Μανόλης Πρατικάκης: Ὁ Καλὲ-Γιωργάκης

 

 

Μανόλης Πρατικάκης

 

Ὁ Καλὲ-Γιωργάκης

 

ΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ σκυμ­μέ­νο στὰ δί­χτυα καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια του. Ὧρες ἀτε­λεί­ω­τες νὰ ρά­βει καὶ νὰ μα­τί­ζει. Νὰ νε­τά­ρει καὶ νὰ δέ­νει τὰ κομ­μέ­να ἀγκί­στρια στὰ πα­ρά­μαλα. Νὰ βά­φει, νὰ σε­νιά­ρει τὸ μι­κρό του σκα­ρί, σὰν ἐρω­μέ­νη ποὺ τὴν καλλω­πί­ζει καὶ τὴν ὀνει­ρεύ­ε­ται.

       Πλώ­ρη, πρύ­μνη, κου­βέρ­τες νὰ λά­μπου­νε. Τέ­τοιος ἔρω­τας μὲ τὰ σύ­νερ­γα τῆς θά­λασ­σας. Εἶχε ἔρθει στὸ Μύρ­το μὲ πα­νιὰ ἀπὸ τὴ Σύ­μη μαζὶ μὲ σφουγ­γα­ρά­δι­κα. Ἦρθε 2-3 φο­ρές. Τοῦ ἄρε­σε ὁ τό­πος· ἔμει­νε. Τὸν βγά­λα­νε «Καλὲ-Γιωρ­γά­κη», γιατὶ ἔβα­ζε τὸ «καλὲ» σὲ κά­θε πρό­τα­ση. Μι­κρόσω­μος καὶ γε­λα­στός. Μὲ ἕνα πα­ρά­ξε­νο χιοῦμορ παρὰ τὸ σο­βαρὸ καὶ συ­νάμα παι­γνιῶδες ὕφος τῆς ἔκφρα­σης, κι ἔβρι­ζε σκύ­λους καὶ χελῶνες ποὺ τοῦ σμπα­ρα­λιά­ζα­νε πα­ρα­γά­δια καὶ δί­χτυα. Παντρεύ­τη­κε μὲ τὸ Καλ­λιὼ μιὰ φτωχὴ ὀρφανὴ κο­πέλλα ποὺ τὸν βο­η­θοῦσε λί­γο στὴν ἀρχὴ στὴν  ψα­ρικὴ καὶ μέ­σα σὲ λί­γα χρό­νια ἔγι­νε μό­νι­μο πλή­ρω­μα. Ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν ἔβγα­ζαν οὐρά, ἐκεῖνος ἐξα­σφά­λι­ζε του­λά­χι­στο τὸν ἐπιού­σιο. Ἔμπει­ρος, με­γά­λος τε­χνί­της. Ἤξε­ρε ποῦ, πό­τε καὶ πῶς νὰ ρί­χνει καὶ νὰ δο­λώ­νει· γνώρι­ζε τοὺς τό­πους καὶ τὶς συ­νή­θειες τῶν ψα­ριῶν. Σὲ ποιοὺς ὕφα­λους φω­λιά­ζει ὁ  ὀρφός, σὲ ποιοὺς φυ­κιῶνες βο­σκά­ει τὸ μπαρ­μπού­νι. «Τὰ γκα­στρω­μέ­να ρέ­μα­τα πά­λι ἀπό­ψε» θύ­μω­νε κι ἔβρι­ζε «ποῦ νὰ σι­μώ­σει λι­θρί­νι. Μό­νο χά­νοι καὶ πλα­δα­ρές, χυ­λοῦδες, τέ­τοια σκα­τό­ψα­ρα». Συ­χνὰ τά ‘βα­ζε μὲ τοὺς ἀνέ­μους. «Πα­λιο­που­νέ­ντε» ἢ «σκα­το­σι­ρο­κά­δα κα­τρου­λιά­ρα». Ὅσο γιὰ τὶς γαρ­μπό­νες ἔβρι­ζε θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες. Τά ‘τζου­ζε κά­θε τό­σο. Κι ὅσο περ­νοῦσαν τὰ χρό­νια κά­θε βρά­δυ. Μετὰ τὸ τρί­το οὖζο ἀρχι­νοῦσε κά­τι λυ­πη­μέ­νους σκο­πούς τοῦ τό­που του· κά­τι βραχνοὺς νο­σταλ­γι­κοὺς ἀμα­νέ­δες. Κι ἕνα βρά­δυ κά­τι παι­διὰ περ­νώ­ντας κο­ντο­στά­θη­καν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρ­τα του ἀκού­γοντας κά­τι πα­ρά­ξε­να «Σεί­σου Καλ­λιὼ πρὸς τὰ με­νά, πρὸς τὰ σε­νά· κα­λού­μα Καλ­λιὼ τὰ πό­δια σου. Σεί­σου ζερ­βὰ νὰ βρεῖ τὸ χέ­λι μου, τὸ θαλασ­σό­χορ­το· νὰ μπεῖ στὴ δροσερὴ σπη­λιά σου μά­να μου. Σεί­σου Καλ­λιὼ γιὰ μιὰ καλὴ ψα­ριὰ νὰ σπαρτα­ρή­σει ὁ κά­λα­θος. Γύρ­να νὰ χορ­τα­στῶ τσὶ σπόγ­γους σου. Νὰ μπεῖ ὁ ὀχτά­πους ὅλος στὸ θα­λά­μι του νὰ ξεγεν­νή­σει. Σεί­σου στὴν πρύ­μη τοῦ νο­τιά νὰ θη­λυ­κώ­σει ὁ σκορ­πιὸς ποὺ ἔρχεται ὣς ἐσὲ ἀπὸ τὰ μπλά­βα ρέ­μα­τα. Τρά­βα κα­τα­σέ­να­νε Καλ­λιὼ τὸ κόκ­κι­νο σκαρὶ καὶ σπαρ­ταρᾶ ἡ σμέρ­να, ὁ σαρ­γὸς στὸ με­τα­ξέ­νιο δί­χτυ σου. Κα­λού­μα πά­ρε με στὸ βυ­θό σου θαλασ­σί­τσα μου καὶ χά­νο­μαι, χά­νο­μαι στὴν ἄμπω­τη νὰ μᾶς ξε­βράσου­νε τὰ λι­μπι­σμέ­να κύ­μα­τα, τὰ ἀπο­νέ­ρια μας τίγκα σὲ σά­γριο καὶ πλα­γκτόν».

       Τὰ παι­διὰ τὸ εἶπαν στ’ ἄλλα παι­διά, τό ‘μα­θαν κι οἱ με­γά­λοι. Πολ­λὰ βρά­δυα ἀκού­γα­νε τὸν Καλὲ-Γιωρ­γά­κη «νὰ ρί­χνει τὰ δί­χτυα καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια του», στὴ νυ­χτε­ρινὴ θά­λασ­σα ποὺ λά­τρευε καὶ ἤξε­ρε τό­σο καλὰ καὶ μὲ τέ­τοιο θα­λασ­σινὸ μερά­κι νὰ τὴν ἀκου­μπᾶ νὰ τὴν ἐμπι­στεύ­ε­ται καὶ νὰ τὴν τρυγά­ει. Ἔτσι ποὺ κά­θε του πρά­ξη καὶ κά­θε του αἴσθη­ση εἶχε τὴ γεύ­ση τῆς ἁλμύ­ρας καὶ τὸ ἐρω­τι­κό του σῶμα μιὰ διά­λε­κτο πε­λα­γί­σια.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Mα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης (Μύρ­τος Ἱερά­πε­τρας, Κρή­τη, 1943). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κή στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ψυ­χί­α­τρος. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Θα­λασ­σι­νές φω­νές (1971), ἄλλα βι­βλί­α: Ἡ Κοί­μη­ση καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν Σω­μά­των τοῦ Δο­μή­νι­κου (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1997), Λι­βι­δώ (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀθή­να, 1978) κ.ἄ. Συ­γκε­ντρω­τικὴ ἔκδο­ση: Ποιή­ματα 1984-2000 (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀθή­να, 2003). Δη­μοσί­ευ­σε ἐπί­σης τὸ πεζό Τὰ ἀφη­γή­μα­τα ἑνὸς ψυ­χιά­τρου (ἐκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ἀθή­να, 2009).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: