Παναγιώτα Παπαθανασίου: Παιδιὰ στὴν εξοχή

 

 

Παναγιώτα Παπαθανασίου

 

Παι­διὰ στὴν ἐ­ξο­χή

 

ΡΓΗΣΑΜΕ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ. Φτά­σα­με στὸ σπί­τι τῆς Μα­ρί­ας στὶς δέ­κα καὶ ἀ­κό­μη δὲν ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι. Μά­ζευ­ε ὁ μι­κρὸς δι­ά­φο­ρα μπι­χλιμ­πί­δια σὲ μιὰ σα­κού­λα τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ. Πλα­στι­κὰ ζῶ­α, τέ­ρα­τα, σοῦ­περ ἥ­ρω­ες, αὐ­το­κόλ­λη­τα… Ρώ­τη­σα τὴ Μα­ρί­α τί τὰ θέ­λει ὅ­λα αὐ­τὰ μα­ζί του στὴν ἐ­ξο­χή. Δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α, «Ἄς τὰ πά­ρει νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται» εἶ­πε. Ὁ Τά­κης δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε γιὰ τὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Δι­κιά του ἰ­δέ­α ἦ­ταν νὰ τοὺς πά­ρου­με μα­ζί μας. Νὰ βγεῖ λί­γο ἡ Μα­ρία, νὰ ξε­δώ­σει καὶ τὸ παι­δί. Σὲ πα­ρα­λια­κὸ οὐ­ζά­δι­κο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Χαλ­κί­δα, για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲ προ­λα­βαί­να­με τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Προ­χω­ρού­σα­με ἀρ­γὰ στὴ κί­νη­ση καὶ στὴ ζέ­στη τῆς τε­λευ­ταί­ας Κυ­ρια­κῆς τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου. Τὸ παι­δὶ εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τοὺς πλα­στι­κοὺς φί­λους του στὸ πί­σω κά­θι­σμα σπρώ­χνον­τας τὴ Μα­ρί­α στὴ γω­νιὰ καὶ μουρ­μού­ρι­ζε ἀ­κα­τά­λη­πτες ἱ­στο­ρί­ες ἀλ­λά­ζον­τας φω­νές. Αὐ­στη­ρές, τρυ­φε­ρές, να­ζι­ά­ρι­κες φω­νές. Ὁ Τά­κης πρό­τει­νε συμ­μα­χί­α : «Λοι­πὸν φί­λε μου, τί ὁ­μά­δα εἶ­σαι;» Τὸν κοί­τα­ξε μὲ ἀ­νέκ­φρα­στο βλέμ­μα: «Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι Ὀ­λυμ­πια­κός.»

       Αὐ­τὸ καὶ μό­νον αὐ­τό, μέ­χρι ποὺ φτά­σα­με στὸν προ­ο­ρι­σμό μας. Ἕ­νας ἀ­νώ­μα­λος τσι­μεν­τέ­νιος δρό­μος μᾶς ὁ­δή­γη­σε στὸν στε­νὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Οἱ σοῦ­περ ἥ­ρω­ες ἐ­κτο­ξεύ­ον­ταν καὶ προσ­γει­ώ­νον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα. Φτά­σα­με στὴ θά­λασ­σα καὶ συ­νε­χί­σα­με πα­ρα­λια­κὰ μέ­χρι ἕ­ναν οἰ­κι­σμὸ πέν­τε-ἕ­ξι αὐ­θαι­ρέ­των. Κά­τσα­με σ’ ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά, ἀ­σβε­στω­μέ­νοι τσι­μεν­τό­λι­θοι καὶ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες ὀμ­πρέ­λες πά­νω στὴ πα­τι­κω­μέ­νη ἄμ­μο. Εἶ­χε νο­τιά, ὁ ὑ­γρὸς ἀ­έ­ρας φού­σκω­νε τὸ δέρ­μα μας καὶ κόλ­λα­γε στὰ μαλ­λιά μας. Πή­ρα­με κα­λα­μά­ρια, ὄ­στρα­κα ζων­τα­νὰ καὶ οὖ­ζα. Ἡ Μα­ρί­α μά­θαι­νε στὸν Τά­κη πὼς τρώ­γον­ται τὰ ὄ­στρα­κα, τοὺς ἔ­ρι­χνε λε­μό­νι, τοῦ ἔ­δει­χνε τοὺς σπα­σμοὺς τῆς σφι­χτῆς σάρ­κας κα­θὼς τὴν ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ μα­χαί­ρι μέ­χρι νὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὸ κέ­λυ­φος καὶ με­τὰ τὰ ρού­φα­γε, γε­λών­τας μὲ τὶς γκρι­μά­τσες του. Μέ­σα στὴ θά­λασ­σα εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ γλά­ροι, ἔ­κρω­ζαν χα­ρά­ζον­τας ἐλ­λει­πτι­κὲς τρο­χι­ὲς καὶ ἔ­πει­τα βου­τοῦ­σαν κά­θε­τα, στὸ ἴ­διο πάν­τα ση­μεῖ­ο. Ὁ μι­κρὸς ἔ­φα­γε τη­γα­νη­τὰ κα­λα­μά­ρια καὶ πα­τά­τες καὶ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Στά­θη­κε ἀν­τί­κρυ μας, στὴ ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀμ­μου­διᾶς. Ἀ­πὸ τὴν εὐ­θεί­α τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας μέ­χρι τὸ βρά­χο ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, οὔ­τε βῆ­μα πιὸ πέ­ρα. Πά­νω-κά­τω, πά­νω-κά­τω, μουρ­μού­ρα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα καὶ κού­να­γε ἄ­τσα­λα, σπα­στι­κὰ τὰ χέ­ρια του σὰ χα­λα­σμέ­νο παι­χνί­δι.

       Βά­ρυ­νε τὸ κε­φά­λι μου, ἀ­πὸ τὰ οὖ­ζα, τὴ ζέ­στη, τὰ κρω­ξί­μα­τα, τὸ ἀλ­λο­πρό­σαλ­λο φτε­ρού­γι­σμα τοῦ παι­διοῦ. Ἡ Μα­ρί­α καὶ ὁ Τά­κης χα­χά­νι­ζαν ξε­λι­γω­μέ­νοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἀ­στεῖ­ο, «Πᾶ­με νὰ πέ­σου­με στὴ θά­λασ­σα!» φώ­να­ζαν. «Οὔ­τε ποὺ νὰ τὸ σκέ­φτε­στε» τοὺς εἶ­πα. «Εἴ­μα­στε ζα­λι­σμέ­νοι καὶ φα­γω­μέ­νοι. Πᾶ­με μί­α βόλ­τα νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μας.»

       Περ­πα­τή­σα­με πά­νω στὴ ψι­λή, ὑ­γρὴ ἄμ­μο. Τὸ παι­δὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μας, πη­δών­τας μὲ με­γά­λες δρα­σκε­λι­ὲς φαν­τα­στι­κὰ ἐμ­πό­δια. Φτά­σα­με στὴν ἐκ­βο­λὴ ἐ­νὸς ξε­ρο­πό­τα­μου καὶ ἀ­νη­φο­ρί­σα­με τὴ κοί­τη του. Λα­χα­νι­ά­ζα­με, τὰ πό­δια μας γλι­στροῦ­σαν πά­νω στὶς κρο­κά­λες καὶ πε­τα­γό­μα­σταν ἀ­πὸ τὰ ξαφ­νι­κὰ σουρ­σί­μα­τα τρο­μαγ­μέ­νων ἑρ­πε­τῶν. Ὁ μι­κρὸς γκρί­νια­ζε. Σκαρ­φα­λώ­σα­με στὸ στέ­ρε­ο ἔ­δα­φος τῶν χω­ρα­φι­ῶν. Ὁ Τά­κης εἶ­δε τὴ συ­κιά, τρι­α­κό­σια μέ­τρα μα­κριά μας. Μιὰ συ­στά­δα ἀ­πὸ συ­κι­ές, με­γά­λα δέν­τρα μὲ σκοῦ­ρο πα­χὺ φύλ­λω­μα. «Πᾶ­με μέ­χρι ἐ­κεῖ» εἶ­πε καὶ προ­χώ­ρη­σε μπρο­στά. Ἀ­πὸ πί­σω ἔ­τρε­ξε ἡ Μα­ρί­α. «Δὲ θέ­λω νὰ ἔρ­θω, βα­ρέ­θη­κα» κλα­ψού­ρι­σε ὁ μι­κρός. Τοῦ εἶ­πα νὰ πε­ρι­μέ­νει κά­τω ἀ­πὸ μιὰ σκιά, θὰ μᾶς ἔ­βλε­πε καὶ θὰ τὸν βλέ­πα­με. Κά­θι­σε στὸ ζε­στὸ ἄ­νυ­δρο χῶ­μα νὰ χαρ­το­γρα­φεῖ τὶς δι­α­δρο­μὲς βι­α­στι­κῶν μυρ­μηγ­κι­ῶν.

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σα στὶς συ­κι­ές ἡ Μα­ρί­α καὶ ὁ Τά­κης εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στὰ χον­τρὰ κλα­διὰ τῆς μιᾶς. Τὰ κα­πέ­λα τους καὶ τὰ στό­μα­τά τους φου­σκω­μέ­να ἀ­πὸ σύ­κα, μα­λα­κὰ σύ­κα μὲ ρὸζ σάρ­κα, τὰ τε­λευ­ταῖ­α του κα­λο­και­ριοῦ. Τὰ χέ­ρια τους γρατ­ζου­νι­σμέ­να καὶ πα­σα­λειμ­μέ­να μὲ τὸ κολ­λῶ­δες γά­λα τους. Σι­ω­πη­λοὶ μὲς στὴ βα­ριὰ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διά, τὴ φω­να­σκί­α τῶν τζιτ­ζι­κιῶν, τὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ νε­ρὸ καὶ τὶς ἀ­χνὲς ἐ­πάλ­λη­λες στρώ­σεις τῆς ἀ­πέ­ναν­τι στε­ριᾶς.

       Ἡ Μα­ρί­α ἔ­δει­ξε τὸ παι­δὶ ἀ­πὸ ψη­λά. «Κά­τι φω­νά­ζει, δὲ κα­τα­λα­βαί­νω τί λέ­ει.» Κα­τέ­βη­καν καὶ τρέ­ξα­με πρὸς τὸ μέ­ρος του. Σὲ λί­γο οἱ κραυ­γὲς του ἀ­κού­γον­ταν κα­θα­ρά: «Κλέ­φτες! Κλέ­φτες!» Τρέ­ξα­με ἀ­κό­μη πιὸ γρή­γο­ρα, τὰ σύ­κα σκορ­πί­στη­καν στὸ χῶ­μα. «Κλέ­φτες! Κλέ­φτες!»

       Φτά­σα­με βα­ρι­α­να­σαί­νον­τας κον­τά του, σα­στι­σμέ­νοι. Κα­νεὶς τρι­γύ­ρω. Ἡ Μα­ρί­α ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, μπρο­στά του.

       «Τί εἶ­ναι μω­ρό μου; Τί ἔ­γι­νε;»

       «Κλέ­φτες εἶ­στε! Κλέ­φτες! Κλέ­βε­τε ξέ­να φροῦ­τα!»

       Γυ­ρί­σα­με πί­σω νω­ρίς. Στὴ δι­α­δρο­μὴ οἱ ἄλ­λοι γε­λοῦ­σαν καὶ τὸ παι­δὶ εἶ­χε κολ­λή­σει τὸ θυ­μω­μέ­νο μοῦ­τρο του στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Παναγιώτα Παπαθανασίου (Ἀθήνα, 1967). Σπούδασε οἰκονομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Ἀγγλία. Ἐργάζεται στὸν ἰδιωτικὸ τομέα.

 

Advertisements

Ἀντρέι Πλατόνωφ (Андре́й Плато́нов): Τὸ ἄγνωστο λουλούδι

 

 

Ἀντρέι Πλατόνωφ (Андрей Платонов)

 

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι

(Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα)

(Неизвестный цветок)

(Сказка-быль)

 

ΟΥ­ΣΕ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ στὸν κό­σμο ἕ­να μι­κρὸ λου­λού­δι. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε στὴ γῆ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Οἱ ἀ­γε­λά­δες καὶ οἱ κα­τσί­κες δὲν σύ­χνα­ζαν ἐ­κεῖ, καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δὲν ἔ­παι­ζαν στὸ μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο. Στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δὲν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κὲς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ἦ­ταν σπαρ­μέ­νες ἐ­κεῖ, κι ἀ­νά­με­σά τους ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ὁ ἄ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Σὰν ἕ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λοῦ­σε σπό­ρους καὶ τοὺς ἔ­σπερ­νε παν­τοῦ – τό­σο στὸ μαῦ­ρο, νο­τι­σμέ­νο χῶ­μα, ὅ­σο καὶ στὸ γυ­μνὸ καὶ πε­τρῶ­δες ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Στὸ μαῦ­ρο καὶ εὔ­φο­ρο χῶ­μα οἱ σπό­ροι ἔ­δι­ναν λου­λού­δια καὶ χορ­τά­ρια, ὅ­μως στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λὸ πέ­θαι­ναν.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα ἕ­νας μι­κρὸς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ λάκ­κο, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ τὸν πη­λό.

       Τὸ σπο­ρά­κι αὐ­τὸ βα­σα­νί­στη­κε γιὰ πο­λύ, κι ἔ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στὴν πά­χνη, ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο, ἀ­φέ­θη­καν ἀ­πὸ μέ­σα του λε­πτὲς τρι­χοῦ­λες ἀ­πὸ ρί­ζες, καὶ μ΄ αὐ­τὲς τρύ­πη­σε τὴν πέ­τρα καὶ τὸν πη­λὸ καὶ ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­να­πτύσ­σε­ται.

       Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ στὸν κό­σμο τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο λου­λού­δι. Δὲν εἶ­χε τί­πο­τα γιὰ νὰ τρα­φεῖ στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό. Οἱ στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­φτα­ναν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἐ­δά­φους, δί­χως νὰ εἰ­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τὶς ρί­ζες του, ὅ­μως τὸ λου­λού­δι ζοῦ­σε καὶ με­γά­λω­νε καὶ γι­νό­ταν σι­γὰ-σι­γὰ ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ψη­λό. Τὸ λου­λου­δά­κι ὕ­ψω­νε τὰ φύλ­λα του ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο, καὶ ὁ ἄ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. Ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο ἔ­πε­φταν στὸν πη­λὸ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ φύ­ση­μά του, μα­ζὶ μὲ εὔ­φο­ρο, μαῦ­ρο χῶ­μα. Σ’ ἐ­κεί­νους τοὺς κόκ­κους σκό­νης ὑ­πῆρ­χε τρο­φὴ γιὰ τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο οἱ κόκ­κοι ἦ­ταν ξε­ροί. Τὸ λου­λού­δι, γιὰ νὰ τοὺς μου­σκέ­ψει, ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι ὅ­λη τὴ νύ­χτα στὴ δρο­σιὰ καὶ τὴ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στὰ φύλ­λα του. Καὶ ὅ­ταν τὰ φύλ­λα βά­ραι­ναν ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά, τὸ λου­λού­δι τὰ χα­μή­λω­νε καὶ ἡ δρο­σιὰ ἔ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τοὺς μαύ­ρους κόκ­κους τῆς σκό­νης, τοὺς φερ­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζὶ καὶ τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τὸ λου­λού­δι ἔ­στη­νε ἐ­νέ­δρα στὸν ἄ­νε­μο καὶ τὸ βρά­δυ στὴ δρο­σιά. Μο­χθοῦ­σε νυ­χθη­με­ρὸν γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἀ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ συγ­κρα­τοῦν τὸν ἄ­νε­μο καὶ νὰ συλ­λέ­γουν τὴ δρο­σιά. Ὅ­μως ἦ­ταν δύ­σκο­λο γιὰ τὸ λου­λού­δι νὰ τρέ­φε­ται μό­νο ἀ­πὸ τοὺς κόκ­κους τῆς σκό­νης, ποὺ ἔ­πε­φταν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἀ­νέ­μου, κι ἀ­κό­μα νὰ μα­ζεύ­ει γι’ αὐ­τοὺς τὴ δρο­σιά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἔ­πρε­πε νὰ ζή­σει, καὶ ὑ­περ­νι­κοῦ­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τὸν πό­νο του ἀ­πὸ τὴν πεί­να καὶ τὴν κού­ρα­ση. Τὸ λου­λού­δι μό­νο μιὰ φο­ρὰ στὴ διά­ρκεια τοῦ εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ὅ­ταν ἡ πρώ­τη ἀ­κτί­να τοῦ πρω­ι­νοῦ ἥ­λιου ἄγ­γι­ζε τὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.

       Ἐ­ὰν ὅ­μως ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κα­νε πο­λὺ και­ρὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τό­τε τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι αἰ­σθα­νό­ταν ἄ­σχη­μα, καὶ δὲν τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν οἱ δυ­νά­μεις του γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ με­γα­λώ­σει.

       Ὅ­μως τὸ λου­λού­δι δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ μέ­σα στὴ λύ­πη. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα γιὰ ‘κεῖ­νο γί­νον­ταν ὁ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χῶς ν’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τὶς γυ­μνὲς πέ­τρες καὶ τὸν ξε­ρὸ πη­λό. Ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό, τὰ φύλ­λα του δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τρα­φοῦν κα­νο­νι­κὰ καὶ κι­τρί­νι­ζαν: ἕ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ἕ­να ἄλ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ἔ­παιρ­νε ἕ­να γα­λά­ζιο ἢ χρυ­σα­φὶ χρῶ­μα. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ λου­λού­δι ἡ τρο­φή, καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὰ φύλ­λα μὲ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὸ ἴ­διο τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο, δὲν τὸ γνώ­ρι­ζε αὐ­τό: βλέ­πε­τε, ἦ­ταν τυ­φλὸ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του· νὰ δεῖ πῶς στ’ ἀ­λή­θεια ἦ­ταν.

       Στὰ μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ στε­φά­νη τοῦ λου­λου­διοῦ ἄν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ἔ­μοια­ζε μὲ χορ­τα­ρά­κι, ἐ­νῶ τώ­ρα εἶ­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κὸ λου­λού­δι. Ἡ στε­φά­νη ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέ­τα­λα ποὺ εἶ­χαν ἕ­να ἁ­πλό, φω­τει­νὸ χρῶ­μα, δια­υγὲς καὶ ἔν­το­νο, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ. Καί, ὅ­πως ἕ­να ἀ­στέ­ρι, τὸ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ ζω­η­ρὴ φλό­γα καὶ ἦ­ταν ὁ­ρα­τὸ ἀ­κό­μα καὶ στὴ σκο­τει­νὴ νύ­χτα. Ὅ­ταν ὁ ἄ­νε­μος ἐρ­χό­ταν στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, ἄγ­γι­ζε πάν­το­τε τὸ λου­λού­δι καὶ ἔ­παιρ­νε μα­ζί του τὸ ἄ­ρω­μά του.

       Καὶ νά ποὺ ἕ­να πρω­ι­νὸ ἔ­φτα­σε δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ οἰ­κό­πε­δο ἕ­να κο­ρι­τσά­κι, ἡ Ντά­σα. Ζοῦ­σε μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της στὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νιέ­ρων, καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ ξύ­πνη­σε ἔ­χον­τας ἐ­πι­θυ­μή­σει τὴ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα καὶ τὸ πή­γαι­νε στὸν σταθ­μό, γιὰ νὰ φύ­γει ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ γρή­γο­ρα. Στὸν δρό­μο ἡ Ντά­σα φι­λοῦ­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τὸ γράμ­μα καὶ τὸν ζή­λευ­ε ποὺ αὐ­τὸς θὰ ἔ­βλε­πε τὴ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεί­νη.

       Στὴν ἄ­κρη τοῦ ἔ­ρη­μου οἰ­κο­πέ­δου ἡ Ντά­σα αἰ­σθάν­θη­κε μιὰν εὐ­ω­διά. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ὁ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν ὑ­πῆρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι εἶ­χε φυ­τρώ­σει στὸ μο­νο­πά­τι καὶ τὸ οἰ­κό­πε­δο ἦ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. Ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­πνε­ε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ἀ­πὸ ‘κεῖ μιὰν ἀ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σὰν φω­νὴ ποὺ προ­σκα­λοῦ­σε, τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄ­ση­μης καὶ ἄ­γνω­στης ζω­ῆς. Ἡ Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, ποὺ τῆς εἶ­χε δι­η­γη­θεῖ ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἡ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε μι­λή­σει γιὰ ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, ποὺ συ­νε­χῶς θλι­βό­ταν γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλά­ψει καὶ μό­νο μὲ τὴν εὐ­ω­διὰ περ­νοῦ­σε ἡ θλί­ψη του. «Ἴ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λού­δι νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ στὸ πα­ρα­μύ­θι τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­πως ἐ­γώ», σκέ­φτη­κε ἡ Ντά­σα.

       Πῆ­γε στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο καὶ ἀν­τί­κρι­σε, κον­τὰ σὲ μιὰ πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λου­δά­κι. Ἡ Ντά­σα πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν εἶ­χε δεῖ πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – οὔ­τε σὲ χω­ρά­φι, οὔ­τε στὸ δά­σος, οὔ­τε στὶς εἰ­κό­νες τῶν βι­βλί­ων, οὔ­τε στὸν Βο­τα­νι­κὸ Κῆ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα, δί­πλα στὸ λου­λού­δι, καὶ τὸ ρώ­τη­σε:

       — Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ για­τί δὲν μοιά­ζεις μὲ τ’ ἄλ­λα λου­λού­δια;

       Τὸ λου­λού­δι καὶ πά­λι δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πεῖ. Ὅ­μως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος τὸ κοι­τοῦ­σε, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σβά­λει τὴν Ντά­σα μὲ τὴ σι­ω­πή του.

       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ πῶς σὲ λέ­νε; ρώ­τη­σε ἡ Ντά­σα.

       — Κα­νεὶς δὲν μὲ φω­νά­ζει μὲ κά­ποι­ο ὄ­νο­μα, εἶ­πε τὸ λου­λου­δά­κι, ζῶ μο­νά­χο μου.

       Ἡ Ντά­σα κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο.

       — Ἐ­δῶ ἔ­χει πέ­τρες, ἐ­δῶ ἔ­χει πη­λό! εἶ­πε. – Πῶς καὶ ζεῖς μο­να­χό σου, πῶς φύ­τρω­σες μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ καὶ δὲν πέ­θα­νες, ἔ­τσι μι­κρὸ ποὺ εἶ­σαι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       Ἡ Ντά­σα ἔ­σκυ­ψε στὸ λου­λού­δι καὶ τὸ φί­λη­σε στὸ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­λοι οἱ πι­ο­νιέ­ροι ἦρ­θαν νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ λου­λου­δά­κι. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει ἡ Ντά­σα. Πο­λὺ πρὶν φτά­σουν στὸ οἰ­κό­πε­δο, τοὺς πρό­στα­ξε νὰ πά­ρουν μιὰν εἰ­σπνο­ὴ καὶ τοὺς εἶ­πε:

       —Ἀ­κοῦ­τε πό­σο ὄ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* Ἔ­τσι ἀ­να­σαί­νει αὐ­τό.

       Οἱ πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λου­λου­δά­κι καὶ τὸ κα­μά­ρω­ναν, σὰν νά ’­ταν ἥ­ρω­ας. Ἔ­πει­τα, ἔ­φε­ραν ἕ­να γύ­ρο ὅ­λο το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τὸ μέ­τρη­σαν μὲ τὰ βή­μα­τά τους καὶ ὑ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πριὰ καὶ τέ­φρα ἔ­πρε­πε νὰ φέ­ρουν γιὰ νὰ λι­πά­νουν τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Ἤ­θε­λαν νὰ γί­νει τὸ χῶ­μα στὸ οἰ­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε καὶ τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι, μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, καὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους του θὰ με­γά­λω­ναν, δί­χως νὰ χα­θοῦν, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τὰ πιὸ κα­λὰ λου­λού­δια, ποὺ θὰ ἔ­λαμ­παν ἀ­πὸ φῶς καὶ ποὺ ὅ­μοι­ά τους δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νά.

       Ἐ­πὶ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες δού­λευ­αν οἱ πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τὸ χῶ­μα στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο. Ἔ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τὸ τα­ξί­δι τους γιὰ ἄλ­λους ἀ­γρούς, γιὰ ἄλ­λα δά­ση, καὶ πλέ­ον στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο δὲν ξα­να­φά­νη­καν.

       Μό­νο ἡ Ντά­σα ἦρ­θε μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­φτα­νε ἤ­δη πρὸς τὸ τέ­λος του καὶ οἱ πι­ο­νι­έ­ροι ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν γιὰ τὰ σπί­τια τους. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι ἡ Ντά­σα ἦρ­θε πά­λι στὴν ἴ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­κροῦ χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα. Καὶ πῆ­γε ἀ­μέ­σως στὸ οἰ­κό­πε­δο νὰ τὸ ἐ­πι­σκε­φθεῖ.

       Ἡ Ντά­σα εἶ­δε ὅ­τι τὸ οἰ­κό­πε­δο εἶ­χε τώ­ρα ἀλ­λά­ξει: τώ­ρα ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ χορ­τά­ρι καὶ λου­λού­δια, κι ἀ­πὸ πά­νω του πε­τοῦ­σαν που­λιὰ καὶ πε­τα­λοῦ­δες. Ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ἀ­να­δι­δό­ταν μιὰ εὐ­ω­διά, ὅ­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη τοῦ μι­κροῦ λου­λου­διοῦ-βι­ο­πα­λαι­στῆ.

       Ὡ­στό­σο, τὸ περ­σι­νὸ λου­λού­δι, αὐ­τὸ ποὺ ζοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό, δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μᾶλ­λον τὸ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τὰ και­νούρ­για λου­λού­δια ἦ­ταν ἐ­πί­σης ὄ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φα ὅ­μως ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νο, τὸ πρῶ­το λου­λού­δι. Ἡ Ντά­σα ἔ­πε­σε σὲ θλί­ψη, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τὸ ἀλ­λο­τι­νὸ λου­λού­δι. Ἐ­νῶ εἶ­χε πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σε. Ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ἕ­να νέ­ο λου­λού­δι – ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιό, μό­νο ἐ­λα­φρῶς κα­λύ­τε­ρο καὶ ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φο. Τὸ λου­λού­δι τοῦ­το με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες, ποὺ τοῦ δυ­σκό­λευ­αν τὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ζω­η­ρὸ καὶ καρ­τε­ρι­κό, ὅ­πως ὁ πα­τέ­ρας του, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τὸ ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα του, ἐ­πει­δὴ ζοῦ­σε στὶς πέ­τρες.

       Στὴν Ντά­σα φά­νη­κε ὅ­τι τὸ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος της, ὅ­τι τὴν κα­λοῦ­σε κον­τά του μὲ τὴ σι­ω­πη­λὴ φω­νὴ τῆς εὐ­ω­διᾶς του.

 

              1950

  

 * Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἐ­δῶ ὁ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀ­παν­τᾶ στὴν Κρή­τη καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὴ μυ­ρω­διὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴν ἀ­κού­σει.

 

 

Πη­γή: Некоммерческая электронная библиотека «I­m­W­e­r­d­en».

 

 Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νωφ (Андрей Платонов) (Βο­ρό­νι­εζ, 28 Αὐ­γού­στου 1899 – Μό­σχα, 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1951). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον πρω­τό­τυ­πους σὲ ὕ­φος καὶ γλώσ­σα λο­γο­τέ­χνες κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νο­βιτς Κλι­μιέν­τωφ. Ἀ­πὸ τὰ πιὸ γνω­στά του ἔρ­γα εἶ­ναι τὸ «Τσε­βεν­γκούρ» καὶ ὁ «Λάκ­κος». Τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἰ­δί­ω­μα, ἕ­νας συν­δυα­σμὸς χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ, γλώσ­σας τῶν χω­ρι­κῶν, φι­λο­σο­φι­κοῦ λό­γου καὶ πο­λι­τι­κῆς ὁ­ρο­λο­γί­ας, δη­μι­ουρ­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­κα­τα­νό­η­του καί, συ­νο­δευ­ό­με­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση φαν­τα­στι­κῶν στοι­χεί­ων στὴ συγ­γρα­φι­κὴ πλο­κή, μοιά­ζει σχε­δὸν ἀ­με­τά­φρα­στο σὲ ἄλ­λη γλώσ­σα. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, οἱ με­τα­φρα­στὲς τοῦ Πλα­τό­νωφ ἀ­πο­λο­γοῦν­ται συ­νή­θως καὶ ζη­τοῦν συγ­γνώ­μη στὶς εἰ­σα­γω­γὲς τῶν με­τα­φρά­σε­ών τους, ἕ­νε­κα τοῦ πα­ρά­ξε­νου τρό­που ποὺ μοιά­ζει νὰ ἀ­πο­δί­δε­ται τὸ ρω­σι­κὸ πρω­τό­τυ­πο στὴ γλώσ­σα-στό­χο. Τὴ γλώσ­σα τοῦ Πλα­τό­νωφ, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, θε­ω­ρεῖ­ται μο­να­δι­κὴ στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­κό­μα καὶ μα­θη­μα­τι­κὲς πραγ­μα­τεῖ­ες, τὴν παί­νε­σαν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Μπρόν­τσκι καὶ ὁ Σολ­ζε­νί­τσιν. Σύμ­φω­να μὲ μαρ­τυ­ρί­ες τῆς γυ­ναί­κας τοῦ Πλα­τό­νωφ, τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» γρά­φτη­κε τὸ 1950, ἕ­ναν χρό­νο πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση, ὅ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἦ­ταν ἤ­δη ἄρ­ρω­στος. Γί­νε­ται εὔ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό, ἂν λη­φθοῦν μά­λι­στα ὑ­πό­ψη οἱ πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ούρ­γη­σε γε­νι­κό­τε­ρα ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­τι τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» ξε­περ­νᾶ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς του, ἔ­ζη­σε μιὰ τρα­γι­κὴ ζω­ή, μπαί­νον­τας στὸ στό­χα­στρο τῶν Μυ­στι­κῶν Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τοῦ Στά­λιν (σύλ­λη­ψη καὶ ἐ­ξο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ἄρ­νη­ση δη­μο­σί­ευ­σης τῶν ἔρ­γων του, χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς τοῦ ἰ­δί­ου ὡς ἀν­τε­πα­να­στά­τη κ.λπ.­). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, ὁ ἱ­στο­ρι­κο­κοι­νω­νι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος δύ­να­ται, ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸ προ­σφο­ρό­τε­ρο πε­δί­ο ἀ­νά­λυ­σης σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἔρ­γο του. Θὰ ἦ­ταν ὡ­στό­σο λά­θος ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­νά­λυ­ση νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μέ­σα σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο πλαί­σιο. Ὁ σχο­λια­σμὸς τοῦ Μπρόν­τσκι ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός: «Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με σο­βα­ρὰ γιὰ τὸν Πλα­τό­νωφ στὰ πλαί­σια τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρί­γυ­ρου, εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­γρα­ψε στὴ γλώσ­σα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης οὐ­το­πί­ας (οἰ­κο­δό­μη­ση τοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ στὴ Ρω­σί­α), στὴ γλώσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς του· κα­μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ τοῦ Εἶ­ναι δὲν κα­θο­ρί­ζει τὴ συ­νεί­δη­ση μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κά­νει ἡ γλώσ­σα. Ἀλ­λά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν συγ­χρό­νων του, τοῦ Μπάμ­πελ, τοῦ Πιλ­νιάκ, τοῦ Ὀ­λέ­σια, τοῦ Ζα­μιά­τιν, τοῦ Μπουλ­γκά­κωφ, τοῦ Ζό­σεν­κο, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν, ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο, μὲ τὴν στυλιστικὴ γαστρονομία, δηλαδὴ ἔπαιζαν μὲ τὴ γλώσσα ὁ καθένας τὸ δικό του παιχνίδι (πράγμα ποὺ ἐντέλει εἶναι ἡ φόρμα τοῦ σκιτσογραφήματος), ὁ Πλατόνωφ ὑποτάχθηκε στὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς του, διακρίνοντας σ’ αὐτὴν ἐκείνη τὴν ἄβυσσο τὴν ὁποία, ἀφοῦ κοίταξε μία καὶ μοναδικὴ φορά, δὲν μπόρεσε ποτὲ στὴ συνέχεια νὰ ξαναγυρίσει στὴ λογοτεχνικὴ ἐπιφάνεια καὶ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πονηρὴ πλοκή, τὶς ἐξεζητημένες τυπογραφικὲς φόρμες καὶ τὶς στυλιστικὲς περιπλοκές.»

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀνρὶ Μπρυνέλ (Henri Brunel): «Ὁ δρόμος τῶν πουλιῶν»

 

 

Ἀνρὶ Μπρυνέλ (Henri Brunel)

 

«Ὁ δρό­μος τῶν που­λιῶν»

(«Le chemin des oiseaux»)

 

ΤΗΝ ΚΙΝΑ, ἡ μακριὰ ὁδὸς ποὺ ὁδη­γεῖ στὴ Φώ­τι­ση, ἡ «ὁδὸς τῆς Ἀφύ­πνι­σης», ὀνο­μά­ζε­ται στὰ ἀρχαῖα κεί­με­να «δρό­μος τῶν που­λιῶν». Ὄμορ­φη εἶναι ἐτού­τη ἡ εἰκό­να καὶ γε­μά­τη νό­η­μα. Ὄντως, τὸ νὰ γνω­ρί­σει κα­νεὶς τὴν Ἀφύ­πνι­ση εἶναι τὸ νὰ φτά­σει, μέ­σα ἀπὸ ἀσυ­νή­θεις δρό­μους ποὺ δὲν ἀφή­νουν στὸν οὐρανὸ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἴχνη ἀπὸ ὅσα τὸ πέ­ταγ­μα τῶν χε­λι­δο­νιῶν, στὴν πρω­ταρ­χι­κή του φύ­ση, νὰ ξα­να­βρεῖ τὴ φω­λιά του.

 

***

 

       Ἰδοὺ ἡ ἀψευδὴς ἱστο­ρί­α τοῦ Νὰν-Τὰ-Κουὰνγκ-Γιούν, δα­σκάλου τοῦ Τσ’ άν(1), ὁ ὁποῖος ἔζη­σε στὴν Κί­να ἀπὸ τὸ 850 ὣς τὸ 938.

       Ὁ νέ­ος Νὰν-Τὰ χρί­στη­κε μο­ναχὸς ἀπὸ τὸν σοφὸ Γιὰνγκ-Σάν, τὸν δά­σκα­λό του. Στὴ συνέ­χεια ἀπο­φά­σι­σε νὰ πά­ει νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴ δι­δα­σκα­λί­α του διά­ση­μου Λὶν-Τσί. Ἀπου­σί­α­σε, λοι­πόν, πολὺν και­ρό, κι ὅλα αὐτὰ τὰ χρό­νια ζη­τιά­νευε στὸ δρό­μο, προ­σευ­χό­ταν καὶ δια­λο­γι­ζό­ταν. Κά­πο­τε ἐπέ­στρε­ψε. Ὁ δά­σκα­λός του θέ­λη­σε νὰ μά­θει ἂν εἶχε ἀφυ­πνι­στεῖ, ἂν εἶχε πε­ρά­σει «τὴν πύ­λη χωρὶς πύ­λη», ἂν εἶχε λυ­τρω­θεῖ ἀπὸ τὶς μορ­φές, ἂν γνώ­ρι­ζε χωρὶς νὰ γνω­ρί­ζει «ὅλες τὶς ἀπαντή­σεις σὲ ὅλες τὶς ἐρω­τή­σεις»… Τὸν ρώ­τη­σε ὡς ἑξῆς:

       — Για­τί ἔρχε­σαι;

       — Ἔρχο­μαι γιὰ νὰ σᾶς χαι­ρε­τή­σω καὶ νὰ σᾶς ὑπο­βά­λω τὰ σέ­βη μου, δι­δά­σκα­λε.

       — Μὲ βλέ­πεις;

       —Δὲν ἔχα­σα τὰ μά­τια μου αὐτὰ τὰ χρό­νια· σᾶς βλέ­πω, δι­δά­σκα­λε.

       — Τό­τε πές μου, βρί­σκεις νὰ μοιά­ζω μὲ γάι­δα­ρο;

       — Βρί­σκω πὼς δὲν μοιά­ζε­τε μὲ τὸν Βού­δα.

       — Καὶ για­τί δὲν μοιά­ζω μὲ τὸν Βού­δα;

       — Ἂν μοιά­ζα­τε μὲ τὸν Βού­δα, σὲ τί θὰ δια­φέ­ρα­τε ἀπὸ ἕναν γά­ι­δα­ρο;

       Ἀκού­γοντας ὁ γε­ρο-δι­δάσ­κα­λος αὐτὴ τὴν ἀπά­ντη­ση, ἄνοι­ξε τὴν ἀγκα­λιά του στὸν μα­θη­τή του. Ὁ Νὰν-Τὰ εἶχε φτά­σει στὴ βα­θιὰ Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅπου ὅλες οἱ μορ­φὲς εἶναι Ἕνα· εἶχε πε­ρά­σει πέ­ρα ἀπὸ τὰ φαι­νό­με­να. Τοῦ λοι­ποῦ ζοῦσε μέ­σα στὴν εἰρή­νη, ποὺ τί­πο­τα δὲν τὴ δια­τα­ράσ­σει, τὴν εὐτυ­χί­α ποὺ δὲν πα­ρέρ­χε­ται. Εἶχε ἀφυ­πνι­στεῖ. Ζη­τια­νεύ­ο­ντας ἐδῶ κι ἐκεῖ, εἶχε ἀκο­λου­θή­σει τὸν «δρόμο τῶν που­λιῶν».

 

(1) Πρό­κει­ται γιὰ τὴν κι­νε­ζι­κὴ ἐκδο­χὴ τοῦ ἰνδι­κοῦ Dhyãna-Βου­δι­σμοῦ, ὁ ὁποῖος ἑδραιώ­θη­κε ὡς Ζὲν στὴν Ἰα­πω­νί­α. (Σ.τ.Μ.)

 

 

Πηγή: Henri Brunel, Nouveaux contes zen, éditions Calmann-Levy, Spiritualité, Πα­ρί­σι 2001, σσ. 87-88.

 

Ἀνρὶ Μπρυ­νέλ (Henri Brunel). Δί­δα­ξε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκπαίδευ­ση καὶ τὴ γιό­γκα γιὰ πά­νω ἀπὸ τριά­ντα χρόνια. Συ­νέ­γρα­ψε πολ­λὰ βι­βλί­α γιὰ τὰ πτη­νά, τὴ χα­λά­ρω­ση, τὴν προ­σευχὴ καὶ τὶς σχέσεις δι­δα­σκά­λου-μα­θητῆ (Δι­η­γή­μα­τα Ζέν, Εἶναι εὔκο­λη χα­λά­ρω­ση κ. ἄ.).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Μάρτυ Λάμπρου: Κόπιτσες

 

 

Μάρτυ Λάμπρου

 

Κόπιτσες

 

ΑΡΑΜΑΝΕΣ καὶ μικρὲς καρφίτσες.

Ἤμουνα τότε στὰ δώδεκα, Καλοκαίρι ἦταν. Πήγαινα στῆς θείας μου τῆς Βαρβάρας. Τὸ σπίτι σ΄ ἕνα λόφο, δίπλα στὸ κάστρο, κρατοῦσα τὸ μπλὲ κουτὶ μὲ τὰ ραφτικά, ἀνέβαινα τὸν ἀνήφορο, κόντευα νὰ φτάσω.

       Ἀπότομα ἔνιωσα μαχαίρια νὰ κόβουν σκρὰτς τὰ γόνατα, σύρθηκα κάτω, κοίταζα τὸ κουτὶ ποὺ κατρακυλοῦσε πίσω μου. Κάπου θὰ σκόνταψα κι ἔπεσα, σκέφτηκα, πονοῦσα. Δὲν εἶχα ποῦ νὰ πιαστῶ στὴ μέση τοῦ δρόμου ποὺ ἤμουν, δὲν πέρναγε κανείς. Ἀπόμενα καθιστὴ καὶ κοίταζα τὰ πόδια μου. «Ἔχω πόδια.» Στηρίχτηκα στὰ χέρια καὶ γονάτισα. Πάτησα τὸ δεξιὸ μὲ γυμνὴ τὴν πατούσα, πῆρα δύναμη ἀπὸ τὰ χέρια, ἔσπρωξα πρὸς τὰ πάνω καί… ἔπεσα μὲ τὸ πρόσωπο στὴν ἄσφαλτο. Μέχρι ποὺ μὲ βρῆκε ἡ θεία.

       Γιὰ καιρὸ ἔμενα ξαπλωμένη στὸ μέσα δωμάτιο.

       Ἔβαζαν καφτὴ κυρήθρα σ΄ ἕνα σεντόνι καὶ μὲ φάσκιωναν ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Μετὰ ἡ Σοφία, ποὺ ἦταν χειροδύναμη μὲ γράπωνε ἀπὸ τὶς μασχάλες καὶ μὲ σήκωνε νὰ σταθῶ, νὰ περπατήσω. Μόλις μ΄ ἄφηνε, σωριαζόμουν.

       Μέρα νύχτα δὲν καταλάβαινα πότε ἦταν. Ἂν ἄκουγα φωνὲς παιδιῶν ἀπέξω, ἔλεγα Ἄνοιξη θά ΄ναι ἢ Καλοκαίρι. Μέχρι τότε δὲν εἶχα κλάψει, δὲν εἶχα φωνάξει, ἔλεγα ὅτι κάνουν τὸ σωστό.

       Κρέμαγαν ἀπὸ κορδέλες στὸ κεφαλάρι τοῦ κρεβατιοῦ μου εἰκονίσματα ἁγίων καὶ κομποσχοίνια καὶ φυλαχτὰ καὶ σταυ­ρου­δά­κια καὶ ἀσημένια πόδια. Ἄλλαζα πλευρό, γκλὶν-γκλὸν αὐτά. Ἦταν ἀρμαθιές. Δὲν ἄντεξα τὰ τράβηξα μὲ μα­νία καὶ τὰ πέταξα τριγύρω καὶ τότε οὔρλιαξα τόσο, ποὺ εἶπαν πὼς μὲ ἄκουσε ὁ κουφὸς στὸν συνοικισμό.

       Δαιμονισμένη! Φώναξαν κρατώντας τὰ στόματά τους, τὰ ξέφραξαν, κακόπραγο πνεῦμα τῆς ἔχει μπεῖ, σιγουρεύτηκαν.

       Μὲ πῆγαν νύχτα τυλιγμένη μὲ κόκκινο σεντόνι στὸν ὅσιο Λουκᾶ.

       Μὲ διάβασε ἕνας καλόγερος, μοῦ εἶπε νὰ φωνάξω νὰ βγεῖ ὁ δαίμονας, τὸ ἔκανα, ἀφοῦ φώναξε, δαιμονισμένη, εἶπε κι αὐτός.

       Μ΄ ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα ξύλινο πάγκο, μέσα σὲ ἕνα σκο­τει­νὸ κελί. Μὲ ἄλειψαν μὲ λίπος, μὲ μαύρη μπογιὰ ἔβαψαν τὸ πρόσωπο. Δυὸ φορὲς ἐρχόταν κάποιος, δὲν μποροῦσα νὰ τὸν δῶ, καὶ μοῦ ΄βάζε στὸ στόμα τροφὴ καὶ νερό. Ἑφτὰ μέρες καὶ νύχτες θὰ μείνεις μοῦ εἶπε καὶ μετὰ θὰ γίνεις καλά. Κάνε ὑ­πο­μο­νή, τοὺς τρελούς τοὺς δένουμε τὸ λιγότερο τρεῖς μῆνες, εἶπε ἕνας ἄλλος.

       Πάλι νύχτα φύγαμε. Μὲ εἶχαν τυλίξει μ΄ ἕνα δίχτυ γιὰ νὰ πιαστεῖ ὁ δαίμονας ἅμα προσπαθήσει νὰ ξαναμπεῖ. Σὲ τρεῖς μέρες ἀκόμα εἶπαν θὰ σηκωθῶ. Τρεῖς καὶ τρεῖς καὶ τρεῖς πέρασαν… ξαπλωμένη. Ἔπαψα νὰ μετρῶ.

       Μετὰ ἔχασα τὴ λαλιά, τὰ μάτια ἔπαψαν νὰ κλείνουν, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μου τὰ ἀνοιγόκλειναν ἄλλοι. Στὸ στόμα ἦρθε ἕνα χαμόγελο καὶ τὸ σφράγισε. Σιγὰ-σιγὰ μί­κραινα καὶ μίκραινα. Καὶ εἶμαι ὁλόκληρη ἀπὸ ἄσπρο πανί, πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ μπαμπάκια. Φοράω ἕνα κόκκινο φουστανάκι καὶ μαῦρα γυαλιστερὰ παπούτσια ἀπὸ πετσί. Στέκομαι καὶ ὄρθια, ἀλλὰ μὲ βάζουν καθιστή. Μόνο στὰ πόδια μου ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ κάτω εἶμαι σκισμένη. Ὅμως τὰ ἔχουν πιάσει μὲ κόπιτσες καὶ χρυσὲς παραμάνες καὶ μικρὲς καρφίτσες.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ ὅσα προ­κρίθηκαν γιὰ τὸ τεῦχος ἑλληνικοῦ μπονζάι τοῦ περ. Πλανόδιον. Βλ. ἐδῶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφή 01-08-2010.

 

Μάρτυ Λάμπρου (Λειβαδιά, 1968). Σπούδασε Παιδαγωγικά. Πρῶτο της βιβλίο ἡ νουβέλα Τὸ κόκκινο κουτί, ἐκδ. Χρηστάκης, 1998.

 

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος: Τὸ ὄνειρο τῆς Κλάρας

 

 

Κων­σταν­τῖ­νος Χα­τζό­που­λος

 

Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Κλά­ρας

 

ΗΝ ΚΛΑΡΑ, δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς. Πὼς ἦ­ταν τό­σο ἄ­σχη­μη δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ πι­στέ­ψει, κι ἂς τὸ φο­βό­τα­νε. Ὅ­μως δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε πο­τὲ κα­νείς, καὶ στὶς συν­τρό­φισ­σές της ποὺ φλυ­α­ροῦ­σαν γιὰ τοὺς ἔ­ρω­τές τους, ἔ­πρε­πε νὰ κά­θε­ται νὰ πλά­θει καὶ νὰ δι­η­γεῖ­ται κι αὐ­τὴ φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ νέ­ους ποὺ τὴν ἀ­γά­πη­σαν μιὰ φο­ρὰ καὶ γι’ ἄλ­λους ποὺ τὴν κυ­νη­γοῦν ἀ­κό­μα. Πό­τε δι­η­γό­τα­νε ρο­μαν­τι­κοὺς πε­ρί­πα­τους μέ­σα στὰ δά­ση μὲ τὸν ἕ­ναν, πό­τε τα­ξί­δια μὲ τὶς βάρ­κες καὶ τὰ βα­πο­ρά­κια στὸ πο­τά­μι καὶ στὶς λί­μνες μὲ τὸν ἄλ­λον. Αὐ­τὰ ὅ­λα γι­νό­τα­νε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ἡ Κλά­ρα ἔ­με­νε στὸ σπί­τι καὶ συν­τρό­φευ­ε τὴν ἄρ­ρω­στη μη­τέ­ρα της, ἢ ἔ­βγαι­νε τὸ ἀ­πο­βρα­δὶς στ’ ἀ­πό­με­ρα γιὰ ν’ ἀ­να­σά­νει καὶ νὰ πλά­σει κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω στὸν ἀ­έ­ρα τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ θὰ ἱ­στο­ροῦ­σε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα στὶς συν­τρό­φισ­σές της. Ὁ φί­λος ποὺ εἶ­χε τώ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος μὲ με­λα­ψὴ θω­ριά, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ μα­κρυ­σμέ­νον τό­πο, ἀ­πὸ μιὰ χώ­ρα ὅ­που δὲν πέ­φτει πο­τὲ χι­ό­νι, ὅ­που οἱ κάμ­ποι χά­νον­ται στὸ ἄ­πει­ρο μά­κρος σὲ πυ­ρὴ ἄ­χνα, τὰ δέν­τρα κρε­μοῦ­νε πρὸς τὰ κά­τω τα κλα­διά, μέ­σα στὰ δά­ση ζοῦν που­λιὰ πα­ρά­ξε­να καὶ τὰ λευ­κὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ πα­λά­τια κα­θρε­φτί­ζουν τὶς κο­λό­νες τους καὶ τὶς κορ­φὲς στ’ ἀ­κί­νη­τα κί­τρι­να νε­ρὰ τῶν πο­τα­μι­ῶν. Οἱ συν­τρό­φισ­σές της ἀ­νοί­γα­νε πλα­τιὰ τὰ μά­τια, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα δι­η­γό­ταν πὼς ἔ­χει κι ὁ φί­λος της ἕ­να πα­λά­τι καὶ θὰ τὴν πά­ρει νὰ πᾶν ἐ­κεῖ νὰ ζή­σου­νε μα­ζί.

       Κι ἡ Κλά­ρα τὸν πε­ρί­με­νε νὰ ‘ρ­θεῖ, ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­μείνει καὶ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν ἦρ­θαν. Κι ἕ­να βρά­δι, ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι κι ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν σι­γὰ κι ἀρ­γὰ σὰν τὰ δι­κά της κά­ποι­α πα­τή­μα­τα, ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸς ἀ­λη­θι­νά. Μὰ σὰ νὰ τῆς στα­μά­τη­σε με­μιᾶς τὸ αἷ­μα, ἡ καρ­διά της χτυ­ποῦ­σε τό­σο ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ στρέ­ψει πί­σω νὰ τὸν δεῖ. Μό­νο ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα της καὶ μπῆ­κε μέ­σα, γύ­ρι­σε κι ἔ­ρι­ξε πί­σω γλή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ εἶ­δε ἀν­τί­κρυ τὰ μά­τια του ποὺ λάμ­παν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ. Ἀ­νέ­βη­κε βι­α­στι­κὴ τὴ σκά­λα κι ἔ­τρε­ξε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος κον­τὰ στὸ στύ­λο τοῦ φα­να­ριοῦ κι εἶ­χε τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να στὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Ἡ Κλά­ρα δὲν κοι­μή­θη­κε οὔ­τε κεί­νη τὴ νύ­χτα οὔ­τε τὴν ἄλ­λη. Για­τί τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου τὴν ξα­να­πή­ρα­νε κον­τὰ καὶ τὸ ἄλ­λο βρά­δι· κι ὅ­ταν ἀ­νέ­βη­κε στὸ σπί­τι, ἐ­κεῖ­νος ξα­να­στή­θη­κε σὰ στύ­λος ἀν­τί­κρυ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ μά­τια γυ­ρι­σμέ­να ἐ­κεῖ. Τὸ τρί­το βρά­δι δὲ βα­στοῦ­σε ἄλ­λο ἡ Κλά­ρα. Φό­ρε­σε πά­λι τὸ κα­πέ­λο της καὶ ξα­να­κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ πά­ει ἴ­σια στὸν ἄ­γνω­στο, ἀ­θέ­λη­τα ὅ­μως τρά­βη­ξε ἴ­σια στὸ δρό­μο χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει ποῦ τρα­βᾶ. Ὁ ἕ­νας δρό­μος ἔ­βγα­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ κεῖ­νος ἔ­ξω στὸ με­γά­λο πάρ­κο. Ἡ Κλά­ρα πέ­ρα­σε τὸ μέ­ρος ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­το φῶς καὶ κό­σμο καὶ μπῆ­κε σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ μο­νο­πά­τια, ποὺ φι­δω­τὰ καὶ μι­σο­φω­τι­σμέ­να χά­νον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τοὺς μαύ­ρους θό­λους τῶν κλα­ρι­ῶν. Χώ­θη­κε μέ­σα σὲ αὐ­τοὺς καὶ προ­χω­ροῦ­σε. Πί­σω της ἔ­νι­ω­θε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­γνώ­στου ἀρ­γά, σι­γὰ σὰν τὰ δι­κά της πάν­τα. Καὶ προ­χω­ροῦ­σε ὅ­σο ποὺ ἔ­φτα­σε στὸ μέ­ρος ὅ­που μιὰ λί­μνη μι­σο­κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα ἔ­κο­βε τὸ πάρ­κο. Ἅ­μα στα­μά­τη­σε, στα­μά­τη­σαν καὶ τὰ βή­μα­τα κον­τά της· κι ὅ­ταν κά­θι­σε στὸ κά­θι­σμα ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, βρέ­θη­κε κα­θι­σμέ­νος σι­μά της κι ὁ ἄ­γνω­στος. Ἕ­να φα­νά­ρι κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα, τῆς ἔ­φε­ξε καὶ κεῖ νὰ ξα­να­δεῖ τὴν ὄ­ψη του. Ἦ­ταν με­λα­ψή, μὲ μαῦ­ρα μά­τια καὶ μαῦ­ρα μα­κριὰ μαλ­λιά. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος.

       Ἡ Κλά­ρα τὸν κοί­τα­ζε ἀ­μί­λη­τη κι ἀ­σά­λευ­τη, σὰ βυ­θι­σμέ­νη σὲ ὅ­ρα­μα. Δέν­τρα κον­τά, λι­γνά, σκυ­φτά, γυρ­τό­κλω­να, δέν­τρα μὲ φύλ­λα ἀ­ριά, μα­κριά, λε­πι­δω­τά, πο­λύ­χρω­μα, πα­ρά­ξε­να χρυ­σο­φεγ­γί­ζα­νε σὰ γνώ­ρι­μα, σὰν ἄ­γνω­ρα στὴ ρό­δι­νη ἀν­τη­λιά, ἡ ἔκ­στα­ση τῶν πλα­τι­ῶν κάμ­πων ποὺ χά­νον­ται πέ­ρα μα­κριὰ σὲ πυ­ρὰ βά­θη ἀ­νοι­γό­ταν γλαυ­κό­λαμ­πη μπρο­στά της. Εἶ­χε δι­α­βά­σει στὰ βι­βλί­α γιὰ τὰ μέ­σα μά­τια ποὺ κά­πο­τε βλέ­πουν πρω­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­ξω μά­τια, καὶ κοί­τα­ζε πάν­τα τὸν ἄ­γνω­στο καὶ πε­ρί­με­νε νὰ τῆς μι­λή­σει κι ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ λα­χτά­ρι­ζε νὰ τῆς μι­λή­σει γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τό­πο του, γιὰ τὰ πα­ρά­ξε­να που­λιὰ ποὺ ζοῦν στὰ δά­ση, γιὰ τὰ κί­τρι­να ἀ­κί­νη­τα νε­ρὰ ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὰ λευ­κὰ πα­λά­τια. Μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἄ­νοι­γε τὰ χεί­λη, πα­ρὰ τὴν κοί­τα­ζε καὶ κεῖ­νος σι­ω­πη­λὸς κι ἀ­σά­λευ­τος. Ἔ­τσι σι­ω­πη­λὸς ὅ­λο το βρά­δι ἐ­κεῖ­νο, ἔ­τσι ἀ­σά­λευ­τος καὶ σι­ω­πη­λὸς καὶ τ’ ἄλ­λα βρά­δια στὴ σει­ρά, ὅ­ταν ἡ Κλά­ρα τὸν ἔ­σερ­νε κα­τό­πι της κι ἔρ­χον­ταν καὶ κα­θί­ζα­νε κον­τὰ-κον­τὰ στὸ ἴ­διο κά­θι­σμα ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ.

       Ἡ Κλά­ρα τώ­ρα δὲ μι­λοῦ­σε λό­γο στὶς συν­τρό­φισ­σές της γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Ἔ­με­νε σι­ω­πη­λή, συλ­λο­γι­σμέ­νη ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, σὰ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ νὰ πε­ρί­με­νε μό­νο νὰ ‘ρ­θεῖ τὸ βρά­δι.

       Τέ­λος ἕ­να βρά­δι σι­ω­πη­λὸ καὶ σκο­τει­νὸ σὰν ὅ­λα τ’ ἄλ­λα, ἕ­να βρά­δι ποὺ σὰν πάν­τα το φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ ἔ­πε­φτε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γνώ­στου καὶ σερ­νό­τα­νε στὰ πό­δια του σὰ φί­δι καὶ τρε­μό­παι­ζε κι­τρι­νω­πὸ ἐ­κεῖ στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ, ἡ Κλά­ρα σί­μω­σε πιὸ κον­τὰ τὸν ἄ­γνω­στο καὶ τοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κου­νή­θη­κε. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ τὸ κρα­τᾶ, τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια καὶ τὴ ρώ­τη­σε:

       «Πῶς σὲ λέ­νε;»

       Ἡ Κλά­ρα εἶ­πε τὸ ὄ­νο­μά της.

       Κι ὁ ἄ­γνω­στος κοι­τά­ζον­τάς την πάν­τα ψι­θύ­ρι­σε:

       «Δὲν εἶ­σαι σύ–»

       Ἡ Κλά­ρα τέν­τω­σε τὰ μά­τια.

       «δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο· τῆς μοιά­ζεις στὴν ἀ­σχη­μιά–»

       Ἡ Κλά­ρα ἔ­κα­με νὰ τρα­βή­ξει τὸ χέ­ρι της, μὰ ἐ­κεῖ­νος τὸ κρά­τη­σε:

       «τὰ ἴ­δια κρε­μα­σμέ­να χεί­λη, τὰ ἴ­δια τ’ ἀ­χα­μνά, τὰ κο­κα­λι­ά­ρι­κα τὰ μά­γου­λα, τὰ πε­ταγ­μέ­να ἔ­ξω· τὰ ἴ­δια τὰ μι­κρά, τ’ ἄ­χρω­μα, τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια, τὸ ἴ­διο το καμ­που­ρι­α­σμέ­νο τὸ κορ­μί. Ἦ­ταν ἡ πιὸ ἄ­σχη­μη καὶ κεί­νη ἀ­π’ ὅ­λες. Κα­νεὶς δὲν τὴν κοί­τα­ζε, κα­νεὶς δὲν τῆς μι­λοῦ­σε, κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­γά­πη­σε. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­νε νὰ δοῦ­νε τὴν ψυ­χή. Καὶ κεί­νη εἶ­χε κα­λὴ ψυ­χή. Δὲ μί­λη­σε πο­τέ· δὲ γέ­λα­σε πο­τὲ μὲ μέ­να ἐ­κεί­νη. Κα­θό­τα­νε μό­νη στὴν ἄ­κρη, μα­ζε­μέ­νη, καὶ κοί­τα­ζε ἄ­φω­νη, σὰν πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸ κλου­βί, τὶς ἄλ­λες ποὺ γε­λού­σα­νε μὲ μέ­να. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ αὐ­τές, δὲν ταί­ρια­ζε στὸν κό­σμο. Γι’ αὐ­τὸ τὴ σκό­τω­σα.»

       Ἡ Κλά­ρα τι­νά­χτη­κε, μὰ ὁ ἄ­γνω­στος δὲν τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι.

       «Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα καὶ τὴ σκό­τω­σα», ξα­κο­λού­θη­σε, «μὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, ἐ­σὲ δὲ σ’ ἀ­γα­πῶ. Ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη, ὅ­πως φαν­τά­στη­κα ὅ­ταν σὲ εἶ­δα πρώ­τη φο­ρά. Νό­μι­σα πὼς πέ­ρα­σε ἡ ψυ­χή της σὲ σέ­να, πὼς ἀ­να­στή­θη­κε σὲ σέ­να, πὼς ξα­να­ῆρ­θε στὴ ζω­ὴ μὲ σέ­να. Μὰ ὄ­χι, ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι κεί­νη. Ἐ­σὺ τρέ­μεις. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­τρε­με. Ξέ­πλε­ξε μό­νη τὰ μαλ­λιὰ καὶ μοῦ τὰ ἔ­δω­σε στὸ χέ­ρι. Μοῦ τὰ ἔ­δω­σε καὶ τῆς τὰ πέ­ρα­σα γύ­ρω στὸ λαι­μὸ θη­λιά, τρά­βη­ξα, ἔ­σφι­ξα τὴ θη­λιὰ γε­ρά, καὶ τὰ μά­τια της, τὰ μι­κρὰ τὰ μά­τια της ἀ­νοί­ξα­νε πλα­τιὰ στὸ χά­ος, τεν­τω­θή­κα­νε πόρ­τες ὀρ­θά­νοι­χτες στὴν ἄ­βυσ­σο· σὰν πλά­κες σμάλ­το ἀ­σπρο­φεγ­γί­σαν τ’ ἄ­χρω­μα τὰ μά­τια, σὰν αἱ­μο­στά­λα­χτα ρουμ­πί­νια ἄ­στρα­ψαν τ’ ἄ­λαμ­πα τὰ μά­τια. Τρό­μα­ξα καὶ τῆς σκέ­πα­σα τὸ πρό­σω­πο. Ἔ­βλε­πα μό­νο τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Παί­ζα­νε φέγ­γη χλω­μο­κί­τρι­να, ἀ­χνο­ρό­δι­να κι αὐ­τοῦ, πνι­γό­ταν ἀ­σπρο­γά­λα­ζες, πρα­σι­νω­πές, θαμ­πό­χρυ­σες ἀ­να­λαμ­πές. Πῶς πνί­γον­ται μουν­τὰ μιὰ μέ­ρα θαμ­πε­ρὴ τὰ χρώ­μα­τα στὸ φίλ­δι­σι, πῶς τρε­μο­φέγ­γει στὰ νε­ρὰ ἐ­κεῖ τὸ λει­ψὸ φεγ­γά­ρι ποὺ τρυ­πᾶ τοὺς κλά­δους – ἔ­τσι ἔ­φεγ­γε μπρο­στά μου τὸ γυ­μνὸ κορ­μί.»

       Ἡ Κλά­ρα κοί­τα­ξε στὴ λί­μνη ὅ­που ἔ­δει­χνε τὸ χέ­ρι του. Τὰ νε­ρὰ ἦ­ταν σκο­τει­νά, φεγ­γά­ρι δὲ φαι­νό­ταν· μό­νο στὴν ἄ­κρη, ἐ­κεῖ μπρο­στὰ θαμ­πό­τρε­με ἡ λάμ­ψη τοῦ φα­να­ριοῦ κι­τρι­νω­πή.

       «Για­τὶ τὴ σκό­τω­σα γυ­μνή», ξα­κο­λού­θη­σε ὁ ἄ­γνω­στος· «γυ­μνώ­θη­κε ὅ­ταν εἶ­δε πὼς τὴν ἤ­θε­λα γυ­μνή, κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις, ἐ­σὺ δὲ λύ­νεις μό­νη τὰ μαλ­λιά–»

       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ λαι­μό της, σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­σει τὴν τρα­χη­λιά.

       Ἡ Κλά­ρα ξα­να­τι­νά­χτη­κε.

       «Μὴν τρο­μά­ζεις· δὲν σὲ θέ­λω ἐ­σέ­να», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος καὶ κα­τέ­βα­σε τὸ χέ­ρι. «Ἐ­κεί­νη ἄ­φη­σε καὶ τὴ γύ­μνω­σα, κι ἔ­πε­σε ἔ­τσι στὸ κρε­βά­τι. Δὲν τὸ μό­λυ­να. Σκέ­πα­σα τὸ γυ­μνὸ κορ­μὶ για­τί μὲ φό­βι­σε κι αὐ­τὸ ὅ­πως ἔ­φεγ­γε. Τῆς φί­λη­σα μό­νο το χέ­ρι ποὺ κρε­μό­ταν κά­τω ἀ­σκέ­πα­στο. Ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, τό­σο ἁ­πα­λὸ τὸ χέ­ρι της. Τὸ δι­κό σου εἶ­ναι ἄ­σχη­μο, δὲν τὸ φι­λῶ. Τρα­χύ, πλα­τύ, κα­κο­πλα­σμένο. Δὲν εἶ­σαι κεί­νη ἐ­σύ, δὲν ξα­να­βγῆ­κες ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο νε­ρὸ ποὺ πῆ­γα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξα γιὰ νὰ μὴν τῆς δεῖ κα­νέ­νας ἄλ­λος τὸ γυ­μνὸ κορ­μί. Δὲν εἶ­σαι σύ, τῆς μοιά­ζεις μό­νο. Ἐ­σὺ δὲ θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις, δὲ θέ­λεις ν’ ἀ­γα­πή­σεις, δὲν μπο­ρεῖς – ἢ θέ­λεις; Λέ­γε!»

       Ἔ­μει­νε κρα­τών­τας, σφίγ­γον­τας δυ­να­τὰ τὸ χέ­ρι της.

       Ἡ Κλά­ρα ἔ­σκυ­ψε τὸ πρό­σω­πο. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­κρύ­ζει τὸ δι­κό του, δὲ βα­στοῦ­σε νὰ βλέ­πει τὰ μά­τια του ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε με­γά­λα, μαῦ­ρα, κρύ­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ κί­τρι­νο τὸ φῶς.

       Σὲ λί­γο ἔ­νι­ω­σε πὼς τῆς ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι, κι ὅ­ταν τόλ­μη­σε καὶ ξα­να­σή­κω­σε τὸ πρό­σω­πο, ὁ ἄ­γνω­στος εἶ­χε χα­θεῖ.

       Τὸ ἄλ­λο βρά­δι, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι, δὲν ἄ­κου­σε πί­σω της τὸ βῆ­μα του. Κι ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο, δὲν εἶ­δε νὰ στέ­κει ἀν­τί­κρυ, νὰ πε­ρι­μέ­νει. Πε­ρί­με­νε, πε­ρί­με­νε κι αὐ­τή – δὲ φά­νη­κε. Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε στὸ δρό­μο καὶ δί­χως νὰ τὸ νι­ώ­σει βρέ­θη­κε στὸ πάρ­κο κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ. Ἔ­μει­νε ὧ­ρες μό­νη, ἀ­σά­λευ­τη, σκυ­φτή. Ὁ ἄ­γνω­στος δὲν ἦρ­θε. Ὅ­ταν ὅ­μως ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει καὶ μπῆ­κε στὸ στε­νὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι, τό­τε τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε νὰ σβή­νει σὰν ἀ­πο­πί­σω της, σὰν ἀ­πὸ μα­κριὰ ἢ κον­τά, ἢ σὰν ἀ­πο­μέ­σα της μο­νά­χα ἕ­να μα­κρύ, τρι­κυ­μι­στό, χα­χα­νι­στὸ ἄ­γριο γέ­λιο.

  

 

Πη­γή: Κων­σταν­τί­νου Χα­τζό­που­λου, Τὰ δι­η­γή­μα­τα, Φι­λο­λο­γι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Ἔ­ρη Σταυ­ρο­πού­λου, Ἐκ­δό­σεις Συ­νέ­χεια, Ἀ­θή­να, 1989. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ἐ­θνι­κὸν Ἡ­με­ρο­λό­γιον τοῦ Κωνστ. Φ. Σκό­κου τοῦ ἔ­τους 1913, μὲ τὴν ἔν­δει­ξη: Μό­να­χο, 1912.

 

Κων­σταν­τῖ­νος Χα­τζό­που­λος (Ἀ­γρί­νιο, 1868-1920). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να καὶ γιὰ ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­στη­μα δού­λε­ψε ὡς δι­κη­γό­ρος στὸ Ἀ­γρί­νιο. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1900-1914 ἔ­ζη­σε στὴ Γερ­μα­νί­α ὅ­που ἀ­σπά­στη­κε τὸν Σο­σι­α­λι­σμὸ καὶ με­τέ­φρα­σε στὴ δη­μο­τι­κὴ τὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ Μα­νι­φέ­στο. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ τρο­φι­κὴ δη­λη­τη­ρί­α­ση στὴ διά­ρκεια τα­ξι­διοῦ του μὲ πλοῖ­ο πρὸς τὸ Μό­να­χο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1984 μὲ ποι­ή­μα­τά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἑ­βδο­μάς τοῦ Δη­μη­τρί­ου Καμ­πού­ρο­γλου καὶ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Πέ­τρος Βα­σι­λι­κός. Ἵ­δρυ­σε τὸ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τέ­χνη (1898-1899). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Τὰ τρα­γού­δια τῆς ἐ­ρη­μιᾶς (Ποι­ή­μα­τα, Ά­θή­να, 1898). Ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Συμ­βο­λι­σμοῦ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α μὲ γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Φθι­νό­πω­ρο (Ἀ­θή­να, 1917). 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Ὁ ἑκατοχρονίτης

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola)

 

Ὁ ἑκατοχρονίτης

(Le centenaire)

 

ΑΘΕ ΜΕΡΑ, ἔ­βρι­σκα κα­θι­σμέ­νο σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τοῦ κή­που τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἕ­να με­γα­λό­σω­μο ἑ­κα­το­χρο­νί­τη γέ­ρον­τα. Στὴ σκιὰ τῶν κα­στα­νι­ῶν τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ χει­μώ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, στο­χα­ζό­ταν, μὲ τὸ πη­γού­νι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴ λα­βὴ τοῦ μπα­στου­νιοῦ του.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της κοι­τοῦ­σε τὰ κο­ρι­τσά­κια μὲ τὶς κορ­δέ­λες τους, ποὺ ἔ­παι­ζαν στὰ πό­δια του, χα­ρί­ζον­τάς του τὰ φω­τει­νὰ γε­λά­κια τους. Μᾶλ­λον στο­χα­ζό­ταν τὸ βρε­φι­κό του λί­κνο καὶ τὸν τά­φο του. Τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ σο­βα­ρὴ καὶ γλυ­κιὰ ἠ­ρε­μί­α, στὸ πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν ἡ κα­λο­σύ­νη καὶ ἡ πεί­ρα, πράγ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποί­α μὲ ἔ­θελ­γε. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τὸν ἀ­κού­ω νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή, αὐ­τὸν ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει πό­νους καὶ χα­ρές.

*

       Μιὰ μαρ­τι­ά­τι­κη μέ­ρα —ὁ οὐρανὸς ἦ­ταν συν­νε­φι­α­σμέ­νος καὶ τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου(1) ξε­πρό­βαλ­λε θλιμ­μέ­νο καὶ ἄ­χρω­μο πά­νω στὸ βρώ­μι­κο γκρί­ζο τῶν νε­φῶν— ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της, ποὺ σκά­λι­ζε τὴ γῆ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μπα­στου­νιοῦ του, μοῦ εἶ­πε μὲ με­λαγ­χο­λι­κὴ φω­νή:

       «Παι­δί μου, οἱ οὐ­ρα­νοὶ ἔ­ρι­ξαν πολ­λὲς βρο­χὲς ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κα, καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­χυ­σαν πολ­λὰ δά­κρυ­α. Πό­νε­σα πο­λὺ γιὰ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­χα­σα. Οἱ γιοί μου καὶ οἱ ἐγ­γο­νοί μου ἔ­χουν πε­θά­νει, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ θά­να­το ποὺ δὲν ἔρ­χε­ται, σ’ ἕ­ναν αἰ­ώ­να ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ὁ δι­κός μου.

       »Μὴν εὐ­χη­θεῖ­τε πο­τὲ νὰ ὑ­περ­βεῖ­τε τὴ μέ­ση ἡ­λι­κί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι μί­α ἀ­ναγ­καί­α ἀ­νά­παυ­ση· εἶ­ναι γλυ­κὸς γιὰ τὸν γέ­ρον­τα σὰν τὸ φι­λὶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Εἶ­χα τὶς δι­κές μου θλί­ψεις καὶ εἶ­χα τὶς θλί­ψεις τῶν μα­κρι­ῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­ζη­σα. Εἶ­δα πέν­τε μο­ναρ­χί­ες, δυ­ὸ αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, τρεῖς δη­μο­κρα­τί­ες· ἔ­ζη­σα ὅ­λα τὰ λά­θη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας λα­ὸς μέ­σα σὲ ἕ­να αἰ­ώ­να. Θυ­μη­θεῖ­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μας. Πό­σα δά­κρυα καὶ πό­σο αἷ­μα!

       »Σή­με­ρα, κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­θλιο οὐ­ρα­νὸ τοῦ Μαρ­τί­ου, κα­θὼς ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, ζη­λεύ­ω ὅ­σους δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι μέ­σα στὴ γῆ καὶ ἀ­γνο­οῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ντρο­πὲς καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους λυγ­μούς μας. Νι­ώ­θω οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου ποὺ ζῶ ἀ­κό­μη, νι­ώ­θω οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χω κα­τοι­κή­σει τό­σο πο­λὺ και­ρό.

       «Αὐ­τοὶ ποὺ πε­θαί­νουν νέ­οι, εἶ­ναι οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι τῶν θε­ῶν».

*

       Τὸν Μά­ι­ο, βρῆ­κα τὸν ἑ­κα­το­χρο­νί­τη νὰ κά­θε­ται στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ ἄ­πλε­το φῶς τοῦ χρυ­σοῦ ἥ­λιου· πνο­ὲς ἀ­νέ­μου ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ παρ­τέ­ρια, φέρ­νον­τας μα­ζί τους τὶς γλυ­κὲς εὐ­ω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς πα­σχα­λι­ές.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας μου τρυ­φε­ρά:

       «Παι­δί μου, νά μιὰ ὄ­μορ­φη μέ­ρα ἀ­κό­μη ἀ­νά­με­σα στὶς ὄμορ­φες μέ­ρες αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­λες τὶς ἀ­νοί­ξεις μου, ὅ­λες τὶς χα­ρές μου. Πό­σο γλυ­κιὰ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ πό­σο κα­λὸ εἶ­ναι νὰ ζεῖ κα­νεὶς μέ­σα στὸ ζε­στού­τσι­κο ἀ­έ­ρα. Ἑ­κα­τὸ ἀ­νοί­ξεις δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­ξαν­τλή­σουν τὴν ἀ­γά­πη μου γιὰ τὸν ἥ­λιο καὶ θά ‘θε­λα ἄλ­λες ἑ­κα­τὸ ποὺ πά­λι θὰ μοῦ ἀ­φή­σουν τὴν πί­κρα γιὰ τὰ πρῶ­τα φύλ­λα καὶ τὶς πρῶ­τες ἀ­χτί­δες. Ὁ ἄν­θρω­πος ξα­να­νι­ώ­νει, κά­θε και­νού­ρια χρο­νιά. Σή­με­ρα εἶ­μαι εἴ­κο­σι χρό­νων.

       »Πρέ­πει νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ ζω­ὴ γιὰ ὅ­λη τὴν εὐ­τυ­χί­α πού μοῦ ἔ­δω­σε. Εἶ­δα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α τοὺς ἀ­πο­γό­νους μου ὣς τὴν τέ­ταρ­τη γε­νιά, καὶ χά­ρη­κα ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς ἤ­μουν ὁ πα­τέ­ρας μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης φυ­λῆς. Καὶ τώ­ρα ἀκό­μη, μέ­σα στὴ μο­να­ξιά μου, εὐ­λο­γῶ τὴ ζω­ή, για­τί ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση. Χαί­ρο­μαι μὲ τὶς χα­ρὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος.

       »Ἤ­μουν μάρ­τυ­ρας σὲ ἕ­να με­γα­λει­ῶ­δες θέ­α­μα. Ὁ αἰ­ώ­νας μου ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας με­γά­λος αἰ­ώ­νας, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἄν­θρω­πος κα­τέ­κτη­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Θὰ πά­ρω μα­ζί μου τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ σκέ­ψη ὅ­τι βα­δί­ζου­με πρὸς τὸ φῶς, μὲ ἀρ­γὰ καὶ βέ­βαι­α βή­μα­τα. Ξε­χνῶ τὶς δυ­στυ­χί­ες μας γιὰ νὰ σκε­φτῶ τὴν ἀ­λή­θεια καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη ποὺ μᾶς κα­θο­δη­γοῦν καὶ μᾶς σπρώ­χνουν πρὸς τὰ ἐμ­πρός.

       »Ζη­τῶ ἀ­πὸ τὴν ἄ­νοι­ξη νέ­ες καὶ μα­κρι­ὲς χρο­νι­ές.»

*

       Ἦ­ταν οἱ δύο αἰ­ώ­νι­ες κραυ­γὲς τῆς ζω­ῆς, ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἡ φω­νὴ τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης.

       Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πα τὴ Γαλ­λί­α στὸ παγ­κά­κι τοῦ ἑ­κα­το­χρο­νί­τη, στοὺς τε­λευ­ταί­ους σκο­τει­νοὺς και­ρούς, νὰ θρη­νεῖ τὰ νε­κρὰ παι­διά της, νὰ κλαί­ει καὶ νὰ στε­νά­ζει πά­νω στὸ χῶ­μα. Ἀλ­λὰ τὴν βλέ­πω σή­με­ρα, κα­θὼς ἀ­να­θαρ­ρεύ­ουν οἱ ἐλ­πί­δες της, νὰ χα­μο­γε­λᾶ στὸ πα­ρελ­θόν, νὰ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ μέλ­λον της, νὰ εὔ­χε­ται μὲ θέρ­μη τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς μα­κριᾶς, μιᾶς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, ποὺ θὰ τῆς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ φτά­σει στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὸ φῶς.

 

(1) Σ.τ.μ. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου βρί­σκε­ται μέ­σα στὸν ὁ­μώ­νυ­μο κῆ­πο, στὸ 6ο Δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς πό­λης τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Χτί­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 17ου αἰ. καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς Γαλ­λι­κῆς Γε­ρου­σί­ας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ὁ ἑ­κα­τοχρονίτης ἐμ­φα­νί­στη­κε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Événement Illustré στὶς 13 Ἰ­ου­λί­ου 1868, ἔ­πει­τα ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς Lettres Parisiennes τοῦ La Cloche, στὶς 25 Σε­πτεμ­βρί­ου 1872. Γιὰ τὸ κεί­με­νο ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἡ δεύ­τε­ρη ἐκ­δο­χή.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Γιάννης Χαιρετάκης: Λίγο πιὸ μπροστά

 

 

Γιάννης Χαιρετάκης

 

Λί­γο πιὸ μπρο­στά

 

ΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑ ΑΜΕΣΩΣ μὲ τὸ ποὺ μπῆ­κε στὸ κεν­τρι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο φου­ρι­ό­ζα, μὲ τὸ θό­ρυ­βο τῆς πό­λης στ’ αὐ­τιά της καὶ τὴ ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη σὲ κού­τε­λο καὶ μα­σχά­λες. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα καὶ περ­πά­τη­σε ὣς τὸν πάγ­κο τῶν νέ­ων κυ­κλο­φο­ρι­ῶν. Ἄρ­χι­σε νὰ σα­ρώ­νει ὅ­λα τὰ βι­βλί­α ὥ­σπου ἐν­τό­πι­σε τὸ δι­κό της κά­που στὰ πί­σω-πί­σω. Ξί­νι­σε τὰ χεί­λη της.

       Κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω της κι ἔ­κα­νε νεῦ­μα στὸ νε­α­ρὸ πω­λη­τὴ ποὺ βρι­σκό­ταν πιὸ κον­τά της σκά­ζον­τάς του ταυ­τό­χρο­να ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. Οὔ­τε κι ἐ­γὼ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀν­τι­στα­θῶ.

       «Τί κά­νε­τε;»

       «Μὲ ἔ­χε­τε πα­ρα­με­λη­μέ­νη» ἔ­κα­νε να­ζι­ά­ρι­κα. «Πί­σω-πί­σω μὲ ἔ­χε­τε.»

       «Μὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε, τὸ βι­βλί­ο σας πά­ει πο­λὺ κα­λά. Πά­ρα πο­λὺ κα­λά.»

       «Μά…, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὸ βά­λου­με λί­γο πιὸ μπρο­στά; Ἔ­τσι… νά… κά­που ἐ­δῶ.» Ἔ­δει­ξε μὲ τὸ χέ­ρι της τὴν πρώ­τη σει­ρά.

       «Ἐν­τά­ξει ὅ,τι θέ­λε­τε» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος πι­ά­νον­τας μιὰ ντά­να βι­βλί­α ἀ­π’ τὴν πρώ­τη σει­ρά. Ὕ­στε­ρα σή­κω­σε τὰ δι­κά της καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε στὸ κε­νό.

       «Ἐ­δῶ κα­λὰ εἶ­ναι;»

       Τὰ εἶ­χε βά­λει ἀ­νά­με­σα σὲ κά­τι βι­βλί­α γιὰ πο­δό­σφαι­ρο.

       «Ἔ… κα­λὰ εἶ­ναι» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη μ’ ἕ­να δι­σταγ­μό, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νῶς ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη. Φό­ρε­σε τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου της, τοῦ πέ­τα­ξε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμὸ τοῦ στὺλ «εὐ­χα­ρι­στῶ, χρυ­σέ μου» καὶ ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο.

       Σπά­νιο νὰ σοῦ τύ­χει ἔν­τι­μος συγ­γρα­φέ­ας σκέ­φτη­κα πα­ρα­φρά­ζον­τας Ὀ’ Κό­νορ. Περ­νών­τας ἀ­π’ τὶς νέ­ες κυ­κλο­φο­ρί­ες τὸ χέ­ρι μου ἔ­πια­σε τὸ βι­βλί­ο ἐ­κεί­νου τοῦ κα­κο­μοί­ρη ποὺ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη σει­ρὰ εἶ­χε μπεῖ στὴν τε­λευ­ταί­α. Στὸ τα­μεῖ­ο ρώ­τη­σα τά­χα μου ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν πω­λή­τρια γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε μπεῖ πρὶν λί­γο στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο.

       «Συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α;»

       «Ναί, συγ­γρα­φέ­ας, πα­νε­πι­στη­μια­κός, πρό­ε­δρος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τά­δε, μέ­λος τῆς Ὁ­μά­δας δεί­να, τῆς Λέ­σχης κά­πως, τοῦ Ὁ­μί­λου ἔ­τσι, τῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας κά­ποι­ας, καὶ τῆς ἄλ­λης, τῆς ἄλ­λης, τῆς ἄλ­λης, ἄλ­λης, ἄλ­λης, ἄλ­λης…» 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιάννης Χαιρετάκης (Ἀθήνα, 1977). Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὰ Γι­άν­νενα καὶ στὸ Ρέθυμνο. Ἔχει ἐκδόσει τὴ συλλογὴ διηγημάτων «Τὸ μάτι τῆς Δικαιοσύνης», ἐκδ. Τόπος, 2008.