Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Τὸ μυστικό

  

 

Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Τὸ μυ­στι­κό

(El secreto)

 

 ΤΑΝ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ἀ­κό­μα καὶ ὅ­λοι ἐγ­κω­μί­α­ζαν τὶς χά­ρες της, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τά της, τὶς με­γά­λες μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της ὅ­ταν τρα­γου­δοῦ­σε τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ πιά­νο ποὺ ἔ­παι­ζε ἡ μη­τέ­ρα της, συγ­κι­νη­μέ­νη κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε τὴ φω­νή της.

       Ἔ­τσι ἥ­συ­χα κυ­λοῦ­σε ἡ ζω­ὴ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας ἄ­γνω­στος καὶ ἔ­μει­νε νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ ὄ­μορ­φος, κα­λὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος καὶ ἡ κο­πέ­λα ἐκ­στα­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δε. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι καὶ τὸ βλέμ­μα του, μυ­στη­ρι­ῶ­δες, βυ­θι­ζό­ταν στὰ γα­λα­νὰ μά­τια της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει τὰ πάν­τα ἔ­μοια­ζαν πιὸ δι­ά­φα­να, πιὸ εὐ­γε­νῆ. Βύ­θι­ζε τὸ μυα­λό της στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ τύ­λι­γε τὴν καρ­διά της μὲ μιὰ ἀ­νεί­πω­τη ζε­στα­σιά. Πε­τοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος καὶ ἔ­φτα­σε τὸ τέ­λος: ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε καὶ ἐ­κεί­νη γνώ­ρι­σε μέ­ρες θλί­ψης καὶ πό­νου, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λη­σε νὰ ρω­τή­σει ἂν θὰ γύ­ρι­ζε.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­νέλ­πι­στα, ὁ φι­λο­ξε­νού­με­νος ἐ­πέ­στρε­ψε, πλη­σί­α­σε τὰ χεί­λη της καὶ ψι­θύ­ρι­σε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι, ἀ­γα­πη­μέ­νη μου, εἶ­μαι ἀ­ό­ρα­τος γιὰ τοὺς ὑ­πο­λοί­πους.» Τὰ στό­μα­τά τους ἑ­νώ­θη­καν μὲ πά­θος. Ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν πάν­τα κον­τά της: τὸν ἔ­βλε­πε στὸ βά­θος κά­ποι­ου δω­μα­τί­ου, στὸ δι­ά­δρο­μο, στὸ πλα­τύ­σκα­λο. Τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε στὸ δρό­μο, αἰ­σθα­νό­ταν νὰ τὴ σφίγ­γουν δυ­να­τὰ τὰ μπρά­τσα του καὶ ἐ­κεί­νη πα­ρα­δι­νό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιά του. Ἡ πιὸ πα­ρά­ξε­νη εὐ­τυ­χί­α τὴ συ­νό­δευ­ε παν­τοῦ: στὸν κῆ­πο, δί­πλα στὸ πιά­νο, ἔ­νοι­ω­θε τὰ χέ­ρια του νὰ τὴ χα­ϊ­δεύ­ουν. Τὰ βρά­δια ξυ­πνοῦ­σε καὶ τὸν ἔ­βρι­σκε δί­πλα της νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­νει ἀρ­γὰ τὰ κουμ­πιὰ τοῦ νυ­χτι­κοῦ της.

       Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς τὸ χα­μέ­νο βλέμ­μα της καὶ τὰ κα­τα­κόκ­κι­να μά­γου­λά της ὀ­φεί­λον­ταν στὸν πυ­ρε­τό, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν πὼς κα­νεὶς δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θει μὲ πό­ση σφο­δρό­τη­τα πα­ρα­δί­νον­ταν στὸν ἔ­ρω­τά τους.

 

 

Πη­γή: Misterios de las noches y los dias (Alfaguara, 1992).

 

Χου­ὰν­δουά­ρδοΘού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga, Μα­δρί­τη, 1929). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των La tier­ra se­rá un pa­raí­so (1989), Lar­go no­vi­em­bre de Ma­drid (1990) και Mi­ste­ri­os de las no­ches y los dí­as (1992) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα El co­ral y las a­gu­as (1995) καὶ Flo­res de plo­mo (1999).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

 

Εἰκόνα: Περιμένοντας τὸν ἐραστή της. Ζωγραφικὴ τοῦ John Silver.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: