Τάσος Καλούτσας: Το στοκάρισμα

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Τὸ στο­κά­ρι­σμα

 

ΡΙΞΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ τυ­χαῖ­α κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του ὁ Μα­νό­λης, κι ἀ­να­κά­λυ­ψε δυ­ὸ δά­χτυ­λα σκό­νη. Κά­τι δα­χτυ­λι­δά­τες χνου­δω­τὲς σφαι­ροῦ­λες, ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξε­μον­τα­ρι­σμέ­νο παι­δι­κὸ κρε­βα­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἐ­πί­σης, πα­τι­κω­μέ­νο ἐ­κεῖ. Τοῦ ‘ρ­θε νὰ τρε­λα­θεῖ. Ὥ­στε, ὅ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κα­κὸ τ’ ἀ­να­πνέ­α­νε τό­σον και­ρό; Κα­λά, χά­θη­κε ὁ κό­σμος νὰ τρα­βή­ξει μιὰ σκού­πα καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι; Καὶ τώ­ρα, ποῦ γυρ­νοῦ­σε; Ποῦ ἀλ­λοῦ, στὶς φι­λη­νά­δες της – τὶς τρεῖς Χά­ρι­τες, ὅ­πως τὶς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νό­λης. Μα­ζεύ­ον­ταν ἐ­κεῖ, κα­φε­δά­κι, σα­χλα­μα­ρί­τσες, κου­τσομ­πο­λιά — κι ἄ­σ’ τον αὐ­τὸν νὰ πνί­γε­ται στὴ σκό­νη.­.. Τὴν πῆ­ρε ἀ­μέ­σως τη­λέ­φω­νο, πρὶν τοῦ πε­ρά­σει ὁ θυ­μός. Εἶ­πε, εἶ­πε, ξα­λά­φρω­σε. Τὸ βρόν­τη­ξε στὸ τέ­λος. Βάλ­θη­κε νὰ κά­νει φα­σί­να μό­νος του. Χώ­θη­κε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω, πρῶ­τα μὲ τὴ σκού­πα, ὕ­στε­ρα μὲ τὴ μά­πα, στὸ τέ­λος μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ πα­νί. Ἔ­γι­νε μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα – εἶ­χε καὶ μιά ζέ­στη.­.. Καὶ δῶ­σ’ του ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Μιὰ ὥ­ρα καὶ βά­λε κρά­τη­σε αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Μέ­χρι ποὺ πι­ά­στη­κε ἡ μέ­ση του. Πῆ­ρε με­τὰ τὸ βι­βλί­ο του —ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κό, τοῦ Σι­με­νόν— καὶ κά­θη­σε στὸ μπαλ­κο­νά­κι νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως ἔ­τσι.

       Κά­πο­τε ἦρ­θε ἡ Ζω­ζώ. Πε­σμέ­να τὰ μοῦ­τρα της. Κι αὐ­τὸς σο­βα­ρός, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὴν τῆς κά­νει σκη­νή. Στὸ κά­τω-κά­τω, για­τί νὰ δι­α­κό­ψει τὸ δι­ά­βα­σμά του, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ εἶ­χε τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ἐ­κεί­νη. Νά καὶ νά, ρο­δά­νι ἡ γλώσ­σα της. Τά­χα τὴν εἶ­χε συγ­χύ­σει μὲ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα καὶ τὴν εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος. Κι ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς μο­νά­χη της τὶς ἔ­κα­νε, καί, «κά­νε, τε­λο­σπάν­των, κά­τι καὶ σύ», τοῦ φω­νά­ζει, ὅ­σο αὐ­τὸς ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει στὴν ἀν­τε­πί­θε­ση. «Ἐ τί, μω­ρὲ Μα­νό­λη», τοῦ κά­νει, «ἔ­τσι εἶ­ναι· μὲ ρω­τᾶς καὶ μέ­να πό­τε τά ‘­κα­να – μό­λις προ­χτὲς τὰ πά­στρε­ψα.­.. Ὅ­λο μὲ τὸ φα­ρά­σι στὸ χέ­ρι θὰ εἶ­μαι;» καὶ δῶ­σ’ του φαν­φά­ρες, ἴ­σα-ἴ­σα δη­λα­δὴ γιὰ νὰ τὸν κά­νει Τοῦρ­κο. Προ­παν­τὸς τὶς ψευ­τιές της δὲ χώ­νευ­ε, καὶ τώ­ρα τοῦ πα­τοῦ­σε τὸν κά­λο· ἀ­γρί­ε­ψε, μὰ ἐ­πει­δὴ ντρά­πη­κε κά­τι κυ­ρί­ες ἀ­πὸ τ’ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι, χώ­θη­κε μέ­σα. Πή­γα­νε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια καί, ξαφ­νι­κά, πά­τη­σε τὰ κλά­μα­τα. Τό­τε κι αὐ­τὸς τὴν τα­ρα­κού­νη­σε. ­Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ βγεῖ πα­νω­λα­διά; Σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὸν ἔ­πει­θε πὼς ἔ­φται­γε ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴ σκό­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τους. Καὶ τά­χα «ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λού­κι» —τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κρε­βα­τά­κι— τὴν ἐμ­πό­δι­ζε. «Πο­νά­ει ἡ μέ­ση μου, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ σκύ­βω, κου­ρά­στη­κα.­.­.­», ἔ­λε­γε, ἐ­νῶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ τῆς ἀ­πο­δεί­ξει τί εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σε νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ τὸ κρε­βα­τά­κι ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ ἔ­συ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τῶν δα­χτύ­λων. Ἀλ­λά, βέ­βαια, τὰ λό­για της, ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο τὸ «δὲν μπο­ρῶ πιά», ἦ­ταν ἕ­να σχό­λιο πο­λὺ εὔ­γλωτ­το, σκέ­φτη­κε ὁ Μα­νό­λης· κι ἀν­τὶ νὰ μι­λά­ει ὁ ἴ­διος, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε θυ­σια­στεῖ μ’ αὐ­τὸ τὸ γά­μο, τολ­μοῦ­σε νὰ τοῦ ζη­τά­ει καὶ τὰ ρέ­στα. Σάμ­πως τῆς ἔ­βα­λε τὸ μα­χαί­ρι στὸ λαι­μό; Ἁ­πλῶς ζη­τοῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε —ἂν δὲν μπο­ροῦ­σε, ἂς τοῦ τό ‘λε­γε ν’ ἀ­να­σκουμ­πω­θεῖ αὐ­τὸς νὰ τὸ κά­νει— κι ὄ­χι νὰ τοῦ κο­πα­νά­ει τώ­ρα πὼς ἔ­πρε­πε ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ κρε­βα­τά­κι, πὼς τὸ δω­μά­τιο τῶν παι­δι­ῶν ἤ­θε­λε ἄ­σπρι­σμα, πὼς τὰ πό­δια της πο­νοῦ­σαν κτλ. — ἕ­να σω­ρὸ ἀ­συ­νάρ­τη­τα πράγ­μα­τα δη­λα­δή, ποὺ δεῖ­χναν κα­λὰ καὶ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ συ­νεν­νό­η­ση τους τό­σα χρό­νια. Καὶ κα­θὼς ἄ­να­βε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, βγαῖ­ναν στὴ φό­ρα κι ἄλ­λα, πῆ­ρε σβάρ­να καὶ κα­τη­γο­ροῦ­σε μέ­χρι καὶ τὴ θεί­α της, «κου­βα­λι­έ­ται ἐ­δῶ κι ὅ­λο πα­ρά­πο­να μοῦ ‘­ναι κι αὐ­τή.­.. δὲν μπο­ρῶ πιά, σπά­σαν τὰ νεῦ­ρα μου.­.­.­», εἶ­πε, λὲς κι ἦ­ταν ὅ­λοι βαλ­τοὶ νὰ τὴν κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρει – κι ἐ­κεί­νη, τὸ μό­νο θύ­μα τους. Καὶ ξα­νά, κλα­ψου­ρί­ζον­τας. «Κι ἂν εἶ­δες σκό­νη, ρὲ Μα­νό­λη, κα­θά­ρι­σέ την, τί πε­ρί­με­νες δη­λα­δή, ὑ­πη­ρέ­τριά σου εἶ­μ’ ἐ­γώ; Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, ἐ­σὺ κά­θε­σαι καὶ δι­α­βά­ζεις.­.. Ὤχ, τὸ κε­φά­λι μου!»

       Μιὰ σκιὰ δι­ά­βη­κε ἀ­πό­το­μα κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια τοῦ Μα­νό­λη, κι ἔ­σφι­ξε τὰ δόν­τια του. «Μιὰ μό­νη λέ­ξη ἀ­κό­μη καὶ τὴ σπάω.­.­.­», λέ­ει καὶ τραν­τά­ζει τὴν πόρ­τα. «Μπά», τοῦ ἀν­τι­λέ­ει —καὶ ἡ κλά­ψα της κλά­ψα— «μᾶς κά­νεις καὶ τὸ σκλη­ρὸ τώ­ρα;» Δὲν πρό­λα­βε ν’ ἀ­πο­τε­λειώ­σει τὴ φρά­ση της, κο­πα­νά­ει αὐ­τὸς μιὰ μο­νο­κόμ­μα­τη στὴν πόρ­τα μὲ τὸ δε­ξί, καὶ χώ­νε­ται ἡ γρο­θιά του στὸ ξύ­λο. «Θὰ βγά­λεις τὸ σκα­σμό;» μουγ­κρί­ζει. Τῆς πιά­νει τὸ πη­γού­νι καὶ τὸ σφίγ­γει, «δὲ μι­λῶ, ἄν­τε, δὲ μι­λῶ», τραυ­λί­ζει ἡ Ζω­ζὼ πιὸ μα­ζε­μέ­νη, καὶ τὴν σπρώ­χνει στὸ κρε­βά­τι. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στυ­λώ­νει τὸ βλέμ­μα του θο­λό, μιὰ πά­νω σ’ ἐ­κεί­νη καὶ μιὰ στὸ βου­λι­αγ­μέ­νο ξύ­λο. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, «μὲ βρῆ­κες βο­λι­κή, γι’ αὐ­τὸ τὰ κά­νεις», τοῦ πε­τά­ει πά­λι, σι­γα­νά, καὶ τό­τε πιὰ σκύ­λια­σε, μα­ζεύ­τη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ νό­μι­σε πὼς θὰ πά­θαι­νε συμ­φό­ρη­ση· τρέ­μον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­π’ τὸ κα­κό του, βάλ­θη­κε νὰ βλα­στη­μά­ει το στε­φά­νι του, τὴν ὥ­ρα καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν πῆ­ρε καὶ τοῦ μαύ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ Ζω­ζὼ δὲν ἔ­κο­βε τὴ μουρ­μού­ρα —«δὲ μι­λῶ» τά­χα­τες, μὰ ποῦ νὰ λου­φά­ξει— ὥ­σπου τῆς φώ­να­ξε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη νὰ τὸ βου­λώ­σει για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γαν κι οἱ γεί­το­νες καὶ πῆ­γε μά­λι­στα μό­νος του ἀ­μέ­σως κι ἔ­κλει­σε μὲ βρόν­το τὴν τζα­μό­πορ­τα. Τὴν ἁρ­πά­ζει με­τὰ —μιὰ λύσ­σα τὸν ἔ­σπρω­χνε— νὰ τὴ σύ­ρει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, κι ἐ­κεί­νη βά­ζει ἀν­τί­στα­ση, «δὲν πά­ω που­θε­νά, φύ­γε σύ», τοῦ λέ­ει, καὶ δὲν κου­νοῦ­σε ρού­πι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι.

       Ξαφ­νι­κὰ ὁ Μα­νό­λης ξε­θό­λω­σε, «τί κά­νω μω­ρέ, γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου!» σκέ­φτη­κε, καὶ κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε μέ­σα του. Σὰ νά ‘­νι­ω­σε βα­θιά του μο­νο­μιᾶς πὼς τὸν ξε­φτί­λι­ζε ὁ κα­βγάς. «Ἄχ.­.­.­», βόγ­γη­ξε, «δὲ τὴ γλι­τώ­νω τὴ συμ­φό­ρη­ση.­.­.» κι ἐ­πει­δὴ τοῦ φαι­νό­ταν πιὰ τὸ πράγ­μα φῶς φα­νά­ρι μὲ τέ­τοι­ο βου­η­τὸ μὲς στὰ μη­νίγ­για του, τρά­βη­ξε γραμ­μὴ στὸ κου­ζι­νά­κι, βρῆ­κε μιὰ ἀ­σπι­ρί­νη καὶ τὴ μά­ση­σε στὰ γρή­γο­ρα. «Ἐ­γὼ νὰ δεῖς», ἀ­κού­ει τὴ φω­νή της ἀ­πὸ μέ­σα, «τοῦ κό­σμου ὅ­λου τα χά­πια θὰ πά­ρω.­.. Ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖς πιὰ ἀ­πὸ μέ­να, μιὰ καὶ κα­λή». Κο­κά­λω­σε. Ἦ­ταν νὰ βγεῖ, εἶ­χε κά­ποι­α δου­λειά, καὶ τώ­ρα τὸ σκε­φτό­ταν. Πῆ­γε καὶ στά­θη­κε μπρο­στά της μὲ ὑ­ψω­μέ­νο δά­χτυ­λο. «Πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­χεις ξα­να­κά­νει κά­πο­τε αὐ­τό.­.­.­», τῆς λέ­ει. Σώ­πα­σαν. Θυ­μό­ταν, τὰ εἴ­χα­νε τσουγ­κρί­σει πά­λι τό­τε, γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι —για­πὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη— τὴν εἶ­δε μιὰ στιγ­μὴ στὸ μπαλ­κο­νά­κι, δὲν ὑ­πῆρ­χαν κάγ­κε­λα καὶ πα­ρί­στα­νε τὴ ζα­λι­σμέ­νη, ὕ­στε­ρα κρύ­ψα­νε τὴ θέ­α της τὰ δέν­τρα, κι ὅ­ταν ξα­νά­δε τὸ μπαλ­κό­νι, ἐ­κεί­νη ἔ­λει­πε· εἶ­πε, πά­ει, γκρε­μί­στη­κε στὶς πλά­κες κα­τα­γῆς, κι ἔ­νι­ω­σε μέ­σα του ἕ­να δάγ­κω­μα· μὰ σὰν πλη­σί­α­σε, δὲν ἦ­ταν που­θε­νά, ἔ­ψα­ξε καὶ τὴ βρῆ­κε στὴν τα­ρά­τσα καὶ τοῦ μι­σό­κλει­νε πο­νη­ρά τὸ μά­τι. Ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, λέ­ει, γιὰ νὰ τοῦ κό­ψει τὰ ἥ­πα­τα.­..

       Φύ­ση­ξε δυ­να­τὰ τὴ μύ­τη της, κι ὁ Μα­νό­λης, ἀ­μί­λη­τος, προ­ση­λώ­θη­κε στὸ βα­θού­λω­μα τῆς πρε­σα­ρι­στῆς πόρ­τας καὶ τὸ ψη­λα­φοῦ­σε μα­λα­κὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα. Λί­γο ἀ­φη­ρη­μέ­νος, θαρ­ρεῖς, προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ με­ρε­με­τί­σει, πρό­χει­ρα στὴν ἀρ­χή, με­τὰ πῆ­γε κι ἔ­φε­ρε ἕ­να κα­τσα­βι­δά­κι λε­πτό, καὶ πά­σχι­ζε, μὲ φρον­τί­δα, νὰ ξα­να­φέ­ρει τὰ ξυ­λά­κια στὴν ἀρ­χι­κή τους θέ­ση. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν ἔ­κα­νε αὐ­τὴ τὴ ζη­μιά. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε, ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, νὰ ση­κω­θεῖ καὶ νὰ φύ­γει. Κι ἄν.­.. Πῆ­γε καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες. Ὀ­χτώ. Ἀ­σι­χτίρ, εἶ­πε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὶς ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν δει­λή, δὲ θὰ τολ­μοῦ­σε. Καὶ στὸ κά­τω-κά­τω δὲν ἔ­πρε­πε, προ­παν­τός, νὰ δεί­ξει ἀ­δυ­να­μί­α καὶ νὰ τὶς κρύ­ψει, λό­γου χά­ρη. Ἂν ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε, ἔ­βρι­σκε χά­πια, ἕ­να σω­ρό. Ντύ­θη­κε γρή­γο­ρα. Ἡ Ζω­ζὼ εἶ­χε βά­λει τὴ νυ­χτι­κιά της καὶ ξά­πλω­νε, πι­ά­νον­τας τὸ κε­φά­λι της. Νά, τώ­ρα θὰ ση­κω­θεῖ νὰ πι­εῖ τὶς ἀ­σπι­ρί­νες, σκε­φτό­ταν, κα­θὼς βρον­τοῦ­σε τὴν πόρ­τα πί­σω του. Ἀλ­λὰ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε.

       Τέ­λει­ω­σε βι­α­στι­κὰ τὴ δου­λειά του καί, στὴν ἐ­πι­στρο­φή, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὴ θεί­α τῆς Ζω­ζῶς, νὰ πά­ρει τὸ γιό του. Ἔ­φα­γε μὲ τὸ ζό­ρι καὶ μιὰ φέ­τα πε­πό­νι ποὺ τὸν τρα­τά­ρα­νε. Τὸ παι­δὶ τό ‘­χαν καὶ βα­φτι­σμέ­νο, κι ἐ­κεῖ­νοι ἄ­τε­κνοι, τὸ νι­ῶ­θαν σὰ δι­κό τους – ὅ­λη μέ­ρα ἐ­κεῖ· τὸ ἄλ­λο, τὸ κο­ρί­τσι, τό ‘­χε στεί­λει πα­ρα­θέ­ρι­ση στὸ χω­ριό, στὴ μά­να του. Στὸ δρό­μο ὁ πι­τσι­ρί­κος τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­νέ­με­λα. Ἅ­πλω­σε κι ὁ Μα­νό­λης τρυ­φε­ρὰ τὸ χέ­ρι γύ­ρω στὸν ὦ­μο του καὶ τοῦ τσιμ­ποῦ­σε τὸ μά­γου­λο.

       Τὴν βρῆ­καν νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση. Ξα­πλω­μέ­νη, ἀ­σά­λευ­τη.­.. Στὸ παι­δί, ἡ Ζω­ζώ, γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ἀ­κε­φιά της, εἶ­πε πὼς ἦ­ταν λί­γο ἀ­δι­ά­θε­τη. Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸ σή­κω­σε ὁ Μα­νό­λης· ἔ­παιρ­νε κά­ποι­α φί­λη τους κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴ θά­λασ­σα ποὺ εἴ­χα­νε προ­γραμ­μα­τί­σει γιὰ αὔ­ριο – Σάβ­βα­το. «Μᾶλ­λον δὲ θὰ μπο­ρέ­σου­με», ψέλ­λι­σε ἀ­χνά, «για­τὶ ἡ Ζω­ζὼ ἔ­χει πο­νο­κέ­φα­λο.­.­.­». Πρό­σθε­σε ἀ­μέ­σως, πιὸ σι­γά: «Ἢ μᾶλ­λον, ἄ­κου.­.. ἂν ἔρ­θου­με μέ­χρι τὶς ὀ­χτὼ κα­λῶς, ἀλ­λι­ῶς νὰ φύ­γε­τε.» Πῆ­γε με­τὰ καὶ ψη­λα­φοῦ­σε πά­λι τὸ βα­θού­λω­μα. Σκέ­φτη­κε νὰ τὸ στο­κά­ρει. Εὐ­τυ­χῶς, στό­κος ὑ­πῆρ­χε μπό­λι­κος. Κα­θὼς ἀ­να­κά­τευ­ε τὴ σκό­νη μὲ τὸ νε­ρό, ἄ­κου­γε τὸ γιό του ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ λου­τρό. Ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸ στο­κά­ρι­σμα, χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴ σπά­του­λα γιὰ νὰ λειά­νει τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο πα­νά­κι. Μὲ ἄ­πει­ρη προ­σο­χή, σὰ νά ‘­φτια­χνε καλ­λι­τέ­χη­μα. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκε­φτό­ταν πὼς ὅ,τι καὶ νά ‘­κα­νε, μπο­ρεῖ ἕ­να ξέ­νο μά­τι νὰ ξε­γε­λι­ό­ταν καὶ νὰ μὴν τὸ πρό­σε­χε, οἱ δυ­ό τους ὅ­μως θὰ τὸ ἤ­ξε­ραν — καὶ ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α στὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τῆς πόρ­τας ἢ ἡ δι­α­φο­ρὰ στὸ χρῶ­μα, θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ τοὺς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε. Ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ τοὺς θύ­μι­ζε καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα ποὺ εἴ­χα­νε συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ μεί­να­νε χω­ρὶς στο­κά­ρι­σμα. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε, θαρ­ρεῖς, τὴν ἐ­νο­χή του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως κα­τα­βά­θος πί­στευ­ε πώς, ἂν τοῦ φε­ρό­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, τί­πο­τα δὲ θὰ συ­νέ­βαι­νε. Ὕ­στε­ρα ἔ­στρω­σε τὸ παι­δὶ νὰ κοι­μη­θεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­γε κι ἡ Ζω­ζὼ γιὰ ὕ­πνο, κλεί­στη­κε στὴν κου­ζί­να καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες: Λεί­πα­νε μό­νο δύ­ο.

       Ρί­χνον­τας μιὰ τε­λευ­ταί­α ἐ­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ἔρ­γο του —πρώ­τη φο­ρὰ κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τέ­τοι­α λε­πτο­δου­λειά— δι­α­πί­στω­σε πὼς τὸ βα­θού­λω­μα εἶ­χε σχε­δὸν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ἴ­σως βέ­βαι­α, ἀρ­γό­τε­ρα, νὰ χρει­α­ζό­ταν λί­γο ἀ­κό­μη τρί­ψι­μο, μὲ τὸ γυ­α­λό­χαρ­το. Γιὰ τὴν ὥ­ρα, ἀ­πό­με­νε ἕ­νας ἄ­σπρος λε­κὲς ποὺ στέ­γνω­νε. Μιὰ στάμ­πα ὑ­γρὴ στὸ κέν­τρο τῆς —ἀ­σπρι­δε­ρῆς ἐ­πι­σης— πόρ­τας· ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως στέ­γνω­νε τό­σο πιὸ γα­λα­κτε­ρὴ γι­νό­ταν καὶ ξε­χώ­ρι­ζε.

       Βγῆ­κε στὸ μπαλ­κό­νι καὶ κά­θη­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος στὴ σι­ω­πή. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­κα­νε ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­που ξέ­μα­κρα, ἄ­στρα­φτε. Εὔ­κο­λα μάν­τευ­ες πὼς κα­τέ­φθα­νε μιὰ ἀ­να­κου­φι­στι­κή, κα­θαρ­τή­ρια βρο­χή.

       Ἔ­πε­σε τέ­λος κι αὐ­τός, στε­νά­ζον­τας, στὸ κρε­βά­τι. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­νι­ω­θε κά­τι νὰ μα­λα­κώ­νει μέ­σα του, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ. Ἡ Ζω­ζὼ δί­πλα του οὔ­τε σά­λευ­ε. Κα­θὼς ἀ­κούμ­πη­σαν οἱ πλά­τες τους, σκέ­φτη­κε ἄ­θε­λά του πὼς τέ­τοι­α μέ­ρα, συ­νή­θως κά­ναν ἔ­ρω­τα. Καὶ τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν αὐ­ρια­νὴ ἐκ­δρο­μὴ – οὔ­τε πρό­λα­βαν νὰ τὸ κου­βεν­τιά­σουν. Ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­νι­ω­θε θλί­ψη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἦ­ταν ἀ­με­τα­νό­η­τος.

       Τὸν ξύ­πνη­σαν νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ κά­ποι­α ξαφ­νι­κὰ μπουμ­που­νη­τά. Ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες ἔμ­παι­νε δυ­να­τὴ ψύ­χρα. Σὲ λί­γο, χον­τρὲς νε­ρο­στα­γό­νες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν μὲ ὁρ­μή, κρο­τα­λί­ζον­τας πά­νω στὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ τὸ τσι­μέν­το τῆς αὐ­λῆς. Ἡ βρο­χὴ ἐρ­χό­ταν, στὴν ὥ­ρα της, νὰ δώ­σει τὴ λύ­ση. Ἀ­πὸ μό­νη της —δυ­στυ­χῶς ἢ εὐ­τυ­χῶς— ἡ ἐκ­δρο­μὴ γιὰ τὸ μπά­νιο, φυ­σι­κά, μα­ται­ω­νό­ταν.

       Εὐ­και­ρί­α πρώ­της, σκε­φτό­ταν ὁ Μα­νό­λης, νὰ ἔ­παιρ­νε μπο­γιὰ καὶ νά ‘­βα­φε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πόρ­τα.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ κλὰμπ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1990).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).  

 

Γιάννης Πατίλης, Τάσος Καλούτσας. Ἄνω πόλη Θεσσαλονίκης. 7 Μαΐου 2011.

  

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: