Συμεών Τσακίρης: Η κοιλιά του καναντέρ

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης

 

Ἡ κοι­λιὰ τοῦ κα­ναν­τὲρ

 

δῶ­σε μας τὴ στιγ­μὴ Εὐ­άγ­γε­λε, μό­λις εἶ­χες παρ­κά­ρει μὲς στὸν ἐ­λαι­ώ­να στὸ κτῆ­μα τῶν γο­νι­ῶν σου, οἱ γο­νεῖς λεί­πα­νε ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα σὲ γι­ορ­τὴ σαρ­δέ­λας, εἶ­χες φέ­ρει μα­ζί σου καὶ ἕ­να ὁ­λο­καί­νου­ριο δι­χτά­κι γιὰ τὴν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μπα­σκέ­τα σας καὶ εὐ­τυ­χὴς ποὺ τὸ ὅ­λο πράγ­μα πή­γαι­νε γιὰ ἔκ­πλη­ξη.­..

       «­.­..ναί, καὶ σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὴ ξύ­λι­νη σκά­λα γάν­τζω­να στὸ στε­φά­νι τῆς μπα­σκέ­τας μας τὸ και­νού­ριο δι­χτά­κι ποὺ εἶ­χα μα­ζί μου, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὸ πρῶ­το ἐ­κεί­νης τῆς πυρ­κα­γιᾶς νὰ πε­τά­ει κά­που κον­τά, ἔ­γει­ρα τὸ κε­φά­λι μου νὰ δῶ τὴν κοι­λιά του —ὅ­ταν κοι­τοῦ­σα τὶς κοι­λι­ὲς τῶν κα­ναν­τὲρ κά­τι εὐ­χά­ρι­στο συ­νέ­βαι­νε στὴν κοι­λιά μου— ἡ ἱ­δρω­μέ­νη μου μα­σχά­λη μὲ πῆ­γε στὴ σει­ρὰ τῶν καλ­λυν­τι­κῶν μου καὶ νὰ κό­ψω ἢ νὰ λι­μά­ρω τὰ νύ­χια μου; καὶ ἂν θε­λή­σεις νὰ παί­ξεις κι­θά­ρα; πό­τε ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­πι­α­σα τὴν κι­θά­ρα στὰ χέ­ρια μου; μὴ μὲ πα­τρο­νά­ρεις, κό­ψε τὰ νύ­χια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ καὶ λί­μα­ρε τὰ νύ­χια τοῦ δε­ξιοῦ. ὁ νυ­χο­κό­πτης καὶ ἡ λί­μα εἶ­ναι στὸ ἁ­μά­ξι; στὸ ντου­λα­πά­κι μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ συ­νο­δη­γό. τὸ ἀ­γό­ρα­σες τὸ κον­τὸ τὸ σταυ­ρο­κα­τσά­βι­δο ποὺ λέ­γα­με; τὸ ντου­λα­πά­κι θέ­λει σφί­ξι­μο, τρί­ζει στὶς λα­κοῦ­βες. τὸ ἀ­γό­ρα­σα, τὸ κλεί­δω­σες τὸ ἁ­μά­ξι; για­τί νὰ τὸ κλει­δώ­σω; ποῦ τὰ ἄ­φη­σα τὰ κλει­διά; ἔ­χει κλέ­φτες ἐ­δῶ; γιὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς, μὴν τυ­χὸν καὶ βρέ­ξει. καὶ μὴν μπεῖ κα­νέ­να ζου­ζού­νι ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ πολ­λὰ πο­δα­ρά­κια. τὸ φυ­το­λό­γιο ποὺ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει ποῦ τὸ ἔ­χεις; στὸ πα­τά­ρι μᾶλ­λον. τί δυ­να­τὸς ποὺ εἶ­ναι ὁ ἥ­λιος σή­με­ρα. ὄ­χι ρὲ γα­μῶ­το. πά­νω σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη εἶ­χα τὸν ἴ­λιγ­γο ἀ­πὸ τὸ αὐ­χε­νι­κό, ἔ­πε­σα καὶ ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου. αὐ­τά.»

       εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Εὐ­άγ­γε­λο γιὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του δι­άρ­ροι­ας, ἐ­μεῖς θὰ πᾶ­με σὲ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο δι­α­φη­μι­στι­κὸ δι­ά­λειμ­μα καὶ ἐ­πι­στρέ­φου­με μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες δι­κές σας ἱ­στο­ρί­ες τῆς τε­λευ­ταί­ας στιγ­μῆς, ἐ­δῶ, στὴν ἐκ­πομ­πὴ γιὰ πάν­τα, στὸ ρά­διο παράδεισος.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

 

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ ν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐντευκτήριο (2009).

* * * 

 [γπ] Πα­ρά­πλευ­ρες ὠφέ­λειες

Νέ­ος προι­κι­σμέ­νος μὲ πολ­λὰ τα­λέ­ντα ὁ Συ­μεὼν Τσα­κί­ρης! Ἡ πρώ­τη μας εὐχά­ρι­στη ἔκπλη­ξη ἦταν ἡ ἀνά­γνω­ση τῆς συλ­λογῆς του Τὰ χαρ­τοι­κί­δια. Στὸ δί­κτυο ἁλιεύ­σα­με κι αὐτὸ τὸ βί­ντε­ο, καλὸ δεῖγμα τοῦ ὑπο­κρι­τι­κοῦ του τα­λέ­ντου. Ἄσχε­το μὲ τὸ μπον­ζά­ι μας, ἀλλὰ ὁ πει­ρα­σμὸς νὰ τὸ συ­μπα­ρα­θέσου­με με­γά­λος: Σὲ καιροὺς κρί­σης καὶ μιὰ ποὺ ἀκού­γο­νται τό­σα ἐν­θαρ­ρυν­τικὰ γιὰ τὸ συ­γκρι­τικὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα τῆς κοι­νω­νί­ας μας, τὴ νε­ο­ελ­λη­νικὴ οἰκο­γέ­νεια, ὡς πα­ρα­δο­σιακὸ στή­ριγ­μα τῆς χει­μαζό­με­νης ἀπὸ τὴν ἀνερ­γί­α νε­ο­λαί­ας, καλὸ εἶναι νὰ ἔχου­με στὰ ὑπ’ ὄ­ψιν καὶ αὐτὴ τὴν πλευ­ρά της:

 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: