Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman): Ὁ πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

 

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman)

 

πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

(The Lampshade Vendor)

 

Ο ΣΚΗΝΙΚΟ ἦ­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­παι­ζε.

Ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο σμό­κιν ἦρ­θε στὴν πόρ­τα που­λών­τας ἀμ­πα­ζούρ. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸς ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια τῶν χε­ρι­ῶν του. Σή­κω­σε ἕ­να ἀμ­πα­ζοὺρ μὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κούς του γάν­τζους. «Νὰ σοῦ που­λή­σω ἕ­να και­νού­ριο ἀμ­πα­ζούρ;»

       Τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ ἀμ­πα­ζοὺρ ποὺ εἶ­χα ἤ­δη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πῶς ἔ­χα­σε τὰ χέ­ρια του. Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω κου­βέν­τα. «Χθὲς κά­ποι­ος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ που­λοῦ­σε σφουγ­γα­ρί­στρες καὶ σκοῦ­πες. Τὸν ξέ­ρεις;»

       Ἔ­βα­λε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ πί­σω στὸ κα­ρό­τσι του. «Κα­μί­α σχέ­ση. Ἐ­γὼ που­λάω ἀμ­πα­ζούρ. Θέ­λεις ἕ­να;»

       Πάν­τα μοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ποὺ ἦ­ταν πα­λι­ο­μο­δί­τι­κες. Τὸν ρώ­τη­σα πό­σο και­ρὸ που­λοῦ­σε ἀμ­πα­ζούρ.

       «Πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια εἶ­χα μιὰ πα­ρά­στα­ση σὲ ὅ­λα τα με­γά­λα πα­νη­γύ­ρια, ἕ­να τσίρ­κο μὲ ψύλ­λους. Μὲ χτύ­πη­σε σκλη­ρὰ ἡ ὑ­γι­ει­νὴ καὶ ἡ κα­λαι­σθη­σί­α.»

       «Κά­πο­τε εἶ­χα δεῖ ἕ­να τσίρ­κο ψύλ­λων, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν μὲ πι­στεύ­ει», τοῦ εἶ­πα. «Τὸ κρα­τά­ω γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν, ὅ­μως, ὅ­τι θυ­μᾶ­μαι ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ γά­μο ψύλ­λων καὶ ἕ­ναν ψύλ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πο­δή­λα­το.»

       «Εἶ­χα ἕ­να μι­κρὸ τρα­πέ­ζι γιὰ σκη­νή, καὶ μό­νο λί­γες κα­ρέ­κλες γιὰ τὸ κοι­νό. Εἶ­χα ἕ­να νού­με­ρο μπα­λέ­του, ἕ­να σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­ναν ἀ­γώ­να τραί­νων μὲ βα­γό­νια. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν στοὺς ψύλ­λους τῶν ἀν­θρώ­πων. Εἶ­ναι οἱ μό­νοι ποὺ ἔ­χουν τὴ δύ­να­μη νὰ τρα­βή­ξουν καὶ νὰ σπρώ­ξουν μὲ τὰ πί­σω πό­δια τους. Οἱ ψύλ­λοι μου ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τοι. Τί ἀν­το­χή! Μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες πα­ρα­στά­σεις κά­θε μέ­ρα καὶ νὰ συ­νε­χί­ζουν γιὰ ἑ­βδο­μά­δες. Στὸ τέ­λος τῆς πα­ρά­στα­σής μου, σή­κω­να τὸ μα­νί­κι μου καὶ κα­λοῦ­σα τὸ θί­α­σό μου νὰ δει­πνή­σει.» Ὁ ἄν­τρας σή­κω­σε ψη­λὰ τοὺς γάν­τζους ἀ­πὸ χρώ­μιο.

       «Δι­ά­βα­σα ὅ­τι στὸ Με­ξι­κὸ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στή­ρι­ζε τὴν τέ­χνη μὲ ψύλ­λους», εἶ­πα. «Οἱ κα­λό­γρι­ες ἔ­φτια­χναν καὶ που­λοῦ­σαν μι­νια­τοῦ­ρες τῶν Σταθ­μῶν τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ μὲ σώ­μα­τα ψό­φι­ων ψύλ­λων καὶ ἄ­χρη­στα ὑ­λι­κά. Χά­ρη στοὺς ψύλ­λους, δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ σκα­λί­σουν ἀν­θρώ­πι­νες φι­γοῦ­ρες.»

       «Εἶ­χα ἕ­ναν ψύλ­λο», εἶ­πε μὲ σι­γα­νὴ φω­νή. «Τὸν εἶ­χα σὰν κα­τοι­κί­διο. Ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ ἄ­φη­να νὰ ρου­φή­ξει ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη μου. Τὸν ἔ­δε­να σὲ μιὰ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα ποὺ δὲν ἦ­ταν μα­κρύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό σου. Στὴν ἄ­κρη τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­χα δέ­σει μιὰ τέ­λεια σχη­μα­τι­σμέ­νη χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει.»

       Νό­μι­ζα ὅ­τι εἶ­χα δεῖ τὰ πάν­τα. Ὅ­μως, ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν ψύλ­λο-κα­τοι­κί­διο καὶ τὴν τέ­λεια χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα, μὲ ἔ­βα­λε σὲ σκέ­ψεις. «Ναί», εἶ­πα ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νή μου, «πι­στεύ­εις ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ μοῦ ξα­να­μι­λή­σεις γιὰ αὐ­τό;»

       Μὲ κοί­τα­ξε. «Ὄ­χι», εἶ­πε προ­σε­κτι­κά. «Μοῦ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

       Προ­σπά­θη­σα νὰ σκε­φτῶ μιὰ πρέ­που­σα ἀ­πάν­τη­ση. «Κα­τα­λα­βαί­νω», εἶ­πα τε­λι­κά.

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­τρι­ψε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κοὺς γάν­τζους στὸ δέρ­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι του. «Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή», εἶ­πε. «Φέ­ρε μου κά­τι νὰ γρά­ψω».

       Πῆ­ρε ἕ­να κά­τα­σπρο ἀμ­πα­ζούρ. Ἔ­βα­λα ἕ­να στυ­λὸ στὸν ἀ­ρι­στε­ρό του γάν­τζο. Ἦ­ταν ἕ­να μαρ­κα­δο­ρά­κι ποὺ εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸν ὑ­πάλ­λη­λο ὅ­ταν ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ στὴν A&P.

       Ζω­γρά­φι­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ τσίρ­κο ψύλ­λων στὸ ἀμ­πα­ζούρ, τὸν γά­μο, τὸν σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­να μπα­λέ­το ψύλ­λων. Ζω­γρά­φι­σε σκη­νὲς γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν εἴ­χα­με κὰν μι­λή­σει. Στὸ τέ­λος ζω­γρά­φι­σε κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ ψύλ­λος μὲ τὴ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα, ἀ­φοῦ κα­θό­ταν πά­νω στὴν πα­λά­μη ἑ­νὸς χε­ριοῦ. Τὸ χέ­ρι ἦ­ταν τέ­λει­ο.

       Ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξη­γή­σω σὲ δι­ά­φο­ρους για­τί ἀ­γό­ρα­σα τὸ ἀμ­πα­ζούρ. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, με­τέ­φε­ρα τὴ λάμ­πα δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ταινία τῶν Thomas Backer καὶ David Reppond. Παίζουν οἱ T.R. Richards καὶ Vaughn Greditzer.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman). Δι­ευ­θύ­νει τὸ πρό­γραμ­μα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­ρι­ζό­να. Γρά­φει βι­βλί­α γιὰ παι­διὰ καὶ δι­η­γή­μα­τα μὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ Με­τά­φρα­ση καὶ τὴ Δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε 2004 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

 

 

Ντυμένοι ψύλλοι. Φωτογραφία μὲ μικροσκοπικοὺς φακούς. Όκτώβριος 1919.

 

Ἡ τυρρανία τῶν ὄντων

καὶ ἡ διασκέδαση ὡς ἐφιάλτης

 

Τὸ πα­ρά­ξε­νο δι­ή­γη­μα τοῦ Ἄλλεν Γού­ντμαν, στὸ ὁποῖο ὁ ἀό­ρα­τος στὸ μά­τι κό­σμος τοῦ μι­κροῦ ἀπο­τυ­πώ­νε­ται συμ­βο­λικὰ στὸ ἀμπαζοὺρ μιᾶς ἡλι­κιω­μέ­νης ἀπὸ τὴν μυ­στη­ριώ­δη φι­γού­ρα ἑνὸς ἐκπαι­δευτὴ ψύλ­λων ποὺ ἡ ἀπώλεια τῶν χεριῶν του τὸν ἔκα­νε νὰ ἀλλά­ξει ἐπάγ­γελ­μα, μᾶς προ­κά­λε­σε τὴν πε­ριέρ­γεια νὰ δοῦμε μὲ τὰ μά­τια μας ἀπὸ κο­ντὰ αὐτὰ τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να ὀντά­ρια. Στὰ δύ­ο βίντε­ο ποὺ ἀκο­λου­θοῦν (τὸ δεύ­τε­ρο μιὰ ἱστο­ρικὰ ἐνδια­φέ­ρου­σα λή­ψη τοῦ 1956 στὴν Κο­πεν­γχά­γη) μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὸ ἀνε­στραμμέ­νο εἴδω­λο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ τσίρ­κου: ὄχι πιὰ ἐκπαι­δευ­μέ­νους ἐλέ­φα­ντες ἢ λιο­ντά­ρια ἀλλὰ θηρί­α τσέ­πης σχεδὸν ἀό­ρα­τα στὸ μά­τι νὰ ὑπα­κού­ουν ἐξί­σου ὑπο­τα­κτικὰ στὰ κε­λεύ­σμα­τα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ τους· οὔτε τὸ κομ­βό­ι τῶν φορ­τηγῶν ποὺ με­τα­φέ­ρουν τὰ δύ­στυ­χα ζῶα καὶ τὸ «ὑπη­ρε­τι­κό» τους προ­σω­πι­κό: τὸ τσίρ­κο τοῦ έκ­παι­δευτῆ ψύλ­λων χωρᾶ στὸ βα­λι­τσά­κι τοῦ πλα­νό­διου πλα­σιέ. Ἡ πα­ρά­στα­ση τε­λειώ­νει, τὸ μα­γαζὶ κλεί­νει κι ὁ θια­σάρ­χης παίρ­νει τὸ λε­ω­φο­ρεί­ο γιὰ τὴν  ἄλλη γει­το­νιά.

       Ἡ ἐλπί­δα κά­ποιων ὅτι ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α θὰ δώ­σει μιὰ νέ­α εὐκαι­ρί­α στὸ παλιὸ καὶ ἀπερ­χό­με­νο πλέ­ον ἐπάγ­γελ­μα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ ψύλ­λων μᾶς φαί­νε­ται ἀπο­κρου­στι­κή. Ἡ κα­λό­γρια τοῦ Με­ξι­κοῦ ποὺ κα­τέ­στρε­φε τὰ μά­τια της προ­κει­μέ­νου νὰ φτιά­ξει κου­στού­μια ἐποχῆς καὶ νὰ ντύ­σει μὲ αὐτὰ τὰ κου­φά­ρια τῶν μι­κρο­σκο­πικῶν ἐντό­μων δὲν εἶναι τὸ ἀντί­στοι­χο τοῦ ἀσιά­τη μι­κρο­γρά­φου μο­να­χοῦ ποὺ χα­ρά­ζει τὸ ποί­η­μά του σ’ ἕναν κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Στὴν ποι­η­τι­κή χει­ρο­νο­μί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου ται­ριά­ζει, ὅπως καὶ στὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, ἡ κο­σμο­λογικὴ ἀρχὴ τῆς ἑνό­τη­τας τῶν ἀντι­θέ­των, ἡ  ὁδὸς ἄνω κά­τω μία καὶ ὡυ­τή τοῦ σκο­τει­νοῦ Ἐφεσί­ου… Ἀλλὰ ἡ τυ­ραν­νί­α τῶν ὄντων ποὺ ἐπι­βάλ­λει ὁ ἄνθρω­πος εἴτε στὸ μι­κρὸ εἴτε στὸ με­γά­λο τσίρ­κο τῆς δια­σκέ­δα­σης, εἶναι ὁ ἐφιάλ­της ποὺ φέ­ρει τὸ ψευ­δώ­νυ­μο τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας: “C’est la Flea” [ ?]. Ἡ σω­στὴ θέ­ση τοῦ ἀμπα­ζοὺρ μὲ τὴ ζω­φό­ρο τοῦ τσίρ­κου τῶν ψύλ­λων εἶναι, ὅπως στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γού­ντμαν, στὸ κο­μο­δί­νο δί­πλα στὸ προ­σκε­φά­λι τοῦ ὕπνου.      

[γπ]

 

 

 

 

Διαφημίσεις

Χάρης Ψαρράς: Το ακατάδεκτο καταφύγιο

 

 

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς

 

Τὸ ἀ­κα­τά­δε­κτο κα­τα­φύ­γιο

 

ΚΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ ἔ­πια­σε κα­ταρ­ρα­κτώ­δης βρο­χή. Φυ­σοῦ­σε καὶ δυ­να­τὸς ἀ­έ­ρας. Δὲν χρει­α­ζό­μουν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο. Τά­χυ­να τὸ βῆ­μα. Ἔ­λε­γα ὅ­τι ὅ­σο συ­νέ­χι­ζα τὸ δρό­μο μου ὅ­λο καὶ κά­ποι­ο στέ­γα­στρο θὰ ἔ­βρι­σκα νὰ μὲ φι­λο­ξε­νή­σει ὥ­σπου νὰ κο­πά­σει ὁ κα­τα­κλυ­σμός. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα δι­έ­κρι­να στὸν ὁ­ρί­ζον­τα ἕ­να σπί­τι. Πῆ­ρα θάρ­ρος κι ἄρ­χι­σα νὰ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὅ­σο ὅ­μως ἔ­τρε­χα κον­τά του τό­σο τὸ ἔ­βλε­πα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται. Στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψα ὅ­τι ἦ­ταν ἰ­δέ­α μου, ἀλ­λὰ μὲ δυ­ὸ τρεῖς δο­κι­μὲς ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σα δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ σπί­τι ἔ­φευ­γε στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριὰ ὅ­σο πά­σχι­ζα νὰ τὸ πλη­σιά­σω. Ἡ βρο­χὴ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Δυ­νά­μω­νε κι­ό­λας. Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου νὰ προ­φτά­σω τὸ ἀ­κα­τά­δε­χτο κα­τα­φύ­γιο, ἀλ­λὰ ὁ κό­πος μου πή­γαι­νε χα­μέ­νος. Δὲν θυ­μᾶ­μαι με­τὰ ἀ­πὸ πό­ση ὥ­ρα ἀ­λη­θι­νῆς πά­λης μὲ τὴν ἀ­πό­στα­ση ὑ­πὸ βρο­χὴ ἔ­νι­ω­σα τὰ γό­να­τά μου νὰ λυ­γί­ζουν. Ἔ­πε­σα λι­πό­θυ­μος. Ὅ­ταν ξα­να­βρῆ­κα τὶς αἰ­σθή­σεις μου, ἤ­μουν τυ­λιγ­μέ­νος στὴ φρε­σκά­δα εὐ­ω­δια­στῶν σεν­το­νι­ῶν. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια καὶ πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὸ κρε­βά­τι. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα μου στοὺς τοί­χους καὶ τὰ ἔ­πι­πλα τοῦ δω­μα­τί­ου. Πρό­σε­ξα τὶς χα­μο­γε­λα­στὲς φω­το­γρα­φί­ες δύ­ο νη­πί­ων καὶ τοὺς φθαρ­μέ­νους γύ­ψους στὸ τα­βά­νι. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποὺ βρι­σκό­μουν, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­θα βέ­βαι­ος ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μὲ πε­ρι­έ­θαλ­πε ἄλ­λος κα­νεὶς πα­ρὰ τὸ σπί­τι ποὺ κυ­νη­γοῦ­σα με­τὰ μα­νί­ας ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα δι­εκ­δι­κών­τας ἀ­πὸ μέ­ρους του μιὰ ἔν­δει­ξη κα­λῆς θέ­λη­σης, μιὰ προ­σφο­ρά.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Χάρης Ψαρράς (Ἀ­θή­να, 1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά στὰ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἀ­θή­νας καὶ τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Δι­καί­ου στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐδιμ­βούρ­γου. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιά τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004) καὶ Ἡ δό­ξα τῆς ἀ­νε­με­λιᾶς (Κέ­δρος, 2008). Με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μιά του ἔχουν κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

 

Πάνος Β. Ξένος: Ὁ σκύλος

 

 

Πάνος Β. Ξένος

 

Ὁ σκύλος

 

ΠΩΣ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ στὴν προ­ε­φη­βι­κή τους ἡ­λι­κί­α, ἔ­τσι κι αὐ­τὸς εἶ­χε μα­νί­α μὲ τὰ γεν­νη­τι­κά του ὄρ­γα­να. Βι­α­ζό­ταν. Βι­α­ζό­ταν νὰ με­γα­λώ­σει. Ἤ­θε­λε νὰ νι­ώ­σει ἄν­τρας, ἄν­τρας ὅ­πως τὸν ἤ­θε­λε ἡ μά­να, ὅ­πως τὸν ἤ­θε­λε ὁ πα­τέ­ρας, ὅ­πως τὸν ἤ­θε­λε ἡ πα­τρί­δα. «Τὸ ἔ­θνος χρει­ά­ζε­ται ἄν­τρες!» τοῦ τσαμ­πού­να­γε ἕ­ξι χρό­νια ὁ Μπι­γι­ό­της ὁ δά­σκα­λος, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας τοῦ δη­μο­τι­κοῦ. «Νά! Ἐ­κεί­νου νὰ μοιά­σεις», τοῦ ἔ­δει­χνε μὲ τὸ ρο­ζι­α­σμέ­νο, σκέ­το μα­δέ­ρι, δά­χτυ­λο ὁ πα­τέ­ρας, τὴ λι­θο­γρα­φί­α τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη στὸν ἀσβε­στω­μένο τοῖ­χο. «Νὰ γί­νει ἄν­τρας ρέ!» τὸν ὁρ­μή­νευ­ε κι ἡ μά­να, «νὰ φέ­ρεις μιὰ κα­λὴ νύ­φη μὲ προί­κα, νὰ κά­νει παι­διὰ γε­ρά, γε­ρὰ τ’ ἀ­κοῦς, ἄν­τρες, νὰ κοι­τά­ξου­νε τὰ γε­ρά­μα­τά σου, νά ‘­χεις νὰ στη­ρι­χτεῖς, νὰ μὴν πᾶς σκυ­λὶ στ’ ἀμ­πέ­λι!». Νὰ γί­νει ἄν­τρας, νὰ βγά­λεις σκλη­ρὲς τρί­χες στὰ μά­γου­λα, σὰν τὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ξου­ρί­ζε­ται πρω­ί-πρω­ὶ καὶ χα­σκογε­λά­ει μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ τὸν ζα­χα­ρώ­νου­νε! «Ἄν­τρας!» Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φο­βᾶ­ται κά­πως μὲ τού­τη τὴ λέ­ξη. Πρό­φε­ραν ὅ­λοι γύ­ρω του τὴ λέ­ξη «ἄν­τρας», σὰ νὰ κρε­μό­ταν ἡ ζω­ὴ μο­νά­χα ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Θυ­μό­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α στὸ δη­μο­τι­κό, τὸν Ἡ­ρα­κλή, τὸν Θη­σέ­α, τὸν Λε­ω­νί­δα, τὸν Γκού­ρα, τὸν Μα­κρυ­γιάν­νη, τὸ λή­σταρ­χο Ντα­βέ­λη, ναί, θυ­μό­ταν μὲ τί με­γα­λο­πρε­πῆ θαυ­μα­σμὸ τοὺς τύ­λι­γε ἡ ἱ­στο­ρί­α. Θυ­μό­ταν τὰ θρη­σκευ­τι­κὰ μὲ κεῖ­νο τὸν αἱ­μο­βό­ρο Θεό, ποὺ ὅ­λο δι­α­τα­γὲς ἦ­ταν, σφα­γές, φό­νους καὶ ἄν­τρες στὴν Πα­λαι­ὰ Ἱ­στο­ρί­α. Θυ­μό­ταν τοὺς γραμ­μέ­νους πο­λέ­μους μὲ τὰ παλ­λη­κά­ρια μας, τὰ λι­ον­τά­ρια, νὰ κον­ταρο­χτυ­πι­οῦν­ται πά­νω στοὺς λό­φους καὶ τὶς βου­νο­κορ­φές. Ἄ­κου­γε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται στὸν ὕ­πνο καὶ τὸν ξύ­πνιο τους τὸν ἄν­τρα, μο­να­χὰ τὸν ἄν­τρα. Ὅ­ταν τὰ δού­λευ­ε ὅ­λα τοῦ­τα στὸ μυα­λό του, μπερ­δευ­ό­ταν, πε­λά­γω­νε, φο­βό­ταν, τὰ σά­στι­ζε καὶ βι­α­ζό­ταν. Νὰ γί­νει ἄν­τρας!

       Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ μαλ­λιά­ζει, ἄρ­χι­σαν καὶ τὴ μά­να του νὰ τὴ ζώ­νουν φί­δια.

       — Μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες! τοῦ ‘­λε­γε. Ἅ­μα σὲ μπλέ­ξου­νε γυ­ναῖ­κες χά­θη­κες! Πῦρ, γυ­νὴ καὶ θά­λασ­σα!

       Κι ὁ πα­τέ­ρας του, ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν τεσ­σά­ρων, πέν­τε χρό­νων, τὸν ἔ­βα­ζε νὰ ση­κώ­νει ἄ­ξαφ­να τὰ φου­στά­νια τῶν γυ­ναι­κῶν. «Νὰ γί­νεις ἄν­τρας ρέ!»

       Στὰ δε­κα­τρί­α του, ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­τρω­γαν σι­ω­πη­λὰ οἱ τρεῖς τους στὸ τρα­πέ­ζι, βού­τη­ξε ἄ­ξαφ­να ὁ πα­τέ­ρας τὸ μπου­κά­λι τὸ κρα­σί, τὸ βρόν­τη­ξε στὸ μου­σα­μὰ καὶ εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:

       — Τὸ ἀ­πό­γευ­μα θὰ σὲ πά­ω στὴ Χώ­ρα στὶς γυ­ναῖ­κες!

       Στά­θη­κε ὁ κόμ­πος τὸ φα­ῒ στὸ λά­ρυγ­γά του, τὰ σά­στι­σε, ἄρ­χι­σε ἀ­πό­το­μα νὰ τρέ­μει κι εὐ­τυ­χῶς ἡ μά­να ποὺ σή­κω­σε ἠ­λε­κτρι­σμέ­νο τὸ χέ­ρι κι ἄ­στρα­ψε μιὰ μπού­φλα στὰ μοῦ­τρα τοῦ πα­τέ­ρα, γουρ­λώ­νον­τας τὰ μά­τια, κα­τα­κόκ­κι­νη ἀ­πὸ θυ­μό, χει­ρο­βομ­βί­δα θά ‘­λε­γες ποὺ πή­γαι­νε νὰ σκά­σει.

       — Πρό­στυ­χε! Πα­λι­άν­θρω­πε! οὔρ­λια­ξε.

       Πι­α­στή­κα­νε στὰ χέ­ρια καὶ τὸ παι­δὶ τό ‘­βα­λε στὰ πό­δια, ἴ­σια κα­τὰ τὸν κάμ­πο, κυ­νη­γη­μέ­νο λὲς ἀ­πὸ μιὰ κα­τα­στρο­φή, ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ τὸ ἀ­φα­νί­σει. Ἀ­πὸ κον­τὰ κι ὁ σκύ­λος του, ὁ μό­νος φί­λος του, ὁ προ­στά­της του, ὁ γνώ­στης ὅ­λων τῶν μυ­στι­κῶν του. Κα­θή­σα­νε λα­χα­νι­α­σμέ­νοι στὸν κορ­μὸ μιᾶς ἀ­χλα­διᾶς. Τί ἦ­ταν ὅ­λο τοῦ­το, δὲν μπο­ροῦ­σε κα­λά-κα­λὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὸ παι­δί. Αὐ­τὸς ἀ­γα­ποῦ­σε νὰ κλω­τσά­ει τοὺς ντε­νε­κέ­δες, νὰ κρε­μι­έ­ται στὰ κλα­διὰ τῶν δέν­τρων, νὰ τρέ­χει μὲ τὸ σκύ­λο του, νὰ λέ­ει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ψέ­μα­τα μὲ τοὺς συμ­μα­θη­τές του, ν’ ἀ­κού­ει ἱ­στο­ρί­ες καὶ πα­ρα­μύ­θια. Κι ὅ­λοι τοῦ­τοι θέ­λα­νε μὲ τὸ ζό­ρι νὰ τοῦ τὰ στα­μα­τή­σουν ὅ­λα αὐ­τά, νὰ βά­λουν τέρ­μα σ’ ὅ­λα καὶ νὰ τὸν χώ­σουν ἀ­πό­το­μα στὸ χῶ­ρο τῶν ἀν­τρῶν, μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω, μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ τοῦ ρί­χνον­ται καὶ νὰ τὸν μπλέ­κουν, μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες στὴ Χώ­ρα, μὲ μιὰ κα­λὴ νύ­φη ποὺ νὰ κά­νει παι­διὰ-ἄντρες, μὲ κεῖ­νον τὸ μου­στα­κα­λὴ προ­πά­το­ρα στὸν ἀσβε­στω­μένο τοῖ­χο, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ μοιά­σει. Τί ἦ­ταν ἐ­τοῦ­τοι, ποὺ θέ­λα­νε νὰ τοῦ ἁρ­πά­ξουν, νὰ τοῦ λη­στέ­ψουν τὸν κό­σμο του μ’ αὐ­τὰ τὰ μέ­σα, δὲν μπο­ροῦ­σε, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Σμπα­ράλια­σε τὸ μυα­λό του ἀ­π’ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δε ὅ­λα νὰ μπερ­δεύ­ον­ται, νὰ μὴ μπο­ρεῖ νὰ τὰ ξε­χω­ρί­σει. 

       Τὸ βρά­δυ, πε­ρί­με­νε νὰ νυ­χτώ­σει κα­λὰ-κα­λὰ γιὰ νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι. Κι ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἡμέρα ἄρ­χι­σε νὰ φο­βᾶ­ται τὸν πα­τέ­ρα πι­ό­τε­ρο καὶ πιὸ βα­θιά. Μὰ ὁ πα­τέ­ρας, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν τα­πεί­νω­ση, ἀ­γρί­ε­ψε, ὧ­ρες-ὧ­ρες μούγ­κρι­ζε σὰν ταῦ­ρος, ἔ­τσι γιὰ τὸ τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σε μί­α σκέ­ψη βδέλ­λα νὰ καρ­φώ­νε­ται σι­γὰ-σι­γὰ μέ­σ’ τὸ μυα­λό του. «Μω­ρὲ μή­πως καὶ δὲν εἶ­ναι ἄν­τρας;»

       Ἡ μά­να τὸ κα­νά­κευ­ε τ’ ἀ­γό­ρι της, «τὸ στή­ριγ­μά μου, ποὺ θὰ μοῦ κά­νει ἀγ­γόνια νὰ κα­να­κεύ­ω μιὰ ζω­ή!» Κι εἶ­χε τὸ μά­τι ἄ­γρυ­πνο μή­πως κα­μιὰ τσιμ­περ­δό­να μπλέ­ξει τὸν γιὸ καὶ ξε­στρα­τί­σει ἀ­π’ τὸν ἴ­σιο δρό­μο. Κι ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας ἔ­βλε­πε τὴ μά­να νὰ χα­ϊ­δο­λο­γά­ει τὸν γιὸ κι ὅ­σο ἔ­βλε­πε τὸ γιὸ νὰ μέ­νει ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὸ σκύ­λο, νὰ τρέ­χει καὶ νὰ χο­ρο­πη­δᾶ, χω­ρὶς ἔ­γνοι­α γιὰ γυ­ναί­κα, χω­ρὶς κα­μί­α ἀν­τρίκια πρά­ξη γιὰ τὴν ὥ­ρα, μπάφια­ζε καὶ σκαρ­φι­ζό­ταν χι­λιά­δες κόλ­πα, νὰ μπά­σει τὸ παι­δὶ στὸ δρό­μο ποὺ συ­νε­χί­ζε­ται αἰ­ῶ­νες τώ­ρα ἀ­πὸ γιὸ σὲ γιό, ἀ­πὸ ἐγ­γό­νι σὲ ἐγ­γό­νι.

       — Εἶ­σαι ἄν­τρας ρέ;

       Τὸ ἤ­ξε­ρε, τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­τρας, τὸ ἄλ­λο ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μα­νί­α ποὺ τοὺς εἶ­χε πιά­σει ὅ­λους, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ βιά­ση, νὰ τὸν μπά­σουν ἄ­ρον-ἄ­ρον καὶ ἀ­τό­φια μέ­σα στὴ ζω­ὴ καὶ στὸν κό­σμο τῶν ἀν­τρῶν.

       Εἶ­δε καὶ ἀ­πό­ει­δε ὁ πα­τέ­ρας πὼς μὲ τὶς σο­φι­στεῖες του τί­πο­τα δὲν γι­νό­ταν, ὅ­τι δὲν πιά­νουν μπά­ζα οἱ λά­γνες ἡ­δο­νὲς καὶ τ’ «ἀ­πο­τέ­τοι­α» τῶν ἀν­τρῶν κι ἡ σκέ­ψη βδέλ­λα πῆ­ρε νὰ φουν­τώ­νει πυρ­κα­ϊ­ά. Ἔ­πρε­πε ὁ γιὸς νὰ κά­νει κά­τι δυ­να­μι­κό, κά­τι τραν­τα­χτό, κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι εἶ­ναι ἄν­τρας. Ἀ­κό­νι­σε τὸ μα­χαί­ρι τὸ μυ­τε­ρό, τὸ μα­κρυ­μά­νι­κο. Τὸ εἶ­δε νὰ γυ­α­λί­ζει καὶ ν’ ἀ­στρά­φτει, γυ­α­λί­σα­νε τὰ μά­τια στὸ σκο­τά­δι.

       — Πιά­στο!

       Γαν­τζώ­θη­κε ὁ γιὸς ἀ­πὸ τὴ ρά­χη τοῦ σκυ­λιοῦ, γουρ­λώ­νον­τας τὰ μά­τια.

       — Πιά­στο!

       Ἅρ­πα­ξε τὸ χέ­ρι τοῦ παι­διοῦ, τοῦ ‘­χω­σε στὴν πα­λά­μη τὴ λαβή.

       — Σή­κω τὸ χέ­ρι σου ψη­λά! Πῆ­ρε νὰ τρέ­μει τὸ παι­δί.

       — Σφάχτον!

       Τοῦ κό­πη­σε ἡ πνο­ή.

       — Μα­χαί­ρω­σέ τον!

       Ἕ­νας λυγ­μὸς ἀ­νέ­βη­κε στὰ χεί­λη του.

       — Μα­χαί­ρω­σέ τον! οὔρ­λια­ξε ὁ πα­τέ­ρας. Κρύ­ος ἱ­δρὼς τὸ ἔ­λου­σε.

       — Μα­χαί­ρω­σέ τον!

       Κι ἄρ­χι­σε νὰ κλω­τσά­ει μὲ λύσ­σα τὸ παι­δί. Ἔ­κα­νε κεῖ­νο νὰ λα­κί­σει, τὸ ἅρ­πα­ξε ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο.

       — Σφάχτον! Μα­χαί­ρω­σέ τον! Σφά­χτον!

       Κα­τέ­βα­σε μὲ δύ­να­μη τὸ χέ­ρι, μπή­γον­τας τὸ μα­χαί­ρι στὸ σκυ­λί, βγά­ζον­τας ἕ­να οὐρ­λια­χτὸ σὰ λα­βω­μέ­νο ἀ­γρί­μι καὶ βάλ­θη­κε νὰ τρέ­χει, παίρ­νον­τας μα­ζί του τὴ λα­βω­μα­τιά.

       Κι ὁ πα­τέ­ρας πῆ­ρε νὰ γε­λά­ει, νὰ γε­λά­ει, νὰ γε­λά­ει, ἴ­διος τρελ­λὸς ἀ­πὸ χα­ρά.

       — Εἶ­ναι ἄν­τρας μω­ρή! Τρέ­ξε νὰ δεῖς! Εἶν’ ἄν­τρας!!

       Κι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ γε­λά­ει, νὰ γε­λά­ει, νὰ γε­λά­ει, μπρὸς στὸ μα­χαι­ρω­μέ­νο σκύλο ποὺ σπαρ­τά­ρα­γε.          

 

 

Πη­γή: Πά­νος Β. Ξέ­νος, Ἐκτρο­φεῖο θη­ρί­ων (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἀστρο­λά­βος/Εὐθύ­νη, Ἀθή­να, 1990).

 

Πά­νος Β. Ξέ­νος (Λου­τρὸ Κο­ριν­θί­ας, 1945-Ἀθή­να 1990). Πεζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σία. Ἐργά­στη­κε ὡς ναυ­τι­κός. Τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια τῆς ζωῆς του, ξέ­μπαρ­κος πιά, ἐργα­ζό­ταν στὰ κα­τα­στή­μα­τα Βε­ρό­που­λος. Ἄρ­θρα καὶ δι­η­γή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά (Εὐ­θύ­νη κ.ἄ.). Ἔγρα­ψε παι­δικὰ θε­α­τρικὰ σκέτ­ς ποὺ πα­ρου­σιά­στη­καν σὲ ρα­διο­φω­νικὲς ἐκπο­μπές. Βιβλία του: Φι­λιώ (νου­βέ­λα, ἐκδ. Μαυ­ρί­δης, Ἀθή­να, 1979), Θα­λασ­σι­νοὶ πυ­ρά­καν­θοι (νου­βέ­λα, ἐκδ. Μαυρί­δης, Ἀθή­να, 1980), Ἰδε­ο­λο­γικὸ ἔγκλη­μα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γνώ­ση, Ἀθή­να, 1982), Στὸ λου­τρό (Δι­ή­γη­μα, Κα­ρα­νά­σης, Ἀθή­να, 1984), Ἐκτρο­φεῖο θη­ρί­ων (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἀστρο­λά­βος/Εὐθύ­νη, Ἀθή­να, 1990).

 

Μέ­νης Κου­μεν­τα­ρέ­ας, Πά­νος Ξέ­νος, Ἀν­δρέ­ας Ἀγ­γε­λά­κης, Γι­ῶρ­γος Χρο­νᾶς. Κα­φε­γα­λα­κτο­πω­λεῖ­ο «Βρετ­τά­νια» στὴν Ὁ­μό­νοι­α (>1990) (φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ περ. Πόρ­φυ­ρας, ἀρ. 135, Ἀ­πρί­λιος-Ἰ­ού­νιος 2010).

 

Περιοδικὸ Πλανόδιον (ἀρ. 12, Ἰούνιος 1990):

Μνήμη Πά­νου Ξέ­νου  

 

 

Τσὰρλς Μπάξτερ (Charles Baxter): Ὁ γκρεμός

 

 

 

Τσὰρλς Μπάξτερ (Charles Baxter)

 

γκρε­μός

(The Cliff)

 

Ε ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ πρὸς τὸν γκρε­μό, ὁ γέ­ρος κρα­τοῦ­σε τὸ τι­μό­νι μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι. Μὲ τὸ ἄλ­λο χέ­ρι κά­πνι­ζε. Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το μύ­ρι­ζε κρα­σὶ καὶ στά­χτες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Ὁ γέ­ρος ἔ­βη­χε συ­νε­χῶς. Ἡ φω­νή του ἔ­μοια­ζε πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ βή­χα του.

       «Πα­λιὰ κά­πνι­ζα Κά­μελ ἄ­φιλ­τρα», εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι. Ὁ χω­μα­τό­δρο­μος, ὅ­λο λακ­κοῦ­βες, κα­τη­φό­ρι­ζε ἀ­πό­το­μα καὶ τὸ ἁ­μά­ξι χο­ρο­πη­δοῦ­σε. «Ὅ­μως ἄλ­λα­ξα μάρ­κα. Τὰ Κά­μελ μ’ ἐμ­πό­δι­ζαν στὸ φα­γη­τό. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να τί γεύ­ση εἶ­χαν αὐ­τὰ ποὺ μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ Δου­κέ­σα. Κρέ­ας, σα­λά­τες, ζε­λέ­δες, ὅ­λα τὴν ἴ­δια γεύ­ση. Ἄρ­χι­σα λοι­πὸν αὐ­τὰ μὲ τὴ λί­γη πίσ­σα. Ἐ­σύ, ἀ­γό­ρι, δὲν κα­πνί­ζεις, ἔ;»

       Τὸ ἀ­γό­ρι, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο, κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι.

       «Καὶ βέ­βαι­α ὄ­χι, μ’ αὐ­τὰ ποὺ σ’ ἔ­μα­θα, αὐ­τὸ δὰ ἔ­λει­πε. Γι’ αὐ­τὸ ποὺ κά­νου­με πρέ­πει νὰ τὸ κρα­τᾶς ἁ­γνὸ τὸ σῶ­μα σου.»

       «Ἐ­σὺ δὲν κρα­τᾶς ἁ­γνὸ τὸ δι­κό σου», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι.

       «Ἐ­γὼ δὲν χρει­ά­ζε­ται. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἁ­γνό. Καὶ ὅ­πως λέ­ω, κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι δυ­ὸ φο­ρὲς ἁ­γνός.»

       Τὰ κα­λι­φορ­νέ­ζι­κα πεῦ­κα, ποὺ ἔ­μοια­ζαν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν στὰ δυό, ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τα κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα τους. Τὸ ἀ­γό­ρι νό­μι­σε πὼς ἄ­κου­σε τὰ κύ­μα­τα μπρο­στά τους νὰ πα­φλά­ζουν. «Κον­τεύ­ου­με;»

       «Εἶ­σαι βι­α­στι­κὸς ὅ­μως», εἶ­πε ὁ γέ­ρος, συγ­κρα­τών­τας τὸ βή­χα του. «Ἀ­γό­ρι, στὸ εἶ­πα ἑ­κα­τὸ φο­ρές: Γιὰ νὰ τὸ κά­νεις αὐ­τό, πρέ­πει νὰ γυ­μνά­σεις τὴ θέ­λη­σή σου. Λί­γο νὰ βια­στεῖς καί —»

       «…Ξέ­ρω, ξέ­ρω, “πέ­θα­νες”». Τὸ ἀ­γό­ρι φο­ροῦ­σε τζά­κετ καὶ κα­πε­λά­κι τῶν Νιοὺ Γιὸρκ Μέτς. «Τὰ ξέ­ρω ὅ­λα αὐ­τά. Μοῦ τά ’­μα­θες. Ρώ­τη­σα μό­νο ἂν κον­τεύ­ου­με νὰ φτά­σου­με.»

       «Ἔ­χεις γυ­ναί­κα, ἀ­γό­ρι;» Ὁ γέ­ρος τὸν κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα. «Ἔ­χεις γυ­ναί­κα;»

       «Μὰ εἶ­μαι μό­νο δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι ἀ­μή­χα­να.

       «Ἔ, δὲν σὲ πῆ­ραν καὶ τὰ χρό­νια, καὶ σὲ αὐ­τὰ ἐ­δῶ τὰ μέ­ρη μά­λι­στα.»

       «Κά­τι φι­λιὰ μό­νο», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι. «Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ὠ­κε­α­νός;»

       «Αὐ­τὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ γέ­ρος. «Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζω ὅ­τι ξέ­ρω τὰ πάν­τα γιὰ σέ­να καὶ με­τά, ἄλ­λες φο­ρές, νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα. Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ παίρ­νω τέ­τοι­α ρί­σκα. Μπο­ρεῖ νὰ μοῦ κρύ­βεις κά­τι. Τὸ μα­γι­κὸ δὲν πιά­νει μί­α ἂν μοῦ κρύ­βεις κά­τι.»

       «Θὰ πιά­σει», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι, κοι­τά­ζον­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὴ μα­κριὰ γραμ­μὴ τῶν γα­λα­νῶν νε­ρῶν. Χα­μή­λω­σε τὸ γεῖ­σο γιὰ νὰ μὴ θαμ­πώ­νε­ται. «Θὰ πιά­σει μιὰ χα­ρά.»

       «Σο­φί­ας, Πί­στε­ως, Ἐλ­πί­δος καὶ Ἀ­γά­πης», ἀ­πα­ρίθ­μη­σε ὁ γέ­ρος. «Καὶ τὰ ξόρ­κια. T’ ὁ­μο­λο­γῶ πὼς με­ρι­κὲς φο­ρὲς πα­ρα­στρά­τη­σα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἀλ­λὰ τὰ ξόρ­κια δὲν τὰ ξε­χνά­ω πο­τέ. Τὰ ξέ­χα­σες, πέ­θα­νες.»

       «Δὲν θὰ τὰ ξε­χνοῦ­σα», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι.

       «Τὸ κα­λὸ ποὺ σοῦ θέ­λω, νὰ μὴ μοῦ λὲς ψέ­μα­τα. Ἂν ἔ­κλε­ψες, ἂν πῆ­γες μὲ τὶς πόρ­νες, ἂν πῆ­ρες κα­κὸ δρό­μο, σύν­το­μα θὰ τὸ μά­θου­με.» Στα­μά­τη­σε τὸ ἁ­μά­ξι σ’ ἕ­να ξέ­φω­το. Γύ­ρι­σε τὸ κλει­δὶ νὰ σβή­σει ἡ μη­χα­νὴ κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμά του ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. Τὰ χέ­ρια του τρέ­μα­νε. Ὁ γέ­ρος ξε­βί­δω­σε τὸ βού­λω­μα καὶ ρού­φη­ξε μιὰ γε­ρὴ γου­λιά. Τὸ ξα­να­βί­δω­σε καὶ ξε­φύ­ση­ξε τὸ γλυ­κὸ ἄ­ρω­μα πρὸς τὸ ἀ­γό­ρι. «Γιὰ τὰ νεῦ­ρα μου», εἶ­πε. «Δὲν τὸ κά­νω κα­θη­με­ρι­νά.»

       «Δὲν πι­στεύ­εις πιὰ στὰ ξόρ­κια», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι.

       «Ἐ­γὼ εἶ­μαι τὰ ξόρ­κια», ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς ὁ γέ­ρος. «Δι­κιά μου ἐ­φεύ­ρε­ση εἶ­ναι. Ἁ­πλῶς δὲν θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ ἕ­να ἀ­γό­ρι ὅ­λο ζω­ὴ ὅ­πως ἐ­σὺ νὰ τσα­κί­ζε­ται στὰ βρά­χια ἐ­πει­δὴ δὲν πι­στεύ­ει στὰ ξόρ­κια.»

       «Μὴ χο­λο­σκᾶς», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι. «Μὴ χο­λο­σκᾶς γιὰ μέ­να.»

       Βγῆ­καν ταυ­τό­χρο­να ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ὁ γέ­ρος ἔ­πια­σε ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα τὴν κου­λού­ρα μὲ τὸ σχοι­νί του.

       «Δὲν τὸ χρει­ά­ζο­μαι», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι. «Δὲν τὸ χρει­ά­ζο­μαι τὸ σχοι­νί.»

       «Μι­κρέ, ἢ θὰ τὸ κά­νου­με μὲ τὸν τρό­πο μου ἢ δὲν θὰ τὸ κά­νου­με κα­θό­λου.»

       Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια του. Μὲ τὰ γυ­μνά του πό­δια πά­τη­σε σὲ πευ­κο­βε­λό­νες καὶ πέ­τρες. Φο­ροῦ­σε ξε­βαμ­μέ­νο μπλουτ­ζὶν καὶ μιὰ μπλού­ζα λε­κι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι τὸ κρα­σὶ τοῦ γέ­ρου. Εἶ­χε βγά­λει τὸ μπου­φάν του στὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἀλ­λὰ φο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ κα­πε­λά­κι. Περ­πά­τη­σαν ἕ­να κομ­μά­τι μὲ κα­μέ­να χόρ­τα κι ἔ­φτα­σαν στὴν ἄ­κρη τοῦ γκρε­μοῦ.

       «Κοί­τα τοὺς γλά­ρους ἐ­κεῖ κά­τω», ἔ­δει­ξε ὁ γέ­ρος. «Θά ’­ναι καὶ κα­μιὰ ἑ­κα­το­στή.» Ἡ φω­νή του ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση.

       «Τοὺς ξέ­ρω τοὺς γλά­ρους.» Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πρε­πε νὰ φω­νά­ζει δυ­να­τὰ γιὰ νὰ ξε­χω­ρί­σει ἡ φω­νή του ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα. «Τοὺς ἔ­χω ξα­να­δεῖ.»

       «Εἶ­σαι ξυ­πνο­πού­λι, ἔ;» ἔ­βη­ξε ὁ γέ­ρος. Πῆ­ρε ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σό του καὶ τὸ ἄ­να­ψε μὲ τὸν ζί­πο του. «Ἐν­τά­ξει, βα­ρέ­θη­κα νὰ σοῦ λέ­ω τί νὰ κά­νεις, κύ­ρι­ε Παν­το­γνώ­στη. Βγά­λε τὴν μπλού­ζα.» Τὸ ἀ­γό­ρι τὴν ἔ­βγα­λε. «Φτιά­ξε τώ­ρα ἕ­ναν κύ­κλο στὸ χῶ­μα.»

       «Μὲ τί;»

       «Μὲ τὸ πό­δι σου».

       «Μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θό­λου χῶ­μα.»

       «Κά­νε αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω.»

       Τὸ ἀ­γό­ρι τέν­τω­σε τὸ πό­δι του καὶ σχε­δί­α­σε ἕ­ναν μα­γι­κὸ κύ­κλο γύ­ρω του. Κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεῖ, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­κεῖ.

       «Τώ­ρα κοί­τα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα καὶ πές του αὐ­τὰ ποὺ σοῦ εἶ­πα νὰ τοῦ πεῖς.»

       Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­κα­νε ὅ­πως τοῦ εἶ­πε.

       «Τώ­ρα πιά­σε τὸ σχοι­νί, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­κρη.» Ὁ γέ­ρος τοῦ τὴν ἔ­δω­σε. «Θε­έ μου, με­ρι­κὲς φο­ρὲς πραγ­μα­τι­κὰ δὲν ξέ­ρω.» Ὁ γέ­ρος ἔ­σκυ­ψε καὶ τρά­βη­ξε ἄλ­λη μιὰ γου­λιὰ κρα­σί. «Εἶ­ναι τὸ μυα­λό σου κα­θα­ρό;»

       «Ναί», εἶ­πε τὸ ἀ­γό­ρι.

       «Φο­βᾶ­σαι;»

       «Τσκ.»

       «Βλέ­πεις κα­νέ­ναν;»

       «Μπά.»

       «Κα­μιὰ τε­λευ­ταί­α ἐ­ρώ­τη­ση;»

       «Νὰ ἁ­πλώ­σω τὰ χέ­ρια μου;»

       «Ἔ­τσι τὸ κά­νουν στὴ Σο­βι­ε­τί­α», εἶ­πε ὁ γέ­ρος, «ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ τὸ κά­νουν καὶ κα­βά­λα σὲ γου­ροῦ­νες. Τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι. Ὄ­χι, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἁ­πλώ­σεις τὰ χέ­ρια σου. Ἕ­τοι­μος; Πή­δα!»

       Τὸ ἀ­γό­ρι δο­κί­μα­σε μὲ τὰ πό­δια του τὴν ἄ­κρη τοῦ γκρε­μοῦ, πή­δη­ξε, κι αἰ­σθάν­θη­κε τὴ μα­γεί­α καὶ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα νὰ τὸν ἀ­νυ­ψώ­νουν καὶ νὰ τὸν τρα­βᾶ­νε ἔ­ξω, πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τὸ σῶ­μα του πα­ράλ­λη­λο στὴ γῆ. Ἔ­βα­λε στὸ μυα­λό του νὰ βου­τή­ξει πρὸς τὸν γκρε­μὸ καὶ ξαφ­νι­κὰ ν’ ἀλ­λά­ξει ρό­τα καὶ νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει, καί, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὸ σκέ­φτη­κε, ἔ­τσι καὶ τὸ ἔ­κα­νε. Στὴν ἀρ­χὴ κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ σχοι­νί, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ ὁ γέ­ρος εἶ­δε ὅ­τι τοῦ ἦ­ταν ἄ­χρη­στο καὶ τὸ ξα­να­μά­ζε­ψε κου­λού­ρα. Τὸ ἀ­γό­ρι, φο­ρών­τας τὸ τζὶν καὶ τὸ κα­πε­λά­κι του, ἀ­νέ­βη­κε πρὸς τὰ οὐ­ρά­νια καὶ με­τὰ βυ­θί­στη­κε πρὸς τοὺς γλά­ρους κι ὕ­στε­ρα, τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα, πῆ­ρε πά­λι ὕ­ψος καὶ πέ­ρα­σε μὲ τα­χύ­τη­τα πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου, πρὶν ἀ­νοι­χτεῖ καὶ πε­τά­ξει πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

       Φώ­να­ζε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.

       Ὁ γέ­ρος πῆ­ρε ξα­νὰ ἀ­πὸ κά­τω τὸ κρα­σί του.

       «Στὸν ἥ­λιο!» φώ­να­ξε ὁ γέ­ρος. «Στὸν ὠ­κε­α­νό! Στὴ γῆ! Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ γί­νε­ται!» Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, καὶ ὁ βή­χας του ἀ­νῆ­κε στὸ πα­ρελ­θόν. «Στὸν οὐ­ρα­νό!» εἶ­πε τε­λι­κά.

       Τὸ ἀ­γό­ρι πε­τοῦ­σε σχη­μα­τί­ζον­τας με­γά­λους κύ­κλους, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά. Ἔ­κα­νε τοῦμ­πες στὸν ἀ­έ­ρα, βου­τοῦ­σε, ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­νε­μο­πο­ροῦ­σε. Τὰ μά­τια του εἶ­χαν κι ἐ­κεί­νου θαμ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ γα­λά­ζιο καί, ὅ­πως καὶ ὁ γέ­ρος, ὀ­σφραι­νό­ταν τὸ ἁ­λά­τι τῆς θά­λασ­σας.

       Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἦ­ταν ἔ­φη­βος. Χρω­στοῦ­σε εὐ­γνω­μο­σύ­νη στὸ γέ­ρο ποὺ τοῦ δί­δα­ξε τὰ ξόρ­κια. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἐ­δῶ —οἱ γκρε­μοί, ἡ θά­λασ­σα, ὁ γα­λά­ζιος οὐ­ρα­νός, τὸ γλυ­κὸ κρα­σί— αὐ­τὰ ἦ­ταν τὰ γοῦ­στα τοῦ γέ­ρου, ὄ­χι δι­κά του. Τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν γέ­ρο ποὺ μοι­ρά­στη­κε τὰ ξόρ­κια του. Θὰ τὸν θυ­μό­ταν πάν­τα γι’ αὐ­τό.

       Ἀλ­λά, κα­θὼς πε­τοῦ­σε, τοῦ ἐρ­χόν­του­σαν ἰ­δέ­ες. Δὲν εἶ­ναι γοῦ­στο ἐ­φη­βι­κὸ νὰ πε­τᾶς μέ­ρα με­ση­μέ­ρι τὶς ἡ­λι­ό­λου­στες μέ­ρες, οὔ­τε κὰν στὴν Κα­λι­φόρ­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε τὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν κά­τι ἄλ­λο: νὰ πε­τά­ει ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα, χα­μη­λά, ξυ­στὰ στὸ ἔ­δα­φος, μέ­σα στὶς πό­λεις, νὰ γε­φυ­ρώ­νει γορ­γὰ μὲ κομ­ψὰ τό­ξα τὰ κτί­ρια. Πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα· τὴν ὥ­ρα ποὺ τὰ κο­ρί­τσια κρε­μᾶ­νε τὰ ροῦ­χα τους καὶ ἀ­να­στε­νά­ζουν· ἀ­να­στε­νά­ζουν στὰ πα­ρά­θυ­ρά τους ρου­φών­τας τὸν πη­χτὸ ἀ­έ­ρα κα­θὼς τὰ ρο­λό­για χτυ­πᾶ­νε με­σά­νυ­χτα. Θυ­μή­θη­κε τὶς γου­ροῦ­νες κι ἡ σκέ­ψη φά­νη­κε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα στὸ ἀ­γό­ρι. Χα­μο­γέ­λα­σε πλα­τιὰ στὸ γέ­ρο, ποὺ τοῦ κου­νοῦ­σε τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ κά­τω, ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κριά· ποὺ εἶ­χε ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ τοὺς ἄ­σε­μνους σκο­ποὺς τῆς πτή­σης. 

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Τσὰρλς Μπάξ­τερ (Charles Baxter) (Μι­νε­ά­πο­λη, 1947). Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μι­νε­σό­τα. Ἔ­χει γρά­ψει 4 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, 4 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των 3 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, μία συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ων γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ πολ­λὰ ἄλ­λα κεί­με­να.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πα­να­γι­ώ­της Δρε­πα­νι­ώ­της (Πει­ραι­ᾶς, 1956). Τε­λεί­ω­σε τὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν τὸ 1973 καὶ σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος-Ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς μη­χα­νι­κὸς στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ ὡς με­τα­φρα­στὴς καὶ ἐ­πι­με­λη­τὴς εἰ­δι­κῶν θε­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γερ­μα­νι­κά.

 

Λάκης Παπαστάθης: Ἤθελε νὰ γίνει μακιγιέρ

 

 

 

Λά­κης Πα­πα­στά­θης

 

Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει μα­κι­γι­ὲρ

 

 Λὲς καὶ στὴν πρε­μι­έ­ρα ποὺ πρω­τα­γω­νι­στεῖς, ὁ φύ­λα­κας δὲν θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει τὴν εἴ­σο­δο, για­τί δὲν θὰ εἶ­σαι εὐ­πρε­πῶς ἐν­δε­δυ­μέ­νος.

 

ΟΝ ΕΛΟΥΣΑ μὲ σαμ­που­άν. Τὸν χτέ­νι­σα μὲ μιὰ χον­τρὴ χτέ­να γιὰ νὰ περ­νᾶ­νε τὰ μαλ­λιά. Πα­λι­ό­τε­ρα ἔ­φερ­να κου­ρέ­α γιὰ τὸ ξύ­ρι­σμα ἀλ­λὰ τώ­ρα οἱ νέ­οι μπαρ­μπέ­ρη­δες δὲν ἔρ­χον­ται για­τί φο­βοῦν­ται. Ὅ­σοι μὲ τὸ ζό­ρι ψή­νον­ται νὰ ‘ρθοῦν θέ­λουν πολ­λὰ λε­φτά, δὲν συμ­φέ­ρει, κι ἔ­τσι τὸ κά­νω μό­νος μου.

       Κοί­τα, τρεῖς πε­τσέ­τες μαύ­ρι­σα γιὰ τὸν Γιά­ννη —Γιά­ννη δὲν τὸν λέ­νε;— εἶ­χε πο­λὺ βρώ­μα πά­νω του, χρό­νια εἶ­χε νὰ πλυ­θεῖ. Τὶς πε­τσέ­τες δὲν τὶς ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ῶ, ὄ­χι, τὶς πε­τά­ω στὰ σκου­πί­δια, πᾶ­νε αὐ­τὲς εἶ­ναι δι­κές του μό­νον. Τὶς ἀ­γο­ρά­ζω χον­δρι­κὴ καὶ πάν­τα ἄ­σπρες γιὰ νὰ ξέ­ρω τί κά­νω, νὰ φαί­νε­ται τί παίρ­νω ἀ­πὸ πά­νω τους.

       Τὰ νύ­χια μὲ δυ­σκό­λε­ψαν, για­τὶ φαί­νον­ται ὅ­πως εἶ­ναι σταυ­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια. Προ­σπά­θη­σα μὲ ψα­λί­δι νὰ τὰ κό­ψω, τά ‘σκα­βα νὰ φύ­γει ἡ μαυ­ρί­λα. Δὲν τὰ πο­λυ­κα­τά­φε­ρα. Τὰ κά­λυ­ψα μὲ λί­γη πού­δρα, για­τὶ ἦ­ταν καὶ κα­τα­κί­τρι­να ἀ­πὸ τὴ νι­κο­τί­νη.

       Ροῦ­χα κα­λύ­τε­ρα δέν εἶ­χε νὰ μοῦ τά ‘φερ­νε κά­ποι­ος; Τὰ βούρ­τσι­ζα, τὰ βούρ­τσι­ζα, οἱ λε­κέ­δες δὲν ἔ­βγαι­ναν. Λι­ω­μέ­να ἦ­ταν, τρύ­πια, τί νὰ κά­νω; Ν’ ἀρ­χί­σω νὰ ρά­βω; Τὰ πα­πού­τσια! Τί νὰ πῶ γιὰ τὰ πα­πού­τσια; Ἡ σό­λα τρύ­πια κι αὐ­τή, κάλ­τσες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἡ πα­τού­σα του στὸ χῶ­μα.

       Τὸν πε­ρι­ποι­ή­θη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα. Τοῦ ’ρα­ψα κι ἕ­να κουμ­πὶ στὸ σα­κά­κι. Τρύ­πια ἦ­ταν τὰ χε­ρά­κια του, δὲν εἶ­χε φλέ­βες.

       — Ποῦ εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν.

       — Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε.

       — Συγ­γε­νεῖς;

       — Συ­νά­δελ­φοι.

       — Τί δου­λειὰ ἔ­κα­νε ὁ Γι­αν­νά­κης;

       — Ἠ­χο­λή­πτης κι­νη­μα­το­γρά­φου.

       — Δη­λα­δή;

       — Ἠ­χο­γρα­φοῦ­σε τὰ λό­για καὶ τοὺς ἤ­χους.

       — Ἄ κα­τά­λα­βα, ἔ­παιρ­νε στὸ μη­χά­νη­μα ὅ,τι ἀ­κου­γό­ταν, ξέ­ρω. Καὶ τὰ βή­μα­τα καὶ τὰ λό­για καὶ τὰ που­λιά. Ἐ­δῶ μέ­σα μό­νο δὲν ἀ­κού­γε­ται τί­πο­τα… καὶ τ’ αὐ­τά­κια του μὲ δυ­σκό­λε­ψαν, κοί­τα, ἔ­βα­λα πού­δρα καὶ σ’ αὐ­τά.

       — Πῶς ἦρ­θες ἐ­δῶ;

       — Ἡ μά­να μου ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα εἶ­χε ἀ­νοί­ξει κομ­μω­τή­ριο στὰ Νέ­α Λιό­σια, ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες. Μ’ ἔ­παιρ­νε στὸ μα­γα­ζί, για­τὶ ἤ­θε­λε νὰ μὲ κά­νει μα­κι­γι­έρ, καλ­λι­τέ­χνη μα­κι­γι­έρ, ἀλ­λὰ πῶς; Ποῦ νὰ βρῶ ἄ­κρη, πῶς νὰ βρῶ τὸ δρό­μο μου; Πέ­θα­νε με­τὰ κι ἔ­μει­να μό­νος. Ἐ­δῶ μ’ ἔ­φε­ρε ὁ πα­τὴρ Ἀ­θα­νά­σιος, μα­κα­ρί­της κι αὐ­τός. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­τρε­μα, σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­μως ξε­φο­βή­θη­κα καὶ τώ­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ δου­λειά μου. Ὅ­σοι εἶ­ναι τώ­ρα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἀ­πὸ μέ­να πέ­ρα­σαν.

       — Παν­τρεύ­τη­κες;

       — Ποι­ά νὰ μὲ πά­ρει νὰ κά­νω οἰ­κο­γέ­νεια; Μοῦ προ­ξέ­νε­ψαν μιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τρε­λή. Πιὸ πο­λὺ φο­βό­μουν αὐ­τὴν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­πα, πα­ρὰ τοὺς πε­θα­μέ­νους ἐ­δῶ μέ­σα. Μιά, ποὺ ἦ­ταν πιὸ κα­λὴ καὶ ὄ­μορ­φη, μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν μὲ θέ­λει, για­τὶ ἐ­γὼ ἔ­χω παν­τρευ­τεῖ τὸ χά­ρο! Μὲ πεί­ρα­ξε κι ἔ­κλαι­γα. Τί νὰ πῶ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μοί­ρα μου. Ἡ μά­να μου γιὰ και­ρὸ ἀλ­λη­λο­γρα­φοῦ­σε μ’ ἕ­ναν θεῖ­ο μου στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ για­τί εἶ­χε μά­θει πὼς ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ μιὰ σχο­λὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ ποὺ ἔ­βγα­ζε σπου­δαί­ους μα­κι­γι­έρ. Μό­νο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω τὴ γλώσ­σα, νὰ πά­ρω τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ καὶ νὰ πά­ω φαν­τά­ρος ἐ­κεῖ. Μά­θαι­ναν τὴν τέ­χνη πά­νω στοὺς νε­κροὺς στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο. Κα­τά­λα­βες; Πρὶν τοὺς πα­ρα­δώ­σουν στοὺς δι­κούς τους , ἔ­δι­ναν χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο μὲ βά­ψι­μο, σὰν τοὺς ζων­τα­νούς. Τοὺς φο­ροῦ­σαν σι­δε­ρω­μέ­νη και­νούρ­για στο­λὴ καὶ κά­λυ­πταν τὰ τραύ­μα­τα μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ. Ἤ­θε­λε με­γά­λη τέ­χνη, κυ­ρί­ως στὸ πρό­σω­πο. Ἀ­φό­ρε­τα πα­πού­τσια, ζῶ­νες μὲ γυ­α­λι­σμέ­να τὰ μπρούτ­ζα, και­νούρ­γιο κα­πέ­λο, πα­ρά­ση­μα πεν­τα­κά­θα­ρα.

       Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα γιὰ τὴν κη­δεί­α. Θὰ βο­η­θή­σε­τε καὶ σεῖς στὸ κου­βά­λη­μα; Ἐ­γὼ θὰ κρα­τά­ω τὸ θυ­μι­α­τή­ρι δί­πλα στὸν πα­πά.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

 

Λά­κης Πα­πα­στά­θης (Βό­λος, 1943). Πε­ζο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της. Ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει τρεῖς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους: Τὸν και­ρὸ τῶν Ἑλ­λή­νων (1981), Θε­ό­φι­λος (1987), Τὸ μό­νον τῆς ζω­ῆς του τα­ξεί­διον (2001) καὶ μί­α μι­κροῦ μή­κους: Γράμ­μα­τα ἀ­πό τὴν Ἀμε­ρι­κή (1972). Ἀ­πὸ τὸ 1976 εἶναι βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς «Πα­ρα­σκή­νιο». Ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἡ νυ­χτε­ρί­δα πέ­τα­ξε (Νεφέλη, 2002) εἶ­ναι τὸ πρῶτο του βι­βλί­ο.

 

Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury): Θὰ σὲ δῶ ποτέ

 

 

Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury)

 

Θὰ σὲ δῶ πο­τέ

(Ι see you never)

 

Ο ΣΙΓΑΝΟ χτύ­πη­μα ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, καὶ ὅ­ταν τὴν ἄ­νοι­ξε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, στὴν πί­σω βε­ράν­τα ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος νοι­κά­ρης της, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, καὶ δύο ἀ­στυ­νο­μι­κοί, ἕ­νας σὲ κά­θε πλευ­ρά του. Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἔ­στε­κε ἐ­κεῖ, πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νος καὶ μι­κρός.

       «Κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἦ­ταν συν­τε­τριμ­μέ­νος. Ἔ­δει­χνε ἀ­νί­κα­νος νὰ βρεῖ τὰ λό­για γιὰ νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει.

       Εἶ­χε φτά­σει στὸν ξε­νώ­να τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν πά­νω ἀ­πὸ δύο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­με­νε ἐ­κεῖ. Εἶ­χε πά­ει μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ μέ­χρι τὸ Σὰν Ντι­έγ­κο κι ὕ­στε­ρα ἦρ­θε βο­ρει­ό­τε­ρα στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Ἐ­κεῖ εἶ­χε βρεῖ τὸ κα­θα­ρὸ δω­μα­τιά­κι, μὲ γυ­α­λι­σμέ­νο γα­λά­ζιο λι­νό­λε­ουμ στὸ πά­τω­μα καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για πά­νω στὴ λου­λου­δά­τη τα­πε­τσα­ρί­α τῶν τοί­χων, καὶ τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, μιὰ αὐ­στη­ρὴ ἀλ­λὰ κα­λό­καρ­δη οἰ­κο­δέ­σποι­να. Στὴ διά­ρκεια τοῦ πο­λέ­μου δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­ε­ρο­πλά­νων κι ἔ­φτια­χνε ἐ­ξαρ­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ ἔ­φευ­γαν γιὰ κά­που ἀλ­λοῦ, κι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, με­τὰ τὸν πό­λε­μο, ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὴν ἴ­δια δου­λειά. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἔ­βγα­ζε κα­λὰ λε­φτά. Ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη με­ρι­κά, καὶ με­θοῦ­σε μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα – ἕ­να προ­νό­μιο πού, ὅ­πως πί­στευ­ε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, ἄ­ξι­ζε σὲ κά­θε κα­λὸ ἐρ­γα­ζό­με­νο, χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α καὶ χω­ρὶς ἐ­πι­πλή­ξεις.

       Μέ­σα στὴν κου­ζί­να τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, στὸν φοῦρ­νο ψή­νον­ταν πί­τες. Σύν­το­μα οἱ πί­τες θὰ ἔ­βγαι­ναν μὲ ὄ­ψη σὰν τοῦ κυ­ρί­ου Ρα­μί­ρεζ – κα­φε­τιά, στιλ­πνὴ καὶ τρα­γα­νή, μὲ σχι­σμὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους γιὰ νὰ βγεῖ ὁ ἀ­έ­ρας, σὰν τὶς σχι­σμὲς τῶν μαύ­ρων μα­τι­ῶν τοῦ κυ­ρί­ου Ρα­μί­ρεζ. Ἡ κου­ζί­να μύ­ρι­ζε ὡ­ραῖ­α. Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἔ­γερ­ναν μπρο­στά, σα­γη­νε­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διά. Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ κοί­τα­ζε τὰ πό­δια του, λὲς καὶ αὐ­τὰ τὸν εἶ­χαν βά­λει σ’ αὐ­τὸν τὸν μπε­λά.

       «Τί ἔ­γι­νε, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ;» ρώ­τη­σε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       Πί­σω ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, ὅ­ταν σή­κω­σε τὰ μά­τια του, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ εἶ­δε τὸ μα­κρὺ τρα­πέ­ζι στρω­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ λευ­κὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο καὶ μιὰ πι­α­τέ­λα, δρο­σε­ρά, ἀ­στρα­φτε­ρὰ πο­τή­ρια, μιὰ κα­νά­τα μὲ νε­ρὸ καὶ πα­γά­κια νὰ ἐ­πι­πλέ­ουν, μιὰ γα­βά­θα μὲ φρέ­σκια πα­τα­το­σα­λά­τα κι ἄλ­λη μιὰ μὲ μπα­νά­νες καὶ πορ­το­κά­λια, κομ­μέ­να σὲ μι­κρούς, ζα­χα­ρω­μέ­νους κύ­βους. Σ’ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι κά­θον­ταν τὰ παι­διὰ τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’Μπρά­ι­αν – οἱ τρεῖς ἐ­νή­λι­κοι γιοί της, τρώ­γον­τας καὶ κου­βεν­τι­ά­ζον­τας, καὶ οἱ δυ­ὸ νε­ό­τε­ρες κό­ρες της, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς κα­θὼς ἔ­τρω­γαν.

       «Εἶ­μαι ἐ­δῶ τριά­ντα μῆ­νες», εἶ­πε ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἥ­συ­χα, κοι­τά­ζον­τας τὰ στρουμ­που­λὰ χέ­ρια τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       «Ἕ­ξι μῆ­νες πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ­σο πρέ­πει», εἶ­πε ὁ ἕ­νας ἀ­στυ­νο­μι­κός. «Εἶ­χε μό­νο προ­σω­ρι­νὴ βί­ζα. Τώ­ρα τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­με καὶ ψά­ξα­με νὰ τὸν βροῦ­με.»

       Λί­γο με­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ τὸ δω­μα­τιά­κι του· τὰ βρά­δια τὸ ἔ­βα­ζε πο­λὺ δυ­να­τὰ καὶ τὸ εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν. Ἀ­γό­ρα­σε κι ἕ­να ρο­λό­ι χει­ρὸς καὶ τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε κι αὐ­τό. Καὶ πολ­λὲς βρα­δι­ὲς πε­ρι­δι­ά­βαι­νε στοὺς σι­ω­πη­λοὺς δρό­μους καὶ κοί­τα­ζε τὰ φαν­τα­χτε­ρὰ ροῦ­χα στὶς βι­τρί­νες κι ἀ­γό­ρα­ζε με­ρι­κά, κι ἔ­βλε­πε τὰ κο­σμή­μα­τα κι ἀ­γό­ρα­ζε με­ρι­κὰ γιὰ τὶς λι­γο­στὲς φι­λε­νά­δες του. Καὶ πή­γαι­νε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο πέν­τε φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα μί­α πε­ρί­ο­δο. Μιὰ ἐ­πο­χή, ἐ­πί­σης, πή­γαι­νε βόλ­τα μὲ τὸ τρὰμ —ὅ­λη νύ­χτα με­ρι­κὲς φο­ρές— μυ­ρί­ζον­τας τὸν ἠ­λε­κτρι­σμό, μὲ τὰ μαῦ­ρα μά­τια του νὰ κι­νοῦν­ται πά­νω στὶς δι­α­φη­μί­σεις, νι­ώ­θον­τας τοὺς τρο­χοὺς νὰ μουγ­κρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὰ κοι­μι­σμέ­να μι­κρὰ σπί­τια καὶ τὰ με­γά­λα ξε­νο­δο­χεῖ­α νὰ γλι­στροῦν μπρο­στά του. Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό, εἶ­χε πά­ει σὲ με­γά­λα ἑ­στι­α­τό­ρια, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας δεῖ­πνα μὲ πολ­λὰ πιά­τα, καὶ στὴν ὄ­πε­ρα καὶ στὸ θέ­α­τρο. Καὶ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ξέ­χα­σε νὰ τὸ πλη­ρώ­σει, εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ πά­ρει ὀρ­γι­σμέ­νος ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν ξε­νώ­να.

       «Ἦρ­θα λοι­πόν», εἶ­πε τώ­ρα ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, «νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σω τὸ δω­μά­τιό μου, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Ἦρ­θα νὰ πά­ρω τὰ μπα­γά­ζια μου καὶ τὰ ροῦ­χα μου καὶ νὰ πά­ω μα­ζὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες.»

       «Πί­σω στὸ Με­ξι­κό;»

       «Ναί. Στὸ Λάγ­κος. Μιὰ μι­κρὴ πό­λη βό­ρεια ἀ­πὸ τὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ.»

       «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ.»

       «Τὰ μά­ζε­ψα», εἶ­πε βρα­χνὰ ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας γορ­γὰ τὰ μαῦ­ρα του μά­τια καὶ κου­νών­τας ἀ­μή­χα­να τὰ χέ­ρια του μπρο­στά του. Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ δὲν τὸν ἄγ­γι­ζαν. Δὲν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη.

       «Ὁ­ρί­στε τὸ κλει­δί, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν» εἶ­πε ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ. «Πῆ­ρα τὴν τσάν­τα μου ἤ­δη.»

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, πρό­σε­ξε μιὰ βα­λί­τσα ποὺ ἔ­στε­κε πί­σω του στὴ βε­ράν­τα.

       Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ κοί­τα­ξε πά­λι μέ­σα στὴν πε­λώ­ρια κου­ζί­να, τὰ ἀ­ση­μέ­νια μα­χαι­ρο­πί­ρου­να καὶ τοὺς νέ­ους ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔ­τρω­γαν καὶ τὸ γυ­α­λι­σμέ­νο πά­τω­μα ποὺ ἔ­λαμ­πε. Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο τὴ δι­πλα­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α, τρεῖς ὀ­ρό­φους ψη­λὴ καὶ ὄ­μορ­φη. Κοί­τα­ξε τὰ μπαλ­κό­νια καὶ τὶς ἐ­ξό­δους κιν­δύ­νου καὶ τὶς σκά­λες ἀ­πὸ πί­σω, τὶς ἁ­πλω­μέ­νες μπου­γά­δες ποὺ πλα­τά­γι­ζαν στὸν ἄ­νε­μο.

       «Ἤ­σουν κα­λὸς νοι­κά­ρης», εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος σι­γα­νά. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του.

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἔ­στε­κε κρα­τών­τας τὴν πόρ­τα μι­σά­νοι­χτη. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς γιούς της, πί­σω της, εἶ­πε ὅ­τι τὸ βρα­δι­νό της κρύ­ω­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κὰ πρὸς τὸ μέ­ρος του καὶ στρά­φη­κε ξα­νὰ στὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ. Θυ­μή­θη­κε μιὰ φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φτεῖ κά­ποι­ες πα­ρα­με­θό­ρι­ες κω­μο­πό­λεις τοῦ Με­ξι­κοῦ – τὶς πο­λὺ ζε­στὲς μέ­ρες, τὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα τρι­ζό­νια ποὺ πη­δοῦ­σαν κι ἔ­πε­φταν ἢ κεί­τον­ταν νε­κρὰ καὶ εὔ­θραυ­στα σὰν τὰ ποῦ­ρα στὶς βι­τρί­νες, καὶ τὰ κα­νά­λια ποὺ δι­ο­χέ­τευ­αν τὸ νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ στὰ χω­ρά­φια, τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους, τὸ κα­ψα­λι­σμέ­νο το­πί­ο. Θυ­μή­θη­κε τὶς σι­ω­πη­λὲς πό­λεις, τὴ χλια­ρὴ μπί­ρα, τὰ καυ­τε­ρά, πη­χτὰ φα­γη­τὰ κά­θε μέ­ρα. Θυ­μή­θη­κε τὰ ἀρ­γά, νω­θρὰ ἄ­λο­γα καὶ τοὺς στε­γνω­μέ­νους λα­γοὺς στὸν δρό­μο. Θυ­μή­θη­κε τὰ σι­δε­ρέ­νια βου­νὰ καὶ τὶς σκο­νι­σμέ­νες κοι­λά­δες καὶ τὶς πα­ρα­λί­ες τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ ποὺ ἐ­κτεί­νον­ταν ἑ­κα­τον­τά­δες μί­λια βου­βὲς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν κυ­μά­των – οὔ­τε αὐ­το­κί­νη­τα, οὔ­τε κτή­ρια, τί­πο­τα.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ», εἶ­πε.

       «Δὲν θέ­λω νὰ γυ­ρί­σω πί­σω, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν», εἶ­πε ἀ­δύ­να­μα. «Μ’ ἀ­ρέ­σει ἐ­δῶ, θέ­λω νὰ μεί­νω ἐ­δῶ. Δού­λε­ψα, ἔ­χω λε­φτά. Κα­λὸς φαί­νο­μαι, ἔ­τσι; Καὶ δὲν θέ­λω νὰ γυ­ρί­σω πί­σω!»

       «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ» εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω κά­τι.»

       «Κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν;» φώ­να­ξε ξαφ­νι­κά, ἐ­νῶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ βλέ­φα­ρά του. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἔ­πια­σε τὸ δι­κό της φλο­γε­ρά, κου­νών­τας το, σφίγ­γον­τάς το, κρα­τών­τάς το. «Κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, θὰ σὲ δῶ πο­τέ, θὰ σὲ δῶ πο­τέ!»

       Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ χα­μο­γέ­λα­σαν, ἀλ­λὰ ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ δὲν τὸ πρό­σε­ξε, καὶ πο­λὺ σύν­το­μα ἔ­πα­ψαν νὰ χα­μο­γε­λοῦν.

       «Ἀν­τί­ο, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Ἤ­σουν κα­λὴ μα­ζί μου. Ὤ, ἀν­τίο, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Θὰ σὲ δῶ πο­τέ!»

       Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ πε­ρί­με­ναν τὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ νὰ γυ­ρί­σει, νὰ πά­ρει τὴ βα­λί­τσα του καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει. Τό­τε τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σαν τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἀγ­γί­ζον­τας τὰ πη­λή­κιά τους. Τοὺς εἶ­δε νὰ κα­τε­βαί­νουν τὰ σκα­λιὰ τῆς βε­ράν­τας. Ἔ­πει­τα ἔ­κλει­σε ἥ­συ­χα τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ στὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι. Τρά­βη­ξε τὴν κα­ρέ­κλα της καὶ κά­θι­σε. Πῆ­ρε τὸ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­νο μα­χαί­ρι καὶ τὸ πι­ρού­νι καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴν μπρι­ζό­λα της.

       «Βιά­σου, μά­να», εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς γιούς. «Θὰ κρυ­ώ­σει.»

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἔ­βα­λε μί­α μπου­κιὰ στὸ στό­μα της καὶ τὴ μά­ση­σε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀρ­γά· ἔ­πει­τα κοί­τα­ξε τὴν κλει­στὴ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ μα­χαί­ρι καὶ τὸ πι­ρού­νι της.

       «Τί τρέ­χει, μά­να;» ρώ­τη­σε ὁ γιός της.

       «Τώ­ρα τὸ κα­τά­λα­βα», εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν —σκέ­πα­σε μὲ τὸ χέ­ρι τὸ πρό­σω­πό της— «ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­δῶ πο­τὲ τὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ.»

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Ρέ­ι Μπράντ­μπε­ρι (Ray Bradbury). (Ἰ­λι­νό­ις, 1920). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ μυ­στη­ρί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει πολ­λοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς. Δι­α­ση­μό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὰ T­he M­a­r­t­i­an C­h­r­o­n­i­c­l­es καὶ τὸ F­a­h­r­e­n­h­e­it 451, ποὺ ἔ­γι­νε ται­νί­α ἀ­πὸ τὸν Φραν­σου­ὰ Τρυ­φό. Πολ­λὲς ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Σή­με­ρα, ζεῖ στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius): Ἀττικὲς Nύχτες – Γιὰ τὴν καλαίσθητη διακριτικότητα τοῦ Ἀριστοτέλη

 

 

 

Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius)

 

Ἀττικὲς Nύχτες

(Atticae Noctes)

 

Γιὰ τοὺς φι­λό­σο­φους ­ρι­στο­τέ­λη, Θε­ό­φρα­στο καὶ Με­νέ­δη­μο· καὶ γιὰ τὴν κα­λαί­σθη­τη δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα τοῦ ­ρι­στο­τέ­λη κα­τὰ τὴν ­κλο­γὴ τοῦ δι­α­δό­χου του στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς Σχο­λῆς.

 

ΦΙ­ΛΟ­ΣΟ­ΦΟΣ Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΤΕ­ΛΗΣ, λί­γο πρὶν συμ­πλη­ρώ­σει τὰ ἑ­ξήν­τα δύ­ο του χρό­νια, εἶ­χε ἀ­στα­θῆ καὶ κα­τα­βε­βλη­μέ­νη ὑ­γεί­α ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἐ­λά­χι­στες ἐλ­πί­δες ζω­ῆς. Σ’ αὐ­τὴ τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν ὅ­λοι οἱ μα­θη­τές του πα­ρα­κα­λών­τας καὶ ἐ­ξορ­κί­ζον­τάς τον νὰ ὁ­ρί­σει ὁ ἴ­διος τὸν δι­ά­δο­χο στὴ θέ­ση του καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α, τὸν ὁ­ποῖ­ο, με­τὰ τὴν ἐκ­δη­μί­α του, θὰ ἔ­πρε­πε ὅ­λοι νὰ ὑ­πα­κού­ουν ὅ­πως καὶ τὸν ἴ­διο, καὶ κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο νὰ συμ­πλη­ρώ­νουν καὶ τε­λει­ο­ποι­οῦν τὶς γνώ­σεις τους στοὺς ἐ­πι­στη­μο­νι­κοὺς κλά­δους ποὺ τοὺς εἶ­χε μυ­ή­σει.

       Στὴ Σχο­λὴ ὑ­πῆρ­χαν μὲν τό­τε πολ­λοὶ κα­λοὶ μα­θη­τές, ὅ­μως ξε­χώ­ρι­ζαν δύ­ο, ὁ Θε­ό­φρα­στος καὶ ὁ Με­νέ­δη­μος. Ὑ­πε­ρεῖ­χαν ὅ­λων τῶν ἄλ­λων σὲ πνευ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἐ­πι­στη­μο­σύ­νη· ὁ πρῶ­τος κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν νῆ­σο Λέ­σβο, ὁ Με­νέ­δη­μος πά­λι ἀ­πὸ τὴν Ρό­δο. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θὰ κά­νει ὅ,τι τοῦ ζη­τοῦν, μό­λις τοῦ δο­θεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α.

       Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βρέ­θη­καν ἐκ νέ­ου μα­ζὶ αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν πα­ρα­κα­λέ­σει γιὰ τὸν δι­ά­δο­χο στὴν δι­δα­σκα­λί­α, ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρα­σὶ ποὺ πί­νει, δὲν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας του, ἀλ­λὰ βλα­βε­ρὸ καὶ στυ­φό, καὶ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξουν γιὰ ἕ­να ξέ­νο κρα­σί, κά­τι ἢ ἀ­πὸ τὴν Ρό­δο ἢ ἀ­πὸ τὴν Λέ­σβο. Τοὺς πα­ρα­κά­λε­σε νὰ φρον­τί­σουν γιὰ τὶς δύ­ο αὐ­τὲς ποι­κι­λί­ες καὶ τοὺς εἶ­πε ὅ­τι θὰ ἔ­πι­νε ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­χω­ροῦν, ἀρ­χί­ζουν τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση, βρί­σκουν τὸ ζη­τού­με­νο, τὸ προ­σκο­μί­ζουν. Τό­τε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ζη­τᾶ τὸ ρο­δί­τι­κο, τὸ δο­κι­μά­ζει καὶ λέ­ει: «Πραγ­μα­τι­κά, δυ­να­τὸ καὶ εὐ­χά­ρι­στο κρα­σί». Ἀ­μέ­σως ζη­τᾶ τὸ λε­σβια­κό. Μό­λις τὸ δο­κι­μά­ζει, ἀ­πο­φαί­νε­ται: «Καὶ τὰ δύ­ο, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κρα­σιά, ἀλ­λὰ ἡ­δί­ων ὁ Λέσ­βι­ος [οἶ­νος]­». Ὅ­ταν τὸ εἶ­πε αὐ­τό, οὐ­δεὶς πλέ­ον ἀμ­φέ­βαλ­λε ὅ­τι μὲ τρό­πο εὔ­χα­ριν καὶ ταυ­το­χρό­νως δι­α­κρι­τι­κὸ εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ὄ­χι τὴν ποι­κι­λί­α τοῦ κρα­σιοῦ ἀλ­λὰ τὸν δι­ά­δο­χό του. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Θε­ό­φρα­στος ἀ­πὸ τὴν Λέ­σβο, ἀ­νὴρ ἐξ ἴ­σου ἀ­γα­πη­τὸς στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὴν ζω­ή. Καὶ ὅ­ταν, λί­γο με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τό, ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­να­χώ­ρη­σε, συμ­φώ­νη­σαν ὅ­λοι στὸ πρό­σω­πο τοῦ Θε­ό­φρα­στου.

  

 

Πηγή: A. G­e­l­l­ii N­o­c­t­es A­t­t­i­c­ae, ἐ­πιμ.-σχό­λια P.K. M­a­r­s­h­a­ll, T­o­mi I-II, L­i­b­ri I-XX, O­x­o­n­ii E Typo­gra­pheo C­l­a­r­e­n­d­o­n­i­a­no 1968,  (3η ἔκ­δο­ση) 1991. (Βι­βλί­ο XIIΙ, Κεφ. 5)

 

Αὖλος Γέλλιος (Aulus Gellius) (περ. 125-με­τὰ τὸ 180). Λα­τί­νος συγ­γρα­φέ­ας τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου ποὺ σπού­δα­σε στὴν Ἀ­θή­να. Βλ. ἐ­δῶ: Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ, «A­u­l­us G­e­l­l­i­us – Γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ λα­τι­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκό­να: Ἀριστοτέλης, Θεόφραστος καὶ Στράτων ὁ Λαμψακηνός. Ἔργο τοῦ Eduard Lebiedzki σὲ σχέδια τοῦ Carl Rahf. Ἀπόσπασμα τοιχογραφίας στὰ Προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου Ἀ­θηνῶν.