Ἄννα Ἀφεντουλίδου: Μούσα

 

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου

                                          

Μού­σα

 

Ε ΚΑΛΟΥΣΕ καὶ μὲ κα­λοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μὲ τὴν χα­μη­λό­φω­νη, σχε­δὸν με­λω­δι­κὴ φω­νή του τό­σο ἐ­πί­μο­να καὶ τρυ­φε­ρά, σχε­δὸν βα­σα­νι­στι­κά. Ὥ­σπου τὰ κα­τά­φε­ρε νὰ μὲ βγά­λει ἀ­πὸ τὴ χρό­νιά μου νάρ­κη, ἀ­πὸ ἕ­ναν διὰ βί­ου, μοῦ φαι­νό­ταν, λή­θαρ­γο.

       Βα­θυ­πρά­σι­να στο­χα­στι­κὰ μά­τια, μαῦ­ρα σγου­ρὰ μαλ­λιά. Λε­πτά, κα­τά­λευ­κα δά­χτυ­λα. Εἶ­χε τὴ συ­νή­θεια νὰ τυ­λί­γει ἀρ­γὰ μιὰ μπού­κλα στὸ δεί­χτη του, κα­θὼς μι­λοῦ­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα χα­μέ­νο κά­που μα­κριά.

       Ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μί­αν ἐ­πί­μο­νη ἔμ­πνευ­ση. Σὲ τέ­τοι­ους χα­λε­ποὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Ἕ­να μι­κρὸ θαῦ­μα ζω­ῆς.

 

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μ’ ἔ­πει­σε ν’ ἀγ­γί­ξω τὰ χεί­λη του· ὤ, πό­σο χρό­νια εἶ­χα νὰ τὸ νι­ώ­σω!

       Αὐ­τὸς γεύ­τη­κε τὰ μι­κρὰ μυ­στι­κὰ τῆς τέ­χνης καὶ τῆς ἀ­γά­πης κι ἐ­γὼ ἀ­πέ­κτη­σα κά­τι, ποὺ ἔ­χον­τας πά­ρει ἀ­πό­φα­ση πὼς κα­νεὶς δὲν θὰ ζη­τοῦ­σε, εἶ­χα πέ­σει σὲ ἀ­πό­γνω­ση.

       Δὲν μοῦ ζή­τη­σε πο­τὲ ξα­νὰ τί­πο­τα, πά­ρεξ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρῶ­το φι­λί, ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει πὼς θὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ τα­λέν­το, ποὺ τοῦ χρω­στοῦ­σε ἡ μοί­ρα.

 

       Μό­νο κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα τοῦ ἀλ­λά­ζω τώ­ρα νε­ρὸ μὴ χά­σει τὸ χρῶ­μα του. Καὶ ποῦ καὶ ποῦ τοῦ ρί­χνω μιὰ μύ­γα μὴν πέ­σει σὲ ἀ­χρη­στί­α ἡ πο­λύ­τι­μη γλώσ­σα του.

 

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: