Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius): Ἀττικὲς Nύχτες – Γιὰ τὴν καλαίσθητη διακριτικότητα τοῦ Ἀριστοτέλη

 

 

 

Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius)

 

Ἀττικὲς Nύχτες

(Atticae Noctes)

 

Γιὰ τοὺς φι­λό­σο­φους ­ρι­στο­τέ­λη, Θε­ό­φρα­στο καὶ Με­νέ­δη­μο· καὶ γιὰ τὴν κα­λαί­σθη­τη δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα τοῦ ­ρι­στο­τέ­λη κα­τὰ τὴν ­κλο­γὴ τοῦ δι­α­δό­χου του στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς Σχο­λῆς.

 

ΦΙ­ΛΟ­ΣΟ­ΦΟΣ Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΤΕ­ΛΗΣ, λί­γο πρὶν συμ­πλη­ρώ­σει τὰ ἑ­ξήν­τα δύ­ο του χρό­νια, εἶ­χε ἀ­στα­θῆ καὶ κα­τα­βε­βλη­μέ­νη ὑ­γεί­α ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἐ­λά­χι­στες ἐλ­πί­δες ζω­ῆς. Σ’ αὐ­τὴ τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν ὅ­λοι οἱ μα­θη­τές του πα­ρα­κα­λών­τας καὶ ἐ­ξορ­κί­ζον­τάς τον νὰ ὁ­ρί­σει ὁ ἴ­διος τὸν δι­ά­δο­χο στὴ θέ­ση του καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α, τὸν ὁ­ποῖ­ο, με­τὰ τὴν ἐκ­δη­μί­α του, θὰ ἔ­πρε­πε ὅ­λοι νὰ ὑ­πα­κού­ουν ὅ­πως καὶ τὸν ἴ­διο, καὶ κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο νὰ συμ­πλη­ρώ­νουν καὶ τε­λει­ο­ποι­οῦν τὶς γνώ­σεις τους στοὺς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοὺς κλά­δους ποὺ τοὺς εἶ­χε μυ­ή­σει.

       Στὴ Σχο­λὴ ὑ­πῆρ­χαν μὲν τό­τε πολ­λοὶ κα­λοὶ μα­θη­τές, ὅ­μως ξε­χώ­ρι­ζαν δύ­ο, ὁ Θε­ό­φρα­στος καὶ ὁ Με­νέ­δη­μος. Ὑ­πε­ρεῖ­χαν ὅ­λων τῶν ἄλ­λων σὲ πνευ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἐ­πι­στη­μο­σύ­νη· ὁ πρῶ­τος κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν νῆ­σο Λέ­σβο, ὁ Με­νέ­δη­μος πά­λι ἀ­πὸ τὴν Ρό­δο. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θὰ κά­νει ὅ,τι τοῦ ζη­τοῦν, μό­λις τοῦ δο­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α.

       Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βρέ­θη­καν ἐκ νέ­ου μα­ζὶ αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν πα­ρα­κα­λέ­σει γιὰ τὸν δι­ά­δο­χο στὴν δι­δα­σκα­λί­α, ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρα­σὶ ποὺ πί­νει, δὲν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του, ἀλ­λὰ βλα­βε­ρὸ καὶ στυ­φό, καὶ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξουν γιὰ ἕ­να ξέ­νο κρα­σί, κά­τι ἢ ἀ­πὸ τὴν Ρό­δο ἢ ἀ­πὸ τὴν Λέ­σβο. Τοὺς πα­ρα­κά­λε­σε νὰ φρον­τί­σουν γιὰ τὶς δύ­ο αὐ­τὲς ποι­κι­λί­ες καὶ τοὺς εἶ­πε ὅ­τι θὰ ἔ­πι­νε ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­χω­ροῦν, ἀρ­χί­ζουν τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση, βρί­σκουν τὸ ζη­τού­με­νο, τὸ προ­σκο­μί­ζουν. Τό­τε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ζη­τᾶ τὸ ρο­δί­τι­κο, τὸ δο­κι­μά­ζει καὶ λέ­ει: «Πραγ­μα­τι­κά, δυ­να­τὸ καὶ εὐ­χά­ρι­στο κρα­σί». Ἀ­μέ­σως ζη­τᾶ τὸ λε­σβια­κό. Μό­λις τὸ δο­κι­μά­ζει, ἀ­πο­φαί­νε­ται: «Καὶ τὰ δύ­ο, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κρα­σιά, ἀλ­λὰ ἡ­δί­ων ὁ Λέσ­βι­ος [οἶ­νος]­». Ὅ­ταν τὸ εἶ­πε αὐ­τό, οὐ­δεὶς πλέ­ον ἀμ­φέ­βαλ­λε ὅ­τι μὲ τρό­πο εὔ­χα­ριν καὶ ταυ­το­χρό­νως δι­α­κρι­τι­κὸ εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ὄ­χι τὴν ποι­κι­λί­α τοῦ κρα­σιοῦ ἀλ­λὰ τὸν δι­ά­δο­χό του. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Θε­ό­φρα­στος ἀ­πὸ τὴν Λέ­σβο, ἀ­νὴρ ἐξ ἴ­σου ἀ­γα­πη­τὸς στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὴν ζω­ή. Καὶ ὅ­ταν, λί­γο με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τό, ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­να­χώ­ρη­σε, συμ­φώ­νη­σαν ὅ­λοι στὸ πρό­σω­πο τοῦ Θε­ό­φρα­στου.

  

 

Πηγή: A. G­e­l­l­ii N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae, ἐ­πιμ.-σχό­λια P.K. M­a­r­s­h­a­ll, T­o­mi I-II, L­i­b­ri I-XX, O­x­o­n­ii E Typo­gra­pheo C­l­a­r­e­n­d­o­n­i­a­no 1968,  (3η ἔκ­δο­ση) 1991. (Βι­βλί­ο XIIΙ, Κεφ. 5)

 

Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius) (περ. 125-με­τὰ τὸ 180). Λα­τί­νος συγ­γρα­φέ­ας τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου ποὺ σπού­δα­σε στὴν Ἀ­θή­να. Βλ. ἐ­δῶ: Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ, «A­u­l­us G­e­l­l­i­us – Γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ λα­τι­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκό­να: Ἀριστοτέλης, Θεόφραστος καὶ Στράτων ὁ Λαμψακηνός. Ἔργο τοῦ Eduard Lebiedzki σὲ σχέδια τοῦ Carl Rahf. Ἀπόσπασμα τοιχογραφίας στὰ Προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου Ἀ­θηνῶν. 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: