Λάκης Παπαστάθης: Ἤθελε νὰ γίνει μακιγιέρ

 

 

 

Λά­κης Πα­πα­στά­θης

 

Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει μα­κι­γι­ὲρ

 

 Λὲς καὶ στὴν πρε­μι­έ­ρα ποὺ πρω­τα­γω­νι­στεῖς, ὁ φύ­λα­κας δὲν θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει τὴν εἴ­σο­δο, για­τί δὲν θὰ εἶ­σαι εὐ­πρε­πῶς ἐν­δε­δυ­μέ­νος.

 

ΟΝ ΕΛΟΥΣΑ μὲ σαμ­που­άν. Τὸν χτέ­νι­σα μὲ μιὰ χον­τρὴ χτέ­να γιὰ νὰ περ­νᾶ­νε τὰ μαλ­λιά. Πα­λι­ό­τε­ρα ἔ­φερ­να κου­ρέ­α γιὰ τὸ ξύ­ρι­σμα ἀλ­λὰ τώ­ρα οἱ νέ­οι μπαρ­μπέ­ρη­δες δὲν ἔρ­χον­ται για­τί φο­βοῦν­ται. Ὅ­σοι μὲ τὸ ζό­ρι ψή­νον­ται νὰ ‘ρθοῦν θέ­λουν πολ­λὰ λε­φτά, δὲν συμ­φέ­ρει, κι ἔ­τσι τὸ κά­νω μό­νος μου.

       Κοί­τα, τρεῖς πε­τσέ­τες μαύ­ρι­σα γιὰ τὸν Γιά­ννη —Γιά­ννη δὲν τὸν λέ­νε;— εἶ­χε πο­λὺ βρώ­μα πά­νω του, χρό­νια εἶ­χε νὰ πλυ­θεῖ. Τὶς πε­τσέ­τες δὲν τὶς ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ῶ, ὄ­χι, τὶς πε­τά­ω στὰ σκου­πί­δια, πᾶ­νε αὐ­τὲς εἶ­ναι δι­κές του μό­νον. Τὶς ἀ­γο­ρά­ζω χον­δρι­κὴ καὶ πάν­τα ἄ­σπρες γιὰ νὰ ξέ­ρω τί κά­νω, νὰ φαί­νε­ται τί παίρ­νω ἀ­πὸ πά­νω τους.

       Τὰ νύ­χια μὲ δυ­σκό­λε­ψαν, για­τὶ φαί­νον­ται ὅ­πως εἶ­ναι σταυ­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια. Προ­σπά­θη­σα μὲ ψα­λί­δι νὰ τὰ κό­ψω, τά ‘σκα­βα νὰ φύ­γει ἡ μαυ­ρί­λα. Δὲν τὰ πο­λυ­κα­τά­φε­ρα. Τὰ κά­λυ­ψα μὲ λί­γη πού­δρα, για­τὶ ἦ­ταν καὶ κα­τα­κί­τρι­να ἀ­πὸ τὴ νι­κο­τί­νη.

       Ροῦ­χα κα­λύ­τε­ρα δέν εἶ­χε νὰ μοῦ τά ‘φερ­νε κά­ποι­ος; Τὰ βούρ­τσι­ζα, τὰ βούρ­τσι­ζα, οἱ λε­κέ­δες δὲν ἔ­βγαι­ναν. Λι­ω­μέ­να ἦ­ταν, τρύ­πια, τί νὰ κά­νω; Ν’ ἀρ­χί­σω νὰ ρά­βω; Τὰ πα­πού­τσια! Τί νὰ πῶ γιὰ τὰ πα­πού­τσια; Ἡ σό­λα τρύ­πια κι αὐ­τή, κάλ­τσες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἡ πα­τού­σα του στὸ χῶ­μα.

       Τὸν πε­ρι­ποι­ή­θη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα. Τοῦ ’ρα­ψα κι ἕ­να κουμ­πὶ στὸ σα­κά­κι. Τρύ­πια ἦ­ταν τὰ χε­ρά­κια του, δὲν εἶ­χε φλέ­βες.

       — Ποῦ εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν.

       — Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε.

       — Συγ­γε­νεῖς;

       — Συ­νά­δελ­φοι.

       — Τί δου­λειὰ ἔ­κα­νε ὁ Γι­αν­νά­κης;

       — Ἠ­χο­λή­πτης κι­νη­μα­το­γρά­φου.

       — Δη­λα­δή;

       — Ἠ­χο­γρα­φοῦ­σε τὰ λό­για καὶ τοὺς ἤ­χους.

       — Ἄ κα­τά­λα­βα, ἔ­παιρ­νε στὸ μη­χά­νη­μα ὅ,τι ἀ­κου­γό­ταν, ξέ­ρω. Καὶ τὰ βή­μα­τα καὶ τὰ λό­για καὶ τὰ που­λιά. Ἐ­δῶ μέ­σα μό­νο δὲν ἀ­κού­γε­ται τί­πο­τα… καὶ τ’ αὐ­τά­κια του μὲ δυ­σκό­λε­ψαν, κοί­τα, ἔ­βα­λα πού­δρα καὶ σ’ αὐ­τά.

       — Πῶς ἦρ­θες ἐ­δῶ;

       — Ἡ μά­να μου ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα εἶ­χε ἀ­νοί­ξει κομ­μω­τή­ριο στὰ Νέ­α Λιό­σια, ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες. Μ’ ἔ­παιρ­νε στὸ μα­γα­ζί, για­τὶ ἤ­θε­λε νὰ μὲ κά­νει μα­κι­γι­έρ, καλ­λι­τέ­χνη μα­κι­γι­έρ, ἀλ­λὰ πῶς; Ποῦ νὰ βρῶ ἄ­κρη, πῶς νὰ βρῶ τὸ δρό­μο μου; Πέ­θα­νε με­τὰ κι ἔ­μει­να μό­νος. Ἐ­δῶ μ’ ἔ­φε­ρε ὁ πα­τὴρ Ἀ­θα­νά­σιος, μα­κα­ρί­της κι αὐ­τός. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­τρε­μα, σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­μως ξε­φο­βή­θη­κα καὶ τώ­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ δου­λειά μου. Ὅ­σοι εἶ­ναι τώ­ρα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἀ­πὸ μέ­να πέ­ρα­σαν.

       — Παν­τρεύ­τη­κες;

       — Ποι­ά νὰ μὲ πά­ρει νὰ κά­νω οἰ­κο­γέ­νεια; Μοῦ προ­ξέ­νε­ψαν μιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τρε­λή. Πιὸ πο­λὺ φο­βό­μουν αὐ­τὴν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­πα, πα­ρὰ τοὺς πε­θα­μέ­νους ἐ­δῶ μέ­σα. Μιά, ποὺ ἦ­ταν πιὸ κα­λὴ καὶ ὄ­μορ­φη, μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν μὲ θέ­λει, για­τὶ ἐ­γὼ ἔ­χω παν­τρευ­τεῖ τὸ χά­ρο! Μὲ πεί­ρα­ξε κι ἔ­κλαι­γα. Τί νὰ πῶ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μοί­ρα μου. Ἡ μά­να μου γιὰ και­ρὸ ἀλ­λη­λο­γρα­φοῦ­σε μ’ ἕ­ναν θεῖ­ο μου στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ για­τί εἶ­χε μά­θει πὼς ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ μιὰ σχο­λὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ ποὺ ἔ­βγα­ζε σπου­δαί­ους μα­κι­γι­έρ. Μό­νο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω τὴ γλώσ­σα, νὰ πά­ρω τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ καὶ νὰ πά­ω φαν­τά­ρος ἐ­κεῖ. Μά­θαι­ναν τὴν τέ­χνη πά­νω στοὺς νε­κροὺς στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο. Κα­τά­λα­βες; Πρὶν τοὺς πα­ρα­δώ­σουν στοὺς δι­κούς τους , ἔ­δι­ναν χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο μὲ βά­ψι­μο, σὰν τοὺς ζων­τα­νούς. Τοὺς φο­ροῦ­σαν σι­δε­ρω­μέ­νη και­νούρ­για στο­λὴ καὶ κά­λυ­πταν τὰ τραύ­μα­τα μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ. Ἤ­θε­λε με­γά­λη τέ­χνη, κυ­ρί­ως στὸ πρό­σω­πο. Ἀ­φό­ρε­τα πα­πού­τσια, ζῶ­νες μὲ γυ­α­λι­σμέ­να τὰ μπρούτ­ζα, και­νούρ­γιο κα­πέ­λο, πα­ρά­ση­μα πεν­τα­κά­θα­ρα.

       Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν κη­δεί­α. Θὰ βο­η­θή­σε­τε καὶ σεῖς στὸ κου­βά­λη­μα; Ἐ­γὼ θὰ κρα­τά­ω τὸ θυ­μι­α­τή­ρι δί­πλα στὸν πα­πά.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Λά­κης Πα­πα­στά­θης (Βό­λος, 1943). Πε­ζο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της. Ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει τρεῖς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους: Τὸν και­ρὸ τῶν Ἑλ­λή­νων (1981), Θε­ό­φι­λος (1987), Τὸ μό­νον τῆς ζω­ῆς του τα­ξεί­διον (2001) καὶ μί­α μι­κροῦ μή­κους: Γράμ­μα­τα ἀ­πό τὴν Ἀμε­ρι­κή (1972). Ἀ­πὸ τὸ 1976 εἶναι βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς «Πα­ρα­σκή­νιο». Ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἡ νυ­χτε­ρί­δα πέ­τα­ξε (Νεφέλη, 2002) εἶ­ναι τὸ πρῶτο του βι­βλί­ο.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: