Περικλῆς Σφυρίδης: Γιορτές

 

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης

 

Γι­ορ­τές

 

ΠΡΩ­ΤΟ­ΧΡΟ­ΝΙΑ

 

Ἀ­νή­με­ρα τοῦ νέ­ου ἔ­τους ἡ γυ­ναί­κα μου παίρ­νει στὸ τη­λέ­φω­νο τὴ Μα­ρί­α στὴ Σκύ­ρο, τὴ γει­τό­νισ­σά μας, ποὺ μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα της, τὸν Μῆ­τσο, ἔ­χουν τὴν τα­βέρ­να τους στὸ Μῶ­λος. Πρὶν ἀ­πὸ δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια ἔ­χουν χά­σει τὸν μο­να­χο­γιό τους, τὸν Κω­στῆ, ἕ­ναν πα­λί­κα­ρο μέ­χρι ’­κεῖ πά­νω, κι ἀ­πὸ τό­τε ὁ Μῆ­τσος εἶ­ναι —ἢ νι­ώ­θει— ἄρ­ρω­στος. Θέ­λει νὰ τῆς εὐ­χη­θεῖ κα­λὴ χρο­νιὰ καὶ νὰ ρω­τή­σει γιὰ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ ἄν­τρα της. Μπερ­δεύ­ε­ται ὅ­μως ἡ γλώσ­σα της, ξε­χνά­ει, καὶ ἀν­τὶ νὰ ρω­τή­σει «Τί κά­νει ὁ Μῆ­τσος;­», τῆς ξε­φεύ­γει καὶ ρω­τά­ει: «Τί κά­νει ὁ Κω­στῆς;­». Ἡ Μα­ρί­α ἀ­τά­ρα­χη, μὲ γλυ­κιὰ φω­νή, «Κα­λὰ εἶ­ναι», ἀ­παν­τά­ει, «χτὲς ἤ­μουν ἐ­κεῖ, τοῦ πῆ­γα φρέ­σκα λου­λού­δια, ἄλ­λα­ξα τὸ νε­ρὸ στὸ βά­ζο καὶ τὰ πε­ρι­ποι­ή­θη­κα».

 

ΘΕ­Ο­ΦΑ­ΝΕΙΑ

 

Πέ­ρα­σε μι­σὸς αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­φυ­γες, για­γιά μου Ἀγ­γε­λι­κή. Κι ἦρ­θες, λέ­ει, τὰ Θε­ο­φά­νεια στὸν ὕ­πνο μου, γιὰ νὰ δεῖς μὲ τὰ δι­κά μου μά­τια, τί ἔ­γι­νε ὁ κό­σμος, ὁ κό­σμος μας. Θρύ­ψα­λα για­γιά μου, θρύ­ψα­λα. Δὲν στό ’­πα­νε ἡ μά­να καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ποὺ ἦρ­θαν νὰ σὲ βροῦ­νε;

 

ΠΑ­ΣΧΑ

 

Με­γά­λη Πέμ­πτη καὶ πά­ω στὸ κο­νά­κι τοῦ Μα­νο­λά­κη νὰ πά­ρω τὸ ἀρ­νὶ ποὺ τοῦ ἔ­χω πα­ραγ­γεί­λει γιὰ τὸ Πά­σχα. Ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Γε­ωρ­γί­α βά­φει αὐ­γὰ στὴν αὐ­λή. «Ποῦ εἶ­ναι ὁ Μα­νο­λά­κης;» τὴ ρω­τῶ. «Πέ­ρα στ’ ἀμ­πέ­λι σφά­ζει ἀρ­νιά.» Μοῦ ψή­νει κα­φὲ καὶ τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἀ­νά­με­σα στὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που της ποὺ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν ἄ­νοι­ξη. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­νει ὁ Μα­νο­λά­κης μὲ τὸ σφαγ­μέ­νο ἀρ­νὶ στὸν ὦ­μο. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μιὰ προ­βα­τί­να ποὺ κά­νει γύ­ρους καὶ βε­λά­ζει σπα­ρα­χτι­κά. «Τί ἔ­πα­θε αὐ­τή;» τοῦ λέ­ω. «Ζη­τά­ει τὸ παι­δί της», ἀ­παν­τᾶ. Ἡ Γε­ωρ­γί­α φέρ­νει μιὰ μαύ­ρη σα­κού­λα καὶ βά­ζουν μέ­σα το ἀρ­νί. «Πά­ρ’ το», μοῦ λέ­ει ὁ Μα­νο­λά­κης, «κα­λο­φά­γω­το».

 

ΔΕ­ΚΑ­ΠΕΝ­ΤΑΥ­ΓΟΥ­ΣΤΟΣ

 

Αὔ­γου­στος καὶ τὸ νη­σὶ κον­τεύ­ει νὰ βου­λιά­ξει ἀ­πὸ του­ρί­στες. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου κά­θε πρω­ὶ ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να γι­ώ­τα-χί, κον­τεύ­ουν νὰ παρ­κά­ρουν καὶ μέ­σα στὸν κῆ­πο μου. Φι­λο­ξε­νῶ μιὰ συγ­γρα­φέ­α καὶ δὲν πι­στεύ­ει στὰ μά­τια της. Ἀ­νή­με­ρα τῆς Πα­να­γί­ας, λέ­με μὲ τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ τῆς κά­νου­με τὸ τρα­πέ­ζι σὲ ἐ­ξο­χι­κὴ τα­βέρ­να. Τη­λε­φω­νῶ καὶ στὸν κα­πε­τὰν-Θό­δω­ρο νὰ ἔρ­θει μα­ζί μας. Μό­νο, τοῦ λέ­ω, «ἔ­λα νω­ρὶς γιὰ νὰ βροῦ­με τρα­πέ­ζι». Δώ­δε­κα καὶ κά­τι εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Ἀ­φή­νω τὸν κα­πε­τά­νιο μὲ τὶς δύ­ο κυ­ρί­ες καὶ πά­ω νὰ παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το, για­τί ἤ­δη πει­να­σμέ­νοι του­ρί­στες ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν σω­ρη­δόν. Μέ­χρι νά ’ρ­θει τὸ γκαρ­σὸν νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με, νὰ φᾶ­με καὶ κά­τι, νὰ κου­τσομ­πο­λέ­ψου­με, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα καὶ ὅ­σοι νέ­οι πε­λά­τες ἔρ­χον­ταν, στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­δειά­σει κα­νέ­να τρα­πέ­ζι νὰ γευ­μα­τί­σουν κι αὐ­τοί. Σβέλ­τοι οἱ σερ­βι­τό­ροι προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὸ του­ρι­στι­κὸ αὐ­τὸ τσου­νά­μι τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου. Πλή­ρω­σα τὸ λο­γα­ρια­σμὸ καὶ εἶ­πα στοὺς δι­κούς μου νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νουν στὴν εἴ­σο­δο τῆς τα­βέρ­νας γιὰ νὰ φέ­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἦ­ταν παρ­κα­ρι­σμέ­νο ἀ­πό­με­ρα. Πή­χτρα ἀ­πὸ ἁ­μά­ξια ὁ πλη­σί­ον χῶ­ρος, καὶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ γι­ώ­τα-χί, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να γιὰ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης. Μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε ὅ­τι πά­ω γιὰ νὰ φύ­γω, ἦρ­θε δί­πλα μου, καὶ ἀ­νά­βον­τας τὰ ἀ­λάρμ, πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση μου. Ξαφ­νι­κὰ προ­βάλ­λει ἕ­νας χον­τρὸς τύ­πος μὲ ἕ­να τε­ρά­στιο μαῦ­ρο τζὶπ —σα­ραν­τά­ρη τὸν ὑ­πο­λό­γι­σα— καὶ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ χώ­σει τὸ τζίπ του στὴ θέ­ση μου, μό­λις ἐ­γὼ ἀ­να­χω­ροῦ­σα. «Φι­λα­ρά­κι», τοῦ λέ­ω, «ἡ κυ­ρί­α πε­ρι­μέ­νει καὶ προ­η­γεῖ­ται. Πᾶ­νε κά­που ἀλ­λοῦ νὰ παρ­κά­ρεις». Μὲ κοι­τά­ζει ἄ­γρια, πε­ρι­φρο­νη­τι­κά, «δὲν θὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ τί θὰ κά­νω καὶ ποῦ θὰ πά­ω», μοῦ λέ­ει. «Κα­λά, ἀ­παν­τῶ, πε­ρί­με­νε τό­τε ὅ­σο θέ­λεις. Ἐ­γὼ δὲν τὸ κου­νῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ μέ­χρι νὰ φύ­γεις.» Βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν ἁ­μα­ξά­ρα του κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Δί­νε του, γα­μῶ τὴν Πα­να­γί­α σου», μὲ ἀ­πει­λεῖ. «Κοί­τα­ξε, με­γά­λε», τοῦ λέ­ω, «κα­τα­λα­βαί­νω πὼς εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας. Βρί­σε ὅ­μως ἐ­μέ­να, ἂν θέ­λεις, χτύ­πα με κι­ό­λας. Τί σοῦ ἔ­φται­ξε ὅ­μως ἡ Πα­να­γί­α καὶ τὴ βρί­ζεις χρο­νιά­ρα μέ­ρα; Ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς της ποὺ ἦρ­θες ἐ­δῶ νὰ ντερ­λι­κώ­σεις;­»

 

ΧΡΙ­ΣΤΟΥ­ΓΕΝ­ΝΑ

 

Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­νει ὁ Χρί­στος. Νέ­ος οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, πο­λι­τι­κὸς μη­χα­νι­κὸς καὶ ἐρ­γο­λά­βος, μὲ πε­ρι­ου­σί­α ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του ποὺ τὴν αὐ­γά­τι­σε, ἔ­χει πολ­λοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους. Ἀ­νή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γεῦ­μα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι, πάρ­τι γιὰ τοὺς φί­λους τὸ βρά­δυ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη πά­ω βόλ­τα τὸ σκυ­λὶ καὶ βλέ­πω νὰ κρέ­μον­ται στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης, δί­πλα στὸν κά­δο σκου­πι­δι­ῶν, τρί­α κου­τιὰ μέ­σα σὲ νά­ι­λον σα­κοῦ­λες. Τὰ ἀ­νοί­γω. Τὰ δυ­ὸ ἀ­πεί­ρα­χτα, μέ­σα στὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­κό­μα τοῦ ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου, εἶ­χαν ὁ­λό­φρε­σκα κου­λου­ρά­κια. Τὸ τρί­το μιὰ τούρ­τα, ποὺ τῆς ἔ­λει­πε ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι. Τὰ παίρ­νω καὶ πά­ω σπί­τι. «Τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἔ­φε­ρες; Ποῦ τὰ βρῆ­κες;» ἀ­πο­ρεῖ ἡ γυ­ναί­κα μου. Τῆς δί­νω τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­ξη­γή­σεις. «Καὶ για­τί τὰ πε­ρι­μά­ζε­ψες; Γιὰ νὰ τὰ φᾶ­με;» Για­τί ὄ­χι, θέ­λω νὰ τῆς πῶ, θυ­μᾶ­μαι τὴν Κα­το­χή, τὴν πεί­να, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μῶ, «τὰ ἔ­φε­ρα», δι­και­ο­λο­γοῦ­μαι, «γιὰ νὰ τὰ πά­ω αὔ­ριο στοὺς Ἀλ­βα­νοὺς ποὺ μα­ζεύ­ον­ται κά­θε πρω­ὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μάν­τρα μὲ τὸ οἰ­κο­δο­μι­κὰ ὑ­λι­κὰ —αὐ­τὴν κά­τω ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο τῆς Νέ­ας Ἐλ­βε­τί­ας— μπὰς καὶ πε­ρά­σει κά­ποι­ος νὰ τοὺς πά­ρει γιὰ κά­να με­ρο­κά­μα­το».

  

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Διαφημίσεις