Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Ὁ γάμος δὲν ἔγινε ποτέ

 

 

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

 

Ὁ γά­μος δὲν ἔ­γι­νε πο­τέ

 

Ι ΛΙΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ποὺ ἦρ­θαν στὴν ἐκ­δή­λω­ση σὲ αἴ­θου­σα τῆς Παι­δα­γω­γι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας ―τώ­ρα αἴ­θου­σα ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου―, ποὺ ἔ­γι­νε μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α ἑ­νὸς χρό­νου ἀ­πὸ τὸ θά­να­το τοῦ Δα­σκά­λου, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­χτι­κὰ τὸν κύ­ριο Στ., τὸν τρί­το ὁ­μι­λη­τή, καὶ δὲν πῆ­ραν εἴ­δη­ση γιὰ τὸ φο­νι­κό.

       Νὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε ὅ­μως νὰ σᾶς πῶ πρῶ­τα ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, τὴν Κου­τσου­κου­τού*, ὅ­πως τὸ ἄ­κου­σα στὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1950 ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, ποὺ μᾶς ἔ­λε­γε πολ­λὰ πα­ρα­μύ­θια. Ὅ­σα ὅ­μως καὶ νὰ μᾶς ἔ­λε­γε δὲν χορ­ταί­να­με καὶ τῆς ζη­τού­σα­με ἐ­πί­μο­να νὰ μᾶς πεῖ κι ἄλ­λα. Κι ἡ για­γιὰ ἄλ­λο ποὺ δὲν ἤ­θε­λε! Ὧ­ρες ἀ­τε­λεί­ω­τες μᾶς τα­ξί­δευ­ε σὲ κό­σμους μα­κρι­νούς, πα­ρά­ξε­νους καὶ ἀ­φύ­σι­κους κι ἀ­λί­μο­νο σὲ ὅ­ποι­ον τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­κό­ψει τὸ τα­ξί­δι!

 

       Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἦ­ταν μιὰ Κου­τσου­κου­τού. Ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ ἤ­θε­λεν ἄν­τρα, για­τὶ με­γά­λω­σε, καὶ μιὰ κα­λὴν ἡ­μέ­ραν ξε­κί­νη­σε νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, βρί­σκει ἕ­να βο­σκό. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού» λα­λεῖ της. «Γειά σου» λα­λεῖ του ἡ Κου­τσου­κου­τού. «Ἔ, ποῦ πά­εις ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» «Πά­ω νὰ βρῶ ἄν­τρα» λα­λεῖ του. «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὴ μα­τσού­κα ποὺ δέρ­νω τὲς κου­δέλ­λες* μου» «Ὄ­χι, δὲν σὲ παίρ­νω, θὰ μοῦ σπά­σεις τὰ κο­κα­λά­κια μου» λα­λεῖ του κι ἔ­φυ­γεν.

       Λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ βρί­σκει ἕ­ναν κα­μη­λά­ρη. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού» λα­λεῖ της. «Γειά σου» λα­λεῖ του ἐ­κεί­νη. «Ἔ, γιὰ ποῦ τό ’­βα­λες ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» «Πάω νὰ βρῶ ἄν­τρα» λα­λεῖ του. «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὸ κα­μη­λό­σχοι­νο ποὺ δέρ­νω τὲς κα­μῆ­λες μου» λα­λεῖ της. «Ὄ­ι, μά­να μου, θὰ μοῦ σπά­σεις τὰ κο­κα­λά­κια μου». Καὶ βού­ραν* ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ νὰ φύ­ει.­..

       Λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ βρί­σκει ἕ­να πον­τι­κού­ιν*. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού μου» λα­λεῖ της. «Γειά σου, πον­τι­κού­ιν μου» λα­λεῖ του ἡ Κου­τσου­κου­τού. «Ἔ, ποῦ πά­εις ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» λα­λεῖ της. «Πάω νὰ βρῶ ἄν­τρα». «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὸ νου­ρού­ιν* μου» λα­λεῖ της τὸ πον­τι­κού­ιν. «Μὲ τὸ νου­ρού­ιν σου; Παίρ­νω σε, παίρ­νω σε!» λα­λεῖ του.

       Ἄν­τε, τὸ πον­τι­κού­ιν ἐ­πῆ­ρε την ἔσ­σω* τοὺς γο­νιούς του, νὰ τοὺς γνω­ρί­σει τὴν Κου­τσου­κου­τού, νὰ δεῖ καὶ κεί­νη τὸ σπί­τι του. Κι ὕ­στε­ρα ‘ποὺ λί­γον και­ρὸν ἐ­κά­μαν τὸν γά­μον τους, ἐ­πῆ­ραν βι­ο­λά­ρη­δες καὶ λα­γου­τά­ρη­δες κι ἐ­τρῶ­γαν κι ἐ­πί­ναν τρεῖς ἡ­μέ­ρες καὶ τρεῖς νύ­χτες. Ἐ­κα­λέ­σαν μας καὶ ‘μᾶς, μὰ δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ πᾶ­μεν στὸν γά­μο τους. Καὶ ζῆ­σαν κεῖ­νοι κα­λὰ καὶ μεῖς κα­λύ­τε­ρα!

 

       Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς λοι­πόν, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω τώ­ρα στὸ φο­νι­κό, πε­ρι­έ­γρα­φε μιὰ προ­σω­πι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἶ­χε μὲ τὸν Δά­σκα­λο καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴ στιγ­μὴ ὅ­που ὁ Δά­σκα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ χρῶ­μα ποὺ θὰ ταί­ρια­ζε κα­λύ­τε­ρα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο κά­ποι­ας ἔκ­δο­σης καὶ με­λε­τοῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τῆς ἐ­λιᾶς κοι­τών­τας ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ το­πί­ο τῆς Λάρ­να­κας, ποὺ ἦ­ταν λου­σμέ­νο στὶς πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες τοῦ ἥ­λιου. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­νι­ω­σα μέ­σα μου κά­τι νὰ σπά­ει…

       Ἡ εἰ­κό­να σὲ πλή­ρη ἀ­νά­πτυ­ξη. Ἡ για­γιὰ λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι κα­θι­σμέ­νη σὲ χα­μη­λὸ σκα­μνά­κι κι ἐ­μεῖς τὰ παι­διά, ξα­πλω­μέ­να στὴν κου­ρε­λού, ποὺ εἶ­ναι ἁ­πλω­μέ­νη χά­μω στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με μὲ εὐ­λά­βεια κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα λαμ­πε­ρὰ ἀ­στέ­ρια τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ποῦ καὶ ποῦ, οἱ μυ­στι­κοὶ ἦ­χοι τῆς νύ­χτας μᾶς ἀ­πο­σποῦν γιὰ λί­γο τὴν προ­σο­χή.

       Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἦ­ταν μιὰ Κου­τσου­κου­τού. Ἀ­κοῦς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ λέ­ξη καὶ ἄ­θε­λά σου τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις: «Κου­τσου­κου­τού». Σχε­δὸν δὲν ἔ­χεις γνω­ρί­σει τὸ μι­κρὸ ζω­ά­κι. Νά το ὅ­μως ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πό­ψε δί­πλα σου ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια, ἀ­θέ­α­το ἀ­πὸ τοὺς πιὸ πολ­λούς.

       Σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, βρί­σκει ἕ­να βο­σκό, συ­νε­χί­ζει ἡ για­γιά. Καὶ χαί­ρε­σαι για­τί δὲν τὴν παν­τρεύ­τη­κε, για­τί θὰ τῆς ἔ­σπα­ζε τὰ κο­κα­λά­κια της μὲ τὴ μαγ­κού­ρα του. Καὶ χαί­ρε­σαι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ για­τί ξε­φεύ­γει καὶ ἀ­πὸ τὸν κα­μη­λι­έ­ρη καὶ τὸ φο­βε­ρὸ κα­μη­λό­σχοι­νό του. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις μὲ ἀ­γω­νί­α ποι­ὰ θὰ εἶ­ναι ἡ ἑ­πό­με­νη συ­νάν­τη­ση.

       Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη στὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ πρά­σι­νου κι ἐ­σὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὴ μι­κρὴ ὕ­παρ­ξη νὰ πο­ρεύ­ε­ται μέ­σα στὸ δι­ά­δρο­μο, μέ­σα στὸ με­γά­λο χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἄν­τρα ποὺ τῆς ται­ριά­ζει.

       Περ­νᾶ δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Κα­τσα­ρό, τὸν ἀρ­χι­συν­τά­χτη τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Μὲ παίρ­νεις γιὰ ἄν­τρα σου;»

       «Σὲ παίρ­νω».

       «Πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;»

       «Θὰ σὲ πο­τί­ζω δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ με­λά­νι καὶ θὰ σοῦ χα­ρί­ζω ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες μο­να­ξιᾶς.»

       Προ­χω­ρεῖ χω­ρὶς νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Περ­νᾶ δί­πλα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο. Τὴ βλέ­πει λο­ξὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του. Τὸ πε­πρω­μέ­νο της δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νό­μι­ζα. Τῆς ἀ­πο­μέ­νουν μό­νο λί­γες στιγ­μὲς ζω­ῆς. Ποι­ός τῆς ἔ­χει ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸν με­γά­λο δι­ά­δρο­μο; Καί, πρὶν προ­λά­βει νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει χαι­ρε­τι­σμό, αὐ­τὸς ση­κώ­νε­ται, ση­μα­δεύ­ει μὲ τὴ φτέρ­να καὶ ἡ μι­κρὴ ὕ­παρ­ξη ἰ­σο­πε­δώ­νε­ται ἀ­φή­νον­τας τὸν ἄ­δει­ο ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς της. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα μιὰ ὁ­ρι­ζόν­τια κί­νη­ση τοῦ πο­διοῦ καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα. O ἄ­γνω­στος κά­θε­ται στὴ θέ­ση του, κορ­δώ­νον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ὅ­τι τά­χα ἐ­ξε­τέ­λε­σε τὸ κα­θῆ­κον του μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α, καὶ χαί­ρε­ται τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ. Χαί­ρε­ται τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ πρά­σι­νου τῆς ἐ­λιᾶς στὸ πρω­ι­νὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου.

       Ἡ συ­νάν­τη­ση ἔ­χει συν­τε­λε­σθεῖ ἀ­να­πάν­τε­χα, ὄ­χι ὅ­μως μὲ τὸ μι­κρὸ πον­τι­κά­κι, καὶ ἡ δι­κή σου εἰ­κό­να δι­α­λύ­ε­ται. Τ’ ἀ­στέ­ρια σβή­νουν καὶ μα­ζί τους οἱ ἦ­χοι τῆς νύ­χτας. Αὐ­τὸς ὁ γά­μος δὲν ἔ­γι­νε πο­τέ. Δὲν ἔ­γι­ναν τρα­πέ­ζια, δὲν ἔ­παι­ξαν βι­ο­λιὰ καὶ λα­γοῦ­τα γιὰ τρεῖς μέ­ρες καὶ τρεῖς νύ­χτες. Μέ­νεις γιὰ λί­γες στιγ­μὲς χω­ρὶς ἀ­να­πνο­ή. Ἀ­να­τα­ρά­ζε­σαι. Θέ­λεις κά­τι νὰ πεῖς. Δὲν τὸ κά­νεις για­τί θὰ γε­λοι­ο­ποι­η­θεῖς βέ­βαι­α. Σι­ω­πᾶς καὶ θυ­μᾶ­σαι τοὺς στί­χους τοῦ ποι­η­τῆ:

 

       Κι ὅ­μως ὅ­ση προ­σο­χὴ καὶ σύ­νε­ση κι ἂν κα­τα­βάλ­λω

       Ἔκ­θε­το εἶ­μαι σ’ ὅ­λους τους κιν­δύ­νους

       Καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο δὲν προ­βάλ­λω

       Πα­ρὰ τὴν ἑ­λι­κο­ει­δὴ σι­ω­πή μου κι ἀ­να­μέ­νω

       Μέ­σα στὸ χέ­ρι τὸ με­γά­λο τοῦ Θε­οῦ.

       Ἡ φτέρ­να σου βέ­βαι­α γνω­ρί­ζει

       Τὸν ἄ­δει­ο ἦ­χο τῆς εὔ­θραυ­στης βα­σι­λεί­ας μου.*

 

       Νὰ για­τί δὲν πή­γα­με στὸ γά­μο, για­γιά. Ὄ­χι για­τί δὲν μᾶς χω­ροῦ­σε τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι τῆς Κου­τσου­κου­τοῦς ἢ ὅ­τι εἴ­χα­με πολ­λὲς δου­λει­ές. Ἁ­πλὰ ὁ γά­μος αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε γί­νει πο­τέ. Πάν­το­τε κά­ποι­ος Πη­λέ­ας ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ δι­α­κό­πτει τὸ ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Πάν­το­τε κά­ποι­α Με­τά­νει­ρα ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ δι­α­κό­πτει τὰ ἔρ­γα τὰ κα­λά.

 

   (2001)

 

Γλωσ­σά­ρι:

κου­τσου­κου­τού· εἶ­δος καν­θά­ρου.

κου(δ)έλ­λες· προ­βα­τί­νες.

βού­ραν· ἔ­τρε­χε (βου­ρῶ: τρέ­χω).

πον­τι­κού­ιν· πον­τι­κά­κι.

νου­ρού­ιν· ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ τῆς οὐ­ρᾶς, οὐ­ρί­τσα.

ἔσ­σω· στὸ σπί­τι.

 

Οἱ στί­χοι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Σα­λιγ­κά­ρι», τοῦ Θε­ο­δό­ση Νι­κο­λά­ου (Εἰ­κό­νες, Κύ­προς, 1988, σελ. 43).

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, Ἡ κό­ρη τοῦ δρα­γου­μά­νου (δι­η­γή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, Ἀθήνα, 2003).

 

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ (Βασίλι Κύ­πρου, 1948). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἑλ­λα­δι­κὰ καὶ κυ­πρια­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ χει­ρό­γρα­φο ποί­η­μα «Καρ­πα­σί­α» (1984). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἡ κό­ρη τοῦ Δρα­γου­μά­νου (Με­ταίχ­μιο, 2003) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος.

 

Διαφημίσεις

Ἄλισον Τάουνσεντ (Alison Townsend): Τὰ γενέθλια μὲ τὴν Μπάρμπι

 

 

Ἄλισον Τά­ουνσεντ (A­l­i­s­on T­o­w­n­s­e­nd)

 

Τὰ γενέθλια μὲ τὴ Μπάρμπι

(T­he B­a­r­b­ie B­i­r­t­h­d­ay)

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΔΩΡΟ ποὺ ἔ­λα­βα ἀ­πὸ τὴ φι­λε­νά­δα τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦ­ταν ἡ Μπάρ­μπι ποὺ τό­σο ἤ­θε­λα. Ὄ­χι ὅ­μως ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ —ἡ ξαν­θιὰ Μπάρ­μπι μὲ τὴν ἀ­λο­γο­ου­ρά, τὸ ζεμ­πρὲ μα­γι­ὼ καὶ τὶς ἀ­σορ­τὶ σκι­ές— ἀλ­λὰ μιὰ κα­στα­νο­μάλ­λα μὲ φου­σκω­μέ­νο κον­τὸ μαλ­λὶ ποὺ τὸ κου­τὶ πε­ρι­έ­γρα­φε ὡς χρώ­μα­τος «Τι­τιάν», ἕ­να πορ­το­κα­λο­κα­φὲ ποὺ ἔ­κτο­τε δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ. Ὅ­μως δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε. Κι ἐ­γὼ ἤ­μουν κα­στα­νο­μάλ­λα. Καὶ ἡ Μπάρ­μπι ἦ­ταν πάν­τα ἡ Μπάρ­μπι, μὲ τὸ ἴ­διο ἀ­πί­θα­νο κορ­μὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἔ­γδυ­νες ἀ­πὸ τὸ κου­στού­μι της, τρα­βών­τας το πρὸς τὰ κά­τω ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὰ χω­ρὶς ρῶ­γες στή­θη της καὶ ξα­να­τρα­βών­τας το πρὸς τὰ πά­νω. Αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε ἦ­ταν ὅ­λη ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       Πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ τούρ­τα. Καὶ δέ­κα κε­ρά­κια. Καὶ τρα­γού­δια. Τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως, εἶ­ναι ἡ μέλ­λου­σα μη­τριά μου νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ μπαί­νει στὸ σπί­τι, μὲ τὶς χαλ­κο­κόκ­κι­νες μποῦ­κλες της νὰ χο­ρο­πη­δοῦν στὸ πρῶ­το μα­γι­ά­τι­κο φῶς καὶ τὸ φού­ξια μάλ­λι­νο τα­γι­έρ της, ἀν­θι­σμέ­νο σὰν ἐ­ξω­τι­κὸ λου­λού­δι. Μό­νο αὐ­τό – κι ἔ­πει­τα τὴν Μπάρ­μπι, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ξε­γλύ­στρι­σα ἀρ­γό­τε­ρα, κλέ­βον­τάς την καὶ πη­γαί­νον­τας στὸ δεύ­τε­ρο πά­τω­μα, γιὰ νὰ παί­ξω μα­ζί της κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να φω­τει­νὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ δω­μά­τιο ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρα τῶν γο­νι­ῶν μου.

       Μὲ συμ­πα­θεῖ, μὲ συμ­πα­θεῖ πραγ­μα­τι­κά, σκέ­φτη­κα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ χα­μό­γε­λο τῆς Σίρ­λε­ϋ ὅ­ταν ἄ­νοι­γα τὸ πα­κέ­το. Ὅ­πως ἔ­βγα­ζα τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ στε­νό, ὅ­μοι­ο μὲ φέ­ρε­τρο, κου­τὶ τῆς Μπάρ­μπι, αὐ­τὴ μὲ κοί­τα­ξε ἔν­το­να μὲ τὰ ἀ­μυ­γδα­λω­τά, λο­ξὰ μά­τια της, τὰ βλέ­φα­ρα με­λα­νὰ ἀ­πὸ τὴ μπλὲ σκιά, τὶς βλε­φα­ρί­δες της κολ­λη­μέ­νες ἀ­πὸ τὴ μά­σκα­ρα καὶ τὰ χεί­λη της συ­νε­χῶς σου­φρω­μέ­να, σα­γη­νευ­τι­κὰ καὶ συ­νά­μα σκυ­θρω­πά. Μο­νά­χη, τὴ γυρ­νοῦ­σα συ­νε­χῶς μέ­σα στὰ χέ­ρια μου, θαυ­μά­ζον­τας τὸ ἄ­καμ­πτο, γυ­α­λι­στε­ρὸ σῶ­μα της, τὰ στή­θη τορ­πί­λες, τὴ μέ­ση δα­χτυ­λί­δι, τὰ πό­δια κα­λα­μά­κια ποὺ δὲν λυ­γί­ζουν, πα­τών­τας αἰ­ω­νί­ως στὶς μύ­τες, μὲ τὴν κα­μά­ρα σὲ κουν­τε­πι­ὲ γιὰ νὰ χω­ρᾶ­νε τὰ μιοὺλ πα­πού­τσια της μὲ τὰ ψη­λὰ καὶ μυ­τε­ρὰ τα­κού­νια, νὰ κορ­δώ­νε­ται πά­νω κά­τω στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου.

       Τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν νὰ κά­νει ἡ Μπάρ­μπι, ἦ­ταν νὰ μοῦ ρί­ξει μιὰ μα­τιὰ κι ἐ­γὼ ἀ­κο­λού­θη­σα, δο­κι­μά­ζον­τας τὴν τύ­χη μου μα­ζὶ μὲ κά­θε κο­ρί­τσι, σὲ κά­θε γει­το­νιὰ τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, δη­λώ­νον­τας συμ­με­το­χὴ στὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ὅ­λα ὅ­σα ἤ­θε­λα νὰ ἤ­μουν, ἂν καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ πῶ αὐ­τὸ τό­τε, ὅ­πως δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι ἡ Μπάρ­μπι ἦ­ταν σὲξ χω­ρὶς σέξ. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ μέλ­λου­σα μη­τριά μου τὸ ἤ­ξε­ρε αὐ­τό, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μ’ εὐ­χα­ρι­στή­σει, ἐ­μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη κό­ρη ποὺ θυ­μό­ταν τό­σα πολ­λὰ καὶ ποὺ ἦ­ταν τό­σο ντρο­πα­λὴ γιὰ νὰ τὴ συ­ναν­τή­σει. Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ πέν­τε μῆ­νες, μὲ τοὺς δύ­ο μα­στούς της κομ­μέ­νους σὰν κρέ­ας στὴν κρε­α­τα­γο­ρά. Ἐ­γὼ ὅ­μως λα­χτα­ροῦ­σα τὴν κού­κλα ποὺ μοῦ εἶ­χε ἀ­πα­γο­ρεύ­σει, λὲς καὶ ἡ Μπάρ­μπι μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ δώ­σει ἀ­παν­τή­σεις γιὰ ὅ­λα – πῶς νὰ εἶ­μαι γυ­ναί­κα, ὅ­ταν ἤ­μουν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι χω­ρὶς μη­τέ­ρα, πῶς νὰ ντυ­θῶ καὶ νὰ μι­λά­ω, πῶς νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ Σίρ­λε­ϋ γιὰ τὸ σκλη­ρὸ καὶ πλα­στι­κὸ σῶ­μα ποὺ ζε­σται­νό­ταν κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἀ­κουμ­ποῦ­σα, ὁ­δη­γών­τάς με πί­σω στὸν κό­σμο.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

­λι­σονΤά­ουν­σεντ (A­l­i­s­on T­o­w­n­s­e­nd). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, T­he B­l­ue Dress καὶ W­h­at t­he B­o­dy K­n­o­ws. Ποί­η­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­νά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πάμ­πολ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει πολ­λὰ βρα­βεῖ­α. Δι­δά­σκει Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Γου­ι­σκόν­σιν καὶ ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της σὲ τέσ­σε­ρα ἑ­κτά­ρια πε­διά­δας γε­μά­της βε­λα­νι­δι­ὲς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Μάν­τι­σον.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Μαρία Κώτσια: Φιλιά στο ταβάνι

 

 

Μα­ρί­α Κώ­τσια

 

Φι­λιὰ στὸ τα­βά­νι

 

ἱ ὑ­δρα­τμοὶ θαμ­πώ­νουν τὸν κα­θρέ­φτη, σκου­πί­ζει τὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὴν πα­λά­μη καὶ μέ­νει νὰ κοι­τᾶ τὸ πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο του εἴ­δω­λο πά­νω στὸ ὑ­γρὸ γυα­λί. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­γρα­σί­α, οἱ στα­γό­νες ποὺ στέ­κον­ται πά­νω στὸ νω­πὸ δέρ­μα ποὺ μπιμ­πι­κιά­ζει. Μὲ βα­θι­ὲς εἰ­σπνο­ὲς ρου­φᾶ τὴν πα­χιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μυ­ρί­ζει λε­μό­νι καὶ μέν­τα καὶ ἀ­νε­παί­σθη­τα ἄ­γριο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μπο­ρεῖ νὰ θυ­μη­θεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ περ­νᾶ πο­λὺ ὥ­ρα στὸ μπά­νιο, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του χῶ­ρος μέ­σα στὸ σπί­τι. Κά­θε βρά­δυ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ γυ­ρί­σει, ν’ ἀ­κού­σει τὰ τα­κού­νια της πά­νω στὸ παρ­κέ, τὰ βή­μα­τα νὰ σβή­νουν στὰ πα­χιὰ χα­λιά, νὰ γδύ­νε­ται καὶ νὰ μπαί­νει στὸ μπά­νιο.

        Ἐ­κεῖ ποὺ μπο­ροῦ­σε νά ‘ναι μό­νος μα­ζί της. Μὲ προ­σο­χὴ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε κά­θε βρά­δυ νὰ κά­θε­ται στὸ μι­κρὸ βε­λού­δι­νο κα­πι­το­νὲ σκαμ­πὸ μπρο­στὰ στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη, τὰ μαλ­λιὰ τρα­βηγ­μέ­να πί­σω μὲ μιὰ κορ­δέ­λα, ν’ ἁ­πλώ­νει μὲ κυ­κλι­κὲς κι­νή­σεις τὸ ἄ­σπρο πα­χὺ γα­λά­κτω­μα σ’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ λαι­μό. Με­τὰ ξε­κολ­λά­ει μὲ προ­σο­χὴ τὶς ψεύ­τι­κες μαῦ­ρες γυ­ρι­στὲς βλε­φα­ρί­δες ἀ­πὸ τὰ μά­τια καὶ τὶς το­πο­θε­τεῖ σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­φα­νο κου­τὶ γιὰ νὰ τὶς φο­ρέ­σει τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ ξα­νά. Ἔ­πει­τα μὲ στρογ­γυ­λὰ κομ­μά­τια βαμ­βά­κι σκου­πί­ζει ἀ­πα­λὰ τὸ πρό­σω­πο. Γύ­ρω δι­ά­φο­ρα μπου­κα­λά­κια καὶ βα­ζά­κια μὲ λο­σιὸν καὶ κρέ­μες, βου­τά­ει μέ­σα σ’ ἕ­να τ’ ἀ­κρο­δά­κτυ­λα καὶ ἁ­πλώ­νει μὲ ἀ­νο­δι­κὲς κι­νή­σεις τὴν κρέ­μα, κά­νει μι­κρὰ χτυ­πη­μα­τά­κια γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια καὶ στὸ τέ­λος γέρ­νει πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ στέλ­νει φι­λιὰ στὸ τα­βά­νι. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι γιὰ νὰ μὴν κά­νω προ­γού­λι» τοῦ λέ­ει. Τὸ μπά­νιο, ἡ μα­μὰ μὲ τὴ με­τα­ξω­τὴ ρόμ­πα μὲ τὶς ὀρ­χι­δέ­ες καὶ τὰ φαρ­διὰ μα­νί­κια, τὶς σα­τὲν παν­τό­φλες της μὲ τὸ τα­κου­νά­κι, τὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἄ­γριο τρι­αν­τά­φυλ­λο.

        Κά­θε­ται στὸ μι­κρὸ σκαμ­πὸ καὶ βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ πλα­ϊ­νὸ συρ­τά­ρι τὸ ψα­λι­δά­κι τῶν νυ­χι­ῶν, δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ νυ­χο­κό­πτη, προ­τι­μᾶ τὰ στρογ­γυ­λὰ κομ­μέ­να νύ­χια. Τὰ δά­κτυ­λά του ἴ­σα ποὺ χω­ροῦν στὰ μι­κρὰ κε­νὰ τῆς λα­βῆς, οἱ ἄ­κρες τοῦ ἀν­τί­χει­ρα καὶ τοῦ δεί­κτη ἀ­σπρί­ζουν ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τοῦ λε­πτοῦ με­τάλ­λου. Κό­βει τὰ νύ­χια ἕ­να ἕ­να ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο δά­κτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Νι­ώ­θει τὸ αἷ­μα ν’ ἀ­νε­βαί­νει στὸ κε­φά­λι του ἀ­πὸ τὸ σκύ­ψι­μο, ἡ κοι­λιὰ του ζου­λι­έ­ται, ἡ μέ­ση του τὸν τρα­βᾶ. Με­τὰ παίρ­νει τὸ μα­νό, ἀ­νοί­γει τὸ μι­κρὸ κόκ­κι­νο μπου­κα­λά­κι καὶ τὸ φέρ­νει κον­τὰ στὴ μύ­τη. Ἔν­το­νη καυ­στι­κὴ ὀ­σμὴ γε­μί­ζει τὰ πνευ­μό­νια του. Βά­φει μὲ προ­σο­χὴ ὁ­μοι­ό­μορ­φα τὰ κον­το­κομ­μέ­να νύ­χια καὶ γυ­ρί­ζει σφι­χτὰ τὸ κα­πά­κι νὰ σφρα­γί­σει. Με­γά­λα λε­πτὰ πέλ­μα­τα μὲ τὶς φλέ­βες νὰ τι­νά­ζον­ται πά­νω στὴν κα­μά­ρα τοῦ πο­διοῦ, δέ­κα στρογ­γυ­λὰ κα­τα­κόκ­κι­να νύ­χια. Ἀ­νοί­γει τὴ βρύ­ση καὶ τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ ξα­να­θο­λώ­νει τὸν κα­θρέ­φτη. Ἡ μα­μὰ στὴ μπα­νι­έ­ρα δί­πλα ξυ­ρί­ζει τὶς γάμ­πες της, τὶς ἀ­λεί­φει μὲ λά­δι, μυ­ρί­ζει γλυ­κὸ ἀ­μύ­δα­γλο. Οἱ νό­στι­μες γάμ­πες τῆς μα­μᾶς.

        Βου­τά­ει τὸ χον­τρὸ βρεγ­μέ­νο πι­νέ­λο στὸ μπὸλ μὲ τὸ σα­πού­νι καὶ τὸ ἀ­να­κα­τέ­βει. Ἁ­πλώ­νει τὸν πα­χὺ ἀ­φρὸ στὰ μά­γου­λα, κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη, στὸ πη­γού­νι, στὸ λαι­μό. Σαν­τα­λό­ξυ­λο. Γε­μί­ζει τὶς πα­λά­μες καὶ βά­ζει στὸ στῆ­θος καὶ στὶς μα­σχά­λες του. Οἱ μυ­ρω­δι­ὲς μπερ­δεύ­ον­ται με­τα­ξύ τους καὶ τὸν ζα­λί­ζουν, ἡ μα­μὰ ξα­πλω­μέ­νη μὲς τὴ μπα­νι­έ­ρα στὸ θο­λὸ νε­ρό, γε­λᾶ δυ­να­τὰ καὶ τὸν κοι­τᾶ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια. Ξυ­ρί­ζει τὸ πρό­σω­πο, τὶς μα­σχά­λες. Τὸ χέ­ρι του τρέ­μει καὶ ἡ λε­πί­δα βρί­σκει τὴ δε­ξιὰ ρώ­γα ποὺ μα­τώ­νει, στα­γό­νες ρὸζ αἷ­μα κυ­λοῦν στὸ στέρ­νο του, τὸ γέ­λιο της ἀν­τη­χεῖ στ’ ἄ­σπρα πλα­κά­κια, μπαί­νει στὴν πλη­γὴ σα­πού­νι καὶ τὸν τσού­ζει. Ἀ­να­τρι­χιά­ζει. Παίρ­νει τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ οἰ­νό­πνευ­μα, τὸ ἀ­δειά­ζει πά­νω του, ἕ­να κά­ψι­μο βα­θύ. Στὴ μπα­νι­έ­ρα, ἡ μα­μὰ κο­λυμ­πᾶ μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο ὑ­γρό. Δὲν βγά­ζει ἄ­χνα. Ἀ­νοί­γει τὸ βα­ζά­κι μὲ τὴν κρέ­μα ἀ­πὸ ἄ­γριο τρι­αν­τά­φυλ­λο, βά­ζει μέ­σα τὴ γλώσ­σα καὶ γλεί­φει ἀρ­γὰ ἀρ­γά. Σκου­πί­ζε­ται. Πρὶν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο στέλ­νει φι­λιὰ στὸ τα­βά­νι.

        Πά­νω στὸ κρε­βά­τι ἀ­φη­μέ­νο τὸ κα­θα­ρὸ ἐ­σώ­ρου­χο, τὸ μαῦ­ρο φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­νο που­κά­μι­σο καὶ τὸ σκοῦ­ρο κο­στού­μι του. Στὸ πά­τω­μα τὰ πα­πού­τσια, τὸ κα­λὸ ζευ­γά­ρι. Ντύ­νε­ται καὶ φεύ­γει δι­πλο­κλει­δώ­νον­τας τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Μα­ρί­α Κώ­τσια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1979). Φοί­τη­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα σκη­νο­γρα­φί­ας, φω­το­γρα­φί­ας καὶ video editing. Συμ­με­τεῖ­χε σὲ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις καὶ video art festivals.

 

Γιάννης Πατσώνης: Τὸ νοικιασμένο νυφικό

 

 

Γιάννης Πατσώνης

 

Τὸ νοι­κι­α­σμέ­νο νυ­φι­κό

 

ΑΘΙΣΜΕΝΗ στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­να­πὲ ἡ Ἄν­να δὲν ἤ­θε­λε κα­νέ­να νὰ βλέ­πει, για­τὶ εἶ­χε γί­νει πά­λι με­γά­λη φα­σα­ρί­α στὸ σπί­τι. Ἡ μά­να της εἶ­χε βρεῖ μιὰ φω­το­γρα­φί­α μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση ἑ­νὸς στρα­τι­ώ­τη. «Αὐ­τὸς ὁ φαν­τά­ρος θά ‘­ναι» φώ­να­ζε, «αὐ­τὸς ποὺ σᾶς εἴ­δα­νε μα­ζὶ στὰ πευ­κά­κια».

       Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­φοῦ ἔ­βρι­σε καὶ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ τὴν στα­μα­τή­σει ἀ­π’ τὸ Γυ­μνά­σιο, πῆ­γε καὶ βρῆ­κε τὸ κα­φε­τζὴ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τοῦ στρα­το­πέ­δου. Ἄν­θρω­πος μὲ γνω­ρι­μί­ες αὐ­τός, τὸν ὁ­δή­γη­σε στὸ ὑ­πα­σπι­στή­ριο, ὅ­που συ­νάν­τη­σαν ἕ­να γνω­στό του λο­χα­γό. Ἔ­τσι ὁ στρα­τι­ώ­της ἔ­φυ­γε μὲ δυ­σμε­νὴ με­τά­θε­ση σὲ προ­κε­χω­ρη­μέ­νο φυ­λά­κιο ἑ­νὸς λό­χου προ­κα­λύ­ψε­ως, καὶ πρὶν πε­ρά­σει μή­νας τὴν Ἄν­να τὴν ἀρ­ρα­βώ­νια­σαν μ’ ἕ­να με­σί­τη.

       «Γα­μή­λιο τα­ξί­δι; Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με ν’ ἀ­φή­σου­με τὸ νυ­φι­κὸ στὸ φω­το­γρά­φο. Τα­ξί­δι εἶ­ναι κι αὐ­τό.»

       Τὴν τρά­βη­ξε ἀπ’ τὸ λαι­μό. Μὲ τ’ ἄλ­λο του χέ­ρι ξε­κούμ­πω­νε τὴ μπλού­ζα της. Τὰ κουμ­πιὰ ἦ­ταν στὴν πλά­τη καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν. Ἔ­πε­σε πά­νω της «θὰ σὲ κά­νω βα­σί­λισ­σά μου ἐ­γώ.­.­.­». Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε «κου­νή­σου ντὲ καὶ λί­γο! Μὴν κά­θε­σαι σὰ πα­γω­νι­έ­ρα».

       Ση­κώ­θη­κε νὰ πλυ­θεῖ. Τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­να­γού­λα, ὡ­στό­σο ἔ­τρι­βε τὸ σφουγ­γά­ρι μπρο­στά της. Τὸν θυ­μή­θη­κε μὲ τὰ φαν­τα­ρί­στι­κά του γερ­μέ­νο πά­νω της, τὰ φι­λιά τους. Ἄλ­λοι χαί­ρον­ται νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες τὸν ἔ­ρω­τά τους κι αὐ­τοὶ πό­σο; Βι­α­στι­κὰ σὰν τοὺς κυ­νη­γη­μέ­νους. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο νὰ βλέ­πει τό­σους στρα­τι­ῶ­τες κα­θη­με­ρι­νά, ντυ­μέ­νους σὰν κι αὐ­τόν, κι αὐ­τὸς νὰ λεί­πει.

       Τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, Δευ­τέ­ρα πρω­ί, ξε­κι­νή­σα­νε μὲ τὸ ἡ­μι­φορ­τη­γό του. Μιὰ ὥ­ρα δρό­μος ἤ­τα­νε. Κά­τι φι­λε­νά­δες της ποὺ τοὺς εἴ­δα­νε γε­λά­σα­νε. Σὲ λί­γο δι­α­δό­θη­κε πὼς πά­ει νὰ κά­νει ἀ­πό­ξε­ση «ἔ­χει παι­δὶ ἀ­π’ τὸ φαν­τά­ρο.­.­.­».

       Στὸ φω­το-Ἐ­του­ὰλ ἔ­μει­νε ἀ­π’ ἔ­ξω. Κοί­τα­ζε τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴ βι­τρί­να: γά­μοι, βα­φτί­σια, στρα­τι­ῶ­τες μὲ στο­λὴ ἐ­ξό­δου. Σὰν τὴ φω­το­γρα­φί­α του ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν στε­φα­νώ­νει ἡ Δό­ξα. Τὸ στε­φά­νι εἶ­χε σχῆ­μα καρ­διᾶς κι ἡ Δό­ξα μὲ λυ­τὰ μαλ­λιὰ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε. Μὰ αὐ­τὸς ὡς νε­ο­σύλ­λε­κτος δὲν κοί­τα­ζε ν’ ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν κου­ρε­μέ­νος, ἔ­τσι ὅ­πως ἤ­τα­νε ντυ­μέ­νος.

       Ὁ ἄν­τρας της μέ­σα στὸ μα­γα­ζὶ μά­λω­νε μὲ τὸ φω­το­γρά­φο γιὰ τὴν τι­μή. Ὁ φω­το­γρά­φος γύ­ρευ­ε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει για­τὶ τὸ νυ­φι­κὸ ἦ­ταν λε­κι­α­σμέ­νο μὲ στα­γό­νες ἀ­πὸ κε­ρί. Ἕ­να πα­ρα­νυ­φά­κι κρα­τοῦ­σε στρα­βὰ τὴ λαμ­πά­δα, πα­ρα­λί­γο νὰ τὸ κά­ψει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὸ κε­φά­λι της. Πο­νοῦ­σε. Χτές, κα­θὼς γύ­ρι­ζαν πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα καὶ τοὺς πε­τοῦ­σαν ρύ­ζι, κου­φέ­τα, πέ­τα­λα λου­λου­διῶν, κά­τι κου­φέ­τα τὴν πέ­τυ­χαν στὸ κε­φά­λι καὶ τώ­ρα ἐ­κεῖ νό­μι­ζε πὼς εἶ­χε πρη­στεῖ καὶ πο­νοῦ­σε. Τοὺς γύ­ρι­ζε ὁ πα­πὰς πά­νω στὴν ξύ­λι­νη ἐ­ξέ­δρα – ζευ­γά­ρι πιά. Ἄ­στρα­φταν τὰ φλὰς κι αὐ­τὴ γύ­ρι­ζε σὰ χα­μέ­νη μὲ τὸ στε­φά­νι στὸ κε­φά­λι, χω­ρὶς νὰ δι­α­κρί­νει πρό­σω­πα. Ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν μι­κρὴ κι ἀ­νέ­βαι­νε στὶς κού­νι­ες ποὺ ἔ­φερ­ναν κύ­κλους καὶ τῆς φαι­νόν­ταν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω μιὰ μά­ζα ξέ­θω­ρη καὶ δι­α­λυ­μέ­νη.

       Γιὰ πό­τε ξε­κί­νη­σαν καὶ φτά­σα­νε στὸ πάρ­κο τοῦ Ἡ­ρώ­ου, δὲν κα­τά­λα­βε. Οὔ­τε ποὺ ἄ­κου­γε τί τῆς ἔ­λε­γε στὸ δρό­μο. Κά­θη­σαν στὸ κεν­τρά­κι. Τὸ γκαρ­σό­νι ἔ­φε­ρε δύ­ο κα­σε­τί­νες. Δο­κί­μα­σε λί­γο, τ’ ἄ­φη­σε στὴν ἄ­κρη. Αὐ­τὸς ἔ­φα­γε ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της πά­στα, μὰ πα­ρήγ­γει­λε καὶ λου­κου­μά­δες. «Σι­ρο­πια­στὰ γιὰ τὴ λε­χώ­να κι ὁ μπα­τα­νὰς* στὴν ἀρ­ρα­βώ­να» εἶ­πε ση­κώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ἀ­π’ τὸ πι­α­τά­κι. Τὴν κοί­τα­ξε πο­νη­ρὰ σὰ παι­δὶ ποὺ εἶ­πε κά­τι τολ­μη­ρό. «Δὲν εἶ­σαι καὶ τό­σο ἄ­σχη­μος χον­τρού­λη» σκέ­φτη­κε. Ὅ­ταν γε­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν μα­τι­ῶν του ξε­κι­νοῦ­σαν ρυ­τί­δες κι ἕ­να λα­κά­κι στὸ δε­ξί του μά­γου­λο τὸν ἔ­κα­ναν συμ­πα­θη­τι­κό. Ὅ­μως γιὰ λί­γο. Ἔ­τσι ποὺ ἔ­σκυ­βε κα­τα­πί­νον­τας, φά­νη­κε ὁ ξυ­ρι­σμέ­νος σβέρ­κος του χον­τρός, χα­ρα­κω­μέ­νος. Θυ­μή­θη­κε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ τοῦ δη­μο­τι­κοῦ ποὺ ἔ­γρα­φε «Ἕ­νας πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴν πεί­να κι ἄλ­λος ἔ­σκα­σε ἀ­π’ τὴν χή­να». Ἄ­κου τὶ σκέ­φτη­κε! Καὶ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­κό­μη οὔ­τε μί­α μέ­ρα ποὺ παν­τρεύ­τη­καν.

       Κοί­τα­ξε δί­πλα, κοί­τα­ξε πέ­ρα στὸ στε­ρε­μέ­νο συν­τρι­βά­νι. Τὰ σι­δε­ρέ­νια μπὲκ ἀ­π’ ὅ­που τι­να­ζό­ταν χρω­μα­τι­στὸ νε­ρὸ τὰ βρά­δια, ἔ­βλε­παν λο­ξὰ πρὸς τὰ πά­νω, γυ­ρεύ­ον­τας τὴν εὐ­και­ρία νὰ καρ­φώ­σουν, πα­ρ’ ὅ­λη τὴ σκου­ριά τους. Ζευ­γα­ρά­κια, μα­θη­τές, ὅ­πως πάν­τα κα­θό­νταν στὰ παγ­κά­κια, κά­πνι­ζαν καὶ κρυ­βό­νταν. Ἀ­κό­μη μιὰ μέ­ρα κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στῆ­θος, ἕ­να κυ­μά­τι­σμα πό­θου, κά­τι ποὺ τὴν ἔ­κο­βε σὰν πό­νος κρυ­φός. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν γιὰ βρο­χή, ὅ­μως στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­έ­ρας ἔ­δι­ω­χνε τὰ σύν­νε­φα. Ἔ­φε­ρε τὰ χέ­ρια της σταυ­ρω­τὰ κι ἔ­σφι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴ ζα­κέ­τα, ποὺ τὰ μα­νί­κια της κρε­μι­ό­τα­νε ἀ­φό­ρε­τα. Θά ‘­θε­λε,χω­ρὶς προ­ει­δο­ποί­η­ση, ν’ ἄρ­χι­ζε βρο­χή. Νά ‘πεφτε τὸ νερό. Νά ‘πεφτε τὸ νερὸ μ’ ὁρμή.

 

* μπα­τα­νάς μπαν­τα­νάς· ἐκ­σπερ­μά­τω­ση στοὺς μη­ρούς. Ἀρ­χι­κὴ ση­μα­σί­α ἐ­πί­χρι­σμα (βλ. μπαν­τα­νό­βουρ­τσα).

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.

 

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984).

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой): Ἡ πυρκαγιά

 

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой)

 

Ἡ πυρ­κα­γιά

(Пожар)

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΝΥΧΤΑ ἁ­πλώ­νε­ται ἀρ­γὰ καὶ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ βα­θυ­κόκ­κι­νη ἀν­ταύ­γεια.

Ἡ ἀ­πέ­ραν­τη πό­λη φλέ­γε­ται.

       Τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ τῶν ψη­λῶν κτη­ρί­ων μαυ­ρί­ζουν· πί­σω τους μαί­νε­ται ἡ κι­τρι­νό­λευ­κη θά­λασ­σα τῆς φω­τιᾶς. Ποῦ καὶ ποῦ ὑ­ψώ­νον­ται μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πλημ­μυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ στὸ αἷ­μα. Ἀ­να­το­λι­κά, τὸ φω­τει­νὸ σύν­νε­φο τοῦ κα­πνοῦ ἁ­πλώ­νε­ται σὰν μιὰ θα­νά­σι­μη λω­ρί­δα καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ πα­ρά­φο­ρη φλό­γα, ἔ­χον­τας σπά­σει τὰ δε­σμά της, γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος, σκο­τεί­νια­σε καὶ τέρ­πε­ται ἤ­ρε­μα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῆς ἄ­λι­κης ὀρ­γῆς.

       Τὸ πλα­τὺ πο­τά­μι πλημ­μύ­ρι­σε στὸ αἷ­μα καὶ τὰ κύ­μα­τα κο­κά­λω­σαν τρο­μαγ­μέ­να, χα­ϊ­δεύ­ον­τας δι­στα­κτι­κὰ τὴ σκο­τει­νὴ ὄ­χθη.

       Οἱ ἀ­σά­λευ­τες μα­οῦ­νες καὶ τὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να πο­τα­μό­πλοι­α ξε­ρο­ψή­νον­ταν μὲ μιὰ κοκ­κι­νό­μαυ­ρη λάμ­ψη, οἱ φαρ­δι­ὲς σχε­δί­ες στα­μα­τοῦ­σαν μὲ φρί­κη στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἐ­νῶ οἱ μι­κρὲς φλό­γες κι­τρί­νι­ζαν, σπιν­θη­ρί­ζον­τας μὲ πα­ρά­πο­νο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἄ­λι­κο νε­ρό.

       Μιὰ φω­τει­νή, γα­λά­ζια σε­λή­νη χύ­νει ἤ­ρε­μα ἀ­πὸ ψη­λὰ τὶς ψυ­χρές της ἀ­κτί­νες στὴν πα­ρά­φρο­να γῆ. Πρὸς τὸ μέ­ρος της πε­τοῦν σύν­νε­φα, μὲ ζω­η­ρὰ ρό­δι­να χρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὴ φρί­κη καὶ τὴν ὀρ­γή. Ἔ­χον­τας δι­α­τρέ­ξει τὴν ἀ­πό­στα­ση, τὰ σύν­νε­φα χλο­μιά­ζουν καί, ἀ­ση­μέ­νια καὶ εὔ­θραυ­στα, ἀ­δι­ά­φο­ρα, πε­τοῦν γα­λή­νια πρὸς τὸν σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­που σι­ω­πη­λὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν τ’ ἄ­στρα…

       Γύ­ρω μας ἡ ἥ­συ­χη νύ­χτα. Τὰ δέν­τρα κοι­μοῦν­ται πλημ­μυ­ρι­σμέ­να σ’ ἕ­να μπλὲ φῶς, ἐ­νῶ οἱ πυ­κνὲς σκι­ὲς καὶ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ λου­λού­δια ἀ­να­σαί­νουν γλυ­κά.

       Αὐ­τὴ στέ­κε­ται λευ­κὴ καὶ λυ­γε­ρή, ἀ­κουμ­πών­τας τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της τὸ στῆ­θος, ἐ­νῶ στὰ τρο­μαγ­μέ­να, πα­νέ­μορ­φα μά­τια της δι­α­κρί­νον­ται οἱ ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς μα­κρι­νῆς πυρ­κα­γιᾶς.

 

   Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι (Алексей Николаевич Толстой)(Νι­κο­λά­γιεφσκ, Κυ­βερ­νεῖ­ο Σα­ρά­τωφ, 1882-Μό­σχα, 1945). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Εἰ­δι­κεύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ στὴν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φί­α. Ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κα­θε­στῶ­τος τοῦ Στά­λιν. Ἔ­γι­νε πο­λὺ γνω­στὸς ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «Τὸ χρυ­σὸ κλει­δά­κι ἢ οἱ Πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ Μπου­ρα­τί­νο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπό τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Άθήνα, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, Ἀθήνα, 2007).

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: Μούσα

 

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου

                                          

Μού­σα

 

Ε ΚΑΛΟΥΣΕ καὶ μὲ κα­λοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μὲ τὴν χα­μη­λό­φω­νη, σχε­δὸν με­λω­δι­κὴ φω­νή του τό­σο ἐ­πί­μο­να καὶ τρυ­φε­ρά, σχε­δὸν βα­σα­νι­στι­κά. Ὥ­σπου τὰ κα­τά­φε­ρε νὰ μὲ βγά­λει ἀ­πὸ τὴ χρό­νιά μου νάρ­κη, ἀ­πὸ ἕ­ναν διὰ βί­ου, μοῦ φαι­νό­ταν, λή­θαρ­γο.

       Βα­θυ­πρά­σι­να στο­χα­στι­κὰ μά­τια, μαῦ­ρα σγου­ρὰ μαλ­λιά. Λε­πτά, κα­τά­λευ­κα δά­χτυ­λα. Εἶ­χε τὴ συ­νή­θεια νὰ τυ­λί­γει ἀρ­γὰ μιὰ μπού­κλα στὸ δεί­χτη του, κα­θὼς μι­λοῦ­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα χα­μέ­νο κά­που μα­κριά.

       Ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μί­αν ἐ­πί­μο­νη ἔμ­πνευ­ση. Σὲ τέ­τοι­ους χα­λε­ποὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Ἕ­να μι­κρὸ θαῦ­μα ζω­ῆς.

 

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ μ’ ἔ­πει­σε ν’ ἀγ­γί­ξω τὰ χεί­λη του· ὤ, πό­σο χρό­νια εἶ­χα νὰ τὸ νι­ώ­σω!

       Αὐ­τὸς γεύ­τη­κε τὰ μι­κρὰ μυ­στι­κὰ τῆς τέ­χνης καὶ τῆς ἀ­γά­πης κι ἐ­γὼ ἀ­πέ­κτη­σα κά­τι, ποὺ ἔ­χον­τας πά­ρει ἀ­πό­φα­ση πὼς κα­νεὶς δὲν θὰ ζη­τοῦ­σε, εἶ­χα πέ­σει σὲ ἀ­πό­γνω­ση.

       Δὲν μοῦ ζή­τη­σε πο­τὲ ξα­νὰ τί­πο­τα, πά­ρεξ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρῶ­το φι­λί, ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει πὼς θὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ τα­λέν­το, ποὺ τοῦ χρω­στοῦ­σε ἡ μοί­ρα.

 

       Μό­νο κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα τοῦ ἀλ­λά­ζω τώ­ρα νε­ρὸ μὴ χά­σει τὸ χρῶ­μα του. Καὶ ποῦ καὶ ποῦ τοῦ ρί­χνω μιὰ μύ­γα μὴν πέ­σει σὲ ἀ­χρη­στί­α ἡ πο­λύ­τι­μη γλώσ­σα του.

 

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Τάσος Καλούτσας: Το στοκάρισμα

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Τὸ στο­κά­ρι­σμα

 

ΡΙΞΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ τυ­χαῖ­α κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του ὁ Μα­νό­λης, κι ἀ­να­κά­λυ­ψε δυ­ὸ δά­χτυ­λα σκό­νη. Κά­τι δα­χτυ­λι­δά­τες χνου­δω­τὲς σφαι­ροῦ­λες, ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξε­μον­τα­ρι­σμέ­νο παι­δι­κὸ κρε­βα­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἐ­πί­σης, πα­τι­κω­μέ­νο ἐ­κεῖ. Τοῦ ‘ρ­θε νὰ τρε­λα­θεῖ. Ὥ­στε, ὅ­λ’ αὐ­τὸ τὸ κα­κὸ τ’ ἀ­να­πνέ­α­νε τό­σον και­ρό; Κα­λά, χά­θη­κε ὁ κό­σμος νὰ τρα­βή­ξει μιὰ σκού­πα καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι; Καὶ τώ­ρα, ποῦ γυρ­νοῦ­σε; Ποῦ ἀλ­λοῦ, στὶς φι­λη­νά­δες της – τὶς τρεῖς Χά­ρι­τες, ὅ­πως τὶς ἔ­λε­γε ὁ Μα­νό­λης. Μα­ζεύ­ον­ταν ἐ­κεῖ, κα­φε­δά­κι, σα­χλα­μα­ρί­τσες, κου­τσομ­πο­λιά — κι ἄ­σ’ τον αὐ­τὸν νὰ πνί­γε­ται στὴ σκό­νη.­.. Τὴν πῆ­ρε ἀ­μέ­σως τη­λέ­φω­νο, πρὶν τοῦ πε­ρά­σει ὁ θυ­μός. Εἶ­πε, εἶ­πε, ξα­λά­φρω­σε. Τὸ βρόν­τη­ξε στὸ τέ­λος. Βάλ­θη­κε νὰ κά­νει φα­σί­να μό­νος του. Χώ­θη­κε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω, πρῶ­τα μὲ τὴ σκού­πα, ὕ­στε­ρα μὲ τὴ μά­πα, στὸ τέ­λος μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ πα­νί. Ἔ­γι­νε μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα – εἶ­χε καὶ μιά ζέ­στη.­.. Καὶ δῶ­σ’ του ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Μιὰ ὥ­ρα καὶ βά­λε κρά­τη­σε αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Μέ­χρι ποὺ πι­ά­στη­κε ἡ μέ­ση του. Πῆ­ρε με­τὰ τὸ βι­βλί­ο του —ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κό, τοῦ Σι­με­νόν— καὶ κά­θη­σε στὸ μπαλ­κο­νά­κι νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως ἔ­τσι.

       Κά­πο­τε ἦρ­θε ἡ Ζω­ζώ. Πε­σμέ­να τὰ μοῦ­τρα της. Κι αὐ­τὸς σο­βα­ρός, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὴν τῆς κά­νει σκη­νή. Στὸ κά­τω-κά­τω, για­τί νὰ δι­α­κό­ψει τὸ δι­ά­βα­σμά του, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ εἶ­χε τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ἐ­κεί­νη. Νά καὶ νά, ρο­δά­νι ἡ γλώσ­σα της. Τά­χα τὴν εἶ­χε συγ­χύ­σει μὲ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα καὶ τὴν εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος. Κι ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς μο­νά­χη της τὶς ἔ­κα­νε, καί, «κά­νε, τε­λο­σπάν­των, κά­τι καὶ σύ», τοῦ φω­νά­ζει, ὅ­σο αὐ­τὸς ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει στὴν ἀν­τε­πί­θε­ση. «Ἐ τί, μω­ρὲ Μα­νό­λη», τοῦ κά­νει, «ἔ­τσι εἶ­ναι· μὲ ρω­τᾶς καὶ μέ­να πό­τε τά ‘­κα­να – μό­λις προ­χτὲς τὰ πά­στρε­ψα.­.. Ὅ­λο μὲ τὸ φα­ρά­σι στὸ χέ­ρι θὰ εἶ­μαι;» καὶ δῶ­σ’ του φαν­φά­ρες, ἴ­σα-ἴ­σα δη­λα­δὴ γιὰ νὰ τὸν κά­νει Τοῦρ­κο. Προ­παν­τὸς τὶς ψευ­τιές της δὲ χώ­νευ­ε, καὶ τώ­ρα τοῦ πα­τοῦ­σε τὸν κά­λο· ἀ­γρί­ε­ψε, μὰ ἐ­πει­δὴ ντρά­πη­κε κά­τι κυ­ρί­ες ἀ­πὸ τ’ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι, χώ­θη­κε μέ­σα. Πή­γα­νε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια καί, ξαφ­νι­κά, πά­τη­σε τὰ κλά­μα­τα. Τό­τε κι αὐ­τὸς τὴν τα­ρα­κού­νη­σε. ­Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ βγεῖ πα­νω­λα­διά; Σι­γὰ-σι­γὰ θὰ τὸν ἔ­πει­θε πὼς ἔ­φται­γε ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴ σκό­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τους. Καὶ τά­χα «ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λού­κι» —τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κρε­βα­τά­κι— τὴν ἐμ­πό­δι­ζε. «Πο­νά­ει ἡ μέ­ση μου, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ σκύ­βω, κου­ρά­στη­κα.­.­.­», ἔ­λε­γε, ἐ­νῶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ τῆς ἀ­πο­δεί­ξει τί εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σε νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ τὸ κρε­βα­τά­κι ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ ἔ­συ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τῶν δα­χτύ­λων. Ἀλ­λά, βέ­βαια, τὰ λό­για της, ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο τὸ «δὲν μπο­ρῶ πιά», ἦ­ταν ἕ­να σχό­λιο πο­λὺ εὔ­γλωτ­το, σκέ­φτη­κε ὁ Μα­νό­λης· κι ἀν­τὶ νὰ μι­λά­ει ὁ ἴ­διος, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε θυ­σια­στεῖ μ’ αὐ­τὸ τὸ γά­μο, τολ­μοῦ­σε νὰ τοῦ ζη­τά­ει καὶ τὰ ρέ­στα. Σάμ­πως τῆς ἔ­βα­λε τὸ μα­χαί­ρι στὸ λαι­μό; Ἁ­πλῶς ζη­τοῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε —ἂν δὲν μπο­ροῦ­σε, ἂς τοῦ τό ‘λε­γε ν’ ἀ­να­σκουμ­πω­θεῖ αὐ­τὸς νὰ τὸ κά­νει— κι ὄ­χι νὰ τοῦ κο­πα­νά­ει τώ­ρα πὼς ἔ­πρε­πε ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ κρε­βα­τά­κι, πὼς τὸ δω­μά­τιο τῶν παι­δι­ῶν ἤ­θε­λε ἄ­σπρι­σμα, πὼς τὰ πό­δια της πο­νοῦ­σαν κτλ. — ἕ­να σω­ρὸ ἀ­συ­νάρ­τη­τα πράγ­μα­τα δη­λα­δή, ποὺ δεῖ­χναν κα­λὰ καὶ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ συ­νεν­νό­η­ση τους τό­σα χρό­νια. Καὶ κα­θὼς ἄ­να­βε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, βγαῖ­ναν στὴ φό­ρα κι ἄλ­λα, πῆ­ρε σβάρ­να καὶ κα­τη­γο­ροῦ­σε μέ­χρι καὶ τὴ θεί­α της, «κου­βα­λι­έ­ται ἐ­δῶ κι ὅ­λο πα­ρά­πο­να μοῦ ‘­ναι κι αὐ­τή.­.. δὲν μπο­ρῶ πιά, σπά­σαν τὰ νεῦ­ρα μου.­.­.­», εἶ­πε, λὲς κι ἦ­ταν ὅ­λοι βαλ­τοὶ νὰ τὴν κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρει – κι ἐ­κεί­νη, τὸ μό­νο θύ­μα τους. Καὶ ξα­νά, κλα­ψου­ρί­ζον­τας. «Κι ἂν εἶ­δες σκό­νη, ρὲ Μα­νό­λη, κα­θά­ρι­σέ την, τί πε­ρί­με­νες δη­λα­δή, ὑ­πη­ρέ­τριά σου εἶ­μ’ ἐ­γώ; Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, ἐ­σὺ κά­θε­σαι καὶ δι­α­βά­ζεις.­.. Ὤχ, τὸ κε­φά­λι μου!»

       Μιὰ σκιὰ δι­ά­βη­κε ἀ­πό­το­μα κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια τοῦ Μα­νό­λη, κι ἔ­σφι­ξε τὰ δόν­τια του. «Μιὰ μό­νη λέ­ξη ἀ­κό­μη καὶ τὴ σπάω.­.­.­», λέ­ει καὶ τραν­τά­ζει τὴν πόρ­τα. «Μπά», τοῦ ἀν­τι­λέ­ει —καὶ ἡ κλά­ψα της κλά­ψα— «μᾶς κά­νεις καὶ τὸ σκλη­ρὸ τώ­ρα;» Δὲν πρό­λα­βε ν’ ἀ­πο­τε­λειώ­σει τὴ φρά­ση της, κο­πα­νά­ει αὐ­τὸς μιὰ μο­νο­κόμ­μα­τη στὴν πόρ­τα μὲ τὸ δε­ξί, καὶ χώ­νε­ται ἡ γρο­θιά του στὸ ξύ­λο. «Θὰ βγά­λεις τὸ σκα­σμό;» μουγ­κρί­ζει. Τῆς πιά­νει τὸ πη­γού­νι καὶ τὸ σφίγ­γει, «δὲ μι­λῶ, ἄν­τε, δὲ μι­λῶ», τραυ­λί­ζει ἡ Ζω­ζὼ πιὸ μα­ζε­μέ­νη, καὶ τὴν σπρώ­χνει στὸ κρε­βά­τι. Γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στυ­λώ­νει τὸ βλέμ­μα του θο­λό, μιὰ πά­νω σ’ ἐ­κεί­νη καὶ μιὰ στὸ βου­λι­αγ­μέ­νο ξύ­λο. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, «μὲ βρῆ­κες βο­λι­κή, γι’ αὐ­τὸ τὰ κά­νεις», τοῦ πε­τά­ει πά­λι, σι­γα­νά, καὶ τό­τε πιὰ σκύ­λια­σε, μα­ζεύ­τη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ νό­μι­σε πὼς θὰ πά­θαι­νε συμ­φό­ρη­ση· τρέ­μον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­π’ τὸ κα­κό του, βάλ­θη­κε νὰ βλα­στη­μά­ει το στε­φά­νι του, τὴν ὥ­ρα καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν πῆ­ρε καὶ τοῦ μαύ­ρι­σε τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ Ζω­ζὼ δὲν ἔ­κο­βε τὴ μουρ­μού­ρα —«δὲ μι­λῶ» τά­χα­τες, μὰ ποῦ νὰ λου­φά­ξει— ὥ­σπου τῆς φώ­να­ξε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη νὰ τὸ βου­λώ­σει για­τὶ τοὺς ἄ­κου­γαν κι οἱ γεί­το­νες καὶ πῆ­γε μά­λι­στα μό­νος του ἀ­μέ­σως κι ἔ­κλει­σε μὲ βρόν­το τὴν τζα­μό­πορ­τα. Τὴν ἁρ­πά­ζει με­τὰ —μιὰ λύσ­σα τὸν ἔ­σπρω­χνε— νὰ τὴ σύ­ρει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, κι ἐ­κεί­νη βά­ζει ἀν­τί­στα­ση, «δὲν πά­ω που­θε­νά, φύ­γε σύ», τοῦ λέ­ει, καὶ δὲν κου­νοῦ­σε ρού­πι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι.

       Ξαφ­νι­κὰ ὁ Μα­νό­λης ξε­θό­λω­σε, «τί κά­νω μω­ρέ, γα­μῶ τὸ κέ­ρα­τό μου!» σκέ­φτη­κε, καὶ κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε μέ­σα του. Σὰ νά ‘­νι­ω­σε βα­θιά του μο­νο­μιᾶς πὼς τὸν ξε­φτί­λι­ζε ὁ κα­βγάς. «Ἄχ.­.­.­», βόγ­γη­ξε, «δὲ τὴ γλι­τώ­νω τὴ συμ­φό­ρη­ση.­.­.» κι ἐ­πει­δὴ τοῦ φαι­νό­ταν πιὰ τὸ πράγ­μα φῶς φα­νά­ρι μὲ τέ­τοι­ο βου­η­τὸ μὲς στὰ μη­νίγ­για του, τρά­βη­ξε γραμ­μὴ στὸ κου­ζι­νά­κι, βρῆ­κε μιὰ ἀ­σπι­ρί­νη καὶ τὴ μά­ση­σε στὰ γρή­γο­ρα. «Ἐ­γὼ νὰ δεῖς», ἀ­κού­ει τὴ φω­νή της ἀ­πὸ μέ­σα, «τοῦ κό­σμου ὅ­λου τα χά­πια θὰ πά­ρω.­.. Ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖς πιὰ ἀ­πὸ μέ­να, μιὰ καὶ κα­λή». Κο­κά­λω­σε. Ἦ­ταν νὰ βγεῖ, εἶ­χε κά­ποι­α δου­λειά, καὶ τώ­ρα τὸ σκε­φτό­ταν. Πῆ­γε καὶ στά­θη­κε μπρο­στά της μὲ ὑ­ψω­μέ­νο δά­χτυ­λο. «Πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­χεις ξα­να­κά­νει κά­πο­τε αὐ­τό.­.­.­», τῆς λέ­ει. Σώ­πα­σαν. Θυ­μό­ταν, τὰ εἴ­χα­νε τσουγ­κρί­σει πά­λι τό­τε, γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι —για­πὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη— τὴν εἶ­δε μιὰ στιγ­μὴ στὸ μπαλ­κο­νά­κι, δὲν ὑ­πῆρ­χαν κάγ­κε­λα καὶ πα­ρί­στα­νε τὴ ζα­λι­σμέ­νη, ὕ­στε­ρα κρύ­ψα­νε τὴ θέ­α της τὰ δέν­τρα, κι ὅ­ταν ξα­νά­δε τὸ μπαλ­κό­νι, ἐ­κεί­νη ἔ­λει­πε· εἶ­πε, πά­ει, γκρε­μί­στη­κε στὶς πλά­κες κα­τα­γῆς, κι ἔ­νι­ω­σε μέ­σα του ἕ­να δάγ­κω­μα· μὰ σὰν πλη­σί­α­σε, δὲν ἦ­ταν που­θε­νά, ἔ­ψα­ξε καὶ τὴ βρῆ­κε στὴν τα­ρά­τσα καὶ τοῦ μι­σό­κλει­νε πο­νη­ρά τὸ μά­τι. Ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, λέ­ει, γιὰ νὰ τοῦ κό­ψει τὰ ἥ­πα­τα.­..

       Φύ­ση­ξε δυ­να­τὰ τὴ μύ­τη της, κι ὁ Μα­νό­λης, ἀ­μί­λη­τος, προ­ση­λώ­θη­κε στὸ βα­θού­λω­μα τῆς πρε­σα­ρι­στῆς πόρ­τας καὶ τὸ ψη­λα­φοῦ­σε μα­λα­κὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα. Λί­γο ἀ­φη­ρη­μέ­νος, θαρ­ρεῖς, προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ με­ρε­με­τί­σει, πρό­χει­ρα στὴν ἀρ­χή, με­τὰ πῆ­γε κι ἔ­φε­ρε ἕ­να κα­τσα­βι­δά­κι λε­πτό, καὶ πά­σχι­ζε, μὲ φρον­τί­δα, νὰ ξα­να­φέ­ρει τὰ ξυ­λά­κια στὴν ἀρ­χι­κή τους θέ­ση. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν ἔ­κα­νε αὐ­τὴ τὴ ζη­μιά. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἔ­πρε­πε, ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, νὰ ση­κω­θεῖ καὶ νὰ φύ­γει. Κι ἄν.­.. Πῆ­γε καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες. Ὀ­χτώ. Ἀ­σι­χτίρ, εἶ­πε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὶς ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν δει­λή, δὲ θὰ τολ­μοῦ­σε. Καὶ στὸ κά­τω-κά­τω δὲν ἔ­πρε­πε, προ­παν­τός, νὰ δεί­ξει ἀ­δυ­να­μί­α καὶ νὰ τὶς κρύ­ψει, λό­γου χά­ρη. Ἂν ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε, ἔ­βρι­σκε χά­πια, ἕ­να σω­ρό. Ντύ­θη­κε γρή­γο­ρα. Ἡ Ζω­ζὼ εἶ­χε βά­λει τὴ νυ­χτι­κιά της καὶ ξά­πλω­νε, πι­ά­νον­τας τὸ κε­φά­λι της. Νά, τώ­ρα θὰ ση­κω­θεῖ νὰ πι­εῖ τὶς ἀ­σπι­ρί­νες, σκε­φτό­ταν, κα­θὼς βρον­τοῦ­σε τὴν πόρ­τα πί­σω του. Ἀλ­λὰ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε.

       Τέ­λει­ω­σε βι­α­στι­κὰ τὴ δου­λειά του καί, στὴν ἐ­πι­στρο­φή, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὴ θεί­α τῆς Ζω­ζῶς, νὰ πά­ρει τὸ γιό του. Ἔ­φα­γε μὲ τὸ ζό­ρι καὶ μιὰ φέ­τα πε­πό­νι ποὺ τὸν τρα­τά­ρα­νε. Τὸ παι­δὶ τό ‘­χαν καὶ βα­φτι­σμέ­νο, κι ἐ­κεῖ­νοι ἄ­τε­κνοι, τὸ νι­ῶ­θαν σὰ δι­κό τους – ὅ­λη μέ­ρα ἐ­κεῖ· τὸ ἄλ­λο, τὸ κο­ρί­τσι, τό ‘­χε στεί­λει πα­ρα­θέ­ρι­ση στὸ χω­ριό, στὴ μά­να του. Στὸ δρό­μο ὁ πι­τσι­ρί­κος τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­νέ­με­λα. Ἅ­πλω­σε κι ὁ Μα­νό­λης τρυ­φε­ρὰ τὸ χέ­ρι γύ­ρω στὸν ὦ­μο του καὶ τοῦ τσιμ­ποῦ­σε τὸ μά­γου­λο.

       Τὴν βρῆ­καν νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση. Ξα­πλω­μέ­νη, ἀ­σά­λευ­τη.­.. Στὸ παι­δί, ἡ Ζω­ζώ, γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ἀ­κε­φιά της, εἶ­πε πὼς ἦ­ταν λί­γο ἀ­δι­ά­θε­τη. Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸ σή­κω­σε ὁ Μα­νό­λης· ἔ­παιρ­νε κά­ποι­α φί­λη τους κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴ θά­λασ­σα ποὺ εἴ­χα­νε προ­γραμ­μα­τί­σει γιὰ αὔ­ριο – Σάβ­βα­το. «Μᾶλ­λον δὲ θὰ μπο­ρέ­σου­με», ψέλ­λι­σε ἀ­χνά, «για­τὶ ἡ Ζω­ζὼ ἔ­χει πο­νο­κέ­φα­λο.­.­.­». Πρό­σθε­σε ἀ­μέ­σως, πιὸ σι­γά: «Ἢ μᾶλ­λον, ἄ­κου.­.. ἂν ἔρ­θου­με μέ­χρι τὶς ὀ­χτὼ κα­λῶς, ἀλ­λι­ῶς νὰ φύ­γε­τε.» Πῆ­γε με­τὰ καὶ ψη­λα­φοῦ­σε πά­λι τὸ βα­θού­λω­μα. Σκέ­φτη­κε νὰ τὸ στο­κά­ρει. Εὐ­τυ­χῶς, στό­κος ὑ­πῆρ­χε μπό­λι­κος. Κα­θὼς ἀ­να­κά­τευ­ε τὴ σκό­νη μὲ τὸ νε­ρό, ἄ­κου­γε τὸ γιό του ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ λου­τρό. Ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸ στο­κά­ρι­σμα, χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴ σπά­του­λα γιὰ νὰ λειά­νει τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο πα­νά­κι. Μὲ ἄ­πει­ρη προ­σο­χή, σὰ νά ‘­φτια­χνε καλ­λι­τέ­χη­μα. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκε­φτό­ταν πὼς ὅ,τι καὶ νά ‘­κα­νε, μπο­ρεῖ ἕ­να ξέ­νο μά­τι νὰ ξε­γε­λι­ό­ταν καὶ νὰ μὴν τὸ πρό­σε­χε, οἱ δυ­ό τους ὅ­μως θὰ τὸ ἤ­ξε­ραν — καὶ ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α στὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τῆς πόρ­τας ἢ ἡ δι­α­φο­ρὰ στὸ χρῶ­μα, θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ τοὺς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε. Ἐν­δε­χο­μέ­νως, θὰ τοὺς θύ­μι­ζε καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα ποὺ εἴ­χα­νε συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ μεί­να­νε χω­ρὶς στο­κά­ρι­σμα. Συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε, θαρ­ρεῖς, τὴν ἐ­νο­χή του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως κα­τα­βά­θος πί­στευ­ε πώς, ἂν τοῦ φε­ρό­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, τί­πο­τα δὲ θὰ συ­νέ­βαι­νε. Ὕ­στε­ρα ἔ­στρω­σε τὸ παι­δὶ νὰ κοι­μη­θεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­γε κι ἡ Ζω­ζὼ γιὰ ὕ­πνο, κλεί­στη­κε στὴν κου­ζί­να καὶ μέ­τρη­σε τὶς ἀ­σπι­ρί­νες: Λεί­πα­νε μό­νο δύ­ο.

       Ρί­χνον­τας μιὰ τε­λευ­ταί­α ἐ­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ἔρ­γο του —πρώ­τη φο­ρὰ κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τέ­τοι­α λε­πτο­δου­λειά— δι­α­πί­στω­σε πὼς τὸ βα­θού­λω­μα εἶ­χε σχε­δὸν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ἴ­σως βέ­βαι­α, ἀρ­γό­τε­ρα, νὰ χρει­α­ζό­ταν λί­γο ἀ­κό­μη τρί­ψι­μο, μὲ τὸ γυ­α­λό­χαρ­το. Γιὰ τὴν ὥ­ρα, ἀ­πό­με­νε ἕ­νας ἄ­σπρος λε­κὲς ποὺ στέ­γνω­νε. Μιὰ στάμ­πα ὑ­γρὴ στὸ κέν­τρο τῆς —ἀ­σπρι­δε­ρῆς ἐ­πι­σης— πόρ­τας· ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως στέ­γνω­νε τό­σο πιὸ γα­λα­κτε­ρὴ γι­νό­ταν καὶ ξε­χώ­ρι­ζε.

       Βγῆ­κε στὸ μπαλ­κό­νι καὶ κά­θη­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος στὴ σι­ω­πή. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­κα­νε ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­που ξέ­μα­κρα, ἄ­στρα­φτε. Εὔ­κο­λα μάν­τευ­ες πὼς κα­τέ­φθα­νε μιὰ ἀ­να­κου­φι­στι­κή, κα­θαρ­τή­ρια βρο­χή.

       Ἔ­πε­σε τέ­λος κι αὐ­τός, στε­νά­ζον­τας, στὸ κρε­βά­τι. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­νι­ω­θε κά­τι νὰ μα­λα­κώ­νει μέ­σα του, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ. Ἡ Ζω­ζὼ δί­πλα του οὔ­τε σά­λευ­ε. Κα­θὼς ἀ­κούμ­πη­σαν οἱ πλά­τες τους, σκέ­φτη­κε ἄ­θε­λά του πὼς τέ­τοι­α μέ­ρα, συ­νή­θως κά­ναν ἔ­ρω­τα. Καὶ τί θὰ γι­νό­ταν μὲ τὴν αὐ­ρια­νὴ ἐκ­δρο­μὴ – οὔ­τε πρό­λα­βαν νὰ τὸ κου­βεν­τιά­σουν. Ἀ­π’ τὴ μιὰ ἔ­νι­ω­θε θλί­ψη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἦ­ταν ἀ­με­τα­νό­η­τος.

       Τὸν ξύ­πνη­σαν νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ κά­ποι­α ξαφ­νι­κὰ μπουμ­που­νη­τά. Ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες ἔμ­παι­νε δυ­να­τὴ ψύ­χρα. Σὲ λί­γο, χον­τρὲς νε­ρο­στα­γό­νες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν μὲ ὁρ­μή, κρο­τα­λί­ζον­τας πά­νω στὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ τὸ τσι­μέν­το τῆς αὐ­λῆς. Ἡ βρο­χὴ ἐρ­χό­ταν, στὴν ὥ­ρα της, νὰ δώ­σει τὴ λύ­ση. Ἀ­πὸ μό­νη της —δυ­στυ­χῶς ἢ εὐ­τυ­χῶς— ἡ ἐκ­δρο­μὴ γιὰ τὸ μπά­νιο, φυ­σι­κά, μα­ται­ω­νό­ταν.

       Εὐ­και­ρί­α πρώ­της, σκε­φτό­ταν ὁ Μα­νό­λης, νὰ ἔ­παιρ­νε μπο­γιὰ καὶ νά ‘­βα­φε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πόρ­τα.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ κλὰμπ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1990).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).  

 

Γιάννης Πατίλης, Τάσος Καλούτσας. Ἄνω πόλη Θεσσαλονίκης. 7 Μαΐου 2011.