Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Τί ὀνειρεύονται οἱ φτωχὲς κοπέλες

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (ÉmileZola)

 

Τί ὀνει­ρεύ­ονται οἱ φτωχὲς κο­πέ­λες

(À quoi rêvent les pauvres filles)

 

Ρ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΚΕ ΔΩ­ΔΕ­ΚΑ Ο­ΛΟ­ΚΛΗ­ΡΕΣ Ω­ΡΕΣ γιὰ νὰ βγά­λει δε­κα­πέ­ντε λε­πτά. Τὸ βρά­δυ ἐπι­στρέ­φει στὴν τρώ­γλη της, ἀκο­λου­θώ­ντας τ’ ἄσπρα ἀπὸ τὸν πά­γο πε­ζο­δρό­μια, τουρ­του­ρί­ζο­ντας τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὸ λε­πτὸ μαῦρο σά­λι της, ἀδύ­να­τη καὶ βιαστι­κή, μ’ ἐκεί­νη τὴ φο­βι­σμέ­νη βια­σύ­νη τῶν κα­κό­μοι­ρων ἀδέ­σποτων ζώ­ων.

       Κι ἐπειδὴ τὸ στο­μά­χι της δια­μαρ­τύ­ρε­ται λι­μα­σμέ­νο, ἀγο­ρά­ζει τὸ ὑπό­λειμ­μα ἑνὸς φτη­νοῦ ἀλλα­ντι­κοῦ, ποὺ τὸ παίρ­νει μαζί της τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕνα σκι­σμέ­νο φύλ­λο ἐφη­με­ρί­δας.

       Κι ἔπει­τα ἀνε­βαί­νει ξε­πνο­η­μέ­νη τοὺς ἕξι ὀρό­φους της.

       Ἐκεῖ ψη­λά, ἡ σο­φίτα της εἶναι πα­ντέ­ρη­μη. Ἕνα κομ­μά­τι κερὶ φω­τί­ζει αὐτὴν τὴν ἐξα­θλί­ω­ση. Φω­τιὰ δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἄνε­μος περ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὴν πόρ­τα μὲ τέ­τοια ὁρμὴ ποὺ κά­νει τὴ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ νὰ τρε­μο­παί­ζει. Ἕνα κρε­βά­τι, ἕνα τρα­πέ­ζι, μί­α κα­ρέ­κλα. Κά­νει τό­σο κρύ­ο ποὺ τὸ νερὸ στὸ κου­μά­ρι ἔχει πα­γώ­σει.

       Βιά­ζε­ται· ἴσως ζε­στα­θεῖ λι­γά­κι στὸ κρε­βάτι της, κά­τω ἀπὸ τὸν μπό­γο τῶν ρού­χων της ποὺ στοι­βά­ζει κά­θε βρά­δυ στὰ πό­δια της. Κά­θι­σε ζω­ηρὰ στὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι της, πῆρε ἕνα κομ­μά­τι ψωμὶ ἀπὸ ἕνα ντου­λά­πι καὶ τρώ­ει τὸ ἀλλα­ντι­κό της μὲ τὸν λαί­μαρ­γο κι ἀδιά­φο­ρο τρό­πο τῶν λι­μασμέ­νων. Ὅταν τὴν πιά­νει δί­ψα, ἀνα­γκά­ζε­ται νὰ σπά­σει τὸν πάγο στὸ κου­μά­ρι.

       Εἶναι ἕνα κο­ρί­τσι τὸ πολὺ δε­κα­ο­κτὼ χρονῶν. Γιὰ νὰ κρυώ­νει λι­γό­τε­ρο, δὲν ἔβγα­λε τὸ σά­λι της οὔτε τὸν σκοῦφο της. Τρώ­ει στὸ σπί­τι της ντυ­μέ­νη ὅπως γιὰ τὸν δρό­μο καὶ κρύ­βει πό­τε πό­τε τὰ μπλάβα ἀπὸ τὸ κρύ­ο χέ­ρια της. Ἂν μπο­ροῦσε νὰ χα­μο­γε­λά­σει, θὰ γι­νό­ταν γοη­τευ­τι­κή· τὰ λε­πτε­πί­λε­πτα χεί­λη της, τ’ ἁπα­λοῦ γκρί­ζου χρώ­μα­τος μά­τια της θὰ εἶχαν ὑπέ­ρο­χη γλυ­κύ­τη­τα. Ὅμως τὰ βά­σα­να τὴν ἔχουν κά­νει νὰ σφίγ­γει τὰ χεί­λη της κι ἔχουν σκιά­σει καὶ σκλη­ρύ­νει τὸ βλέμ­μα της. Φο­ρά­ει τὸ ἄκα­μπτο κι ἀπει­λη­τικὸ προ­σω­πεῖο τῶν ἐξα­θλιω­μέ­νων.

       Κοι­τά­ζει ἀπλανῶς μπρο­στά της, μὲ τὸ μυα­λό της κε­νό, τρώ­γοντας σὰν ζῶο ποὺ βιά­ζε­ται. Ὕστε­ρα τὸ βλέμ­μα της πέ­φτει στὸ λι­γδια­σμέ­νο φύλ­λο τῆς ἐφη­με­ρί­δας ποὺ τῆς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ πιά­το. Ἀρχί­ζει νὰ δια­βά­ζει καὶ ξε­χνά­ει νὰ τε­λειώ­σει τὴν μπου­κιά της.

       Δό­θη­κε χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα στὰ ἀνά­κτο­ρα τοῦ Κε­ρα­μει­κοῦ καὶ κα­τα­να­λώ­θη­κε, ὅπως πλη­ρο­φο­ρεῖται, τερά­στια πο­σό­τη­τα οἴ­νου κι ἐδε­σμά­των: ἐννέ­α χι­λιά­δες μπου­κά­λες κα­μπα­νί­τη, τρεῖς χι­λιά­δες γλυ­κί­σμα­τα, ἑξα­κό­σια κιλὰ κρέ­ας καὶ τὰ ρέ­στα. Χα­μο­γε­λά­ει πα­ρά­ξε­να καὶ σκέ­φτε­ται πὼς οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι τε­τρά­πα­χοι.

       Ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι γυ­ναίκα, χα­σο­με­ρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν βραδι­νῶν φο­ρε­μά­των. Δια­βά­ζει λοι­πόν:

       «Ἡ κυ­ρί­α Ντὲ Μετ­τερ­νίκ: λευκὴ ἐσθή­τα, μὲ σκού­ρα μὸβ ζώ­νη. Ἕνα ἀδα­μα­ντο­ποί­κιλ­το πε­ρι­δέ­ραιο στή­ρι­ζε ἕνα χα­ρι­τω­μέ­νο σύμ­φυρ­μα ἀπὸ μαρ­γα­ρι­τάρια καὶ δια­μά­ντια.»

       Τὸ πρό­σω­πό της σκλή­ρυ­νε κι ἄλλο. Για­τί οἱ ἄλλες νὰ ἔχουν διαμα­ντέ­νια πε­ρι­δέ­ραια τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐτὴ δὲν ἔχει κὰν ἕνα ζε­στὸ φό­ρε­μα νὰ βά­λει; Ὅμως συ­νε­χί­ζει:

       «Ἡ αὐτο­κρά­τει­ρα μὲ ἐσθή­τα ἁπα­λοῦ πρά­σι­νου χρώ­μα­τος, κα­λυμ­μέ­νη ἀπὸ τὴ μέ­ση καὶ κάτω ἀπὸ λευκὸ φου­σκωτὸ τού­λι, ἀργυ­ροΰφα­ντο, γαρ­νι­ρι­σμέ­νη στὸν πο­δό­γυ­ρο καὶ στὸ μποῦστο μὲ γού­να ζι­μπε­λί­νας. Στὰ μαλ­λιά της λευκὰ ἄνθη ἀγρά­μπε­λης κι ἕνα ἁπλὸ δια­μα­ντένιο διά­δη­μα. Γύ­ρω ἀπὸ τὸ λαι­μό, μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κορ­δέ­λα, δια­κο­σμη­μέ­νη μὲ μαι­άν­δρους ἀ­πὸ ὑπέ­ρο­χα δια­μά­ντια.»

 

       Πα­ντοῦ δια­μά­ντια, καὶ μά­λι­στα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ δια­μά­ντια γιὰ νὰ πλου­τί­σουν ἑκατὸ οἰκο­γέ­νειες. Ἡ κο­πέ­λα ἔπα­ψε νὰ δια­βά­ζει. Ἔχει γεί­ρει πρὸς τὰ πί­σω στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ συλλο­γί­ζε­ται.

       Σκέ­ψεις κακὲς περ­νοῦν ἀπὸ τὰ γκρί­ζα μά­τια της. Δὲν αἰσθά­νε­ται πιὰ τὸ κρύ­ο, εἶναι ὁλό­τελα δο­σμέ­νη στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ κα­κοῦ.

       Κι ὅταν συ­νέρ­χε­ται ἀπ’ τὴν ὀνει­ρο­πό­λη­σή της, ἕνα δυ­νατὸ ρί­γος τὴ δια­περνᾶ· καὶ φέρ­νο­ντας ἕνα γύ­ρο τὴν τρώ­γλη της μὲ τὸ βλέμ­μα της, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Πρὸς τί λοι­πόν…; Πρὸς τί νὰ δου­λεύ­ω; Θέ­λω νά ‘χω δια­μά­ντια.»

       Αὔριο θὰ τά ‘χει.

 

  

Πηγή: Contes et nouvelles 1(1864-1874), prés. par François-Marie Mourad, GF Flam­ma­rion, Paris 2008, σσ. 180-182.

 

Ἐμίλ Ζολὰ (Émile Zola) (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας. Ἡγε­τικὴ μορ­φὴ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ἐπι­δί­ω­κε νὰ ἐφαρ­μό­ζει τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ μέ­θο­δο στὴν πε­ρι­γραφὴ τῆς συ­μπε­ρι­φορᾶς καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Συ­νέ­θε­σε ἕναν με­γά­λο κύ­κλο μυ­θι­στο­ρη­μά­των γύ­ρω ἀπὸ τοὺς Rougon- Macquart, πε­ριγρά­φο­ντας ἔτσι τὴ φυ­σικὴ καὶ κοι­νω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας τὴν ἐποχὴ τῆς Β΄ Αὐτο­κρα­το­ρί­ας (1852-1870). Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἰδέ­ες τοῦ σο­σια­λι­σμοῦ καὶ κα­τό­πιν ἀνέ­πτυ­ξε ἕνα μεσ­σια­νικὸ ὅρα­μα γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ ἀνθρώ­που Τὰ τέσ­σε­ρα Εὐαγ­γέλια, 1899-1903. Ἐξάλ­λου ἔγραψε κρι­τικὲς με­λέ­τες γιὰ θέ­μα­τα τῆς τέ­χνης καὶ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Jean Auguste Dominique Ingres: Πορτραῖτο τῆς Jose­phi­ne El­le­o­no­re Ma­rie Pau­li­ne de Ga­lard de Bras­sa (λεπτομέρεια).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: