Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι: Ἕνας χρόνος μετά

 

 

Γιάννης Πατίλης

 

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι: Ἕ­νας χρό­νος με­τά

 

ΑΝ ΣΗ­ΜΕ­ΡΑ πρὶν ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο, στὶς 5 Ἀ­πρι­λί­ου 2010, ἐγ­και­νι­ά­στη­κε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ προ­ερ­γα­σί­α ἕ­ξι μη­νῶν, ὁ ἱ­στο­χῶ­ρος γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α καὶ στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο ἑ­νὸς ἔν­τυ­που λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ μὲ μα­κρὰ πο­ρεί­α στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ γράμ­μα­τα. Ἡ ἐμ­φά­νι­ση αὐ­τὴ ἀν­τὶ νὰ λά­βει τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη μορ­φὴ μιᾶς ἱ­στο­σε­λί­δας πλη­ρο­φο­ρια­κῆς γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς ἴ­διας τῆς ἔν­τυ­πης ἔκ­δο­σής του, ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν και­νο­τό­μο πρα­κτι­κὴ τῆς ἵ­δρυ­σης ἑ­νὸς ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἱ­στο­χώ­ρου, δι­α­συν­δε­δε­μέ­νου ἐκ­δο­τι­κὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό, μὲ θέ­μα του τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κα­λο­με­λε­τη­μέ­νο βῆ­μα πρὸς ἕ­να νέ­ο συ­ναρ­πα­στι­κὸ χῶ­ρο, μὲ σπου­δαῖ­ες δυ­να­τό­τη­τες ἐκ­δο­τι­κῆς καὶ ἐκ­φρα­στι­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας: τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο. Τὶς ἀ­πό­ψεις μας γιὰ τὴν νέ­α ὅ­σο καὶ πρω­τό­γνω­ρη κα­τά­στα­ση ποὺ ἐ­πι­φέ­ρα­νε οἱ Νέ­ες Τε­χνο­λο­γί­ες στὰ θέ­μα­τα τοῦ τύ­που καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ λε­γό­με­νου «μι­κροῦ», ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, εἴ­χα­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἐκ­φρά­σου­με στὸ πα­ρελ­θόν(1). Τώ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα τῆς δο­κι­μῆς καὶ δο­κι­μα­σί­ας.

       Ἔ­τσι τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ξε­κί­νη­σε τὸ ἱ­στο­λό­γιο μὲ πρῶ­το κεί­με­νο τὸν «Χρε­ω­φει­λέ­τη» τοῦ Αἰ­σώ­που. Τὰ βα­σι­κὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ στοι­χεῖ­α καὶ κρι­τή­ρια συγ­κρό­τη­σης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν στοὺς συν­τε­λε­στές, τοὺς στό­χους, τὰ ὅ­ρια, τὴν ὁ­ρο­λο­γί­α, τὴν δο­μὴ καὶ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις συμ­με­το­χῆς στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, ἐ­κτέ­θη­καν δι­ε­ξο­δι­κὰ στὶς ἁρ­μό­δι­ες στῆ­λες του «Ταυ­τό­τη­τα» καὶ «Συ­νερ­γα­σί­ες», ὅ­που κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­να­τρέ­ξει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­πι­στώ­νον­τας συ­νά­μα τὴν συλ­λο­γι­κό­τη­τα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος. Χω­ρὶς τὴν ἐ­νερ­γὸ καὶ θερ­μὴ συμ­πα­ρά­στα­ση τῶν συ­νερ­γα­τῶν ποὺ θὰ δεῖ ἐ­κεῖ, τὸ εὖ­ρος, ἡ ποι­κι­λί­α καὶ ὁ δυ­να­μι­σμὸς τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­φι­κτά.

      Ὡς μορ­φὴ τύ­που τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν ἕ­νας ἱ­στο­χῶ­ρος ποὺ συν­δύ­α­ζε τὰ δυ­να­μι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς συ­νε­χοῦς ἀ­να­νέ­ω­σης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου (b­l­og) μὲ κά­ποι­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­σο καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ τα­κτι­κοὶ καὶ ἔ­κτα­κτοι συ­νερ­γά­τες, ἡ ὑ­πο­βο­λὴ συ­νερ­γα­σι­ῶν, τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, οἱ με­τα­φρά­σεις, οἱ συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα.

 

[Ποι­ό­τη­τα/Μορ­φή]

 

Πο­λὺ συ­νει­δη­τὴ ὑ­πῆρ­ξε ἐξ ἀρ­χῆς ἡ προ­σπά­θεια νὰ πα­ρα­πέμ­πει ἡ μορ­φὴ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου στὴν ἔν­τυ­πη πα­ρά­δο­ση καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἂν ἦ­ταν δυ­να­τόν, στὴν ἴ­δια τὴν μορ­φὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μη­τρι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ, τοῦ Πλα­νό­διου. Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ αὐ­τὴ κα­θο­δη­γή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πε­ποί­θη­σή μας πὼς τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο δὲν συ­νι­στᾶ ἀ­πόρ­ρι­ψη ἢ ἀ­συ­νέ­χεια τοῦ γου­τεμ­βέρ­γει­ου σύμ­παν­τος, ἀλ­λὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ καὶ ὥ­ρι­μη με­τε­ξέ­λι­ξή του στὸ βαθ­μὸ ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἱ­δρυ­τι­κή του σκο­πο­θε­σί­α ποὺ ἦ­ταν ἡ διὰ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τοῦ τύ­που συμ­με­το­χι­κὴ καὶ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη δι­ά­δο­ση τῶν γραμ­μά­των. Δη­λα­δή, μιὰ ἀ­πὸ τὶς κρι­σι­μό­τε­ρες συ­νι­στῶ­σες τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας καὶ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας – κι ἂς εἶ­χε ὡς ἀ­φε­τη­ρί­α της τὴ δι­ά­δο­ση (καὶ εἰ­ρω­νι­κῶς, στὸ τέ­λος, τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­ση) τῆς Βί­βλου! Ἡ ἐ­πι­λο­γή μας αὐ­τὴ κα­θο­δη­γή­θη­κε ἐ­ξί­σου ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κὴ δι­ά­θε­ση πρὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σες πρα­κτι­κὲς τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου ποὺ συγ­χέ­ουν τὴν πρά­ξη τῆς γρα­φῆς μὲ τὴν πρά­ξη τῆς δη­μο­σί­ευ­σής της. Ἐ­νῶ ἡ πρά­ξη τῆς γρα­πτῆς ἔκ­φρα­σης ἀ­πο­τε­λεῖ πρω­τί­στως ἐ­νέρ­γη­μα τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοῦ χώ­ρου, ἡ δη­μο­σι­ο­ποί­η­σή της ἀ­πο­τε­λεῖ πρά­ξη πο­λι­τι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ μὲ βα­ρύ­νου­σες συ­νέ­πει­ες, τὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο τῆς ἔκ­δο­σης ὀ­φεί­λει πάν­το­τε νὰ λαμ­βά­νει ὑ­π’ ὄ­ψη. Ἡ ἔν­τυ­πη πα­ρά­δο­ση, πι­ε­ζό­με­νη καὶ ἀ­πὸ τὶς ὑ­λι­κὲς συν­θῆ­κες πα­ρα­γω­γῆς της, ἦ­ταν πάν­τα σὲ ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀρ­χῆς αὐ­τῆς, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν τὴν πα­ρα­βί­α­ζε.

      Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ μιᾶς τέ­τοι­ας μορ­φῆς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου κα­θο­ρι­ζό­ταν δευ­τε­ρευ­όν­τως ἀ­πὸ δύ­ο ἀ­κό­μη πα­ρά­γον­τες: ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀ­φε­νός, νὰ συν­δε­θεῖ στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ πρόσ­λη­ψη τοῦ νε­ώ­τε­ρου ἀ­να­γνώ­στη ὁ ἀ­πο­ϋ­λο­ποι­η­μέ­νος κό­σμος τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου πρὸς τὸν κό­σμο τῆς ἔν­τυ­πης καλ­λι­έρ­γειας, ὅ­σο ἀ­κό­μα αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο κό­σμοι συ­νυ­πάρ­χουν, καὶ, ἀ­φε­τέ­ρου, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι μί­α ἢ δύ­ο γε­νι­ὲς με­τὰ ὁ πρῶ­τος ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­ο κό­σμους, ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος ποὺ γνω­ρί­σα­με καὶ ἀ­γα­πή­σα­με, θὰ ἔ­χει ἐ­κλεί­ψει ὁ­ρι­στι­κά.

      Ἔ­τσι, οἱ χρω­μα­τι­κὲς ὑ­φὲς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου προ­σο­μοι­ά­στη­καν μὲ τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ σα­μου­ὰ τῶν βι­βλί­ων λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὶς σκιά­σεις τοῦ δι­πλώ­μα­τος τῶν σε­λί­δων, ἐ­νῶ, ἀ­πὸ τὸν κό­σμο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, υἱ­ο­θε­τή­θη­καν τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ ἀρ­χι­γράμ­μα­τα καὶ ὁ τρό­πος ἔν­θε­σης τῶν εἰ­κό­νων, μα­ζὶ μὲ τὰ κα­τε­ξο­χὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου: τῆς πλή­ρους στοί­χι­σης καὶ τῆς ὑ­φέ­νω­σης τῶν κει­μέ­νων. Πράγ­μα­τα σχε­δὸν ἄ­γνω­στα στὸν κό­σμο τῶν φα­σὸν ἱ­στο­σε­λί­δων.         

      Ἰ­δι­αί­τε­ρη μνεί­α χρει­ά­ζε­ται ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κό, σύ­στη­μα ποὺ νε­α­ρὴ φί­λη λο­γο­τέ­χνις χα­ρι­τω­μέ­να μᾶς χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς ἐ­ξω­τι­κό. Ἐν πρώ­τοις αὐ­τὴ ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του (1986). Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως καὶ σο­βα­ρό­τε­ροι λό­γοι γιὰ τὴν ἐμ­μο­νή μας σ’ αὐ­τό: στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἄ­θλη­μα ὅ­που ἡ μορ­φὴ συ­νι­στᾶ τὴν βα­ρύ­νου­σα ὄ­ψη τοῦ νο­μί­σμα­τος εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ σύ­στη­μα γρα­φῆς ποὺ δι­α­σώ­ζει τὸ μέ­γι­στο τῆς ση­μα­σί­ας σὲ πλη­ρο­φο­ρί­α καί, ταυ­τό­χρο­νως, κρα­τᾶ ἀ­νοι­χτά, διὰ τῆς ἐ­ξοι­κεί­ω­σης καὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, τὴν ὁ­δὸ τῆς πρόσ­λη­ψης καὶ τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ δι­α­λό­γου μὲ τὰ ἀ­μέ­σως προ­η­γού­με­να (ἕ­ως καὶ πο­λὺ ἀ­πώ­τε­ρα) στά­δια τῆς μι­κρο­γράμ­μα­της γρα­πτῆς μας πα­ρά­δο­σης, λό­γιας καὶ δη­μο­τι­κῆς(2). Εἶ­ναι, ὅ­μως, ὄν­τως τὸ σύ­στη­μα τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας μὲ τὸ πο­λυ­το­νι­κὸ τό­σο ἐ­ξω­τι­κό; Ποιός ἔ­χει ἀ­λή­θεια —γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα— ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους καὶ νε­ώ­τα­τους ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἀ­να­γνώ­στρι­ες ξε­νι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὸ πο­λυ­το­νι­κὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν ἐκ­δό­σε­ων Ἄ­γρα ποὺ στοὺς κα­τα­λό­γους της πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων καὶ βι­βλί­α τῶν πλέ­ον σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέ­ων καὶ σύγ­χρο­νων προ­βλη­μα­τι­σμῶν;

      Σ’ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ προ­σθέ­σω ὡς κί­νη­τρο τὴν ἀ­ξί­α τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος στὸν ἀ­χα­νὴ ἱ­στο­χῶ­ρο: τὸ  θέ­λα­με σὰν ἕ­να μι­κρὸ πεῖ­σμα ἀ­πέ­ναν­τι στὰ εὔ­κο­λα «εἶ­ναι δύ­σκο­λο» καὶ «δὲν γί­νε­ται» τῶν τε­χνι­κῶν τῶν ἱ­στο­σε­λί­δων προ­κει­μέ­νου γιὰ πα­ρό­μοι­ες ἀ­παι­τη­τι­κὲς ἐ­φαρ­μο­γὲς καὶ χρή­σεις κει­με­νο­γρά­φων καὶ κει­μέ­νων, ἕ­να «ἠ­χη­ρό»: τώ­ρα κυ­ρί­ως γί­νε­ται μὲ τὶς ἐκ­πλη­κτι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν, πο­λὺ φι­λι­κό­τε­ρες ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ὄν­τως πο­λύ­πλο­κες γρα­φη­μα­τι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες ποὺ παί­δευ­αν αἰ­ῶ­νες τώ­ρα τοὺς μα­στό­ρους τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς τυ­πο­γρα­φί­ας.   

      Καὶ τέ­λος τὸ θέ­μα τοῦ κό­στους, σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο ὅ­που τὸ σχε­δὸν δω­ρε­άν, ἢ τὸ τζάμ­πα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­ναι ὁ κα­νό­νας.­.. Πό­σο νὰ στοι­χί­ζουν ἄ­ρα­γε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ «πο­λύ­πλο­κα» καὶ ἀ­παι­τη­τι­κά; Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­λά­χι­στα: μιὰ ἕ­τοι­μη ἐκ­δο­τι­κὴ πλατ­φόρ­μα ποὺ πα­ρέ­χε­ται δω­ρε­ὰν ἀ­πὸ τὴν W­o­r­d­p­r­e­ss, μιὰ ἐ­λά­χι­στη συν­δρο­μὴ 20 πε­ρί­που δολ­λα­ρί­ων τὸν χρό­νο γιὰ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση κά­ποι­ων δυ­να­το­τή­των αὐ­τῆς τῆς πλατ­φόρ­μας καὶ μιὰ ἐ­φά­παξ ἀ­μοι­βὴ στὸν εἰ­δι­κὸ τε­χνι­κὸ τῶν ἱ­στο­σε­λί­δων: σύ­νο­λο 300 εὐ­ρώ!(3)   

 

[Ποι­ό­τη­τα/Πε­ρι­ε­χό­με­νο]

 

Ἀ­ναγ­καί­ως σύμ­με­τρη πρὸς τὶς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ὡς πρὸς τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς μορ­φῆς, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ μέ­ρι­μνα γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Μο­λο­νό­τι ἡ κρί­ση γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα ἀ­νή­κει ἐ­ξί­σου στὸν εἰ­δο­ποι­η­μέ­νο καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἀ­να­γνώ­στη, κά­να­με ὅ,τι μπο­ρού­σα­με ὥ­στε νὰ ἐ­ξα­σφα­λι­στοῦν του­λά­χι­στον οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις της. Τὸ ἴ­διο τὸ αἴ­τη­μα τῆς ποι­ό­τη­τας, ζη­τού­με­νο ἤ­δη στὸν χῶ­ρο τῆς ἔν­τυ­πης δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, στὸ ἀ­πέ­ραν­το σύμ­παν τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου κα­θί­στα­ται ἐ­πι­τα­κτι­κό. Ἡ πρω­το­φα­νὴς εὐ­κο­λί­α νὰ κα­τα­σκευά­ζει ὁ κα­θέ­νας τὸν δι­κό του δη­μό­σιο χῶ­ρο ἔκ­φρα­σης, ἡ ἀ­νω­νυ­μί­α, ἡ συ­χνό­τα­τη ἀ­θέ­τη­ση δι­α­σταύ­ρω­σης, ἐ­λέγ­χου καὶ ἀ­να­φο­ρᾶς τῶν πη­γῶν σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν αὐ­το­μα­τι­σμὸ τοῦ γρά­φω-δη­μο­σι­εύ­ω ποὺ ἔ­χει κα­ταρ­γή­σει τὸ «συρ­τά­ρι» τοῦ συγ­γρα­φέ­α, φυ­σι­κὸ ἢ ἠ­λε­κτρο­νι­κό, καὶ ἔ­κα­νε τὸ ξα­να­γρά­ψι­μο —ὅ­πως ση­μει­ώ­να­με ἀλ­λοῦ— τὴν ἄ­γνω­στη χώ­ρα τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ὁ­δή­γη­σαν τὸν μέ­σο ὅ­ρο τῆς ποι­ό­τη­τας τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τύ­που σὲ σα­φῶς χα­μη­λό­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο ἀ­πὸ τὸν ἔν­τυ­πο.

      Θε­ω­ρή­σα­με λοι­πὸν ἀ­πα­ραί­τη­τη τὴν θέ­σπι­ση ὁ­ρι­σμέ­νων κρι­τη­ρί­ων. Ὡς πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ γιὰ ὅ­σα κεί­με­να ἤ­δη δη­μο­σι­ευ­μέ­να ἀ­νή­κουν στὴν πα­ρα­κα­τα­θή­κη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας υἱ­ο­θε­τή­σα­με τὸ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο, ἐ­νῶ ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς ὑ­πο­βάλ­λον­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρες συ­νερ­γα­σί­ες ἐ­πι­λέ­γου­με τὰ κα­τὰ τὸ γοῦ­στο μας κα­λύ­τε­ρα, ἀ­να­λαμ­βά­νον­τας μὲ πλή­ρη ἐ­πί­γνω­ση τὴν εὐ­θύ­νη μιᾶς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἰ­σο­τι­μί­ας στὴν πα­ρου­σί­α­ση ἀ­νά­με­σα στὰ με­γά­λα ὀ­νό­μα­τα τῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς μας πα­ρά­δο­σης καὶ σὲ κεί­με­να ἄ­γνω­στών μας προ­σώ­πων ποὺ ἐ­γεί­ρουν κα­τὰ τὴν κρί­ση μας ἀ­ξι­ώ­σεις καὶ ἂς μὴν ἔ­χουν ἀ­κό­μη ἄλ­λη δη­μό­σια πα­ρου­σί­α ἀλ­λοῦ. Ὡς πρὸς τὶς με­τα­φρά­σεις, μὲ ἕ­να φι­λό­δο­ξο ἄ­νοιγ­μα σὲ ὀ­χτὼ ἕ­ως στιγ­μῆς ξέ­νες γλῶσ­σες(4), ἀ­πευ­θυν­θή­κα­με σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δό­κι­μους με­τα­φρα­στές, φι­λό­τε­χνους ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες εἴ­τε ἐ­ρα­σι­τέ­χνες, με­ρι­κοὶ λο­γο­τέ­χνες καὶ οἱ ἴ­διοι, ποὺ στὸ σύ­νο­λό τους μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια ἀ­γά­πη καὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση.  Τό­σο τὰ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να ὅ­σο καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τοῦ πρω­το­τύ­που,  πα­ρου­σι­ά­ζον­ται πάν­τα τεκ­μη­ρι­ω­μέ­να μὲ τὶς πη­γές τους καὶ τὰ ἐρ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὰ τῶν συν­τε­λε­στῶν τους, ἐ­νῶ ἡ τε­λι­κὴ ἀ­νάρ­τη­σή τους εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων δι­ορ­θώ­σε­ων καὶ ἀν­τι­πα­ρα­βο­λῶν (δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ἐ­πι­τεί­νει ὁ πο­λυ­το­νι­σμός τους) ποὺ μα­ζὶ μὲ τὴν καλ­λι­τε­χνι­κή τους εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση ἐ­πι­βρα­δύ­νουν πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ τε­λι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος (καὶ σὲ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τοὺς ἐ­πι­σπεύ­δον­τες χρό­νους τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου) τὴν στιγ­μὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής τους.

      Κον­τὰ σ’ αὐ­τὰ ἡ κα­τὰ και­ροὺς πα­ρου­σί­α­ση μι­κρῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των σὲ συγ­γρα­φεῖς (μα­ζὶ μὲ τὶς τυ­χὸν συ­νεν­τεύ­ξεις τους), μιὰ ἀ­κό­μη συ­νή­θεια τῆς ἔν­τυ­πης πα­ρά­δο­σης ποὺ δὲν εὐ­τυ­χεῖ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, βο­η­θᾶ σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη γνώ­ση καὶ κα­τα­νό­η­ση τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τους.   

 

[Εἶ­δος]

 

Οἱ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­νή­κουν στὴν ὄ­χι πο­λὺ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τη­γο­ρί­α τῶν εἰ­δι­κῶν ἱ­στο­λο­γί­ων. Τὸ Πλα­νό­διον φι­λο­ξε­νοῦ­σε ἀ­νέ­κα­θεν καὶ σὲ κά­θε τεῦ­χος του δι­η­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του ὕ­λης ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο στὴν ποί­η­ση. Ὡ­στό­σο, τὸ προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νο, μὲ τὸν πα­λαι­ὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 2009, γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα (flash fi­ction) ὁ­δή­γη­σε στὴν ἰ­δέ­α ἑ­νὸς ἱ­στο­λο­γί­ου ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ εἶ­δος αὐ­τό: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ δο­κι­μά­σει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τὶς δυ­νά­μεις καὶ τὶς ἀ­ξί­ες του στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο.

      Ἡ ὑ­λο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης αὐ­τῆς ἐ­νι­σχύ­θη­κε ἀ­πὸ δύ­ο ση­μαν­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες: τὴν δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο ἀ­που­σί­α­ζε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, ὡς ὀρ­γα­νω­τι­κὴ πρό­θε­ση του­λά­χι­στον καὶ συ­νει­δη­τὸ προ­σα­να­το­λι­σμό, ἕ­να εἶ­δος ποὺ σὲ πολ­λὰ ἐ­θνο­γλωσ­σι­κὰ δί­κτυ­α, πρω­τί­στως στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο καὶ τὸ ἀγ­γλό­φω­νο, ἔ­βρι­θε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά! Ἡ ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ σύμ­παν­τος ποὺ δι­α­κο­νοῦ­σε τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα μὲ ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ μέ­χρις ὑ­περ­βο­λῆς (δι­η­γή­μα­τα λ.χ. 6 προ­τά­σε­ων ἢ 100, ἢ 69, ἢ 55 λέ­ξε­ων ἀ­κρι­βῶς ἢ ἕ­ως 140 χα­ρα­κτῆ­ρες!) ξε­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ ξε­φύλ­λι­σμα τοῦ σε­λι­δο­δεί­κτη σὲ ἕ­ναν ἀ­πί­θα­νο σὲ ποι­κι­λί­α ὕ­φους καὶ θε­μά­των ἀ­ριθ­μό (σ’ ἕ­να μι­κρό τους δεῖγ­μα μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­να­γη­θεῖ­τε ἐδῶ). Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὑ­πῆρ­χε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­α­δι­κτυα­κὰ πράγ­μα­τα ἕ­νας ἀ­νά­λο­γος ἱ­στο­χῶ­ρος ποὺ μᾶς ἐ­νε­θάρ­ρυ­νε μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά του: τὸ Παμπάλαιο νερό, ἕ­να εἰ­δι­κὸ ἱ­στο­λό­γιο, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς Κώ­στα Κου­τσου­ρέ­λη καὶ Σο­φί­α Κο­λο­τού­ρου καὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ποί­η­ση σὲ πα­ρα­δο­σια­κὲς φόρ­μες, ἔ­δει­χνε πὼς ἕ­να ποι­ο­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα μὲ θέ­ση καὶ κρι­τή­ρια ἦ­ταν ἐ­φι­κτό.  

      Ὡ­στό­σο, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α στὴν πε­ρί­πτω­σή μας ἦ­ταν ὁ κα­θο­ρι­σμὸς τοῦ εἴ­δους. Ἕ­να μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι δι­ή­γη­μα, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ὁ προσ­δι­ο­ρι­σμὸς «μι­κρὸς» ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ αὐ­θαί­ρε­τος στὸν βαθ­μὸ ποὺ δὲν πε­ρι­έ­γρα­φε ποι­ο­τι­κὰ στοι­χεῖ­α τῆς μορ­φῆς. Γιὰ μᾶς τὸ θέ­μα πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­χτό, ἐν τού­τοις ἡ πλού­σια θε­ω­ρη­τι­κὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α ἀ­πὸ λο­γο­τέ­χνες καὶ κρι­τι­κοὺς σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τὸ (ἕ­να μέ­ρος της μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ στή­λη «Γιὰ τὸ διήγημα») τεί­νει νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σὰν ἕ­να ξε­χω­ρι­στὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος· ἡ σύ­ζη­τη­ση, πάν­τως, δὲν παύ­ει νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται συ­χνὰ γύ­ρω ἀ­πὸ πο­σο­τι­κοὺς κα­θο­ρι­σμούς.

      Ἐ­κεῖ­νο, ὡ­στό­σο, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς μὲ σχε­τι­κὴ ἀ­σφά­λεια εἶ­ναι πώς, ἐν ἀν­τι­θέ­σει πρὸς τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔ­κτα­ση κα­θο­ρι­ζό­ταν ἐν πολ­λοῖς ἀ­πὸ πα­ρά­γον­τες τυ­χαί­ους (: τὸ δι­ή­γη­μα συ­νέ­βαι­νε νὰ βγαί­νει μι­κρό) ἢ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς (: ἡ ἀ­παί­τη­ση πρὸς τὸν συγ­γρα­φέα τοῦ ἐκ­δό­τη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἢ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὸ κεί­με­νο νὰ εἶ­ναι μι­κρό), τὸ σύγ­χρο­νο μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­νο ποὺ γρά­φε­ται γιὰ νὰ δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, γρά­φε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη καλ­λι­τε­χνι­κὴ βού­λη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὥ­στε αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι μι­κρό. Μιὰ βού­λη­ση ποὺ τεκ­μαί­ρε­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα ὅ­σο ἡ ἔ­κτα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος τεί­νει πρὸς τὸ ἐ­λά­χι­στο. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ συ­­νει­­δη­τὴ συγ­­γρα­­φι­κὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς καλ­λι­τε­χνικῆς σμί­κρυν­σης, μᾶς ἔ­δω­σε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὸ ψά­ξι­μο καὶ προ­βλη­μα­τι­σμό, τὴν ἰ­δέ­α νὰ ἀ­πο­δώ­­σου­με στὴ συ­γ­κε­κρι­μέ­νη πε­ζο­γρα­φικὴ πρα­κτικὴ τὸ ὄ­νο­μα μπον­ζά­ι !

 

[Πα­ρα­γω­γή]

 

Ἕ­ναν χρό­νο με­τά, τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς πα­ρα­γω­γῆς του σὲ ἀ­ριθ­μούς. Στὸ δι­ά­στη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­τη­καν 168 δι­η­γή­μα­τα (ἐ­πι­λεγ­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο κει­μέ­νων ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ξε­περ­νᾶ σὲ ἀ­ριθ­μὸ τὶς 2000). Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ 92 εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­νῶ 76 εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες 8 γλῶσ­σες (ἀγ­γλι­κὰ 13, γαλ­λι­κὰ 6, γερ­μα­νι­κὰ 14, δα­νέ­ζι­κα 4, ἱ­σπα­νι­κὰ 19, ἰ­τα­λι­κὰ 8, ἰ­α­πω­νι­κὰ 2, ρω­σι­κὰ 10)­.(5) Στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τὸν προ­βλη­μα­τι­σμὸ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (ἀλ­λὰ καὶ τὸ δι­ή­γη­μα γε­νι­κό­τε­ρα) δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ στή­λη «Γιὰ τὸ διήγημα» 17 κεί­με­να ἀ­να­φο­ρῶν σ’ αὐ­τό (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καὶ τεσ­σά­ρων ἀ­πο­κλει­στι­κῶν συ­νεν­τεύ­ξε­ων γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο μὲ ἰ­σά­ριθ­μους ξέ­νους δη­μι­ουρ­γούς: τὸν Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ, τὸν Κάρ­λος Βι­τά­λε, τὸν Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ καὶ τὸν Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι). Ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ κά­νου­με γνω­στὴ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἀγ­γλό­φω­νο κοι­νὸ ἐγ­και­νι­ά­σα­με τὴν ἑ­νό­τη­τα «G­r­e­ek w­r­i­t­e­rs in e­n­g­l­i­sh», ὅ­που πρὸς τὸ πα­ρὸν πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἑ­πτὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἐν τέ­λει θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο γιὰ τὴν προ­σπά­θειά μας νὰ μὴν ση­μει­ώ­να­με ἐ­δῶ πὼς στὶς ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες πλο­η­γή­σεις μας στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἱ­στο­τό­πους τοῦ παγ­κό­σμιου κυ­βερ­νο­χώ­ρου δὲν συ­ναν­τή­σα­με ἱ­στο­λό­για ποὺ νὰ ἐ­πι­χει­ροῦν συ­στη­μα­τι­κὰ νὰ γνω­ρί­σουν στὸ κοι­νό τους δι­η­γή­μα­τα με­τα­φρα­σμέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

 

* * *

 

Εἴ­δα­με τὶς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­γά­πη καὶ τὸν κα­λὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­σμὸ ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν ἐ­να­σχό­λη­σή μας μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ τύ­πο σχε­δὸν τρει­σή­μι­σι δε­κα­ε­τί­ες τώ­ρα. Γιὰ μᾶς ἕ­να ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ μέ­σο ἐ­λά­χι­στα δι­α­φέ­ρει ὡς πρὸς τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὴν δε­ον­το­λο­γί­α τῆς δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης, τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­τυ­πο. Ἦ­ταν πάν­τα ἕ­νας τρό­πος ὄ­χι μό­νο νὰ κά­νου­με δη­μό­σια τὴ φω­νή μας, ἀλ­λά νὰ δε­ξι­ω­νό­μα­στε καὶ νὰ οἰ­κει­ο­ποι­ού­με­θα δη­μο­σί­ως τὴν φω­νὴ τοῦ ἄλ­λου, σε­βό­με­νοι τὴ δι­α­φο­ρά του. Μ’ ἕ­να λό­γο: νὰ κά­νου­με δι­κό μας ὅ­σο καὶ κτῆ­μα κοι­νὸ τὸ ἄλ­λο ποὺ ἀ­γα­πᾶ­με.

 

Υ­ΠΟ­ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

 

      (1) Βλ. «Δίκτυο καὶ λογοτεχνικὰ περιοδικά», περ. Δί­φω­νο, ἀρ. 148, Εἰ­δι­κὴ ἔκ­δο­ση, Ἰ­α­νουά­ριος 2008, σελ. 66· «Ἡ ζωὴ τῶν λογοτεχνικῶν περιοδικῶν…», Ἑ­νη­με­ρω­τι­κὸ Δελ­τί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἀρ. 6β, Ἀ­πρί­λιος 2008, σελ. 16-7· «Ἐδῶ καὶ μία δεκαετία περίπου…», περ. ks, ἀρ. 2, 02-12-2009, σελ. 6.

      (2) Βλ. καὶ τὰ κεί­με­νά μας «Τὸ βάρος τῆς βαρείας. (Ὁ γλωσσικὸς πολιτισμὸς στὴ hi-tech ἐποχή)­», περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 44, Ἰ­ού­νιος 2008, σελ. 910-915 καὶ «Γλώσσα καὶ πολιτισμός», περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 46, Ἰ­ού­νιος 2009, σελ. 465-471 (κα­θὼς καὶ ὅ­λον τὸν σχε­τι­κὸ δι­ά­λο­γο ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­κε μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ).

      (3) Γιὰ τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λα συ­να­φὴ βλέ­πε καὶ τὴν συ­νέν­τευ­ξή μας μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ ἱστολογίου στὸν Σταμάτη Μαυροειδή: «Ἕνα ἠλεκτρονικὸ ‘Πλανόδιον’ σὲ μορφή… Μπονζάι! Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γιάννη Πατίλη, γιὰ τὸ Διαδίκτυο καὶ τὴν ‘Αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ’», ἐφ. Ἡ Αὐ­γὴ τῆς Κυ­ρια­κῆς, 27-06-2010, σελ. 45.

      (4) Ἐ­νῶ ἐ­πί­κει­ται ἡ δη­μο­σί­ευ­ση μιᾶς σει­ρᾶς πε­ζῶν ἀ­πὸ τὰ λα­τι­νι­κά, καὶ σχε­δι­ά­ζον­ται με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ σου­η­δι­κά, τὰ ρου­μά­νι­κα καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά.

      (5) Θὰ ἐ­κτι­μή­σει κα­νεὶς κα­λύ­τε­ρα τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς αὐ­τούς, ἂν σκε­φτεῖ ὅ­τι εἶ­ναι σχε­δὸν ἢ τε­λεί­ως ἀ­πί­θα­νο νὰ συ­ναν­τή­σει στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἢ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση μὲ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρα­γω­γὴ μέ­σα σὲ ἕ­να μό­νο χρό­νο.

 

  

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ἐκ­δί­δει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­κτὴ Καλ­λι­μα­σι­ώ­τη καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2009). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000).

 

Εἰ­κό­να: Μπον­ζά­ι ποὺ φυ­τρώ­νει μέ­σα ἀ­πὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ με­λα­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔρ­γο τῆς ζω­γρά­φου Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου. 

    

 

 

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010. Νέα Σμύρνη. Μὲ τοὺς τακτικοὺς συνεργάτες μεταφραστές. Ἀπὸ ἀριστέρα: Μαρία Σπυριδοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης, Ἕλενα Σταγκουράκη, Γιῶργος Xαβουτσᾶς, Γιάννης Πατίλης, Μαρὼ Τριανταφύλλου, Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια, Ἡρὼ Νικοπούλου, Σταμάτης Πολενάκης. Φωτογραφίζει: ὁ Γιῶργος Ζεβελάκης.