Ἐ.Χ. Γονατᾶς: Οἱ ἀγελάδες

 

 

 

Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς

 

Οἱ ἀ­γε­λά­δες

                                                                                                             

στὸ Νί­κο Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη

 

ΑΘΟΜΑΣΤΕ Σ’ Ε­ΝΑ ΥΠΑΙΘΡΙΟ κα­φε­νεῖ­ο: πέντ΄ ἕ­ξι κα­ρέ­κλες ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νες στὴν ὄ­χθη ἑ­νὸς μι­κροῦ πο­τα­μιοῦ καὶ πιὸ πέ­ρα, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να πλα­τά­νι, μιὰ πα­ράγ­κα πνιγμέ­νη στὶς πε­ρι­κο­κλά­δες, μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἡ μορ­φω­μέ­νη Ἀ­ρά­χνη». Πί­νο­με τὸ οὖ­ζο μας βλέ­πον­τας τὶς πέ­στρο­φες νὰ πη­δᾶ­νε κά­θε τό­σο δυ­ὸ δυ­ὸ ἔ­ξω ἄπ΄ τὸ νε­ρό, ποὺ ἀ­φρί­ζει σὰν ἄ­σπρο στε­φά­νι γύ­ρω στ’ ἀ­στρα­φτε­ρά τους κε­φά­λια. Ἀ­μί­λη­τοι χαι­ρό­μα­στε τὴ γα­λή­νια ὀ­μορ­φιὰ τοῦ το­πί­ου.

       Μὰ δὲν περ­νά­ει πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ τρεῖς βρον­τε­ρὲς ἐ­κρή­ξεις στὴ γραμ­μὴ τραν­τά­ζουν τὰ πο­τή­ρια στὰ τρα­πέ­ζια καὶ μὲ ξε­κου­φαί­νουν. Ξυ­πνῶ ἀ­πὸ τὴ ρέμ­βη μου ἀ­να­πη­δών­τας στὴν κα­ρέ­κλα. Κά­τι τζά­μια ἀ­κού­γον­ται νὰ σπᾶ­νε μα­κριὰ σ΄ ἕ­να χτῆ­μα· φω­νὲς καὶ βλα­στή­μι­ες ἐ­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νες ἀπ΄ τὴν ἀ­πό­στα­ση τα­ρά­ζουν γιὰ λί­γο τὴν ἡ­συ­χί­α. Ὕ­στε­ρα πά­λι σι­ω­πή. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρω μου  —ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που— ἀ­τά­ρα­χοι, σὰ νὰ μὴν ἄ­κου­σαν τί­πο­τα, συ­νε­χί­ζουν νὰ ρου­φᾶ­νε γου­λιὰ γου­λιὰ τὸ οὖ­ζο τους σφουγ­γί­ζον­τας μὲ τὸ χέ­ρι τὶς στά­λες ποὺ κρέ­μον­ται στὰ μου­στά­κια τους. Στὰ μαλ­λιὰ τους πε­τᾶ­νε με­γά­λα δει­λι­νὰ κου­νού­πια. Δὲν κρα­τι­έ­μαι καὶ γυ­ρί­ζω σ’ αὐ­τὸν ποὺ κά­θε­ται πλά­ι μου. Φο­ρά­ει με­νε­ξε­λιὰ ρά­σα.

      «Πά­τερ», ρω­τά­ω, «τί συμ­βαί­νει; Ἄ­κου­σες τὶς κα­νο­νι­ές;»

      Ὁ πα­πὰς πο­λέ­μα­γε νὰ σπρώ­ξει μὲ τὰ πα­χου­λά του δά­χτυ­λα μέ­σα στὸ φαρ­δο­μά­νι­κό του ἕ­να κο­τό­που­λο ποὺ ὅ­λο ἔ­βγα­ζε τὸ κε­φά­λι. Χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ξει, μοῦ λέ­ει:

      «Ὁ Θε­ός, τέ­κνον μου, τι­μω­ρεῖ τοὺς φι­λάρ­γυ­ρους βου­κό­λους.»

      Ὕ­στε­ρα βλέ­πον­τας πὼς τὸ που­λὶ ἡ­σύ­χα­σε κι ἔ­πα­ψε νὰ μπαι­νο­βγαί­νει στὰ μα­νί­κια του, ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ γνέ­φει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Οἱ ἄλ­λοι οὔ­τε μᾶς προ­σέ­χου­νε κάν. Περ­νᾶ­με πί­σω ἀπ΄ τὴν πα­ράγ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, μέ­σα ἀ­πό ’­να φρά­χτη μὲ κο­λο­κυ­θι­ὲς φορ­τω­μέ­νες πορ­το­κα­λιὰ λου­λού­δια, με­γά­λα σὰν χάλ­κι­νες τρουμ­πέ­τες, καὶ βγαί­νου­με σ’ ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το χω­ρά­φι μὲ πολ­λὲς στέρ­νες. Ἀ­κού­γον­ται ζῶ­α νὰ ξε­φυ­σᾶ­νε ρου­θου­νί­ζον­τας. Πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ στέρ­να σὲ στέρ­να. Εἶ­ναι ὅ­λες βα­θι­ές, χω­ρὶς νερὸ, καὶ στὸν πά­το γυ­ρί­ζουν ἀ­γε­λά­δες μὲ κα­στα­νὸ τρί­χω­μα. Σκύ­βουν κά­θε λί­γο τὸ χον­τρὸ σβέρ­κο τους στὰ πα­χνιὰ καὶ μα­σου­λί­ζουν. Οἱ κοι­λι­ὲς τους τε­ρά­στι­ες πε­τά­γον­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κορ­μὶ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λες καὶ πρη­σμέ­νες.

      «Αὐ­τὲς ἐ­κεῖ πρό­σε­ξέ τες κα­λά, τώ­ρα ποὺ ση­κώ­νουν τὴν οὐ­ρὰ νὰ δι­ώ­ξουν τὶς μύ­γι­ες», μοῦ λέ­ει ὁ σύν­τρο­φός μου.

      Κοι­τά­ζω καὶ βλέ­πω χω­μέ­νο βα­θιὰ στὸν πι­σι­νό τους ἀ­πό ’να με­γά­λο ἄ­σπρο φελ­λό. Λου­ριὰ πε­ρα­σμέ­να κά­τω ἀπ΄ τὰ σκέ­λια καὶ τὴν κοι­λιὰ καὶ σφι­χτο­δε­μέ­να στὴ ρά­χη τους, κρα­τᾶ­νε γε­ρὰ στὴ θέ­ση του τὸ φρά­ξι­μο, ποὺ νὰ μὴ μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ τὸ πε­τά­ξει τὸ ζῶ­ο.

      «Μὲ τὸ σύ­στη­μα αὐ­τό», μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, «ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει στὶς ἀ­γε­λά­δες νὰ δι­ώ­ξουν ἀπ΄ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ τους τ΄ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τα πε­ρισ­σέ­μα­τα τῆς τρο­φῆς, οἱ βου­κό­λοι πι­στεύ­ουν πὼς θὰ κα­τα­φέ­ρουν νὰ τὶς πα­χύ­νουν γλη­γο­ρώ­τε­ρα. Δὲν ἐν­νο­οῦν ν΄ ἀ­φή­σουν οὔ­τε ἕ­να σπει­ρὶ κρι­θά­ρι νὰ βγεῖ ἀ­πὸ μέ­σα τους ἀ­χώ­νευ­το.  “Εἶναι κι αὐ­τὸ ζυ­γι­σμέ­νο στὴ ζυ­γα­ριὰ τοῦ ἐμ­πό­ρου καὶ τὸ πλη­ρώ­σα­με”, λέ­νε, “δέ μᾶς τὸ ἔ­δω­σαν χά­ρι­σμα!”»

      «Καὶ τὰ ζῶ­α δὲν ἀ­να­κου­φί­ζον­ται πο­τέ;», τὸν ρω­τά­ω, κοι­τών­τας μὲ οἶ­κτο τὶς ἀ­γε­λά­δες ποὺ ἁρ­πά­ζουν μὲ τὶς χει­λά­ρες τους κά­τι μα­κριὰ χορ­τά­ρια φυ­τρω­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στοὺς τοί­χους τῆς στέρ­νας.

      «Πώς! Κά­θε εἴ­κο­σι εἴ­κο­σι πέν­τε μέ­ρες, μό­λις τοὺς λύ­σουν τὶς ζῶ­νες ποὺ τοὺς φο­ρᾶ­νε. Ἔ­χω δεῖ πολ­λὲς ν΄ ἀν­τέ­χουν καὶ πά­ρα πά­νω. Μὰ εἶ­ναι κι ἄλ­λες ποὺ ἀπ΄τὴν πέμ­πτη κι­ό­λας μέ­ρα ἀρ­ρω­σταί­νουν βα­ριά· ἀρ­χί­ζει ἡ κοι­λιά τους νὰ τουμ­πα­νιά­ζει, φου­σκώ­νει φου­σκώ­νει σὰ μπα­λό­νι μέ­σα σὲ λί­γα λε­φτά, κι ἂν δὲν τὶς προ­λά­βουν, μπάμ! σκᾶ­νε ξαφ­νι­κὰ καὶ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο, σὰν ὀ­βί­δες.»

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀ­κού­στη­καν βή­μα­τα. Δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι ἀ­ξού­ρι­στοι, μὲ λε­ρω­μέ­νες κον­τὲς πο­δι­ὲς πά­νω ἀπ΄ τὰ γό­να­τα, πλη­σιά­ζουν τὴ στέρ­να. Εἶ­ναι βου­κό­λοι.

      «Νὰ μὴ μᾶς δοῦν», μοῦ λέ­ει σι­γὰ ὁ πα­πάς. «Εἶ­σαι ξέ­νος καὶ μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρά­σει ἀπ΄τὸ μυα­λὸ πὼς σ΄ ἔ­φε­ρα ἐ­πί­τη­δες ἐ­δῶ νὰ κλέ­ψεις τὸ σύ­στη­μά τους.»

      Κρυ­βό­μα­στε γλή­γο­ρα πί­σω ἀπ΄ τὴν πε­ζού­λα. Οἱ κτη­νο­τρό­φοι κα­τε­βαί­νουν τὰ σκα­λιὰ καὶ μπαί­νουν στὴ στέρ­να. Ὁ ἕ­νας, βα­στών­τας μιὰ με­ζού­ρα, πη­γαί­νει ἀ­πὸ γε­λά­δα σὲ γε­λά­δα καὶ παίρ­νει τὴν πε­ρί­με­τρο τῆς κοι­λιᾶς της. Ὁ ἄλ­λος, στὸ θαμ­πὸ φῶς ἑ­νὸς φα­να­ριοῦ, ση­μει­ώ­νει σ΄ ἕ­να τε­φτέ­ρι.

      «Τοὺς ἔ­χει πιά­σει πα­νι­κός», μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει πά­λι ὁ πα­πάς. «Μα­ζὶ μὲ τὰ τρί­α ση­με­ρι­νά, τὰ θα­να­τη­φό­ρα κρού­σμα­τα ἔ­φτα­σαν τὸν ἀ­ριθ­μὸ ἕν­τε­κα αὐ­τὸ τὸ μή­να. Ὑ­πάρ­χει Θε­ὸς ἀ­πὸ πά­νω καὶ βλέ­πει. Ἔ­χουν ἀ­νη­συ­χή­σει πο­λὺ καὶ προ­σέ­χουν. Ἐ­ξε­τά­ζουν τώ­ρα γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­σφά­λεια πιὸ συ­χνὰ τὸ κο­πά­δι τους, μή­πως κι ἡ κοι­λιὰ τῶν ζώ­ων ξε­πε­ρά­σει ἄ­ξαφ­να τὸ ὅ­ριο ἀν­το­χῆς.»

      Ἄ­μα τέ­λει­ω­σαν τὸ μέ­τρη­μα, οἱ βου­κό­λοι ἀ­νέ­βη­καν καὶ τρά­βη­ξαν σὲ ἄλ­λη στέρ­να. Τό­τε βγαί­νου­με κι ἐ­μεῖς ἀπ΄ τὸν κρυ­ψώ­να καὶ γυ­ρί­ζου­με ἀπ΄ τὸν ἴ­διο δρό­μο σκε­φτι­κοὶ καὶ ἀ­μί­λη­τοι.

      Ἄ­κρη ἄ­κρη στὸ χω­ρά­φι γυ­α­λί­ζει μί­α με­γά­λη κα­λύ­βα δί­χως πα­ρά­θυ­ρο, στη­μέ­νη μὲ ντε­νε­κέ­δες. Ἔ­χει ἀν­τὶς γιὰ πόρ­τα ἕ­να στρογ­γυ­λὸ ἄ­νοιγ­μα. Ἀ­πό­ξω ἄλ­λοι δυ­ὸ βου­κό­λοι, μὲ τὰ ἴ­δια ἀ­ξού­ρι­στα μοῦ­τρα ἀλ­λὰ μὲ πο­δι­ὲς ποὺ κρε­μᾶ­νε ὣς τὶς φτέρ­νες τους, σκύ­βουν πά­νω σ΄ ἕ­να μα­κρὺ ξύ­λι­νο πάγ­κο ὅ­που εἶ­ναι ἁ­πλω­μέ­να κομ­μά­τια μα­τω­μέ­νες προ­βι­ές. Μὲ με­γά­λα μα­χαί­ρια τὶς κα­θα­ρί­ζουν.

      «Πιὸ σι­γά», μοῦ κά­νει ὁ πα­πάς. «Νὰ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χα­σαν τρί­α ζῶ­α σή­με­ρα τ΄ ἀ­πό­γευ­μα. Με­τρᾶ­νε τὶς ζη­μι­ὲς καὶ βρά­ζουν ἀ­πὸ τὸ θυ­μό τους. Σὲ λί­γο, μό­λις φα­νεῖ τὸ φεγ­γά­ρι, θὰ βγά­λουν τ΄ ἀ­πο­μει­νά­ρια τῶν ζώ­ων ἀπ΄ τὴν κα­λύ­βα καὶ θὰ τὰ θά­ψουν. Δὲν θέ­λουν νὰ τοὺς βλέ­πει κα­νείς. Ὅ­ταν ἀ­γρι­εύ­ουν δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ται.»

      Προ­χω­ρᾶ­με σι­γὰ στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν καὶ φεύ­γου­με ἀ­νά­λα­φρα σὰ φαν­τά­σμα­τα. Περ­νών­τας τὸ σύ­νο­ρο τοῦ χω­ρα­φιοῦ ἀρ­χί­ζω καὶ ξα­να­βλέ­πω τὸ πο­τά­μι. Με­γά­λα φύλ­λα τα­ξι­δεύ­ουν πά­νω του ἀρ­γά. Μέ­σα στὴν  ἡ­συ­χί­α ἀ­κού­γον­ται γύ­ρω μας μό­να τὰ φτε­ρὰ τῶν κου­νου­πι­ῶν καὶ τὰ βή­μα­τά μας ποὺ τσα­κί­ζουν κο­τσά­νια καὶ κλα­διὰ κα­θὼς περ­πα­τᾶ­με. 

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ Οἱ ἀ­γε­λά­δες, «Κεί­με­να». Ἀ­θή­να 1980, A΄ ἔκ­δο­ση, Πρώ­τη Ὕ­λη, Ἀ­θή­να Νο­έμ­βριος 1963.

 

Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀθήνα 1924-2006). Σπούδασε Νομικά, ποιητὴς καὶ δοκιμιο­γρά­φος τῆς Μεταπολεμικῆς γενιάς, διακρίθηκε κυρίως ὡς «λογοτέχνης τοῦ παράδοξου». Πρώτη του ἐμφάνιση στὰ γράμματα μὲ τὸ ἀφήγημα Ὁ ταξιδιώτης (1945), τελευταῖο βιβλίο του Τρεῖς δεκάρες (ἀφηγήματα, Στιγμή, 2006). Τὸ 1994 τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικό Βραβεῖο Μετάφρασης.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: