ρι του. Γύ­ρι­σα κι ἐ­γώ, πῆ­ρα ἀ­π’ τὴν κρε­μά­στρα τὴν τρα­γιά­σκα μου καὶ τοῦ τὴν κού­νη­σα. Στὸ δι­πλα­νὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ νοι­κο­κυ­ρά μου σφά­δα­ζε κι αὐ­τή, μι­σὴ μέ­σα μι­σὴ ἔ­ξω.

       Τῆς εἶ­πα κα­λη­μέ­ρα σας, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ μὲ πλη­ρο­φο­ρή­σε­τε… Τό­τε γύ­ρι­σε κα­τ’ ἀ­πά­νω μου τὸ χεί­μαρ­ρο τῶν ζη­τω­κραυ­γῶν της, μὲ ἀ­πο­κά­λε­σε ἥ­ρω­α καὶ δο­ξα­σμέ­νο καὶ εἶ­πε πὼς ἔρ­χε­ται στὴ στιγ­μὴ νὰ μὲ ἑ­τοι­μά­σει, για­τὶ ὅ­που νά ‘­ταν ἔ­φθα­νε ἡ συ­νο­δεί­α ποὺ θὰ μὲ πα­ρα­λά­βαι­νε.

       Ἔ­τρε­ξα καὶ γύ­ρι­σα, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ, τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα. Τὰ ρα­δι­ό­φω­να ὅ­λων τῶν δω­μα­τί­ων ὠ­ρύ­ον­ταν δι­α­φη­μί­ζον­τας τὸ πε­ρι­στα­τι­κό.

      Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς με­γά­λης μέ­ρας. Μιᾶς μέ­ρας, ποὺ ἐ­γὼ κά­πο­τε εἶ­χα ἐ­κμε­ταλ­λευ­θεῖ θαυ­μά­σια. Τώ­ρα τὴν ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ον­ται οἱ ἄλ­λοι, μὲ τὸ δι­κό τους τρό­πο.

      Ἡ πόρ­τα μου χτύ­πη­σε δυ­να­τά. Σκέ­φτη­κα πὼς λο­γι­κό­τε­ρο ἦ­ταν ν’ ἀ­νοί­ξω.

      Ὅ­λος ὁ δι­ά­δρο­μος εἶ­χε γε­μί­σει ἀν­θρώ­πους. Κυ­ρι­α­κά­τι­κους. Μὲ κα­θα­ρὰ κο­λά­ρα καὶ ξυ­ρι­σμέ­να μά­γου­λα. Μὲ χα­μό­γε­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν τύ­πων καὶ τῶν ἐ­κτά­σε­ων καὶ κα­πέ­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν με­γε­θῶν καὶ τῶν σχη­μά­των. Ἀ­π’ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη χαρ­το­σα­κού­λα τῆς μιᾶς ὀ­κᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ­να τῶν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γῶν καὶ τῶν πι­ε­ρό­των. – Με­τα­ξὺ αὐ­τῶν, πρέ­πει νὰ νο­η­θοῦν, μπε­ρέ­δες, πη­λή­κια, τρι­καν­τὸ καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα.

       Μό­λις μὲ εἶ­δαν, ὁ πρῶ­τος ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε, οἱ ἄλ­λοι ζή­λε­ψαν κι ἔ­κα­ναν τὸ ἴ­διο, καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ φώ­να­ξαν τρεῖς φο­ρὲς «ζή­τω». Πρὶν προ­φτά­σω νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ, ὁ Σύλ­λο­γος Πα­λαι­ῶν Πο­λε­μι­στῶν ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἕ­να χαρ­τί, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι μὲ τὰ χέ­ρια ἕ­τοι­μα πε­ρί­με­ναν τὰ ση­μεῖ­α τῆς στί­ξε­ως, γιὰ νὰ χει­ρο­κρο­τή­σουν.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε αὐ­τός, ἄρ­χι­σε ὁ Σύλ­λο­γος Ἐρ­γο­λά­βων Κη­δει­ῶν, ὁ Σύλ­λο­γος Συν­τη­ρή­σε­ως Μνη­μεί­ων καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί. Ἔ­πει­τα, ἐ­κεῖ­νος ποὺ κρά­τα­γε τὴ βα­λί­τσα τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ μοῦ προ­σέ­φε­ρε τὴ με­γά­λη στο­λὴ μὲ τὰ πα­ρά­ση­μα. Εἶ­πα, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, ὅ­μως προ­τι­μῶ τὸ σπόρ μου τὸ σα­κά­κι. Εἶ­παν, ὄ­χι ἀ­δύ­να­τον καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ τὴ φο­ροῦν.

       Σὲ λί­γη ὥ­ρα πα­ρου­σι­ά­στη­κα, ντυ­μέ­νος ταυ­ρο­μά­χος, θαυ­μά­σια. Ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ ψη­λό μου μαῦ­ρο κο­λά­ρο, ἡ μα­κριά μου –ἐ­πί­σης μαύ­ρη– μπέρ­τα, ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ ζω­η­ρὴ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ κό­κα­λα καὶ τὸ καμ­πύ­λο μου σπα­θί, τὸ τί­μιό μου σπα­θί, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­τε­θει­μέ­νο σὲ λα­ϊ­κὸ προ­σκύ­νη­μα.

      Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­τοι­μα —κά­ποι­ος ξε­σκό­νι­σε τὸ κρα­νί­ο μὲ τὸ μαν­τί­λι καὶ δι­όρ­θω­σε τὸν πῆ­χυ τοῦ δε­ξιοῦ χε­ριοῦ— καὶ μὲ ξε­κί­νη­σαν. Πρω­το­στα­τοῦν­τος τοῦ κλή­ρου.

       Σ’ ὅ­λο τὸ μῆ­κος τοῦ δρό­μου, πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νος ὁ λα­ός, ἐ­τού­της ἢ ἐ­κεί­νης τῆς χώ­ρας, μᾶς ἔ­ραι­νε μὲ ἄν­θη καὶ δά­κρυ­ζε συγ­κι­νη­μέ­νος. Κά­θε κυ­κλο­φο­ρί­α εἶ­χε στα­μα­τή­σει, οἱ καμ­πά­νες χτυ­ποῦ­σαν δυ­να­τό­τε­ρα, ἡ μου­σι­κὴ παι­ά­νι­ζε τὸν ἐ­πι­τά­φιο καὶ γε­νι­κῶς ὅ­λοι ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους ἐ­πι­τυ­χη­μέ­να. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κά­ποι­ος ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα κι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δύο βή­μα­τα ἀ­κό­μη καὶ θὰ μὲ ἀ­κουμ­ποῦ­σε. Ὅ­μως ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α πρό­φτα­σε καὶ τὸν συ­νέ­λα­βε. Τοῦ ἔ­κα­ναν σω­μα­τι­κὴ ἔ­ρευ­να. Μὲς στὴν κοι­λιὰ του βρή­κα­νε βλή­μα­τα ἀ­πὸ ὀ­βί­δα πυ­ρο­βο­λι­κοῦ. Τὸν ἔ­στει­λαν ἀ­μέ­σως στὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο.

       Ἐ­πι­τέ­λους ἡ συ­νο­δεί­α στα­μά­τη­σε. Τρεῖς τέσ­σε­ρις μὲ πῆ­ραν στὰ χέ­ρια καὶ μὲ με­τά­φε­ραν κον­τὰ στὸ ἄ­γαλ­μα. Ἕ­νας κύ­ριος ποὺ εἶ­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα πλη­σί­α­σε, μί­λη­σε λί­γο σ’ αὐ­τό, ἔ­πει­τα μοῦ πῆ­ρε τὸ χέ­ρι, μοῦ τὸ κού­νη­σε καὶ πέ­ρα­σε στὸ λαι­μό μου τοὺς 15 νε­κροὺς στρα­τι­ῶ­τες τῆς Δι­μοι­ρί­ας μου. Πε­ρί­με­να φυ­σι­κά, ὅ­τι ἡ κα­τα­δί­κη θὰ ἦ­ταν εἰς θά­να­τον. Ὅ­μως τὰ πλή­θη γύ­ρω χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Ἔ­κα­να μί­α βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση – οἱ 15 νε­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες πή­γα­νε κι ἤρ­θα­νε, μ’ ἕ­να χτύ­πο, πά­νω στὸ στῆ­θος μου. Τοὺς τα­χτο­ποί­η­σα μὲ τὸ χέ­ρι ποὺ μοῦ κού­νη­σαν.

       Ἡ χο­ρω­δί­α ἄρ­χι­σε νὰ ψέλ­νει πο­λε­μι­κὰ θού­ρια κι ὅ­λα τὰ μά­τια ἔ­γει­ραν δα­κρυ­σμέ­να. Τό­τε κά­ποι­ος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πῶ κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ λό­για στὸ ἄ­γαλ­μα.

       Τὸ πράγ­μα βέ­βαι­α ἔ­παιρ­νε δι­α­στά­σεις. Ὄ­χι πὼς ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ συ­νη­γο­ρή­σω, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ τὰ δά­κρυ­α, γιὰ μί­α πε­ρα­σμέ­νη χρο­νο­λο­γί­α ποὺ εἶ­χε γί­νει μάρ­μα­ρο, μοῦ ἦ­ταν ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Εἶ­πα, κύ­ριοι μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀλ­λὰ κά­ποι­ο λά­θος ἔ­γι­νε. Ἐ­γὼ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ γεν­νή­θη­κα. Τὰ δά­χτυ­λά μου εἶ­ναι νω­πά, ἡ μνή­μη μου ἄ­δεια. Λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ ἄ­γαλ­μα δὲν τὸ γνω­ρί­ζω καὶ δὲν τὸ δέ­χο­μαι. Ὄ­χι, λέ­νε, σοῦ μοιά­ζει. Ἐ­γὼ εἶ­πα, ἀ­δύ­να­τον, αὐ­τοὶ ἐ­πέ­με­ναν κι ἔ­τσι ση­κώ­θη­κε με­τα­ξύ μας ἕ­νας κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

       Ψί­θυ­ροι ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν, στὴν ἀρ­χὴ σι­γα­νοί, ἔ­πει­τα δυ­να­τό­τε­ροι κι ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα συμ­μα­ζεύ­ον­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­να, για­τί ἡ τε­λε­τὴ φαι­νό­ταν πὼς ἀ­πο­τύ­χαι­νε. Κι ὅ­μως εἶ­χε γί­νει τό­ση προ­ε­τοι­μα­σί­α καὶ τό­σα ἔ­ξο­δα. Ἔ­πει­τα ἦ­ταν καὶ οἱ ἐ­πί­ση­μοι, ντυ­μέ­νοι στὰ μαῦ­ρα, ποὺ ἀ­νυ­πο­μο­νού­σα­νε νὰ φο­ρέ­σουν πά­λι τὸ ψη­λὸ κα­πέ­λο καὶ τὸ πε­ρή­φα­νο ἐ­θνι­κὸ χα­μό­γε­λο καὶ νὰ κι­νή­σουν γιὰ τὸ με­γά­λο προ­ο­ρι­σμό. Ἕ­να ἀ­νοι­χτὸ βι­βλί­ο, πε­ρί­με­νε τὴν ὑ­πο­γρα­φή τους. Ἡ πέ­να ἦ­ταν βου­τηγ­μέ­νη, ὁ γραμ­μα­τέ­ας εἶ­χε σα­λι­ώ­σει τὸ δά­χτυ­λο, ἡ μου­σι­κὴ εἶ­χε πά­ρει τὸ λά. Τί θὰ γί­νον­ταν ὅ­λα τοῦ­τα; Καὶ πῶς θὰ ἐ­δι­και­ο­λο­γεῖ­το ἡ ἀρ­γί­α τῶν Δη­μο­σί­ων Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν;

       Ἴ­σως αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νὰ μὲ συγ­κί­νη­σε καὶ δέ­χτη­κα. Κι ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα, για­τὶ μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ πῶ, μιὰ καὶ κα­λή, τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Δη­λα­δὴ πῶς κά­πο­τε ἐ­φευ­ρέ­θη­κε γιὰ λό­γους δι­α­κο­σμη­τι­κούς, πῶς ἔ­γι­νε ἡ πα­ρα­νό­η­ση καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν γιὰ τὴ μέ­τρη­ση τοῦ χρό­νου —τοῦ δι­κοῦ μας— καὶ πῶς τώ­ρα ὅ­λα τα­χτο­ποι­ή­θη­καν, κα­τα­λά­βα­με τὸ σφάλ­μα μας, βά­λα­με τὰ ρο­λό­για στὶς τσέ­πες κι ἀ­φή­σα­με τ’ ἀ­στεῖ­α τὰ δρα­μα­τι­κὰ γιὰ τὸ πρὶν καὶ γιὰ τὸ ὕ­στε­ρα.

       Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς μ’ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή. Ὅ­μως, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σα, ἐ­ζή­τη­σαν νὰ τοὺς δι­η­γη­θῶ καὶ πῶς ἔ­γι­νε τὸ πο­λε­μι­κὸ κα­τόρ­θω­μα. Ἔ­σκου­πι­σα τὸν ἱ­δρώ­τα μου καὶ εἶ­πα πὼς προ­τι­μῶ τὸ τά­βλι. Ὄ­χι, εἶ­παν, τὸ κα­τόρ­θω­μα. Τό­τε πα­ρά­γει­λα κα­φέ­δες γιὰ ὅ­λους, ἀ­νά­ψα­με τσι­γά­ρο, κά­τσα­με σταυ­ρο­πό­δι κα­τά­χα­μα, κι ἄρ­χι­σα πά­λι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ, γιὰ ὅ­σους ἦ­ταν ἀ­πόν­τες καὶ γιὰ ὅ­σους δὲν τὴν κα­τά­λα­βαν.

       Ὅ­μως, ὅ­σο σι­γὰ σι­γὰ μπαί­ναν στὸ πνεῦ­μα τού­της τῆς ἔ­ξο­χης ἀ­να­σκό­πη­σης κι ὅ­σο πρό­σε­χαν κι ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες, τό­σο κι ἄρ­χι­ζαν νὰ ἐ­ρε­θί­ζον­ται. Πρῶ­τος ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ἕ­νας συν­τα­ξι­οῦ­χος, ἔ­πει­τα ἕ­νας πα­πάς. Κι ἀ­μέ­σως ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ξέ­σπα­σαν σὲ βρι­σι­ὲς καὶ σ’ ἀ­να­θέ­μα­τα. Με­ρι­κοὶ ρω­τοῦ­σαν ἔ­ξαλ­λοι, πὼς θὰ κοι­μη­θοῦν ἀ­πό­ψε ἢ αὔ­ριο, χω­ρὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, ἄλ­λοι δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν ποὺ δὲ χρη­σι­μο­ποι­ῶ σω­στὰ τὴν κλα­σι­κὴ σύν­τα­ξη κι ἄλ­λοι ὁρ­κί­ζον­ταν, μὲ τὸ δε­ξί τους χέ­ρι τεν­τω­μέ­νο, πά­νω σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης τους. Πιὸ δυ­να­τά, φώ­να­ζε κεῖ­νος πού ‘­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα. Για­τὶ τὸ ‘­βλε­πε σί­γου­ρο πὼς ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος. Γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα μὲ κα­τέ­βα­σαν ἀ­πὸ τὸν ἄμ­βω­να. Ἕ­νας ἄλ­λος —χει­ρο­δύ­να­μος— πῆ­ρε τὸ λό­γο.

       — Αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος, κύ­ριοι, ἔ­λε­γε, εἶ­ναι ἔν­δο­ξος. Κα­νεὶς δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σει με­γα­λύ­τε­ρη κτλ. ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρελ­θόν. –Ἔ­γώ, φυ­σι­κά, δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ζή­τη­σα ἐ­πι­σή­μως νὰ δι­α­γρα­φεῖ, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τη γνώ­μη. — Ἦ­ταν, συ­νέ­χι­σε, μιὰ νύ­χτα γε­μά­τη τρό­μο καὶ γε­μά­τη θά­να­το, ὅ­ταν μιὰ χού­φτα ἄν­θρω­ποι ὅρ­μη­σαν…

       Ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τὸν δι­όρ­θω­να στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔ­φερ­νε ἀν­τίρ­ρη­ση. Ὅ­μως κά­πο­τε κα­τά­λα­βε ξαφ­νι­κά, πὼς ἦ­ταν πιὰ πο­λὺ μα­κριά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὰ ἑ­βδο­μα­δια­ῖα φυλ­λά­δια. Γύ­ρι­σε τό­τε καὶ μὲ κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος. Εἶ­πε, μὰ δὲν ἔ­γι­ναν ἔ­τσι. Εἶ­πα, τί θὰ πεῖ ἔ­γι­ναν, τώ­ρα γί­νον­ται.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; εἶ­πε μὲ μιὰ φω­νὴ πε­ρί­ερ­γη.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; ρώ­τη­σε ἕ­νας ἄλ­λος πιὸ πέ­ρα.

       Μιὰ γε­νι­κὴ κα­τά­πλη­ξη ἁ­πλώ­θη­κε μέ­χρι μα­κριά, τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα. Ὅ­λοι γυ­ρί­σα­νε στοὺς δι­πλα­νούς τους, κοι­τά­χτη­καν, πῆ­γαν κά­τι νὰ ποῦν, δὲν τὸ εἶ­παν, βά­λαν τὰ κομ­πο­λό­για στὶς τσέ­πες καὶ στρά­φη­καν πρὸς ἐ­μέ­να. Τὰ λά­βα­ρα βγῆ­καν ἀ­πὸ τὶς θῆ­κες κι ἀ­κουμ­πί­στη­καν κα­τά­χα­μα, αὐ­τὸς ποὺ πού­λα­γε τὸ χαρ­το­πό­λε­μο στα­μά­τη­σε νὰ ξε­χω­ρί­ζει τὰ φράγ­κα ἀ­πὸ τὰ δί­φραγ­κα, τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­πε ἀ­κό­μη μιὰ βρι­σιὰ κι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ λύ­σαν τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ μπρὸς καὶ τά ‘­δε­σαν ἀ­πὸ πί­σω.

       Ἤ­τα­νε μιὰ στιγ­μὴ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς με­τέ­ω­ρες, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ θε­ω­ροῦ­με ἀ­πο­φα­σι­στι­κές, ἔ­τσι γιὰ νὰ ‘­χου­με κά­ποι­α ἱ­στο­ρι­κὴ ποι­κι­λί­α. Δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­νας λό­γος, ἕ­να σύν­θη­μα κι ἡ σω­τη­ρί­α ἢ ὁ χα­μός, παίρ­να­νε πά­λι τὸ σω­στό τους δρό­μο – γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα.

       Βέ­βαι­α, εἶ­χα καὶ ἔ­χω πάν­το­τε γνώ­ση τῶν χρο­νι­κῶν πλαι­σί­ων, ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀν­τι­στα­θῶ μπρο­στὰ σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­τα­πλη­κτι­κὴ σα­γή­νη τῆς πι­θα­νό­τη­τας.

       Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος, ἅ­πλω­σα τὶς πα­λά­μες, μά­ζε­ψα τὴν καρ­διά, τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­βα­λα μα­ζὶ καὶ τὴ δι­κή μου καὶ ξα­να­μί­λη­σα:

       — Ἀ­γα­πη­τοί μου φί­λοι, ἂς γί­νου­με σπλα­χνι­κοί. Ἂς μεί­νου­με γιὰ λί­γο χω­ρὶς ὑ­πό­λη­ψη. Τὰ χέ­ρια σας εἶ­ναι ἀ­τρο­φι­κὰ ἀ­πὸ λει­ψὴ με­τα­χεί­ρι­ση, τὰ πρό­σω­πά σας μαῦ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφυ­ξία. Ἐ­γώ, φυ­σι­κά, δὲν εἶ­μαι ὀρ­θο­πε­δι­κός, οὔ­τε ἔ­χω ὑ­πό­ψη μου νὰ λύ­σω μὲ τὸ στα­νιό, τὰ ὡ­ραῖ­α σας σφι­χτὰ κο­λά­ρα. Ὅ­μως ἂς γρά­ψου­με λί­γη ὥ­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο. Σ’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο ποὺ πο­τὲ δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε, για­τί ἔ­χε­τε πά­ρει μιὰ κα­λὴ ἐκ­παί­δευ­ση καὶ για­τὶ εἴ­σα­στε τα­χτι­κοί. Ἐ­γὼ ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴν ξα­να­μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ ἡ­με­ρο­λό­για. Ὅ­μως κι ἐ­σεῖς, ἀ­φῆ­στε με νὰ ὀρ­γα­νώ­σω ἐ­δῶ τὰ πράγ­μα­τα, ὅ­πως πρέ­πει. Λοι­πὸν λέ­γο­μαι, τού­τη τὴ στιγ­μὴ ἔ­τσι, ταυ­ρο­μά­χος μέ­γας τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ἢ χα­σά­πης ἢ πα­νο­ραμιτ­ζὴς – τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι νὰ συμ­φω­νή­σου­με. Ὁ κύ­ριος ἀ­πὸ δῶ θὰ γυ­ρί­ζει τὸ χε­ρού­λι καὶ θὰ δι­η­γι­έ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κά. «Πῶς ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος… ἢ τὸ Ὑ­πο­βρύ­χιον Πα­πα­νι­κο­λής… ἢ ὁ Ἀ­τρό­μη­τος Κα­τσαν­τώ­νης.» Βέ­βαι­α, ἐ­πει­δὴ τὸ πράγ­μα εἶ­ναι πρό­χει­ρο, δὲν πρέ­πει νὰ ἔ­χε­τε ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἀ­ξι­ώ­σεις. Πάν­τως, δέ­χο­μαι ποὺ καὶ ποὺ νὰ πα­ρεμ­βαί­νω, κά­νον­τας τὴν ὑ­πό­θε­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κι­νη­τι­κή.

       Φυ­σι­κά, ὅ­λοι τους φά­νη­καν λο­γι­κοί. Για­τί ἤ­ξε­ραν κα­λὰ τὴ στιγ­μὴ καὶ τὴν ἀ­ξί­α της, μο­νά­χα ἀ­γνο­οῦ­σαν τὴ μέ­θο­δο. Τοῦ­το τὸ εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λω­στε ἐ­πέ­μει­να.

       Ἔ­τσι μπο­ρέ­σα­με καὶ φτι­ά­ξα­με πράγ­μα­τι μιὰ πα­ρά­στα­ση ὑ­πέ­ρο­χη. Χω­ρὶς ἰα­χὲς καὶ πε­πρω­μέ­να. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Ἀ­φή­νον­τας τὸ χρό­νο σὲ μιὰν ἀ­κμή.

       Στὸ τέ­λος, δι­πλώ­σα­με τὰ λά­βα­ρα, χαι­ρε­τι­στή­κα­με ἐγ­κάρ­δια —χω­ρὶς νὰ λη­σμο­νή­σου­με καὶ τὴν ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ— καὶ δώ­σα­με ραν­τε­βού, γιὰ τὸν ἄλ­λο χρό­νο.

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Δ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλλογὴ δι­η­γη­μάτων Μι­κρὲς σύγ­χρο­νες ἱ­στο­ρί­ες (Ἀ­θή­να, 1959).

 

Τά­κης Κου­φό­που­λος (Ἀθήνα, 1927). Πεζογράφος. Σπούδασε Πολιτικὸς Μηχανικὸς στὸ Πολυτεχνεῖο. Βιβλία του: Μικρὲς σύγχρονες ἱστορίες (1959), Ἡ ὁδός (1962), Ἐκδοχές (1973), κ.ἄ. Βλέ­πε πε­ρις­σό­τε­ρα στὸ http://www.takiskoufopoulos.net/

 

Διαφημίσεις

Κάρολ Ἔντελσταϊν (Carol Edelstein): 232-9979

 

 

Κάρολ Ἔντελσταϊν (Carol Ed­elstein)

 

232-9979

 

ΣΩΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΛΑΘΟΣ νὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω. Μπο­ροῦ­σα ἤ­δη νὰ ἀ­κού­σω τὰ παι­διά. Δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ ἀρ­χί­σω γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω τί ἔ­χω κά­νει.

       Ὑ­πο­θέ­τω θὰ ἀρ­χί­σω παρ­κά­ρον­τας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου. Ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως ἀρ­χί­ζω νὰ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι θὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται ὁ­δι­κὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ τὸ κά­νουν αὐ­τὸ ἀ­δύ­να­το. Ἐ­γὼ θὰ βρῶ ἕ­να μέ­ρος ὅ­μως, ἀ­κό­μα καὶ ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὸ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος γρή­γο­ρης ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σης. Δὲν θὰ εἶ­ναι γρή­γο­ρη ὅ­μως ἡ ἐ­πί­σκε­ψή μου, ἂν εἶ­σαι σπί­τι καὶ μοῦ ἀ­νοί­ξεις τὴν πόρ­τα. Δὲν ἔ­χω κά­τι νὰ πῶ, ἀλ­λὰ νο­μί­ζω πὼς θὰ μοῦ πά­ρει πολ­λὴ ὥ­ρα, γιὰ νὰ τὸ πῶ.

       Δὲν ξέ­ρω πό­σο πί­σω στὸ πα­ρελ­θὸν πρέ­πει νὰ πά­ω. Πρό­σφα­τα ἔ­χουν γί­νει ἡ­φαι­στεια­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὴν Ἀ­φρο­δί­τη. «Πρό­σφα­τα» σύμ­φω­να μὲ τοὺς ἐ­πι­στή­μο­νες, ὅ­πως ἔ­λε­γε ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα, εἶ­ναι «300.000 μέ­χρι με­ρι­κὰ ἑκα­τομ­μύ­ρια» χρό­νια πρίν. Πι­στεύ­ω θὰ ξε­κι­νή­σω τρεῖς χει­μῶ­νες πρίν, ἦ­ταν 19 Δε­κεμ­βρί­ου γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­κρι­βής, ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας σου καὶ ἐ­γὼ εἴ­χα­με τὸ πρῶ­το μας ἀ­τύ­χη­μα. Ἕ­να αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα. Κα­νέ­νας δὲν πλη­γώ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀν­ταλ­λά­ξα­με δι­ευ­θύν­σεις, νού­με­ρα πι­να­κί­δων, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ στοι­χεῖ­α – πρέ­πει νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­μως ὅ­τι πα­ρα­τή­ρη­σα τὸ χρῶ­μα τῶν μα­τι­ῶν τοῦ συ­ζύ­γου σου, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς. Ἀ­νοι­κτὸ κα­στα­νό.

       Τί­πο­τα ἄλ­λο δὲν θὰ συ­νέ­βαι­νε με­τα­ξύ μας, ἂν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα δὲν ἐ­πέ­στρε­φα ἕ­να σα­κού­λι μὲ φα­ρί­να ποὺ εἶ­χε μέ­σα ψεῖ­ρες σὲ μιὰ ὑ­πε­ρα­γο­ρά, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ψω­νί­ζω συ­νή­θως λό­γῳ πε­ρι­στα­τι­κῶν, ὅ­πως τὸ προ­η­γού­με­νο, καὶ λό­γῳ τοῦ ὅ­τι ἡ πρώ­ην κου­νιά­δα μου, μὲ τὴν ὁ­ποί­α πο­τὲ δὲν τὰ πη­γαί­να­με κα­λά, δου­λεύ­ει ἐ­κεῖ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ εἶ­χα σχε­διά­σει νὰ βρε­θεῖ ὁ ἄν­τρας σου μπρο­στά μου στὸ τα­μεῖ­ο ἀ­γο­ρά­ζον­τας φρου­τό­κρε­μα καὶ πλα­στι­κὲς πά­νες; Τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σα ἦ­ταν τὸ κο­λά­ρο ποὺ φο­ροῦ­σε στὸ λαι­μό, με­τὰ ὅ­μως, ὅ­ταν εἶ­δα ποι­ὸς ἦ­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ φάω κα­μιὰ μή­νυ­ση, ἤ­θε­λα νὰ τὸ ξέ­ρω. Ἐ­σεῖς δὲν θὰ θέ­λα­τε;

       Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε τί­πο­τα δὲν θὰ εἶ­χε συμ­βεῖ ἄν, στὶς 16 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἡ γει­τό­νισ­σά μου ἡ Μά­τι, ποὺ μέ­νει ἀ­πὸ κά­τω, δὲν κά­πνι­ζε στὸ κρε­βά­τι. Θυ­μᾶ­μαι κα­θα­ρὰ τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α, για­τί εἶ­χα πά­ρει ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ γιὰ νὰ πά­ω τὴ μη­τέ­ρα μου γιὰ ἀ­πο­νεύ­ρω­ση δον­τιοῦ. Ἀ­πο­δεί­χτη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὴ στὸν αἰ­θέ­ρα ἢ σ’ αὐ­τὸ τέ­λος πάν­των ποὺ τὴν ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ ρου­φή­ξει καὶ πέ­θα­νε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα.

       Εἶ­χα ἐ­πι­πλή­ξει τὴ Μά­τι γιὰ νὰ κα­πνί­ζει μὲ ἀ­σφά­λεια πά­νω στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ δὲν μὲ ἄ­κου­σε. Ἔ­κα­ψε σχε­δὸν ὁ­λο­σχε­ρῶς τὸ δι­ά­δρο­μο, κά­τι ποὺ χρει­α­ζό­ταν, ἀλ­λὰ ἂν δὲν ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας σου καὶ ἡ ὁ­μά­δα του, ἡ φω­τιὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε προ­χω­ρή­σει καὶ πα­ρα­πέ­ρα.

       Τυ­χαῖ­α φο­ροῦ­σα τὴν κί­τρι­νή μου ρόμ­πα, σχε­δὸν ἔ­τρε­μα, καὶ εἶ­πα “Χὰνκ Χέν­κινς!­”, ἀ­φοῦ μέ­χρι τό­τε τὸν ἤ­ξε­ρα μὲ τὸ ὄ­νο­μά του.

       “Χὰνκ Χέν­κινς! Δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­σαι ἐ­σύ!” Φυ­σι­κὰ καὶ χά­ρη­κα ποὺ τὸν εἶ­δα κά­τω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς πε­ρι­στά­σεις – κι ἐ­σεῖς θὰ χαι­ρό­σα­σταν. Καὶ ὀ­φεί­λω νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω, ἀ­κό­μα καὶ ἂν αὐ­τὸς δὲν τὸ κά­νει, ὅ­τι τό­τε ἦ­ταν ποὺ πρό­σε­ξε τὸ χρῶ­μα τῶν δι­κῶν μου μα­τι­ῶν· πού, ἁ­πλὰ πλη­ρο­φο­ρια­κά, εἶ­ναι μπλέ.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ χα­ζὴ ὁ­μι­λί­α ποὺ ἔ­χω στὸ μυα­λό μου ἐ­νῶ ὁ­δη­γῶ, πα­ρό­λο ποὺ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χω κά­νει αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα. Ἔ­χω τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῆς Ἔ­λι Χέν­κινς καὶ ἔ­χω πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ἔ­τσι ὥ­στε νὰ γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Ἡ πόρ­τα τοῦ γκα­ρὰζ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ καὶ τὸ κα­ρο­τσά­κι τῶν δι­δύ­μων βρί­σκε­ται σὲ μιὰ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση στὴ μέ­ση του πε­ζο­δρο­μί­ου. Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μι­λή­σω. Εἶ­μαι τρε­λὰ ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ τὸν Χὰνκ Χέν­κινς καὶ αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει μέ­χρι νὰ με­γα­λώ­σουν ἡ Κά­θι καὶ ἡ Πάμ. Δὲν μπο­ρεῖ κὰν νὰ πε­ρι­μέ­νει μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ σχο­λεῖ­ο, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Χὰνκ καὶ ἐ­γὼ προ­σπα­θού­σα­με. Νό­μι­ζα πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὸ με­γα­λύ­τε­ρο φλὲρτ στὴν ἱ­στο­ρί­α χω­ρὶς ὀ­λέ­θρι­ες συ­νέ­πει­ες, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­τι ἔ­χει συμ­βεῖ καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Κά­ρολἜν­τελ­στα­ϊν (C­a­r­ol E­d­e­l­s­t­e­in). Γεν­νή­θη­κε στὸ Νορ­θάμ­πτον τῆς Μα­σα­χου­σέ­της καὶ μα­ζὶ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, τὸν Ρόμ­πιν Μπάρ­μπερ, δι­ευ­θύ­νουν συγ­γρα­φι­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια καὶ ὀρ­γα­νώ­νουν ἀ­να­γνώ­σεις γιὰ τὴν προ­ώ­θη­ση το­πι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων. Γρά­φει ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ δο­κί­μια καὶ ἡ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Σκεύ­η Χατ­ζη­ευ­θυ­μί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Ἑλένη Μπουραντάνη: Ὁ Ἠλίας Μαμαλάκης στὸ στούντιο τοῦ Ζὸρζ Μελιὲ γυρίζει διαφημιστικὸ γιὰ τὸν «Παυλίδη»

 

 

Ἑλένη Μπουραντάνη

 

Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης στὸ στούν­τιο τοῦ Ζὸρζ Με­λι­ὲ

γυ­ρί­ζει δι­α­φη­μι­στι­κὸ γιὰ τὸν «Παυ­λί­δη»

 

ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1913, με­τὰ τὸ «Τα­ξί­δι στὴ Σε­λή­νη», ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πρω­το­πό­ρους τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὁ Ζὸρζ Με­λι­έ, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ πιὸ γή­ι­νες ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ σο­κο­λά­τα, λί­γο πρὶν χρε­ο­κο­πή­σει καὶ ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ γί­νει ἕ­νας ἁ­πλὸς πω­λη­τὴς παι­χνι­δι­ῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ σο­κο­λα­το­ποι­ΐ­α «Παυ­λί­δης» θέ­λη­σε νὰ γυ­ρί­σει ἕ­να φιλ­μά­κι, κά­τι σὰν ση­με­ρι­νὸ δι­α­φη­μι­στι­κὸ σπότ, γιὰ νὰ προ­βλη­θεῖ σὲ γνω­στὴ ἔκ­θε­ση προ­ϊ­όν­των, ὅ­που θὰ βρα­βευ­ό­ταν μὲ τὸ «Χρυ­σὸ Σο­κο­λα­τά­κι» γιὰ τὴν πο­ρεί­α της στὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ ἀ­γο­ρά. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό, ἔ­στει­λε τὸν Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη, παπ­ποὺ τοῦ γνω­στοῦ στὶς μέ­ρες μας γευ­σι­γνώ­στη καὶ πα­ρου­σια­στὴ ἐκ­πομ­πῶν μα­γει­ρι­κῆς καὶ πο­λι­τι­σμοῦ, στὸ Πα­ρί­σι.

 

Δο­κι­μα­στι­κό:

       Ἕ­νας πάγ­κος, ἕ­να μά­τι κου­ζί­νας, ἕ­να μπὲν μα­ρὶ μέ­σα σὲ μιὰ κα­τσα­ρό­λα μὲ νε­ρὸ ποὺ βρά­ζει. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­νοί­γει ἡ πόρ­τα. Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης μὲ τὰ μά­­τια του κλει­σμέ­να μὲ μιὰ μαύ­ρη κορ­δέ­λα. Ὁ Με­λι­ὲ τὸν ὁ­δη­γεῖ μπρο­στὰ στὸν πάγ­κο καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ βου­τή­ξει τὸ δά­κτυ­λό του στὸ μπὲν μα­ρὶ καὶ νὰ δο­κι­μά­σει. Ἡ γλώσ­σα τοῦ Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη πε­τά­γε­ται σὰν φί­δι γιὰ νὰ ἁρ­­πά­ξει καὶ νὰ κλεί­σει μὲς στὸ στό­μα λί­γο ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ μπὲν μα­ρί.

 

Ὁ Ζὸρζ Με­λι­ὲ θὰ δου­λέ­ψει ἀ­κρι­βῶς πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο.

 

Σκη­νὴ πρώ­τη:

       Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης μπαί­νει στὴν κου­ζί­να. Ἔ­χει μιὰ μαύ­ρη κορ­δέ­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια του. Ἕ­νας βο­η­θὸς τοῦ Με­λι­έ, ὁ Ζάκ, τὸν ὁ­δη­γεῖ μπρο­στὰ στὸν πάγ­κο καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ βου­τή­ξει τὸ δά­κτυ­λό του στὸ μπὲν μα­ρὶ καὶ νὰ δο­κι­μά­σει. Ἡ γλώσ­σα πε­τά­γε­ται ἀ­κρι­βῶς μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ὅ­πως καὶ στὸ δο­κι­μα­στι­κό.

 

Κι ὕ­στε­ρα μὲ μιὰ τε­χνι­κή, ποὺ μό­νο ὁ Ζὸρζ Με­λι­ὲ γνω­ρί­ζει, τὸ στό­μα τοῦ Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη ἀ­νοί­γει δι­ά­πλα­τα μπρο­στὰ στὸ στα­θε­ρὸ φα­κὸ καὶ τὸν κα­τα­βρο­χθί­ζει. Ὁ φα­κὸς τα­λα­νί­ζε­ται, ἀλ­λὰ κα­τα­γρά­φει. Ἡ γλώσ­σα ἀ­νε­βαί­νει ὡς τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, γλεί­φει τὰ δόν­τια, συ­στρέ­φε­ται, πλα­ταί­νει, μα­ζεύ­ε­ται. Μοιά­ζει μὲ φί­δι ποὺ μι­λά­ει μό­νο μὲ ὑ­πό­τιτ­λους:

        «Μμμ… γλυκόοοο…Ἔχει μιὰ γεύση… Θὰ ἔλεγα μαύρης σοκολάτας. Τὸ πρωὶ στρώσεις ἀπὸ μπισκότα μὲ ἐπικάλυψη σοκολάτας. Τὸ μεσημέρι, μαύρη σοκολάτα… 70% κακάο, κατὰ πάσα πιθανότητα. Καὶ τώρα κουβερτούρα ποὺ λιώνει πάνω μου γιὰ νὰ φτιάξεις σοκολατάκια.»

«Μμμ… ὑπέροχα!»

«Ἀλλά, γιὰ μιὰ στιγμή! Αὐτὸ παραπάει! Τέλος γιὰ σήμερα! Τὸ στομάχι δυσανασχετεῖ. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τὰ ξαναστείλει πίσω ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν ἀντέχω μὲ τίποτα τὴ γεύση ἀπὸ τὰ ὄξινα στομαχικὰ ὑγρά. Πιὲς λίγο γαλατάκι νὰ ἠρεμήσουν τὰ πράγ­μα­τα!»

 

Κλείνει τὸ πλάνο. Βλέπουμε τὸν Ἠλία Μαμαλάκη νὰ στέκεται μπροστὰ στὸ μπὲν μαρὶ μὲ τὰ δάκτυλα πασσαλειμμένα.

 

Σκηνὴ δεύτερη:

       Ὁ Ζάκ, ὁ βοηθὸς τοῦ Μελιέ, ντυμένος μὲ μιὰ λευκὴ ποδιά, σὰν ὀ­δον­τί­ατ­ρος, λύνει τὴ μαύρη κορδέλα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Ἠλία Μαμαλάκη. Ὕ­στε­ρα ἀνοίγει διάπλατα τὸ στόμα τοῦ γευσιγνώστη, σὰν θηριο­δα­μα­στής, καὶ κρατώντας τὸ ὀρ­θά­νοιχτο, βά­ζει τὶς φω­νὲς στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἠλία­ Μα­μα­λά­κη, κου­νώντας δει­κτικὰ τὸ δεί­κτη τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ.

        «Ἡ σοκολάτα εἶναι μιὰ καταπληκτικὴ ἐπιλογή. Ὁ κ. Μαμαλάκης εἶναι μέ­γας γευσιγνώστης. Ὁ καλύτερος στὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ βραβεῖα στὸ ἐξω­τε­ρι­κό. Πρέπει νὰ τὸν σέβεσαι. Ἐξάλλου, ἐσὺ εἶσαι ἁπλὰ ἕνα ὄργανο. Βασι­κό, δὲν λέω, ἀλλὰ ὁ ρόλος σου εἶναι νὰ ἐκτελεῖς καὶ νὰ σέβεσαι τὸν κύριό σου! Ἐξάλλου, ἡ συγκεκριμένη σοκολάτα εἶναι ὑψίστης ποιό­­τη­τας, μο­­να­­­δι­­­κῆς θὰ ἔλεγα! Εἶναι ἡ βρα­βευ­­μέ­­νη σο­κο­­λά­­τα τοῦ “Παυ­­λί­δη”!»

       Ὁ κ. Μαμαλάκης ἀνοίγει τὰ μάτια του μὲ ἔκπληξη καὶ λέει στὸ Ζὰκ μὲ ἐν­θου­­σιασμό:

        «Πὲς τὰ χρυσόστομε! Αὐ­τὴ ἡ γλώσ­σα δὲν βά­ζει πο­τὲ γλώσ­­σα μέ­­σα της! Καὶ ἐγὼ δὲν μπο­­ρῶ νὰ ἀ­ντι­­σταθῶ μὲ τίπο­τα σὲ μία σοκο­­λά­τα τοῦ “Παυ­­λί­δη”»

 

Ἂν καὶ φανταστικό, αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ φὶλμ ποὺ γύρι­σε ὁ εὐφάνταστος Ζὸρζ Μελιὲ σὲ σελιλόιντ, πρὶν κι αὐτὸ τὸ φὶλμ γίνει σό­­λα γιὰ τὶς μπότες τῶν Γάλ­λων στρα­τιω­τῶν κα­τὰ τὴ διάρ­κεια τοῦ 1ου Πα­­γκό­­­σμιου Πολέ­μου.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἑλένη Μπουραντάνη (Πειραιᾶς, 1976). Σπούδασε Ἀγγλικὴ Φιλολογία καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὴ Μετά­­φραση-Με­­τα­φρα­σε­ολογία στὸ Πανεπι­στημίο τῆς Ἀθήνας. Ἐργάζε­ται ὡς καθη­γήτρια Ἀγγλι­κῆς Γλώσ­σας στὴ μέ­­ση ἐκπαί­­δευση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ πρῶ­το σε­μι­νάριο δημιουργικῆς γρα­φῆς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας (Τμῆμα Ἀγγλικῆς Γλώσσας καὶ Φιλο­λο­­γίας) μὲ τὴν Λιάνα Σακελλίου-Σουλτς. Ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀρκετὲς με­τα­φρά­σεις της. Τὸ 2009 συμμετεῖχε καὶ δια­κρίθηκε στὸ διαγωνισμὸ συγ­γρα­φῆς διηγήματος γιὰ τὸ διαπολιτισμικὸ διάλογο ποὺ ὀργανώθηκε ἀπὸ τὸ Βρε­τανικὸ Συμβούλιο, τὴν ἐφημερίδα Τὰ Νέα καὶ τὸν Ἰα­νό («Habari Rafiki!» στὸ βιβλίο Φανταστεῖτε τὸ μέλλον σας σὲ μιὰ πόλη ποὺ ἀλλάζει).

 

Γκὺ ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant): Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

.

.

Γκὺ ντὲ Μωπασσάν(Guy de Maupassant)

.

Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

(La légend dy mont Saint-Michel)

.

ΑΤ’ ΑΡΧΗΝ τὸ εἶ­δα ἀ­πὸ τὴν Καν­κάλ, τὸν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο ποὺ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νος μέ­σα στὴ θά­λασ­σα. Τὸ εἶ­χα δεῖ θο­λὰ σὰν μιὰ γκρί­ζα σκιὰ ὑ­ψω­μέ­νη πρὸς τὸν νε­φε­λώ­δη οὐ­ρα­νό.

       Τὸ ξα­να­εῖ­δα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­βάνς, τὸ δεί­λι. Ἡ ἀ­τε­λεί­ω­τη ἄμ­μος ἦ­ταν κόκ­κι­νη, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἦ­ταν κόκ­κι­νος, ὅ­λος ὁ ἀ­τε­λεί­ω­τος κάμ­πος ἦ­ταν κόκ­κι­νος· μό­νο τὸ ἀ­πό­κρη­μνο ἀ­βα­εῖ­ο ποὺ ἦ­ταν σφη­νω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, σὰν μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ἀ­γρέ­παυ­λη, σὰν ἕ­να ἐ­ξαί­σιο ὀ­νει­ρε­μέ­νο πα­λά­τι, ἀ­πί­στευ­τα πα­ρά­ξε­νο καὶ ὄ­μορ­φο, πα­ρέ­με­νε σχε­δὸν μαῦ­ρο μέ­σα στὴν πορ­φύ­ρα τῆς μέ­ρας ποὺ ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ξε­κί­νη­σα τὴν αὐ­γὴ γιὰ νὰ τὸ δῶ, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν ἄμ­μο καὶ μὲ τὸ μά­τι στραμ­μέ­νο πρὸς αὐ­τὸ τὸ τε­ρα­τῶ­δες κό­σμη­μα ποὺ ἦ­ταν με­γά­λο ὅ­σο κι ἕ­να βου­νὸ σμι­λευ­μέ­νο σὰν μιὰ κα­μέ­α καὶ ἀ­έ­ρι­νο σὰν μου­σε­λί­να. Ὅ­σο πλη­σί­α­ζα, τό­σο αἰ­σθα­νό­μουν μιὰ ἀ­νά­τα­ση ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμό, για­τὶ τί­πο­τε στὸν κό­σμο δὲν εἶ­ναι, κα­τὰ τὴν ἄ­πο­ψή μου, τό­σο ἐκ­πλη­κτι­κὸ καὶ τό­σο τέ­λει­ο.

       Καὶ πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν, ἔκ­πλη­κτος ὡ­σὰν νὰ εἶ­χα ἀ­πο­κτή­σει τὶς συ­νή­θει­ες ἑ­νὸς θε­οῦ, δι­α­μέ­σου ἐ­κεί­νων τῶν αἰ­θου­σῶν ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν ἀ­νά­λο­γα ἐ­λα­φρι­ὲς ἢ βα­ρι­ὲς στῆ­λες, δι­α­μέ­σου τῶν δι­α­δρό­μων ποὺ τοὺς δι­α­περ­νοῦ­σε τὸ φῶς τῆς μέ­ρας, καὶ μὲ ἀ­νυ­ψω­μέ­να τὰ γε­μά­τα θαυ­μα­σμὸ μά­τια μου πρὸς τὶς καμ­πα­νοῦ­λες ποὺ φαί­νον­ται σὰν πύ­ραυ­λοι ἕ­τοι­μοι νὰ ἐ­κτο­ξευ­τοῦν στὸν οὐ­ρα­νό, καὶ σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ μπερ­δε­μέ­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ πυρ­γί­σκους, ὑ­δρορ­ρό­ες, τὸν κομ­ψὸ καὶ ἑλ­κυ­στι­κὸ δι­ά­κο­σμο, τὰ λί­θι­να κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα καὶ τὶς γρα­νι­τέ­νι­ες δαν­τέ­λες, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα μιᾶς κο­λοσ­σια­ίας καὶ πε­ρί­τε­χνης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς.

       Κα­θὼς στε­κό­μουν ἐκ­στα­τι­κός, μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­νας χω­ρι­κὸς τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας καὶ μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς με­γά­λης δι­α­μά­χης του Ἁ­γί­ου Μι­χα­ὴλ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἰ­δι­ο­φυ­ὴς σκε­πτι­κι­στὴς εἶ­πε: «Ὁ Θε­ός, ἔ­πλα­σε τὸν ἄν­θρω­πο κα­τ’ εἰ­κό­ναν του, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ τὸ ἀν­τα­πέ­δω­σε μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω.»

       Αὐ­τὰ τὰ λό­για κρύ­βουν μιὰ αἰ­ώ­νια ἀ­λή­θεια καὶ θὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γο νὰ δη­μι­ουρ­γή­σου­με σὲ κά­θε ἤ­πει­ρο τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς το­πι­κῆς θε­ό­τη­τας, καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων σὲ κά­θε μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐ­παρ­χί­ες μας.

       Ὁ νέ­γρος προ­σκυ­νᾶ τὰ ἄ­γρια, ἀν­θρω­πο­βό­ρα εἴ­δω­λα· ὁ πο­λυ­γα­μι­κὸς Μω­α­με­θα­νός, γε­μί­ζει τὸν πα­ρά­δει­σό του μὲ γυ­ναῖ­κες· οἱ Ἕλ­λη­νες, ὡς πρα­κτι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, εἶ­χαν θε­ο­ποι­ή­σει ὅ­λα τα πά­θη. Κά­θε χω­ριὸ στὴ Γαλ­λί­α, τε­λεῖ ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α ἑ­νὸς ἁ­γί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ εἰ­κό­να δι­α­φέ­ρει ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῶν κα­τοί­κων.

       Ὅ­μως, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἀ­γρυ­πνᾶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν Κά­τω Νορ­μαν­δί­α, ὁ Ἄγ­γε­λος Μι­χα­ήλ, ὁ δο­ξα­σμέ­νος καὶ νι­κη­φό­ρος ἄγ­γε­λος, ὁ ρομ­φαι­ο­φό­ρος, ὁ θρι­αμ­βι­κὸς ἥ­ρω­ας τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, αὐ­τὸς ποὺ ἐ­πι­κρά­τη­σε ἐ­πὶ τοῦ δι­α­βό­λου.

       Ἀλ­λά, ἰ­δοὺ πῶς ὁ πο­λυ­μή­χα­νος κά­τοι­κος τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας, ὁ ὑ­πο­κρι­τι­κός, στρε­ψό­δι­κος καὶ ὕ­που­λος, κα­τα­νο­εῖ καὶ ἀ­φη­γεῖ­ται τὸν ἀ­γώ­να τοῦ Μέ­γα Ἁ­γί­ου μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς κα­κί­ες τοῦ δαί­μο­να γεί­το­νά του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κα­τα­σκεύ­α­σε με­σο­πέ­λα­γα αὐ­τὴ τὴν κα­τοι­κί­α ποὺ εἶ­ναι ἀν­τά­ξια ἑ­νὸς Ἀρ­χα­γέλ­λου· καὶ πράγ­μα­τι, μό­νον ἕ­νας τέ­τοι­ος ἅ­γιος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­σκευά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ τέ­τοι­α κα­τοι­κί­α.

       Ἀλ­λὰ κα­θὼς εἶ­χε ἀ­κό­μα τὶς ἀμ­φι­βο­λί­ες του γιὰ τὶς πρά­ξεις τοῦ Κα­κοῦ, πε­ρι­έ­βα­λε τὸ βα­σί­λει­ό του μὲ κι­νού­με­νη ἄμ­μο, πιὸ κα­κό­βου­λη καὶ ἀ­πὸ τὴν θά­λασ­σα.

       Ὁ δι­ά­βο­λος κα­τοι­κοῦ­σε σὲ μιὰ τα­πει­νὴ κα­λύ­βα στὴν ἀ­κτή· ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κά­το­χός των βο­σκό­το­πων ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σαν μέ­σα στὸ ἁλ­μυ­ρὸ νε­ρό, τὰ γό­νι­μα χω­ρά­φια μὲ τὶς γό­νι­μες σο­δει­ές, τὶς πλού­σι­ες πε­διά­δες καὶ τὶς ἐ­πί­σης γό­νι­μες πλα­γι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς χώ­ρας· ἐ­νῶ ὁ ἅ­γιος βα­σί­λευ­ε μό­νον στὶς ἀμ­μώ­δεις πε­ρι­ο­χές, κι ἔ­τσι, ὁ δι­ά­βο­λος ἦ­ταν πλού­σιος καὶ ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἦ­ταν φτω­χὸς σὰν ἀ­γύρ­της.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α χρό­νια νη­στεί­ας, ὁ ἅ­γιος ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση καὶ σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει ἕ­να συμ­βι­βα­σμὸ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο· ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λα, για­τὶ ὁ Σα­τα­νᾶς νοια­ζό­ταν γιὰ τὴ συγ­κο­μι­δή του.

       Τὸ σκέ­φτη­κε ἕ­ξι μῆ­νες καὶ με­τά, ἕ­να πρω­ί, πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὴ στε­ριά. Ὁ δαί­μο­νας ἔ­τρω­γε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα του τὴ σού­πα του, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἀν­τί­κρι­σε τὸν ἅ­γιο. Ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει, φί­λη­σε τὸ χέ­ρι του, τοῦ εἶ­πε νὰ πε­ρά­σει μέ­σα καὶ τοῦ πρό­σφε­ρε κά­τι νὰ δρο­σι­στεῖ.

       Ἀ­φοῦ ἤ­πι­ε μιὰ γα­βά­θα γά­λα, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ πῆ­ρε τὸ λό­γο:

       «Ἦρ­θα νὰ σοῦ προ­τεί­νω μιὰ κα­λὴ δου­λειά.»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, ἀ­θῶ­ος καὶ δί­χως κα­χυ­πο­ψί­α, ἀ­πάν­τη­σε:

       — Δέ­χο­μαι.

       — Ἰ­δού, θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα τα κτή­μα­τά σου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ἀ­νή­συ­χος, θέ­λη­σε νὰ μι­λή­σει.

       «Ναί, ἀλ­λά…»

       Ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Ἄ­κου πρῶ­τα. Θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα σου τὰ κτή­μα­τα, θὰ ἀ­να­λά­βω τὴ συν­τή­ρη­ση, τὴ δου­λειά, τὸ ὄρ­γω­μα, τὴ σπο­ρά, τὸ κά­πνι­σμα, τὰ πάν­τα τέ­λος πάν­των καὶ θὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴ σο­δειά. Συμ­φω­νεῖς;»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, τεμ­πέ­λης κα­θὼς ἦ­ταν, δέ­χτη­κε.

       Ζή­τη­σε μό­νο ἐ­πι­πλέ­ον κά­ποι­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ γευ­στι­κὰ μπαρ­μπού­νια ποὺ ψα­ρεύ­ουν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μο­να­χι­κὸ ὄ­ρος. Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κε.

       Ἕ­σφι­ξαν τὰ χέ­ρια, ἔ­φτυ­σαν κι οἱ δυ­ὸ γιὰ νὰ δεί­ξουν ὅ­τι ἡ συμ­φω­νί­α εἶ­χε κλεί­σει, καὶ ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Κοί­τα, δὲν θέ­λω νὰ ἔ­χεις πα­ρά­πο­να ἀ­πὸ μέ­να. Δι­ά­λε­ξε τί προ­τι­μᾶς: τὸ τμῆ­μα τῆς σο­δειᾶς ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν χω­ρα­φι­ῶν, ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ φυ­τρώ­νει μέ­σα στὴ γῆ.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς φώ­να­ξε:

       «Θὰ πά­ρω ἐ­κεῖ­νο ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια.»

       — «Σύμ­φω­νοι» εἶ­πε ὁ ἅ­γιος.

       Καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὅ­μως, ἕ­ξι μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στὸ τε­ρά­στιο τσι­φλί­κι τοῦ δι­α­βό­λου, δὲν ἔ­βλε­πες πα­ρὰ μό­νο κα­ρό­τα, ρα­πα­νά­κια, κρεμ­μύ­δια, λα­γό­χορ­το , ὅ­λα τα φυ­τὰ ποὺ οἱ θρε­πτι­κὲς ρί­ζες τους εἶ­ναι κα­λὲς καὶ νό­στι­μες, καὶ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ἄ­χρη­στα φύλ­λα προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ ζω­ο­τρο­φές.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν κέρ­δι­σε τί­πο­τε καὶ θέ­λη­σε νὰ σπά­σει τὸ συμ­βό­λαι­ο, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τὸν Ἅ­γιο Μι­χα­ὴλ «πο­νη­ρό».

       Ἀλ­λὰ ὁ Ἅ­γιος εἶ­χε γλυ­κα­θεῖ ἀ­πὸ τὶς καλ­λι­έρ­γει­ες· ἐ­πέ­στρε­ψε νὰ βρεῖ τὸ δι­ά­βο­λο:

       «Σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν τὸ σκέ­φτη­κα κα­θό­λου· ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε, δὲν φταίω σὲ τί­πο­τε ἐ­γώ. Καὶ γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σω, σοῦ προ­σφέ­ρω αὐ­τὴ τὴ χρο­νιά, ὅ,τι ὑ­πάρ­χει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς.»

       — Συμ­φω­νῶ, εἶ­πε ὁ Σα­τα­νᾶς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη Ἄ­νοι­ξη, ὅ­λη ἡ ἔ­κτα­ση τῶν χω­ρα­φι­ῶν τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Κα­κοῦ, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νη μὲ πα­χὺ σι­τά­ρι, μὲ βρώ­μη με­γά­λη σὰν καμ­πα­νού­λα, λι­νά­ρι, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ κράμ­βη, κόκ­κι­νο τρι­φύλ­λι, μπι­ζέ­λια, λά­χα­να, ἀγ­κι­νά­ρες, μὲ ὅ­λους τους σπό­ρους καὶ ὅ­λες τὶς ὀ­πῶ­ρες ποὺ εὐ­δο­κι­μοῦν ὑ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη τί­πο­τε καὶ ἦ­ταν ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος.

       Κα­τα­πι­ά­στη­κε πά­λι μὲ τὰ λι­βά­δια του καὶ μὲ τὸ ὄρ­γω­μα καὶ πα­ρέ­μει­νε κου­φὸς σὲ ὅ­λα τα νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε ὁ γεί­το­νάς του.

       Κύ­λη­σε ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος χρό­νος. Ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νου ἀρ­χον­τι­κοῦ του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κοί­τα­ζε τὴν γό­νι­μη γῆ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν ὣς πέ­ρα μα­κριὰ καὶ ἔ­βλε­πε τὸν δι­ά­βο­λο νὰ δι­ευ­θύ­νει τὶς ἐρ­γα­σί­ες, νὰ ἀ­πο­θη­κεύ­ει τὴ σο­δειά, νὰ ἀ­λέ­θει τοὺς σπό­ρους του. Καὶ ἦ­ταν ἔ­ξω φρε­νῶν καὶ ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α του. Μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει τὸν Σα­τα­νᾶ, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, καὶ πῆ­γε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λέ­σει νὰ δει­πνή­σουν μα­ζὶ τὴν ἑ­πό­με­νη Δευ­τέ­ρα.

       «Δὲν εὐ­τύ­χη­σες μὲ τὶς δου­λει­ές σου μα­ζί μου, τοῦ εἶ­πε, τὸ ξέ­ρω· ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ μεί­νει με­τα­ξὺ μας κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα μνη­σι­κα­κί­ας, γι’ αὐ­τὸ σὲ προ­σκα­λῶ νὰ δει­πνή­σεις μα­ζί μου. Θὰ σοῦ προ­σφέ­ρω γιὰ γεῦ­μα ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ποὺ ἦ­ταν τό­σο λαί­μαρ­γος ὅ­σο καὶ τεμ­πέ­λης, δέ­χτη­κε εὐ­χα­ρί­στως. Τὴν μέ­ρα ἐ­κεί­νη, φό­ρε­σε τὰ κα­λύ­τε­ρα ροῦ­χα του καὶ πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ Ὄ­ρος.

       Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τὸν ἔ­βα­λε νὰ κα­θί­σει σὲ ἕ­να κα­τα­πλη­κτι­κὸ τρα­πέ­ζι. Στὴν ἀρ­χὴ σέρ­βι­ραν βὸλ ὠ βὰν πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ νε­φρὰ κό­κο­ρα, κε­φτε­δά­κια μὲ σάρ­κα ἀ­πὸ λου­κά­νι­κα, με­τὰ δύ­ο με­γά­λα μπαρ­μπού­νια ἀ λὰ κρέμ, κα­τό­πιν μιὰ λευ­κὴ γα­λο­πού­λα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ κά­στα­να κον­φὶ μέ­σα σὲ κρα­σί, με­τὰ ἕ­να ἀρ­νί­σιο μπού­τι μα­ρι­να­ρι­σμέ­νο καὶ τρυ­φε­ρὸ σὰν γλυ­κό· με­τὰ λα­χα­νι­κὰ ποὺ ἔ­λι­ω­ναν στὸ στό­μα καὶ ζε­στή, νό­στι­μη, ἀ­χνι­στὴ γα­λέ­τα, ποὺ μο­σχο­μύ­ρι­ζε βού­τυ­ρο.

       Ἤ­πιαν κα­θα­ρὸ μη­λί­τη οἶ­νο, ἀ­φρώ­δη καὶ ζα­χα­ρώ­δη, καὶ κόκ­κι­νο με­θυ­στι­κὸ κρα­σί, καὶ ὕ­στε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε πιά­το, ἔ­πι­ναν σὰν σφουγ­γά­ρι πε­πα­λαι­ω­μέ­νο ἀ­πό­σταγ­μα μή­λου.

       Ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε τὸν ἀ­γλέ­ο­ρα, τό­σο πο­λὺ καὶ τό­σο κα­λὰ ποὺ ἔ­νι­ω­σε δυ­σά­ρε­στα.

       Τό­τε, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, ση­κώ­θη­κε φο­βε­ρὸς καὶ τρο­με­ρὸς καὶ φώ­να­ξε μὲ βρον­τε­ρὴ φω­νή:

       «Μπρο­στά μου!!! Μπρο­στά μου, κά­θαρ­μα! Τολ­μᾶς…μπρο­στά μου…»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς τὰ ἔ­χα­σε καὶ τό ’βά­λε στὰ πό­δια καὶ ὁ ἅ­γιος, ἀρ­πά­ζον­τας μιὰ μαγ­κού­ρα, τὸν κυ­νή­γη­σε.

       Ἔ­τρε­χαν στὰ κά­τω σα­λό­νια, γυ­ρί­ζον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς κο­λῶ­νες, ἀ­νέ­βαι­ναν τὶς ἀ­έ­ρι­νες σκά­λες, κάλ­πα­ζαν κα­τὰ μῆ­κος τῶν γει­σω­μά­των, πη­δοῦ­σαν ἀ­πὸ ὑ­δρορ­ρό­η σὲ ὑ­δρορ­ρό­η. Ὁ φτω­χὸς δαί­μο­νας, ἄρ­ρω­στος νὰ σοῦ σπα­ρά­ζει τὴν ψυ­χή, ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει, βρω­μί­ζον­τας τὴν κα­τοι­κί­α τοῦ ἁ­γί­ου. Ἐ­πι­τέ­λους, βρέ­θη­κε στὴν τε­λευ­ταί­α τα­ρά­τσα, πο­λὺ ψη­λά, ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­κα­λύ­πτει κα­νεὶς τὸν ἀ­πέ­ραν­το κόλ­πο μὲ τὶς ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πό­λεις, τὴν ἄμ­μο καὶ τὰ βο­σκο­τό­πια του. Δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ξε­φύ­γει γιὰ πο­λύ· καὶ ὁ ἅ­γιος τοῦ κα­τά­φε­ρε ἕ­να πι­σώ­πλα­το χτύ­πη­μα, μιὰ γε­ρὴ κλω­τσιὰ ποὺ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε σὰν μπά­λα στὸ δι­ά­στη­μα.

       Πέ­τα­ξε στὰ οὐ­ρά­νια σὰν ἀ­κόν­τιο καὶ ἔ­πε­σε μὲ ὅ­λο του τὸ βά­ρος μπρο­στὰ στὴν πό­λη Μορ­τέν. Τὰ κέ­ρα­τα στὸ μέ­τω­πό του καὶ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια τῶν με­λῶν του, καρ­φώ­θη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὸ βρά­χο ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τᾶ αἰ­ώ­νια τα ἴ­χνη αὐ­τῆς τῆς πτώ­σης τοῦ Σα­τα­νᾶ.

       Ση­κώ­θη­κε κου­τσαί­νον­τας, σα­κα­τε­μέ­νος στὸν αἰ­ώ­να τὸν ἅ­παν­τα· καὶ κοι­τών­τας πί­σω του τὸ μοι­ραῖ­ο Ὄ­ρος νὰ ὀρ­θώ­νε­ται σὰν ἀ­πό­κρη­μνη κορ­φὴ στὴ δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, κα­τά­λα­βε κα­λὰ ὅ­τι θὰ ἔ­βγαι­νε πάν­τα ἡτ­τη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­νι­σο ἀ­γώ­να, καὶ ἀ­να­χώ­ρη­σε σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς μα­κρι­νὲς χῶ­ρες, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας στὸν ἐ­χθρό του τὰ χω­ρά­φια, τὶς πλα­γι­ές, τὰ βο­σκο­τό­πια καὶ τὶς πε­διά­δες.

       Νά λοι­πὸν πὼς ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, προ­στά­της τῶν Νορ­μαν­δῶν νί­κη­σε τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἄλ­λος λα­ὸς θὰ εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὴ τὴ μά­χη.

(19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882)

      .      

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Contes Fantastiques Complets, ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις: ἐκ­δό­σεις Marabout. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882, στὸ Gil Blas.

.

Γκὺ ντὲ Μω­πασ­σάν(Guy de Maupassant). Γεν­νή­θη­κε στὶς 5 Αὐ­γού­στου 1850 στὸν πύρ­γο Miromesnil στὴν Tourville-sur-Arques καὶ πέ­θα­νε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1893 στὸ Πα­ρί­σι. Συν­δε­ό­ταν μὲ φι­λί­α μὲ τὸν Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ καὶ τὸν Γου­σταῦ­ο Φλωμ­πέρ. Τὰ ἔρ­γα του χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται, πα­ρὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ τὸν πε­σι­μι­σμὸ ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­πὸ με­γά­λη ρε­α­λι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἔ­λεγ­χο τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν του μέ­σων. Ἡ πα­ρου­σί­α του στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Γαλ­λί­ας, δια­ρκεῖ μιὰ δε­κα­ε­τί­α—ἀ­πὸ τὸ 1880 ἕ­ως τὸ 1890—πρὶν τρε­λα­θεῖ καὶ πε­θά­νει σὲ ἡ­λι­κί­α 42 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­κτη­σε φή­μη πρὶν τὸ θά­να­τό του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται με­γά­λος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ νο­βε­λί­στας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο του ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴ με­τα­φο­ρὰ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο πολ­λῶν ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του.

.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark): Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark)

 .

Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

(Dear Mr. President)

.

Ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε,

       Ἀ­μέ­σως μό­λις πέ­ρα­σες ἕ­να-ἕ­να τὰ δά­χτυ­λά σου μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­τί μου, ἄρ­χι­σες νὰ μι­λᾶς γιὰ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀ­σφά­λι­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω τὸ γε­γο­νὸς πὼς εἶ­σαι 35 χρό­νια πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ ὄ­νει­ρό μου γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ὠ­φε­λη­θεῖς ἐ­σὺ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς ποὺ προ­ω­θεῖς πα­ρὰ ἐ­γώ. Τὸ Βιά­γκρα, μο­λο­νό­τι ὑ­πέ­ρο­χο γιὰ τὴ σχέ­ση μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἄρ­χι­σα νὰ δου­λεύ­ω σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν καὶ ἀ­κό­μα δὲν πι­στεύ­ω πὼς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ συν­τα­ξι­ο­δο­τη­θῶ προ­τοῦ πε­θά­νω ἐ­γὼ ἢ ἀ­να­τι­να­χτεῖ ὁ πλα­νή­της ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Ξέ­ρω πὼς δὲν θὰ εἶ­χες γκρι­ζά­ρει ἂν δὲν εἶ­χες τό­σες τε­ρά­στι­ες κα­θη­με­ρι­νὲς εὐ­θύ­νες. Καὶ ναί, ὄν­τως ἡ ἰ­σχύς σου μὲ προ­σέλ­κυ­σε ἀρ­χι­κὰ κον­τά σου. Ἀλ­λὰ ἄ­κου τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους πρέ­πει νὰ δι­α­κό­ψου­με: με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἄ­κου­σα πολ­λοὺς συ­νο­μή­λι­κούς σου νὰ πα­ρο­μοιά­ζουν τὴν κα­τα­στρο­φὴ μὲ αὐ­τὴ στὸ Πὲρλ Χάρ­μπορ, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη στοὺς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοὺς στρα­τῶ­νες στὴν Ἀ­φρι­κή, μὲ ὅ,τι ἔ­κα­ναν τὰ βομ­βαρ­δι­στι­κά μας στὴ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, μὲ τὸ Βι­ετ­νὰμ καὶ εἶ­πα: εἶ­μαι 21 ἐ­τῶν. Δὲν μοῦ θυ­μί­ζει τί­πο­τα. Τὰ μαλ­λιά μου γκρι­ζά­ρι­σαν ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Μέ­σα στὴ σε­ξου­α­λι­κή μου φαν­τα­σί­ω­ση, τὴν ὥ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοὶ καὶ τὸ στό­μα μου ἔ­χει κα­λύ­ψει τὴν ἀ­ρι­στε­ρή σου θη­λή, σὲ ρω­τά­ω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά: ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς; Ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς μα­ζί σου πρό­κει­ται γιὰ σέξ. Οὔ­τε γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὄ­χι ἀ­πό­ψε. Ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρό μου.

       Εἰ­λι­κρι­νὰ δι­κή σου,

Ἔι­μι

  .

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 .

Ἔι­μι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark). Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή. Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κὸ τίτ­λο της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2004, ὅ­που καὶ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ γρα­φή. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὸ Τζα­μά­ι­κα Πλέ­ιν, δι­δά­σκει στὸ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ ζεῖ στὴ Βο­στό­νη. Ἤ­θε­λε πάν­το­τε νὰ γί­νει ἀ­στρο­ναύ­της.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Κλαδεύοντας Μπονζάι

 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Κλα­δεύ­ον­τας Μπον­ζά­ι

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ καὶ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα νὰ σκε­φτῶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Φρὰντς Κάφ­κα – τό­τε ἤ­μουν κον­τὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α. Τὸ πα­ρά­ξε­νο κλί­μα, ἡ ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα καὶ ὁ συμ­βο­λι­σμός του ἐ­πέ­δρα­σαν πάνω μου πο­λὺ ἔν­το­να καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά. Ἀνα­ζή­τη­σα κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τά του καὶ ἡ ἀρ­χι­κή μου αἴ­σθη­ση ἐ­νι­σχύ­θη­κε. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε ἦταν ἡ διά­ρκεια τοῦ ἀ­πό­η­χου τῆς ἀ­νά­γνω­σης μέ­σα μου. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ ὄ­χι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μὲ εἶ­χαν κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὰ με­γά­λα του ἔρ­γα μοῦ ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ­μι­τε­λῆ. Τὸ ἀν­τί­θε­το αἴ­σθη­μα μοῦ προ­κα­λοῦ­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τα: ἐ­νῶ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ κλί­μα τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν μιὰ φόρ­μα πε­ρι­ε­κτι­κὴ καὶ συ­χνὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μη.

       Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δι­ά­βα­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀρ­κε­τῶν κλα­σι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων. Πο­λὺ λί­γα ὅ­μως ἀ­π’ αὐ­τὰ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω τό­σο ζων­τα­νὴ καὶ τό­σο δη­μι­ουρ­γι­κὰ χει­ρα­φε­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο ὅ­σο τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα. Ἀν­τι­θέ­τως ὁ χει­μαρ­ρώ­δης κό­σμος τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἡ τε­ρα­τώ­δης κά­πο­τε ἐ­σω­τε­ρι­κή του ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ ἐ­νί­ο­τε, ὅ­πως στὸν Φῶ­κνερ, συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο ἀ­πί­θα­νο γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο τῶν ἡ­ρώ­ων του, μὲ ρου­φοῦσε, χα­νό­μουν μέ­σα του, μὲ ἀ­φο­μοί­ω­νε σχε­δὸν μὲ ἕ­ναν τρό­πο πα­ρα­λυ­τι­κό. Μὲ δυ­ὸ λό­για δὲν ὑ­πήρ­χε χῶ­ρος γιὰ μέ­να. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρού­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ ταυ­τι­στῶ μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες καὶ βέ­βαι­α νὰ δο­κι­μά­σω τὴ σκέ­ψη μου πά­νω σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ζη­τή­μα­τα ποὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ προ­σεγ­γί­σω ὡς πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα δι­ά­βα­σα μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἄ­πο­ψη τοῦ Κορ­τά­σαρ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ποὺ μι­λών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στό­μα ἑνὸς ἥ­ρω­ά του στὸ Κου­τσό— ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται πὼς οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ προ­ϋ­πάρ­χουν τῶν ἡ­ρώ­ών τους καὶ κα­λοῦν­ται οἱ χα­ρα­κτή­ρες νὰ δρά­σουν καὶ νὰ ἀν­τι-δρά­σουν μέ­σα στὸ δε­δο­μέ­νο πλαί­σιο. Κατά τὴν γνώμη μου, αὐ­τὸ κάνει μὲ ἰ­δα­νι­κὸ τρό­πο τὸ δι­ή­γη­μα, ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­να­συγ­κρο­τεῖ «ἱ­στο­ρί­ες» καὶ «πλαί­σιο» μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σκό­πι­μα ἀ­φη­μέ­να ἴ­χνη τους στὸ κεί­με­νο.

       Κά­τι ἄλ­λο πού μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἦ­ταν ὅτι τὸ με­ταί­σθη­μα ἑνὸς ὀγ­κώ­δους μυ­θι­στο­ρή­μα­τος κά­ποι­ες φο­ρὲς ἦταν ἴ­σο ἢ καὶ ἰ­σχνό­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τὸ ἑνὸς πυ­κνοῦ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­σε­ξα πὼς συ­νή­θως αὐ­τὸ πού μοῦ ἔ­με­νε συ­νο­ψι­ζό­ταν σὲ λί­γες σε­λί­δες· τὴν βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α, κά­ποι­ες πε­ρι­γρα­φές, σπα­νί­ως ὁρι­σμέ­νες κο­φτε­ρὲς ἀ­τά­κες, ἕ­νας-δυ­ὸ ἤ­ρω­ες. Κι ἐ­νῶ προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν μή­πως δὲν εἶμαι τε­λι­κὰ προ­σε­κτι­κὴ καὶ ἐ­παρ­κὴς ἀ­να­γνώ­στρια, πέφτω πά­νω στὴ γνω­στὴ σκέ­ψη τοῦ Μπόρ­χες, ποὺ λέ­ει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ μπεῖ κα­νεὶς στὸν κό­πο νὰ γρά­ψει ἕ­να τε­ρά­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων καὶ συ­νε­πῶς νὰ χά­σει πο­λύ­τι­μο χρό­νο, ἐ­φ’ ὅ­σον αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μέ­σα σὲ λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς κα­λοῦ πε­ρι­ε­κτι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως κα­λύ­τε­ρα, κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω δι­η­γή­μα­τα συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα!

       Αἰ­σθά­νο­μαι φυ­σι­κὰ πιὸ πλού­σια γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ὅλη αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α τῶν με­γε­θῶν, ὅτι δη­λα­δὴ μιὰ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ κυ­μαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς χι­λιά­δες σε­λί­δες τῶν κλα­σι­κῶν ἔρ­γων μέ­χρι τοὺς 144 χα­ρα­κτῆ­ρες τῶν «ἐ­λά­χι­στων δι­η­γη­μά­των» τοῦ Μά­ιμ­περ­γκ, ὅ­πως μὲ πε­ρίσ­σεια βε­βαι­ό­τη­τα τὰ ἀ­πο­κα­λεῖ, ποὺ γιὰ νὰ τὰ γρά­ψει ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ ὅρια τοῦ γρα­πτοῦ μη­νύ­μα­τος τοῦ twitter, ὁρί­ζον­τας ἀν­τὶ ἀ­ριθ­μοῦ λέ­ξε­ων ἀ­ριθ­μὸ χα­ρα­κτή­ρων, καὶ κα­τέ­βα­σε ὁρια­κὰ τὸν πή­χυ ὡς πρὸς τὴν πο­σό­τη­τα τῶν λέ­ξε­ων, σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖο μά­λι­στα, ποὺ ὁ ἀ­να­στο­χα­σμὸς γιὰ τὰ ὅρια τῆς λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ὁ­δη­γεῖ­ται στὰ ἄ­κρα: γιὰ τὸ ποῦ, δη­λα­δή, τε­λει­ώ­νει τὸ δι­ή­γη­μα προ­κει­μέ­νου νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του στὸ εὐ­φυ­ο­λό­γη­μα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἢ μάλ­λον ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τὰ τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια καὶ τοὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς τρό­πους τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιὰ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ὀ­ξύν­θη­κε, βά­θυ­νε, πλά­τυ­νε…

 

       Ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω δι­η­γή­μα­τα. Τὸ DNA τους, ἄν μου ἐ­πι­τρέ­πε­ται ἡ ἔκ­φρα­ση, ἦ­ταν νὰ βγαί­νουν μι­κρά. Ὅ­σο πιὸ πολ­λὰ εἶ­χα νὰ πῶ, τό­σο πιὸ λί­γα δι­ά­λε­γα νὰ γρά­ψω. Δέ­κα σε­λί­δες τὸ πο­λὺ ἐκ­προ­σω­ποῦ­σαν τὰ πολ­λὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γρα­φοῦν. Ἦ­ταν φυ­σι­κό, λοι­πόν, νὰ κο­ρυ­φω­θεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γι’ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα, ὅ­ταν δύο χρό­νια πρὶν ἄρ­χι­σα νὰ με­λε­τῶ συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Νο­μί­ζω πὼς ἡ μι­κρὴ φόρ­μα προ­σφέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα γιὰ τὴν ἀ­πο­τύ­πω­ση ὁ­ρια­κῶν ψυ­χι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων μὲ ἔμ­με­σο τρό­πο, πε­δί­ο ποὺ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει καὶ μὲ συγ­κι­νεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἡ ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση στὸν πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο (καὶ αὐ­τὸ οἱ ψυ­χί­α­τροι τὸ γνω­ρί­ζουν κα­λά) ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὑ­παι­νι­κτι­κά καὶ συ­νο­πτι­κά, μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος, μὲ μιὰ μό­νη λέ­ξη, μὲ μιὰ ἔγ­κλι­ση καὶ μό­νο τῆς φω­νῆς… Ἔ­τσι ἡ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση τοῦ κει­μέ­νου ὁδη­γεῖ καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται ταυ­το­χρό­νως μὲ ἀ­φαι­ρε­τι­κούς, ὑ­παι­νι­κτι­κοὺς τρό­πους στὴν λει­τουρ­γι­κὴ πύ­κνω­ση ποὺ κά­νει τὸ δι­ή­γη­μα τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ κα­θρέ­φτη τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που. Οἱ λέ­ξεις φτά­νουν στὸ ἀ­να­φο­ρι­κό τους ἀ­πό­σταγ­μα, στὸ μί­νι­μουμ τῆς ἀ­να­φο­ρι­κό­τη­τας. Κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς γραμ­μὲς τῆς ἀρ­χι­κῆς ἐ­ξι­στό­ρι­σης, ἂν εἶσαι μά­στο­ρας, ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­χνο­φαί­νε­ται ἡ αὔ­ρα μιᾶς ἄλ­λης πιὸ κρί­σι­μης ἴ­σως ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι σὰν νὰ δου­λεύ­εις τὰ χρώ­μα­τα σ’ ἕνα καμ­βὰ στρω­μα­τι­κά, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας λε­πτὲς δι­α­φά­νει­ες ἐ­πι­τρέ­πεις στὴν κά­τω ἐ­πι­φά­νεια νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ συμ­πλη­ρώ­νον­τας ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ τὴν ἐ­πά­νω ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου.

       Ὅ­ταν ξε­κι­νά­ω νὰ γρά­ψω ἕ­να δι­ή­γη­μα, ἕ­να κεί­με­νο ποὺ τώ­ρα πιὰ ξέ­ρω πὼς ἡ καλ­λι­έρ­γειά του θὰ τὸ μι­κρύ­νει ἀν­τὶ νὰ τὸ με­γα­λώ­σει, ἕ­να μπον­ζά­ι δη­λα­δὴ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς, ἔ­χω στὸ νοῦ μου τὸ «κου­κού­τσι» αὐ­τοῦ ποὺ θέ­λω νὰ πῶ καὶ προ­σπα­θῶ μέ­σα ἀ­πὸ ἐλ­λει­πτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα μέ­σα στὰ ὁποῖ­α θὰ λει­τουρ­γή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ ἡ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἀ­πο­φεύ­γον­τας σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὴν ἀ­νά­λυ­ση καὶ τὴν ἐ­πε­ξή­γη­ση. Ἂν τὸ κεί­με­νο βγεῖ με­γα­λύ­τε­ρο ἄπ΄ ὅ­σο τὸ θέ­λω, πιά­νω σὰν τὸν γλύ­πτη ποὺ σμι­λεύ­ει τὸ ὑ­λι­κό του καὶ ἀ­φαι­ρῶ τὰ πε­ριτ­τά, το­νί­ζω τὰ ση­μαν­τι­κά, ζυ­γί­ζον­τας, ἀν­τι­κα­θι­στών­τας καὶ προ­σθα­φαι­ρών­τας λέ­ξεις. Πάν­τα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὅταν μι­κραί­νεις ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο, πιὸ πυ­κνό, πιὸ με­στὸ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ στο­λί­δια καὶ πε­ριτ­το­λο­γί­ες. Συ­νε­χῶς με­τρά­ω τὴν ἀν­το­χὴ τῶν προ­τά­σε­ων καὶ τῶν λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Τὰ ὑ­λι­κὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὅπως ὅλα τὰ ὑ­λι­κὰ τῆς τέ­χνης, ἔ­χουν ἐ­λα­στι­κό­τη­τα καὶ ὅρια ἀν­το­χής. Αὐ­τὰ τὰ ὅ­ρια στὸ δι­ή­γη­μα κρί­νον­ται στὸ πε­δί­ο τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας. Κά­θε λέ­ξη ἢ φρά­ση ποὺ τὸ δι­ευρύνει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­ταν νο­μί­ζω ὅ­τι τὸ ὅ­ριο αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει πα­ρα­βια­στεῖ, τό­τε θε­ω­ρῶ τὸ κεί­με­νο τε­λει­ω­μέ­νο.

       Βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὸ ζη­τού­με­νο ποὺ θέ­τει τὸ δι­ή­γη­μα: πρέ­πει μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο του νὰ συ­στή­σει ἕ­να κό­σμο ὁλό­κλη­ρο μὲ ἀρ­χή, μέ­ση καὶ τέ­λος, μὲ χα­ρα­κτῆρες, ἀν­τι­θέ­σεις κι ἀ­τμό­σφαι­ρες, μ’ ἕ­να ἡ­μι­σφαί­ριο ρη­τὸ κι ἕ­να ἄρ­ρη­το, δῶ­ρο στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἕ­να σύ­νο­λο ποὺ τὸ κα­τορ­θώ­νει κα­τα­φεύ­γον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, στὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό. Κά­θε λέ­ξη του πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ζυ­γι­σμέ­νη, κι αὐ­τὸ νο­μί­ζω τὸ φέρ­νει πιὸ κον­τὰ στὴν ποί­η­ση. Ἐ­δῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­στα­θῶ στὸν συ­νειρ­μὸ καὶ νὰ μὴν σκε­φτῶ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἀν­τί­στοι­χο τοῦ Μπον­ζά­ι, ποὺ εἶ­ναι τὸ χα­ϊ­κοὺ μὲ τὴν γνω­στὴ φόρ­μα τοῦ τρί­στι­χου μὲ πέν­τε-ἑπτά-πέν­τε συλ­λα­βὲς ἀν­τι­στοί­χως, ποὺ ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α ἁ­πλώ­θη­κε κι ἐμ­πλού­τι­σε τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πο­ρεί­α ποὺ δεί­χνει πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ κά­νει καὶ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, μιὰ καὶ στὸ δί­κτυ­ο βρί­σκει κα­νείς πλη­θώ­ρα τέ­τοι­ων κει­μέ­νων καὶ τὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον με­γα­λώ­νει, ἔ­χουν δὲ γί­νει ἤ­δη πολ­λὲς ξε­νό­γλωσ­σες ἀν­θο­λο­γί­ες.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ζη­λεύ­ω τοὺς συγ­γρα­φείς ποὺ ἔ­ζη­σαν τὸν 19ο αἰ­ώ­να, τὰ εἶχαν ὅλα στὰ πό­δια τους, σκέ­πτο­μαι, ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ ἀ­να­γνω­στῶν καὶ ἐ­πι­λέ­ον χρη­μα­τι­κὴ ἀ­μοι­βή, ἂν καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ μάλ­λον ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ ἀν­τί­τι­μο, ἀλ­λὰ ὅ­πως πάν­τα ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ὡ­ραι­ο­ποι­εῖ τὰ πράγ­μα­τα. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες ζη­τοῦσαν δια­ρκῶς κεί­με­να, καὶ τὰ μὲν δι­η­γή­μα­τα τὰ ἔ­βα­ζαν αὐ­τού­σια, ἐ­νώ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τὰ δη­μο­σί­ευ­αν σὲ συ­νέ­χει­ες γιὰ νὰ κά­νουν δε­λε­α­στι­κό­τε­ρο τὸ φύλ­λο τους. Φαν­τά­ζο­μαι πὼς γιὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὴν ζή­τη­ση τῶν συ­νε­χό­με­νων ἐ­πει­σο­δί­ων, οἱ συγ­γρα­φεῖς μάλ­λον θὰ ξε­χεί­λω­ναν τὰ κεί­με­νά τους. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τύ­που καὶ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν τό­τε ὤ­θη­σε στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ξε­χω­ρι­στοῦ εἴ­δους. Μὲ πα­ρό­μοι­ο τρό­πο ἡ ἁλ­μα­τώ­δης ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ δι­κτυα­κοῦ κό­σμου τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἔ­κα­νε ν’ ἀν­θί­σει τὸ νέ­ο ὑ­πο-εἶ­δος, τὸ πο­λύ-πο­λὺ μι­κρὸ δι­η­γή­μα, τὸ σκό­πι­μα καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο γιὰ νὰ εἶ­ναι μι­κρό: τὸ Μπον­ζά­ι.

       Πάν­τα ἡ τα­χύ­τη­τα μοῦ δη­μι­ουρ­γοῦσε ἀρ­νη­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ σκέ­ψεις, οἱ ρυθ­μοὶ τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ ζοῦ­με ἀ­σκοῦ­νε πά­νω μου σω­μα­τι­κὴ καὶ ψυ­χι­κὴ βί­α. Ὅ­λα εἶ­ναι φὰστ καὶ ἐ­πι­φα­νεια­κά, δὲν προ­λα­βαί­νουν νὰ πᾶνε σὲ βα­θύ­τε­ρα ἐ­πί­πε­δα, δὲν προ­λα­βαί­νουν, θὰ χα­θεῖ χρό­νος, πο­λύ­τι­μος χρό­νος. Ἔ­χου­με γί­νει ἀ­παι­τη­τι­κοί, ἀ­δη­φά­γοι, χρει­α­ζό­μα­στε ἕ­να γρή­γο­ρο ἀ­πο­τέ­λε­σμα σὲ κά­θε μας κί­νη­ση, σὲ κά­θε μας προ­σπά­θεια. Γι’ αὐ­τὸ δὲν μὲ ἐκ­φρά­ζει ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὰν ἀ­νάγ­κη καὶ ση­μεῖο τῶν και­ρῶν, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἴ­σως εἶναι σω­στὴ του­λά­χι­στον ὡς πρὸς τὸν τρό­πο τῆς πρόσ­λη­ψης. Στὸ δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι βλέ­πω τὴν λι­τό­τη­τα, τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, τὴν μα­γι­κὴ ἀ­πο­σι­ώ­πη­ση τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ, τὸν λει­τουρ­γι­κὸ ὑ­παι­νιγ­μό· ὅ­λους ἐ­κεί­νους δη­λα­δὴ τοὺς τρό­πους ποὺ ἂν δὲν βρι­σκό­μα­σταν στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ἀ­φή­γη­σης θὰ μᾶς θυ­μί­ζαν τὴν ποί­η­ση, ἀλ­λὰ ποὺ σί­γου­ρα, ὅ­πως καὶ σ’ αὐ­τὴ προ­ϋ­πο­θέ­τουν χρο­νο­βό­ρα καὶ ἐ­πί­πο­νη προ­ερ­γα­σί­α.

       Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ πρὶν δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια δη­μι­ουρ­γή­σα­με τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» κι ἄρ­χι­σα νὰ ἀ­σχο­λοῦ­μαι καὶ νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­κό­μη πιὸ ὀρ­γα­νω­μέ­να, ἡ ἐμ­πει­ρί­ά μου ἐμ­πλου­τί­στη­κε μὲ πο­λύ­τι­μες πα­ρα­μέ­τρους καὶ ὀ­πτι­κές. Συμ­βαί­νει συ­χνὰ δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να κεί­με­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ὸ ἀ­κρι­βῶς στό­χο εἶχε ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, ἐ­πί­σης ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τοῦ βγῆκε συμ­πτω­μα­τι­κὰ μι­κρὸ ἢ ἂν δού­λε­ψε μὲ αὐ­τὴ τὴν πρό­θε­ση. Νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶναι τό­σο εὐ­δι­ά­κρι­τη στὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀ­φο­ρᾶ ὅ­μως στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νου καὶ τὴν σκο­πιὰ ἀ­π’ ὅπου τὸ βλέ­πει κα­νείς. Χαί­ρο­μαι ποὺ βλέ­πω ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να νὰ γεν­νι­οῦν­ται καὶ νὰ πα­τᾶνε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ γο­η­τευ­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ὑ­πο-εἴ­δους ποὺ σι­γά-σι­γά δι­αι­σθά­νο­μαι ὅτι ὁδη­γεῖ­ται στὴν αὐ­το­νο­μί­α καὶ τὴν δι­καί­ω­σή του.

 

 

Πηγή: Κεί­με­νο ποὺ δια­βά­στη­κε στὴν ἐκδήλωση πού πραγματοποιήθηκε στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση, στὶς 22.09.2011 γιὰ τὴν παρουσίαση τοῦ ἐπε­τει­­α­κοῦ πεντηκο­στοῦ τεύχους τοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὸ Ἀμερι­κα­νικὸ μικρὸ διήγημα (flash fiction).

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθήνα, 1958). Ζωγράφος, ποιήτρια, πεζογράφος. Σπού­δα­σε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν της Αθήνας καὶ ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια Εἰ­κα­στικῶν στὴ Μέση Δημόσια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο: Ὁ Μύθος τοῦ Ὁ­δοιπόρου, Ποίηση, Aθήνα, 1986. Τελευταῖο της: Μὴ μὲ ψάχνετε ἐδῶ, Ποί­η­ση, ἐκδ. Πλανόδιον, Aθήνα, 2009.

 

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὴν ἐκδήλωση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ον στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση στὶς 22.09.2011. Γιάν­νης Πα­τί­λης, Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

 

Ζ.Δ. Ἀϊναλῆς: Παραμύθια τῆς ἔρημος

 

 

Ζ.Δ. Ἀϊναλῆς

 

Ἀπὸ τὰ

Πα­ρα­μύ­θια τῆς ἔ­ρη­μος

 

ΟΤΕ ΗΤΑΝ ΠΟΥ ΣΤΑΘΗΚΑ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μπρο­στὰ σὲ κα­θρέ­φτη. Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη-πρώ­τη στιγ­μὴ ἐ­κεῖ­νο ποὺ μοῦ ‘κά­νε τὴν με­γα­λύ­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ἦ­ταν πὼς μέ­σα του κα­θρε­φτί­ζον­ταν τὰ νῶ­τα μου. Ἦ­ταν ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιὰ ἀλ­λό­κο­τη δι­α­πί­στω­ση ποὺ δι­έ­ψευ­δε κά­θε ἐμ­πει­ρι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­ση. Ὁ­πό­τε ἔ­σκυ­ψα, πλη­σι­ά­ζον­τας λι­γά­κι ἐγ­γύ­τε­ρα τὸ πρό­σω­πό μου στὴν λεί­α του ἐ­πι­φά­νεια, καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου σ’ ἕ­να ἀ­προ­σμέ­τρη­το βά­θος δι­έ­κρι­να κά­τι ποὺ νὰ λαμ­πυ­ρί­ζει πα­ρά­ξε­να. Πλη­σί­α­σα κι ἄλ­λο τὸ πρό­σω­πο κι εἶ­δα ξάφ­νου τὴν ἐ­πι­φά­νειά του νὰ τρε­μου­λιά­ζει κα­θὼς τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Τὴν ἄγ­γι­ξα δει­λὰ μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­κτυ­λά μου κι ἦ­ταν ὄν­τως νε­ρό. Κοί­τα­ξα ἔ­νο­χα ἕ­να γύ­ρω τρι­γύ­ρω μου δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή, κρά­τη­σα τὴν ἀ­νά­σα μου καὶ βού­τη­ξα μέ­σα στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­θρέ­φτη ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ κα­τα­κτή­σω γιὰ μέ­να τοὺς ἄ­γνω­στους ἐ­κεί­νους θη­σαυ­ροὺς ποὺ φαν­τα­σι­ω­νό­μουν πὼς ἂν πε­ρι­μέ­ναν αἰ­ῶ­νες στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ για­τὶ πε­ρι­μέ­ναν ἐ­μέ­να καὶ μό­νο νὰ τοὺς ἀ­να­κα­λύ­ψω ἀ­κέ­ραι­ους. Ἀ­φέ­θη­κα τό­τε πα­ρά­φο­ρος στὸ ὑ­γρὸ στοι­χεῖ­ο νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει ὁ­λό­κλη­ρο. Ἐ­σὺ παι­δά­κι μου μὲ τὰ μυα­λὰ ποὺ κου­βα­λᾶς θὰ πε­θά­νεις στὴ ψά­θα, ἄ­κου­σα νὰ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει μιὰ οἰ­κεί­α φω­νὴ στὸ κε­φά­λι μου καὶ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν τὸ φάν­τα­σμα τῆς μη­τέ­ρας μου, ὅ­τι ἐ­κεῖ­να τὰ λό­για τὰ εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς ἴ­σα­με τό­τε μουρ­μου­ρί­σει σὰν νὰ μη­ρύ­κα­ζε πάν­τα τὸν ἑ­αυ­τό της κι ἐ­γὼ ἀ­να­ρω­τι­ό­μου­να μὰ ποῦ στὸ κα­λὸ μὲ ξε­τρύ­πω­σε πά­λι, ἐ­γὼ ἔ­κα­να χρό­νια νὰ τῆς ξε­φύ­γω, χώ­θη­κα μά­λι­στα σ’ ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ κά­τι πα­λι­ο­πά­που­τσα πού ‘χα ἀ­γο­ρά­σει μι­κρὸς κι ἔ­κρυ­βα μέ­σα τὰ στρα­τι­ω­τά­κια μου καὶ τὶς μπί­λι­ες μου, κι ἔ­τσι κρυμ­μέ­νος κα­λὰ βί­ω­σα τὴν ἐ­νη­λι­κί­ω­σή μου ἐ­κεῖ ἔ­κτο­τε δὲν μὲ ξα­να­βρῆ­κε κα­νεὶς ὅ­μως τὸ κορ­μί μου κι­νι­ό­τα­νε μό­νο του καὶ ξάφ­νου κα­τά­λα­βα ποὺ δὲν ἤ­μουν μα­κριὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ φω­τει­νὴ πη­γὴ ποὺ ἔ­τσι ἀ­δυ­σώ­πη­τα μ’ εἶ­χε πα­ρα­σύ­ρει μέ­σα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὸν ὑ­δά­τι­νο κό­σμο. Καὶ ἴ­σως νὰ ἔ­φται­γ’ ἡ ζέ­στη ποὺ ὁ­λο­έ­να κι αὐ­ξαί­νο­ταν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε ν’ ἀ­νοί­ξω τὰ μά­τια μου. Κι ὄν­τως στὸ βά­θος εἶ­χε ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ κα­θα­ρὰ ἕ­να πε­ρί­γραμ­μα κί­τρι­νο ἄ­νοιγ­μα σὰ κρό­κος αὐ­γὸ γε­μά­το χρυ­σό. Ἄρ­χι­σα τό­τε νὰ κου­νῶ μὲ μα­νί­α τὰ μέ­λη μου σὰ σκυ­λὶ στὸ νε­ρὸ καὶ γρα­πώ­θη­κα ἀγ­γί­ζον­τας τὸ τά­σι τοῦ φεγ­γα­ριοῦ ἀρ­γυ­ρό. Βγῆ­κα ὁ­λό­κλη­ρος καὶ βάλ­θη­κ’ ἀ­μέ­σως νὰ πέ­φτω σὰν σὲ γκρε­μὸ οὐρ­λια­χτό. Προ­σγει­ώ­θη­κα ἄ­τσα­λα πά­νω στὴν ἄμ­μο τῆς ἔ­ρη­μος. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας νὰ πα­ρα­σέρ­νει τοῦ­φες-τοῦ­φες κά­τι θά­μνους ξε­ροὺς κι ἡ σι­ω­πή. Ση­κώ­θη­κα καὶ τί­να­ξα τὴν ἄμ­μος ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου. Κοί­τα­ξα γιὰ λί­γο σὰ χα­μέ­νος ὁ­λό­γυ­ρα. Ἄν­θρα­κες ὁ θη­σαυ­ρὸς καὶ μαύ­ρη ἡ νύ­χτα. Πῆ­ρα νὰ περ­πα­τά­ω μὲς τὸ σκο­τά­δι πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα τυ­λιγ­μέ­νος τὰ χέ­ρια μου. Μὲ κό­πο κόν­τρα στὸν ἄ­νε­μο.

  

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ζήσης Δ. Ἀϊναλῆς (Ἀθήνα, 1982). Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελληνικὴ Φι­λο­λογία στὸ Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κάνει διδακτορικό στη Βυζα­ντι­νή Ἱστορία καὶ Φιλολογία στὸ Παρίσι. Τελευταῖα του βιβλίο: Ἀποσπά­σμα­τα (ποίηση, Γαβριηλίδης, 2008) κα­θὼς καὶ τὸ ἠ­λεκ­τρο­νι­κὸ βι­βλίο (e-book) Ἡ σιω­πὴ τῆς Σί­βας (ποίηση, ἐκδ. περιοδικὸ Βακχικόν, 2011).