Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Τὸ μυστικό

  

 

Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Τὸ μυ­στι­κό

(El secreto)

 

 ΤΑΝ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ἀ­κό­μα καὶ ὅ­λοι ἐγ­κω­μί­α­ζαν τὶς χά­ρες της, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τά της, τὶς με­γά­λες μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της ὅ­ταν τρα­γου­δοῦ­σε τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ πιά­νο ποὺ ἔ­παι­ζε ἡ μη­τέ­ρα της, συγ­κι­νη­μέ­νη κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε τὴ φω­νή της.

       Ἔ­τσι ἥ­συ­χα κυ­λοῦ­σε ἡ ζω­ὴ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας ἄ­γνω­στος καὶ ἔ­μει­νε νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ ὄ­μορ­φος, κα­λὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος καὶ ἡ κο­πέ­λα ἐκ­στα­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δε. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι καὶ τὸ βλέμ­μα του, μυ­στη­ρι­ῶ­δες, βυ­θι­ζό­ταν στὰ γα­λα­νὰ μά­τια της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει τὰ πάν­τα ἔ­μοια­ζαν πιὸ δι­ά­φα­να, πιὸ εὐ­γε­νῆ. Βύ­θι­ζε τὸ μυα­λό της στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ τύ­λι­γε τὴν καρ­διά της μὲ μιὰ ἀ­νεί­πω­τη ζε­στα­σιά. Πε­τοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος καὶ ἔ­φτα­σε τὸ τέ­λος: ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε καὶ ἐ­κεί­νη γνώ­ρι­σε μέ­ρες θλί­ψης καὶ πό­νου, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λη­σε νὰ ρω­τή­σει ἂν θὰ γύ­ρι­ζε.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­νέλ­πι­στα, ὁ φι­λο­ξε­νού­με­νος ἐ­πέ­στρε­ψε, πλη­σί­α­σε τὰ χεί­λη της καὶ ψι­θύ­ρι­σε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι, ἀ­γα­πη­μέ­νη μου, εἶ­μαι ἀ­ό­ρα­τος γιὰ τοὺς ὑ­πο­λοί­πους.» Τὰ στό­μα­τά τους ἑ­νώ­θη­καν μὲ πά­θος. Ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν πάν­τα κον­τά της: τὸν ἔ­βλε­πε στὸ βά­θος κά­ποι­ου δω­μα­τί­ου, στὸ δι­ά­δρο­μο, στὸ πλα­τύ­σκα­λο. Τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε στὸ δρό­μο, αἰ­σθα­νό­ταν νὰ τὴ σφίγ­γουν δυ­να­τὰ τὰ μπρά­τσα του καὶ ἐ­κεί­νη πα­ρα­δι­νό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιά του. Ἡ πιὸ πα­ρά­ξε­νη εὐ­τυ­χί­α τὴ συ­νό­δευ­ε παν­τοῦ: στὸν κῆ­πο, δί­πλα στὸ πιά­νο, ἔ­νοι­ω­θε τὰ χέ­ρια του νὰ τὴ χα­ϊ­δεύ­ουν. Τὰ βρά­δια ξυ­πνοῦ­σε καὶ τὸν ἔ­βρι­σκε δί­πλα της νὰ τῆς ξε­κουμ­πώ­νει ἀρ­γὰ τὰ κουμ­πιὰ τοῦ νυ­χτι­κοῦ της.

       Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς τὸ χα­μέ­νο βλέμ­μα της καὶ τὰ κα­τα­κόκ­κι­να μά­γου­λά της ὀ­φεί­λον­ταν στὸν πυ­ρε­τό, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν πὼς κα­νεὶς δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θει μὲ πό­ση σφο­δρό­τη­τα πα­ρα­δί­νον­ταν στὸν ἔ­ρω­τά τους.

 

 

Πη­γή: Misterios de las noches y los dias (Alfaguara, 1992).

 

Χου­ὰν­δουά­ρδοΘού­νι­γα (Juan Eduardo Zúñiga, Μα­δρί­τη, 1929). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των La tier­ra se­rá un pa­raí­so (1989), Lar­go no­vi­em­bre de Ma­drid (1990) και Mi­ste­ri­os de las no­ches y los dí­as (1992) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα El co­ral y las a­gu­as (1995) καὶ Flo­res de plo­mo (1999).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

 

Εἰκόνα: Περιμένοντας τὸν ἐραστή της. Ζωγραφικὴ τοῦ John Silver.

 

Διαφημίσεις

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Τί ὀνειρεύονται οἱ φτωχὲς κοπέλες

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (ÉmileZola)

 

Τί ὀνει­ρεύ­ονται οἱ φτωχὲς κο­πέ­λες

(À quoi rêvent les pauvres filles)

 

Ρ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΚΕ ΔΩ­ΔΕ­ΚΑ Ο­ΛΟ­ΚΛΗ­ΡΕΣ Ω­ΡΕΣ γιὰ νὰ βγά­λει δε­κα­πέ­ντε λε­πτά. Τὸ βρά­δυ ἐπι­στρέ­φει στὴν τρώ­γλη της, ἀκο­λου­θώ­ντας τ’ ἄσπρα ἀπὸ τὸν πά­γο πε­ζο­δρό­μια, τουρ­του­ρί­ζο­ντας τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὸ λε­πτὸ μαῦρο σά­λι της, ἀδύ­να­τη καὶ βιαστι­κή, μ’ ἐκεί­νη τὴ φο­βι­σμέ­νη βια­σύ­νη τῶν κα­κό­μοι­ρων ἀδέ­σποτων ζώ­ων.

       Κι ἐπειδὴ τὸ στο­μά­χι της δια­μαρ­τύ­ρε­ται λι­μα­σμέ­νο, ἀγο­ρά­ζει τὸ ὑπό­λειμ­μα ἑνὸς φτη­νοῦ ἀλλα­ντι­κοῦ, ποὺ τὸ παίρ­νει μαζί της τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕνα σκι­σμέ­νο φύλ­λο ἐφη­με­ρί­δας.

       Κι ἔπει­τα ἀνε­βαί­νει ξε­πνο­η­μέ­νη τοὺς ἕξι ὀρό­φους της.

       Ἐκεῖ ψη­λά, ἡ σο­φίτα της εἶναι πα­ντέ­ρη­μη. Ἕνα κομ­μά­τι κερὶ φω­τί­ζει αὐτὴν τὴν ἐξα­θλί­ω­ση. Φω­τιὰ δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἄνε­μος περ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὴν πόρ­τα μὲ τέ­τοια ὁρμὴ ποὺ κά­νει τὴ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ νὰ τρε­μο­παί­ζει. Ἕνα κρε­βά­τι, ἕνα τρα­πέ­ζι, μί­α κα­ρέ­κλα. Κά­νει τό­σο κρύ­ο ποὺ τὸ νερὸ στὸ κου­μά­ρι ἔχει πα­γώ­σει.

       Βιά­ζε­ται· ἴσως ζε­στα­θεῖ λι­γά­κι στὸ κρε­βάτι της, κά­τω ἀπὸ τὸν μπό­γο τῶν ρού­χων της ποὺ στοι­βά­ζει κά­θε βρά­δυ στὰ πό­δια της. Κά­θι­σε ζω­ηρὰ στὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι της, πῆρε ἕνα κομ­μά­τι ψωμὶ ἀπὸ ἕνα ντου­λά­πι καὶ τρώ­ει τὸ ἀλλα­ντι­κό της μὲ τὸν λαί­μαρ­γο κι ἀδιά­φο­ρο τρό­πο τῶν λι­μασμέ­νων. Ὅταν τὴν πιά­νει δί­ψα, ἀνα­γκά­ζε­ται νὰ σπά­σει τὸν πάγο στὸ κου­μά­ρι.

       Εἶναι ἕνα κο­ρί­τσι τὸ πολὺ δε­κα­ο­κτὼ χρονῶν. Γιὰ νὰ κρυώ­νει λι­γό­τε­ρο, δὲν ἔβγα­λε τὸ σά­λι της οὔτε τὸν σκοῦφο της. Τρώ­ει στὸ σπί­τι της ντυ­μέ­νη ὅπως γιὰ τὸν δρό­μο καὶ κρύ­βει πό­τε πό­τε τὰ μπλάβα ἀπὸ τὸ κρύ­ο χέ­ρια της. Ἂν μπο­ροῦσε νὰ χα­μο­γε­λά­σει, θὰ γι­νό­ταν γοη­τευ­τι­κή· τὰ λε­πτε­πί­λε­πτα χεί­λη της, τ’ ἁπα­λοῦ γκρί­ζου χρώ­μα­τος μά­τια της θὰ εἶχαν ὑπέ­ρο­χη γλυ­κύ­τη­τα. Ὅμως τὰ βά­σα­να τὴν ἔχουν κά­νει νὰ σφίγ­γει τὰ χεί­λη της κι ἔχουν σκιά­σει καὶ σκλη­ρύ­νει τὸ βλέμ­μα της. Φο­ρά­ει τὸ ἄκα­μπτο κι ἀπει­λη­τικὸ προ­σω­πεῖο τῶν ἐξα­θλιω­μέ­νων.

       Κοι­τά­ζει ἀπλανῶς μπρο­στά της, μὲ τὸ μυα­λό της κε­νό, τρώ­γοντας σὰν ζῶο ποὺ βιά­ζε­ται. Ὕστε­ρα τὸ βλέμ­μα της πέ­φτει στὸ λι­γδια­σμέ­νο φύλ­λο τῆς ἐφη­με­ρί­δας ποὺ τῆς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ πιά­το. Ἀρχί­ζει νὰ δια­βά­ζει καὶ ξε­χνά­ει νὰ τε­λειώ­σει τὴν μπου­κιά της.

       Δό­θη­κε χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα στὰ ἀνά­κτο­ρα τοῦ Κε­ρα­μει­κοῦ καὶ κα­τα­να­λώ­θη­κε, ὅπως πλη­ρο­φο­ρεῖται, τερά­στια πο­σό­τη­τα οἴ­νου κι ἐδε­σμά­των: ἐννέ­α χι­λιά­δες μπου­κά­λες κα­μπα­νί­τη, τρεῖς χι­λιά­δες γλυ­κί­σμα­τα, ἑξα­κό­σια κιλὰ κρέ­ας καὶ τὰ ρέ­στα. Χα­μο­γε­λά­ει πα­ρά­ξε­να καὶ σκέ­φτε­ται πὼς οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι τε­τρά­πα­χοι.

       Ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι γυ­ναίκα, χα­σο­με­ρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν βραδι­νῶν φο­ρε­μά­των. Δια­βά­ζει λοι­πόν:

       «Ἡ κυ­ρί­α Ντὲ Μετ­τερ­νίκ: λευκὴ ἐσθή­τα, μὲ σκού­ρα μὸβ ζώ­νη. Ἕνα ἀδα­μα­ντο­ποί­κιλ­το πε­ρι­δέ­ραιο στή­ρι­ζε ἕνα χα­ρι­τω­μέ­νο σύμ­φυρ­μα ἀπὸ μαρ­γα­ρι­τάρια καὶ δια­μά­ντια.»

       Τὸ πρό­σω­πό της σκλή­ρυ­νε κι ἄλλο. Για­τί οἱ ἄλλες νὰ ἔχουν διαμα­ντέ­νια πε­ρι­δέ­ραια τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐτὴ δὲν ἔχει κὰν ἕνα ζε­στὸ φό­ρε­μα νὰ βά­λει; Ὅμως συ­νε­χί­ζει:

       «Ἡ αὐτο­κρά­τει­ρα μὲ ἐσθή­τα ἁπα­λοῦ πρά­σι­νου χρώ­μα­τος, κα­λυμ­μέ­νη ἀπὸ τὴ μέ­ση καὶ κάτω ἀπὸ λευκὸ φου­σκωτὸ τού­λι, ἀργυ­ροΰφα­ντο, γαρ­νι­ρι­σμέ­νη στὸν πο­δό­γυ­ρο καὶ στὸ μποῦστο μὲ γού­να ζι­μπε­λί­νας. Στὰ μαλ­λιά της λευκὰ ἄνθη ἀγρά­μπε­λης κι ἕνα ἁπλὸ δια­μα­ντένιο διά­δη­μα. Γύ­ρω ἀπὸ τὸ λαι­μό, μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κορ­δέ­λα, δια­κο­σμη­μέ­νη μὲ μαι­άν­δρους ἀ­πὸ ὑπέ­ρο­χα δια­μά­ντια.»

 

       Πα­ντοῦ δια­μά­ντια, καὶ μά­λι­στα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ δια­μά­ντια γιὰ νὰ πλου­τί­σουν ἑκατὸ οἰκο­γέ­νειες. Ἡ κο­πέ­λα ἔπα­ψε νὰ δια­βά­ζει. Ἔχει γεί­ρει πρὸς τὰ πί­σω στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ συλλο­γί­ζε­ται.

       Σκέ­ψεις κακὲς περ­νοῦν ἀπὸ τὰ γκρί­ζα μά­τια της. Δὲν αἰσθά­νε­ται πιὰ τὸ κρύ­ο, εἶναι ὁλό­τελα δο­σμέ­νη στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ κα­κοῦ.

       Κι ὅταν συ­νέρ­χε­ται ἀπ’ τὴν ὀνει­ρο­πό­λη­σή της, ἕνα δυ­νατὸ ρί­γος τὴ δια­περνᾶ· καὶ φέρ­νο­ντας ἕνα γύ­ρο τὴν τρώ­γλη της μὲ τὸ βλέμ­μα της, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Πρὸς τί λοι­πόν…; Πρὸς τί νὰ δου­λεύ­ω; Θέ­λω νά ‘χω δια­μά­ντια.»

       Αὔριο θὰ τά ‘χει.

 

  

Πηγή: Contes et nouvelles 1(1864-1874), prés. par François-Marie Mourad, GF Flam­ma­rion, Paris 2008, σσ. 180-182.

 

Ἐμίλ Ζολὰ (Émile Zola) (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας. Ἡγε­τικὴ μορ­φὴ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ἐπι­δί­ω­κε νὰ ἐφαρ­μό­ζει τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ μέ­θο­δο στὴν πε­ρι­γραφὴ τῆς συ­μπε­ρι­φορᾶς καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Συ­νέ­θε­σε ἕναν με­γά­λο κύ­κλο μυ­θι­στο­ρη­μά­των γύ­ρω ἀπὸ τοὺς Rougon- Macquart, πε­ριγρά­φο­ντας ἔτσι τὴ φυ­σικὴ καὶ κοι­νω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας τὴν ἐποχὴ τῆς Β΄ Αὐτο­κρα­το­ρί­ας (1852-1870). Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἰδέ­ες τοῦ σο­σια­λι­σμοῦ καὶ κα­τό­πιν ἀνέ­πτυ­ξε ἕνα μεσ­σια­νικὸ ὅρα­μα γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ ἀνθρώ­που Τὰ τέσ­σε­ρα Εὐαγ­γέλια, 1899-1903. Ἐξάλ­λου ἔγραψε κρι­τικὲς με­λέ­τες γιὰ θέ­μα­τα τῆς τέ­χνης καὶ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Jean Auguste Dominique Ingres: Πορτραῖτο τῆς Jose­phi­ne El­le­o­no­re Ma­rie Pau­li­ne de Ga­lard de Bras­sa (λεπτομέρεια).

 

Περικλῆς Σφυρίδης: Γιορτές

 

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης

 

Γι­ορ­τές

 

ΠΡΩ­ΤΟ­ΧΡΟ­ΝΙΑ

 

Ἀ­νή­με­ρα τοῦ νέ­ου ἔ­τους ἡ γυ­ναί­κα μου παίρ­νει στὸ τη­λέ­φω­νο τὴ Μα­ρί­α στὴ Σκύ­ρο, τὴ γει­τό­νισ­σά μας, ποὺ μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα της, τὸν Μῆ­τσο, ἔ­χουν τὴν τα­βέρ­να τους στὸ Μῶ­λος. Πρὶν ἀ­πὸ δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια ἔ­χουν χά­σει τὸν μο­να­χο­γιό τους, τὸν Κω­στῆ, ἕ­ναν πα­λί­κα­ρο μέ­χρι ’­κεῖ πά­νω, κι ἀ­πὸ τό­τε ὁ Μῆ­τσος εἶ­ναι —ἢ νι­ώ­θει— ἄρ­ρω­στος. Θέ­λει νὰ τῆς εὐ­χη­θεῖ κα­λὴ χρο­νιὰ καὶ νὰ ρω­τή­σει γιὰ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ ἄν­τρα της. Μπερ­δεύ­ε­ται ὅ­μως ἡ γλώσ­σα της, ξε­χνά­ει, καὶ ἀν­τὶ νὰ ρω­τή­σει «Τί κά­νει ὁ Μῆ­τσος;­», τῆς ξε­φεύ­γει καὶ ρω­τά­ει: «Τί κά­νει ὁ Κω­στῆς;­». Ἡ Μα­ρί­α ἀ­τά­ρα­χη, μὲ γλυ­κιὰ φω­νή, «Κα­λὰ εἶ­ναι», ἀ­παν­τά­ει, «χτὲς ἤ­μουν ἐ­κεῖ, τοῦ πῆ­γα φρέ­σκα λου­λού­δια, ἄλ­λα­ξα τὸ νε­ρὸ στὸ βά­ζο καὶ τὰ πε­ρι­ποι­ή­θη­κα».

 

ΘΕ­Ο­ΦΑ­ΝΕΙΑ

 

Πέ­ρα­σε μι­σὸς αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­φυ­γες, για­γιά μου Ἀγ­γε­λι­κή. Κι ἦρ­θες, λέ­ει, τὰ Θε­ο­φά­νεια στὸν ὕ­πνο μου, γιὰ νὰ δεῖς μὲ τὰ δι­κά μου μά­τια, τί ἔ­γι­νε ὁ κό­σμος, ὁ κό­σμος μας. Θρύ­ψα­λα για­γιά μου, θρύ­ψα­λα. Δὲν στό ’­πα­νε ἡ μά­να καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ποὺ ἦρ­θαν νὰ σὲ βροῦ­νε;

 

ΠΑ­ΣΧΑ

 

Με­γά­λη Πέμ­πτη καὶ πά­ω στὸ κο­νά­κι τοῦ Μα­νο­λά­κη νὰ πά­ρω τὸ ἀρ­νὶ ποὺ τοῦ ἔ­χω πα­ραγ­γεί­λει γιὰ τὸ Πά­σχα. Ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Γε­ωρ­γί­α βά­φει αὐ­γὰ στὴν αὐ­λή. «Ποῦ εἶ­ναι ὁ Μα­νο­λά­κης;» τὴ ρω­τῶ. «Πέ­ρα στ’ ἀμ­πέ­λι σφά­ζει ἀρ­νιά.» Μοῦ ψή­νει κα­φὲ καὶ τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἀ­νά­με­σα στὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που της ποὺ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν ἄ­νοι­ξη. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­νει ὁ Μα­νο­λά­κης μὲ τὸ σφαγ­μέ­νο ἀρ­νὶ στὸν ὦ­μο. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μιὰ προ­βα­τί­να ποὺ κά­νει γύ­ρους καὶ βε­λά­ζει σπα­ρα­χτι­κά. «Τί ἔ­πα­θε αὐ­τή;» τοῦ λέ­ω. «Ζη­τά­ει τὸ παι­δί της», ἀ­παν­τᾶ. Ἡ Γε­ωρ­γί­α φέρ­νει μιὰ μαύ­ρη σα­κού­λα καὶ βά­ζουν μέ­σα το ἀρ­νί. «Πά­ρ’ το», μοῦ λέ­ει ὁ Μα­νο­λά­κης, «κα­λο­φά­γω­το».

 

ΔΕ­ΚΑ­ΠΕΝ­ΤΑΥ­ΓΟΥ­ΣΤΟΣ

 

Αὔ­γου­στος καὶ τὸ νη­σὶ κον­τεύ­ει νὰ βου­λιά­ξει ἀ­πὸ του­ρί­στες. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου κά­θε πρω­ὶ ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να γι­ώ­τα-χί, κον­τεύ­ουν νὰ παρ­κά­ρουν καὶ μέ­σα στὸν κῆ­πο μου. Φι­λο­ξε­νῶ μιὰ συγ­γρα­φέ­α καὶ δὲν πι­στεύ­ει στὰ μά­τια της. Ἀ­νή­με­ρα τῆς Πα­να­γί­ας, λέ­με μὲ τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ τῆς κά­νου­με τὸ τρα­πέ­ζι σὲ ἐ­ξο­χι­κὴ τα­βέρ­να. Τη­λε­φω­νῶ καὶ στὸν κα­πε­τὰν-Θό­δω­ρο νὰ ἔρ­θει μα­ζί μας. Μό­νο, τοῦ λέ­ω, «ἔ­λα νω­ρὶς γιὰ νὰ βροῦ­με τρα­πέ­ζι». Δώ­δε­κα καὶ κά­τι εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Ἀ­φή­νω τὸν κα­πε­τά­νιο μὲ τὶς δύ­ο κυ­ρί­ες καὶ πά­ω νὰ παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το, για­τί ἤ­δη πει­να­σμέ­νοι του­ρί­στες ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν σω­ρη­δόν. Μέ­χρι νά ’ρ­θει τὸ γκαρ­σὸν νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με, νὰ φᾶ­με καὶ κά­τι, νὰ κου­τσομ­πο­λέ­ψου­με, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα καὶ ὅ­σοι νέ­οι πε­λά­τες ἔρ­χον­ταν, στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­δειά­σει κα­νέ­να τρα­πέ­ζι νὰ γευ­μα­τί­σουν κι αὐ­τοί. Σβέλ­τοι οἱ σερ­βι­τό­ροι προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὸ του­ρι­στι­κὸ αὐ­τὸ τσου­νά­μι τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου. Πλή­ρω­σα τὸ λο­γα­ρια­σμὸ καὶ εἶ­πα στοὺς δι­κούς μου νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νουν στὴν εἴ­σο­δο τῆς τα­βέρ­νας γιὰ νὰ φέ­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἦ­ταν παρ­κα­ρι­σμέ­νο ἀ­πό­με­ρα. Πή­χτρα ἀ­πὸ ἁ­μά­ξια ὁ πλη­σί­ον χῶ­ρος, καὶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ γι­ώ­τα-χί, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να γιὰ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης. Μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε ὅ­τι πά­ω γιὰ νὰ φύ­γω, ἦρ­θε δί­πλα μου, καὶ ἀ­νά­βον­τας τὰ ἀ­λάρμ, πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ γιὰ νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση μου. Ξαφ­νι­κὰ προ­βάλ­λει ἕ­νας χον­τρὸς τύ­πος μὲ ἕ­να τε­ρά­στιο μαῦ­ρο τζὶπ —σα­ραν­τά­ρη τὸν ὑ­πο­λό­γι­σα— καὶ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ χώ­σει τὸ τζίπ του στὴ θέ­ση μου, μό­λις ἐ­γὼ ἀ­να­χω­ροῦ­σα. «Φι­λα­ρά­κι», τοῦ λέ­ω, «ἡ κυ­ρί­α πε­ρι­μέ­νει καὶ προ­η­γεῖ­ται. Πᾶ­νε κά­που ἀλ­λοῦ νὰ παρ­κά­ρεις». Μὲ κοι­τά­ζει ἄ­γρια, πε­ρι­φρο­νη­τι­κά, «δὲν θὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ τί θὰ κά­νω καὶ ποῦ θὰ πά­ω», μοῦ λέ­ει. «Κα­λά, ἀ­παν­τῶ, πε­ρί­με­νε τό­τε ὅ­σο θέ­λεις. Ἐ­γὼ δὲν τὸ κου­νῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ μέ­χρι νὰ φύ­γεις.» Βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν ἁ­μα­ξά­ρα του κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Δί­νε του, γα­μῶ τὴν Πα­να­γί­α σου», μὲ ἀ­πει­λεῖ. «Κοί­τα­ξε, με­γά­λε», τοῦ λέ­ω, «κα­τα­λα­βαί­νω πὼς εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας. Βρί­σε ὅ­μως ἐ­μέ­να, ἂν θέ­λεις, χτύ­πα με κι­ό­λας. Τί σοῦ ἔ­φται­ξε ὅ­μως ἡ Πα­να­γί­α καὶ τὴ βρί­ζεις χρο­νιά­ρα μέ­ρα; Ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς της ποὺ ἦρ­θες ἐ­δῶ νὰ ντερ­λι­κώ­σεις;­»

 

ΧΡΙ­ΣΤΟΥ­ΓΕΝ­ΝΑ

 

Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­νει ὁ Χρί­στος. Νέ­ος οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, πο­λι­τι­κὸς μη­χα­νι­κὸς καὶ ἐρ­γο­λά­βος, μὲ πε­ρι­ου­σί­α ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του ποὺ τὴν αὐ­γά­τι­σε, ἔ­χει πολ­λοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους. Ἀ­νή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να γεῦ­μα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι, πάρ­τι γιὰ τοὺς φί­λους τὸ βρά­δυ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη πά­ω βόλ­τα τὸ σκυ­λὶ καὶ βλέ­πω νὰ κρέ­μον­ται στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης, δί­πλα στὸν κά­δο σκου­πι­δι­ῶν, τρί­α κου­τιὰ μέ­σα σὲ νά­ι­λον σα­κοῦ­λες. Τὰ ἀ­νοί­γω. Τὰ δυ­ὸ ἀ­πεί­ρα­χτα, μέ­σα στὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­κό­μα τοῦ ζα­χα­ρο­πλα­στεί­ου, εἶ­χαν ὁ­λό­φρε­σκα κου­λου­ρά­κια. Τὸ τρί­το μιὰ τούρ­τα, ποὺ τῆς ἔ­λει­πε ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι. Τὰ παίρ­νω καὶ πά­ω σπί­τι. «Τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἔ­φε­ρες; Ποῦ τὰ βρῆ­κες;» ἀ­πο­ρεῖ ἡ γυ­ναί­κα μου. Τῆς δί­νω τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­ξη­γή­σεις. «Καὶ για­τί τὰ πε­ρι­μά­ζε­ψες; Γιὰ νὰ τὰ φᾶ­με;» Για­τί ὄ­χι, θέ­λω νὰ τῆς πῶ, θυ­μᾶ­μαι τὴν Κα­το­χή, τὴν πεί­να, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μῶ, «τὰ ἔ­φε­ρα», δι­και­ο­λο­γοῦ­μαι, «γιὰ νὰ τὰ πά­ω αὔ­ριο στοὺς Ἀλ­βα­νοὺς ποὺ μα­ζεύ­ον­ται κά­θε πρω­ὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μάν­τρα μὲ τὸ οἰ­κο­δο­μι­κὰ ὑ­λι­κὰ —αὐ­τὴν κά­τω ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο τῆς Νέ­ας Ἐλ­βε­τί­ας— μπὰς καὶ πε­ρά­σει κά­ποι­ος νὰ τοὺς πά­ρει γιὰ κά­να με­ρο­κά­μα­το».

  

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Τάσος Χατζητάτσης: Τὰ λουτρὰ

 

 

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης

 

Τὰ λου­τρά

 

ΜΗΤΕΡΑ ΑΡΡΩΣΤΗΣΕ ὅ­ταν πή­γαι­να στὸ δη­μο­τι­κό. Μέ­να­με μό­νοι. Στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι, πι­α­σμέ­νη στὸ δό­κα­νο τῶν κω­λι­κῶν. Ἐ­γὼ τί νὰ τῆς προ­σφέ­ρω, εἶ­χα καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸν πα­τέ­ρα τὸν εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει, ἕ­ξι χρό­νια νὰ τὸν δῶ – νε­κρός, συμ­μο­ρί­της, φυ­λα­κή; Ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἡ κρί­ση, τώ­ρα ἡ μη­τέ­ρα ση­κω­νό­ταν κι ἔ­κα­νε τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­λοι τῆς ἔ­λε­γαν νὰ πά­ει στὰ λου­τρά. Στὴν ἀρ­χὴ τὸ ἀ­πέ­κλει­σε, για­τὶ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά μας δὲν μᾶς πή­γαι­ναν οὔ­τε στὸ Λου­τρά­κι οὔ­τε στὴν Αἰ­δη­ψό. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἔ­μα­θε, θυ­μή­θη­κε, γιὰ τὰ λου­τρὰ τῆς Ἀ­ρι­δαί­ας. Ἦ­ταν φη­μι­σμέ­να προ­πο­λε­μι­κὰ γιὰ τὴν πο­λυ­τέ­λειά τους, ἑ­στι­α­τό­ρια, ὀρ­χῆ­στρες, παν­νυ­χί­δες, ἀλ­λὰ βρέ­θη­καν μέ­σα στὰ πε­δί­α τῶν μα­χῶν καὶ ρη­μά­χτη­καν ἀ­πὸ δι­κοὺς καὶ ξέ­νους. Εἶ­χε πά­ει τὸ ‘­35, κο­πέ­λα, μὲ τὸν πα­τέ­ρα της. Εἶ­χε ἕ­να μού­δια­σμα ἐ­κεῖ­νος στὸ πό­δι, προ­μή­νυ­μα τῆς ἀρ­ρώ­στιας ποὺ θὰ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε στὸν τά­φο τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο. Ἡ μη­τέ­ρα θυ­μό­ταν ἀ­κό­μη τὸ τα­ξί­δι τους ἀ­πὸ τὰ Βο­δε­νὰ στὰ λου­τρὰ μὲ δυ­ὸ πα­ϊ­τό­νια, τὸ ἕ­να γι’ αὐ­τοὺς καὶ τὸ δεύ­τε­ρο γιὰ τὶς βα­λί­τσες τους καὶ τὶς κα­πε­λι­έ­ρες της.

       Ἀ­πὸ τὸ πά­νω ξε­νο­δο­χεῖ­ο ἔ­με­νε μό­νο τὸ ἰ­σό­γει­ο κι ἀ­πὸ αὐ­τὸ ὄ­χι ὅ­λα τὰ δω­μά­τια. Ἡ γέ­φυ­ρα ποὺ σὲ περ­νοῦ­σε πα­λιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο μὲ τὰ πλα­τά­νια κρέ­μον­ταν, χέ­ρι νε­κροῦ, μέ­σα στὸ πο­τά­μι. Εἶ­χαν φτιά­ξει πρό­χει­ρα ἕ­να ξύ­λι­νο πέ­ρα­σμα, γιὰ νὰ φτά­νεις ἀ­πὸ τὸ πά­νω ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πλά­τω­μα τῆς ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθης, ὅ­που ἦ­ταν τὸ τέρ­μα τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ γύ­ρω τὸ και­νού­ριο ἑ­στι­α­τό­ριο, ὁ σταθ­μὸς τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, οἱ πη­γές. Μό­λις ἔ­φτα­νε κά­θε με­ση­μέ­ρι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κοὺς ἐ­λέγ­χους στὴν Ἔ­δεσ­σα καὶ στὴν Ἀ­ρι­δαί­α, τὸ πε­ρι­κύ­κλω­ναν ὁ­πλι­σμέ­νοι οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες. Ἔ­λεγ­χαν τὶς ἄ­δει­ες, μά­ζευ­αν τὶς ταυ­τό­τη­τες καὶ τὶς φύ­λα­γαν στὸ σι­δε­ρέ­νιο ντου­λά­πι τοῦ σταθ­μοῦ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Για­τὶ ἂν ἀ­κο­λου­θοῦ­σες τὶς πε­τρώ­δεις κι ἄ­βο­σκη­τες ὄ­χθες τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀν­τί­θε­τα στὸ ρεῦ­μα, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύο ὧ­ρες πε­ζο­πο­ρί­α, περ­νοῦ­σες τὸ ἄν­τα­μω­μα τῶν βρά­χων τοῦ Κα­ϊ­μακ­τσα­λὰν κι ἔμ­παι­νες στὸ φα­ράγ­γι, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, στὸ σι­δη­ροῦν πα­ρα­πέ­τα­σμα.

       Κολ­λη­μέ­νο στὸν σταθ­μὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Μι­κρό, ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μό­νο τοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου καί, πα­ρό­λο ποὺ τὰ δύο τρα­πέ­ζια στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἦ­ταν μο­νί­μως πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τοὺς χω­ρο­φύ­λα­κες τοῦ σταθ­μοῦ, νὰ σκο­τώ­νουν τὴν ὥ­ρα τους μὲ τά­βλι καὶ χαρ­τιά, πάν­τα ἔ­βρι­σκες ἄ­δει­ο τρα­πέ­ζι. Στὸ κά­τω ξε­νο­δο­χεῖ­ο ἐ­πέ­τρε­παν τὸ μα­γεί­ρε­μα στὰ δω­μά­τια. Στὶς πα­ράγ­κες μα­γεί­ρευ­αν ἔ­ξω, στὸ μι­κρὸ προ­αύ­λιο τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν κα­θα­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τοῦ δά­σους. Ἄ­να­βαν γκα­ζι­έ­ρες μὲ πε­τρέ­λαι­ο, ἀλ­λὰ καὶ φω­τι­ές, αἰ­τί­α συ­νε­χῶν προ­στρι­βῶν μὲ τοὺς χω­ρο­φύ­λα­κες γιὰ τὸν φό­βο πυρ­κα­γιᾶς. Τῆς μη­τέ­ρας τῆς ἄ­ρε­ζε νὰ περ­πα­τᾶ­με πρὸς τὶς πα­ράγ­κες, συ­νή­θως τὰ με­ση­μέ­ρια πρὶν ἀ­πὸ τὸ φα­γη­τό. Οἱ πα­ράγ­κες ἄρ­χι­ζαν ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς καὶ συ­νε­χί­ζον­ταν στὴ γραμ­μὴ πά­νω στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­φευ­γε. Ἔ­με­ναν χω­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τὴ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ καὶ τὰ γει­το­νι­κὰ χω­ριά. Ἔρ­χον­ταν ὅ­λες τὶς ὧ­ρες τῆς μέ­ρας μὲ κά­ρα φορ­τω­μέ­να στρώ­μα­τα, κου­βέρ­τες, μπό­γους, κο­φί­νια, πα­γού­ρια καὶ στα­μνιά. Οἱ πα­ράγ­κες ἦ­ταν ξύ­λι­νες, χω­ρι­σμέ­νες σὲ δω­μά­τια χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα στὸν δρό­μο. Κά­θε δω­μά­τιο εἶ­χε ἕ­να ἄ­νοιγ­μα στὸ δά­σος γιὰ εἴ­σο­δο κι ἕ­να πα­τά­ρι ξύ­λι­νο, ποὺ ἔ­πια­νε ὅ­λο σχε­δὸν τὸν χῶ­ρο. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τά­ρι, ἕ­να μέ­τρο πά­νω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ἔ­στρω­ναν καὶ κοι­μόν­του­σαν ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα ἄ­το­μα, ἑ­νω­μέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέ­χεια καὶ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ὅ­σοι δὲν ξά­πλω­ναν, περ­νοῦ­σαν τὴ μέ­ρα τους μι­λών­τας χα­μη­λό­φω­να καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ δί­πλα στὴν πόρ­τα, κα­θι­σμέ­νοι σὲ κού­τσου­ρα ἢ στοὺς ἀ­στρα­γά­λους τους. Ἡ μη­τέ­ρα κα­τα­δε­κτι­κή, τοὺς πλη­σί­α­ζε καὶ ἔ­πια­νε κου­βέν­τα μὲ ὅ­λους, ρω­τών­τας γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή τους καὶ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες τους. Ἐ­κεῖ­νοι, γο­η­τευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ τὸ ξαν­θό της ἀ­γό­ρι, ἀ­παν­τοῦ­σαν εὐ­γε­νι­κὰ καὶ φο­βι­σμέ­να. Ἡ μη­τέ­ρα με­γα­λό­ψυ­χη ἔ­σκυ­βε πά­νω τους καὶ τοὺς ἐμ­πι­στευ­ό­ταν τὴ συν­τα­γὴ γιὰ τὸ σπα­θό­χορ­το, βό­τα­νο γιὰ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ πλη­γές. Τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα κά­να­με μα­κρύ­τε­ρους πε­ρι­πά­τους, ἀ­κο­λου­θών­τας μο­νο­πά­τια κι ἀ­τρα­πούς. Βρί­σκα­με ὀ­ρύγ­μα­τα βα­θιὰ ἀ­νοιγ­μέ­να, οὐ­λὲς στὸ χῶ­μα καὶ δί­πλα σω­ροὺς ἀ­πὸ ἄ­δει­ους κά­λυ­κες. Μιὰ φο­ρὰ εἴ­δα­με μιὰ χλαί­νη πα­ρα­τη­μέ­νη πά­νω σὲ κλα­διὰ καὶ μέ­σα στοὺς θά­μνους σί­γου­ρα καὶ συμ­μο­ρί­τες. Ὑ­πῆρ­χαν ἀ­κό­μη λέ­γαν, ἄ­γριοι καὶ πει­να­σμέ­νοι, μὲ τὰ πο­λυ­αί­μα­κτα μα­χαί­ρια στὰ δόν­τια, ὅ­πως τοὺς ἔ­δει­χναν οἱ ἀ­φί­σες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς. Κά­πο­τε φτά­να­με μέ­χρι καὶ τὸ χω­ριό, ἄ­δει­ο, μό­νο σπί­τια μὲ χόρ­τα καὶ φί­δια· τοὺς ἀν­θρώ­πους τοὺς εἶ­χαν πά­ρει μα­ζί τους οἱ εἰ­σβο­λεῖς. Ἄλ­λο­τε πά­λι ἀ­νε­βαί­να­με στὰ φυ­λά­κια, μοι­ρά­ζα­με τσι­γά­ρα στοὺς φαν­τά­ρους καὶ τρα­γου­δού­σα­με μα­ζί τους τρα­γού­δια γιὰ τὴν ἀ­δού­λω­τη τὴ γῆ μας τὴν ἑλ­λη­νι­κή. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρι­πά­τους, ἂν καὶ ἡ μη­τέ­ρα μὲ ἤ­θε­λε πάν­τα δί­πλα της καὶ μὲ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε πε­ρή­φα­να «ὁ κα­βα­λι­έ­ρος μου», πο­τὲ δὲν ἤ­μα­σταν μό­νοι μας. Μᾶς συ­νό­δευ­ε πάν­τα ἡ συν­τρο­φιὰ τῆς μη­τέ­ρας, ζευ­γά­ρια με­σή­λι­κα, μο­να­χι­κοὶ κύ­ριοι, χῆ­ροι, γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρα κι ὁ ἐ­νω­μο­τάρ­χης, ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ σταθ­μοῦ τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς. Ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μέ­ρα τῆς πα­ρα­μο­νῆς μας, εἶ­χε δη­μι­ουρ­γή­σει γύ­ρω της τὴν πιὸ εὐ­χά­ρι­στη συν­τρο­φιὰ τῶν λου­τρῶν. Μέ­να­με πάν­τα τε­λευ­ταῖ­οι τὰ με­ση­μέ­ρια στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ τὰ βρά­δια βεγ­γέ­ρες στὴ βε­ράν­τα τοῦ πά­νω ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἤ­μα­σταν πάν­τα πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους πρό­θυ­μους νὰ δι­η­γοῦν­ται ἀ­νε­ξάν­τλη­τα ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀ­νέκ­δο­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α γί­νον­ταν ἀρ­κε­τὰ τολ­μη­ρὰ ὅ­ταν πί­στευ­αν πὼς δὲν πρό­σε­χα, ἀ­πὸ ἀ­φη­ρη­μάδα ἢ ἀ­πὸ κού­ρα­ση, καὶ προ­κα­λοῦ­σαν τὸ βα­θύρ­ρο­ο γέ­λιο τῆς μη­τέ­ρας. Γο­η­τευ­μέ­νη κι αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμὸ τῆς συν­τρο­φιᾶς, εἶ­χε βρεῖ πά­λι τὴν κοι­νω­νι­κή της ἄ­νε­ση κι εἶ­χε ξε­χά­σει τὶς κα­κου­χί­ες της καὶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κή μας δυ­σπρα­γί­α. Ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε τέ­λεια πά­νω στὸ σκοι­νί, ζυ­γι­ά­ζον­τας ἀ­νά­λα­φρα τὸ κον­τά­ρι, καὶ μοί­ρα­ζε ἀ­κρι­βο­δί­και­α τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της σὲ ὅ­λους τους κυ­ρί­ους τῆς συν­τρο­φιᾶς. Τὶς μό­νες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θα τὴ μη­τέ­ρα τα­ραγ­μέ­νη, ἀλ­λὰ καὶ τό­τε μπο­ροῦ­σες νὰ ἐ­κλά­βεις τὸν κυ­μα­τι­σμὸ τοῦ στή­θους της γιὰ χά­δι, ἦ­ταν τὰ βρά­δια, ὅ­ταν στέ­νευ­ε ἡ συν­τρο­φιά, ἐ­γὼ εἶ­χα γεί­ρει στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ὁ ἐ­νω­μο­τάρ­χης, σκα­λί­ζον­τας πε­ρί­τε­χνα βέρ­γες μὲ τὸν σου­γιά του, ἄρ­χι­ζε ἱ­στο­ρί­ες πρό­σφα­τες τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Γιὰ τὸν ἀ­δελ­φό του, πῶς τὸν βρῆ­κε σφαγ­μέ­νο στὸ φυ­λά­κιο τῆς Ὄσ­σας, πῶς τοὺς κυ­νή­γη­σε, πῶς τοὺς πε­ρι­κύ­κλω­σε, πῶς τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὴν πη­γή, τὴν πα­γι­δευ­μέ­νη μὲ νάρ­κες, πῶς ξε­δι­ά­λε­ξε ἀ­πὸ τὰ ζων­τα­νὰ κομ­μά­τια τὰ κε­φά­λια τους, πῶς τὰ κάρ­φω­σε στὰ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­ρι­δαί­α· Ἰ­ού­λιος καὶ οἱ μύ­γες σύν­νε­φο.

       Τό­τε, ἐ­κεῖ στὰ λου­τρά, ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μη­κύ­νω τὰ ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ νὰ ἀ­πο­ζη­τῶ τὴν ὑ­γρα­σί­α τοῦ κορ­μιοῦ τῆς μη­τέ­ρας, ἐ­πι­κα­λού­με­νος φό­βους γιὰ δρά­κους καὶ ἐ­κτο­πλά­σμα­τα. Ἐ­πι­βρά­δυ­να τὸ πρω­ι­νό μου ξύ­πνη­μα γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σω γυ­μνή, πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σό­κλει­στά μου βλέ­φα­ρα, κα­θὼς ἔ­πλε­νε τὶς πτυ­χὲς τοῦ κορ­μιοῦ της στὸν νι­πτή­ρα τοῦ δω­μα­τί­ου. Τὰ δω­μά­τια εἶ­χαν μό­νο νι­πτῆ­ρες κι ἔ­πρε­πε τὶς νύ­χτες νὰ δι­α­σχί­σεις ὅ­λο τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου γιὰ νὰ φτά­σεις μέ­χρι τὸν ἔ­ρη­μο γλόμ­πο ποὺ φώ­τι­ζε τὴν εἴ­σο­δο στὶς του­α­λέ­τες καὶ τὴ σκά­λα γιὰ τοὺς λου­τῆ­ρες. Πα­ρό­λο τὸν φό­βο ποὺ σοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ὁ δι­ά­δρο­μος, δά­ση σκι­ε­ρὰ κρυμ­μέ­να στὶς γω­νί­ες, τὸν δι­έ­σχι­ζες ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ Βα­σι­λεῦ οὐ­ρά­νι­ε, για­τὶ τὸ πρω­ὶ ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ σὲ ἔ­παιρ­νε στὸ κρε­βά­τι της ἂν σ’ ἔ­βρι­σκε νο­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα. Ἡ κραυ­γὴ σὲ συ­νάν­τη­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, τὴν κα­τέ­βη­κες συ­νε­χί­ζον­τας τὴν προ­σευ­χή. Τὸ φῶς, χα­ρα­μα­τιὰ ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα τῶν λου­τή­ρων, ἔ­σκι­ζε τὸ σκο­τά­δι, ὅ­πως μιὰ νύ­χτα χω­ρί­ζει τὴ ζω­ὴ στὰ δυ­ό, μα­χαί­ρι. Ἡ μη­τέ­ρα, ξα­πλω­μέ­νη στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἔ­κο­βαν τὰ εἰ­σι­τή­ρια γιὰ τοὺς λου­τῆ­ρες, νὰ κυ­λί­ε­ται, πλοῖ­ον ἐν θα­λάσ­σῃ. Τὰ πό­δια της κυ­κνό­πτε­ρα πε­ρα­σμέ­να στοὺς ὤ­μους τοῦ ἐ­νω­μα­ταρ­χη κι αὐ­τὸς ἀ­νά­με­σά τους, ᾤ­χε­το ψυ­χὴ κα­τὰ χθο­νός.

       Τὸ πρω­ὶ ἡ μη­τέ­ρα τρυ­φε­ρὰ μὲ ἔ­σφιγ­γε στὸ στῆ­θος της, οὔ­τε ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ στὸ κορ­μί της, ὄ­νει­ρο. Μό­νο στὰ δά­χτυ­λά μου, κολ­λη­μέ­να στὸ κρέ­ας, κά­τω ἀ­πὸ τὰ νύ­χια, κόκ­κι­να, αἷ­μα, λε­πτὰ μι­σο­φέγ­γα­ρα.

       Τὸν βρῆ­καν νὰ πλέ­ει στὸν λου­τή­ρα. Τὸ σῶ­μα του ὀρ­γω­μέ­νο, ξε­σκι­σμέ­νο ἀ­πὸ νύ­χια ἢ ἀ­πὸ σου­γιά, οἱ συμ­μο­ρί­τες εἶ­παν, καὶ τὰ ροῦ­χα του κρε­μα­σμέ­να μα­τω­μέ­να, στὰ ἄγ­κι­στρα γιὰ τὶς πε­τσέ­τες.

       Στὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἐ­νω­μα­τάρ­χης εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας μου.

 

       (Σὲ πλέ­κω καὶ σὲ ξη­λώ­νω, πα­τέ­ρα, ὅ­πως ἡ μη­τέ­ρα ξή­λω­νε τὰ πα­λιὰ μάλ­λι­να γι­λέ­κα σου καὶ τὰ ξα­νά­πλε­κε πά­νω στὸ κορ­μί μου κι οἱ εἰ­κό­νες νὰ τυ­λί­γουν τὸ κορ­μί, μα­τω­μέ­νοι ἐ­πί­δε­σμοι.)

 

 

 

Πη­γή: Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί, Πε­ζά, Ἐκ­δό­σεις Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

 

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­της, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Πα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).

 

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Χρονικό

 

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης

 

Χρονικό

 

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ λοι­πὸν ἐ­κεῖ­να εἶ­χε ξε­σπά­σει πά­λι ἡ ἐ­σω­κομ­μα­τι­κὴ δι­α­πά­λη. Μὲ τέ­τοι­α ἔν­τα­ση, ποὺ ἂν εἴ­χα­με πο­λυ­βό­λα θὰ εἴ­χα­με μεί­νει οἱ μι­σοί. Καὶ εὐ­τυ­χῶς πο­λυ­βό­λα εἶ­χε μό­νο ἡ φρου­ρά.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια εἴ­χα­νε κα­θι­ε­ρω­θεῖ καὶ τρέ­χα­νε καὶ τὰ μέ­τρα ἐ­πι­ει­κεί­ας, ὅ­πως τὰ λέ­γα­νε. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ τὸν Πλα­στή­ρα καὶ ὕ­στε­ρα μὲ τὸν Πα­πά­γο. Μπο­ροῦ­σες, δη­λα­δή, νὰ ζη­τή­σεις τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῆς δί­κης σου. Ἔ­τσι πολ­λὲς χι­λιά­δες, ποὺ εἴ­χα­νε κα­τα­δι­κα­σθεῖ, ἀ­κό­μη καὶ δὶς ἢ τρὶς εἰς θά­να­τον, εἶ­χαν ἐ­πι­τύ­χει τὸν με­τρια­σμὸ τῆς ποι­νῆς τους ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὴν πλή­ρη ἀ­θώ­ω­σή τους.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Σπύ­ρου Π. ἀ­πὸ τὴν Κέρ­κυ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια στὴ φυ­λα­κή, τὸ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὸ τὸν εἶ­χε κρί­νει ἀ­θῶ­ο καὶ εἶ­χε δι­α­τά­ξει τὴν ἀ­πό­λυ­σή του. Καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό, νά, τώ­ρα, ἔ­πλε­νε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἐ­κεῖ, στὴ βρύ­ση, ἔ­γι­νε ὁ ἀ­κό­λου­θος δι­ά­λο­γος μὲ τὸν συμ­πο­λί­τη του Ν.Κ., ποὺ κι αὐ­τός, δί­πλα του, ἔ­πλε­νε τὰ δι­κά του, τὰ χι­λι­ομ­πα­λω­μέ­να, ἀλ­λὰ ποὺ εἶ­χε τα­χθεῖ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

       — Φεύ­γεις, λοι­πόν;

       — Ναί, φεύ­γω.

       — Καὶ θὰ πᾶς στὸ χω­ριό;

       — Ναί, θὰ πά­ω.

       — Καὶ θὰ βρεῖς τὴ γυ­ναί­κα σου;

       — Ναί, θὰ τὴ βρῶ.

       — Καὶ τ παι­δί;

       — Ναί, κα τ παι­δί.

       Ὅ­λος ὁ δι­ά­λο­γος αὐ­τὸς δὲν θὰ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἂν δὲν κα­τέ­λη­γε στὴν τε­λευ­ταί­α ἐ­ρώ­τη­ση, ποὺ βέ­βαι­α μό­νο ἐ­ρώ­τη­ση δὲν ἦ­ταν, καὶ στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πάν­τη­ση.

       — Καὶ τὸ παι­δί;

       — Ναί, καὶ τὸ παι­δί.

       Για­τὶ ὁ Σπύ­ρος ὁ Κερ­κυ­ραῖ­ος, ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴ φυ­λα­κὴ δὲν εἶ­χε παι­δί. Καὶ τώ­ρα, ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­νε, ἡ γυ­ναί­κα του, ἐκεῖ στοὺς Καρουσάδες, εἶχε ἕνα παιδὶ δυόμισι χρονῶ.

  

 

Πη­γή: Ἀνέκ­δο­το.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης (Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1989, ποί­η­ση). Τε­λευ­ταῖο: Ἀποθῆκες ὑφά­λων ὅπλων, Δο­κί­μιο αὐτο­γνω­σί­ας (ἐκδ. Τυπω­θή­τω, Ἀθή­να, 2009).

 

Ὁ Χρί­στος Ρου­με­λιω­τά­κης δια­βά­ζει τὸ δι­ή­γη­μά του «Χρο­νι­κό» γιὰ τὸ Ἱστο­λό­γιο «Πλα­νό­διον-Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα ἀπό­γευ­μα, 18-04-2011, στὸ Νέ­ο Η­ρά­κλειο. Ἐπι­μέ­λεια: Γιάν­νης Πα­τί­λης.

 

 

Γουίλα Κάθερ (Willa Cather): Πίτερ

 

 

ΓουίλαΚάθερ (Willa Cather)

 

Πίτερ

(Peter)

 

ΧΙ, ΑΝΤΟΝ, σοῦ τὸ εἶ­πα πολ­λὲς φο­ρές, ὄ­χι, δὲ θὰ τὸ που­λή­σεις μέ­χρι νὰ πε­θά­νω.»

«Μὰ χρει­ά­ζο­μαι λε­φτά· ἐ­σέ­να τί σοῦ χρη­σι­μεύ­ει τὸ πα­λιὸ βι­ο­λί; Μέ­χρι καὶ τὰ κο­ρά­κια γε­λοῦν μα­ζί σου, ὅ­ταν πᾶς νὰ παί­ξεις. Τὸ χέ­ρι σου τρέ­μει τό­σο ποὺ κα­λὰ-κα­λὰ δὲν μπο­ρεῖς νὰ κρα­τή­σεις τὸ δο­ξά­ρι. Θὰ ’ρ­θεῖς μα­ζί μου αὔ­ριο στὸν Μπλοὺ νὰ κό­ψεις ξύ­λα. Καὶ κοί­τα νὰ ση­κω­θεῖς νω­ρίς.»

       «Τὴν Κυ­ρια­κή, Ἄν­τον; Καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο; Κρυ­ώ­νω πο­λύ, παι­δί μου, ἂς μὴν πᾶ­με αὔ­ριο.»

       «Ναί, αὔ­ριο, γε­ρο­τεμ­πέ­λη. Δὲν κό­βω ἐ­γὼ ξύ­λα τὴν Κυ­ρια­κή; Μὲ νοιά­ζει ἐ­μέ­να ἂν κά­νει κρύ­ο; Καὶ ξύ­λο θὰ κό­ψεις καὶ θὰ τὸ κου­βα­λή­σεις, κι ὅ­σο γιὰ τὸ βι­ο­λί, σοῦ λέ­ω ὅ­τι θὲς-δὲ θὲς ἐ­γὼ θὰ τὸ που­λή­σω.» Ὁ Ἄν­τον κα­τέ­βα­σε τὸ κου­ρε­λι­ά­ρι­κο κα­πέ­λο του ὣς τὰ πυ­κνά του φρύ­δια καὶ βγῆ­κε. Ὁ γέ­ρος τρά­βη­ξε τὸ σκα­μνὶ πιὸ κον­τὰ στὴ φω­τιά. Κά­θι­σε καὶ χά­ι­δε­ψε τὸ βι­ο­λί του μὲ τρε­μά­με­να δά­χτυ­λα, ψι­θυ­ρί­ζον­τας: «Ὄ­χι ὅ­σο ζῶ, ὄ­χι ὅ­σο ζῶ.»

       Ὁ Πί­τερ Σάν­τε­λακ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ἦρ­θαν ἐ­δῶ πρὶν πέν­τε χρό­νια, μα­ζὶ μὲ τὸν πρω­τό­το­κο γιό τους, τὸν Ἄν­τον, καὶ ἀ­μέ­τρη­τους νε­α­ρό­τε­ρους Σάν­τε­λακ· ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὸ πιὸ φρι­κτὸ μέ­ρος τῆς νο­τι­ο­δυ­τι­κῆς Νεμ­πρά­σκα, κι ἀ­γό­ρα­σαν μιὰ φάρ­μα. Ὁ Ἄν­τον ἦ­ταν ὁ ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­τος ἀρ­χη­γὸς τοῦ ἀ­γρο­κτή­μα­τος. Ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος νέ­ος καὶ πὼς θὰ τὰ κα­τά­φερ­νε μιὰ χα­ρά. Τὸ ὅ­τι ἦ­ταν μο­χθη­ρὸς καὶ ἀ­να­ξι­ό­πι­στος τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι, ἀλ­λὰ τοὺς ἦ­ταν ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καλ­λι­ερ­γοῦ­σε κα­λαμ­πό­κι κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε στὴν κο­μη­τεί­α καὶ τὸ σι­τά­ρι του ἀ­πέ­δι­δε πάν­τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι τῶν ἄλ­λων.

       Γιὰ τὸν Πί­τερ κα­νέ­νας δὲν ἤ­ξε­ρε πολ­λά, κι οὔ­τε καὶ εἶ­χε καὶ κα­μιὰ κα­λὴ κου­βέν­τα. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βρι­σκε εὐ­και­ρί­α καὶ ξέ­φευ­γε ἀ­π’ τὴν προ­σο­χὴ τοῦ Ἄν­τον, ἔ­τρε­χε νὰ βά­λει ἐ­νέ­χυ­ρο τὸ κα­πέ­λο ἢ τὸ παλ­τό του καὶ νὰ με­θύ­σει. Μό­νο δύ­ο πράγ­μα­τα δὲν θά ’­δι­νε πο­τὲ γιὰ ἐ­νέ­χυ­ρο – τὴν πί­πα καὶ τὸ βιο­λί του. Ἦ­ταν ἕ­νας νω­θρός, ἀ­φη­ρη­μέ­νος γε­ρον­τά­κος ποὺ προ­τι­μοῦ­σε νὰ παί­ζει βι­ο­λὶ πα­ρὰ νὰ ὀρ­γώ­νει – ἂν καὶ ὁ Ἄν­τον δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­ναν τῆς οἰ­κο­γέ­νειας νὰ κά­θε­ται χω­ρὶς νὰ δου­λεύ­ει, καὶ μά­λι­στα ἀρ­κε­τά. Στὸ σπί­τι ποὺ δι­ηύ­θυ­νε ὁ Ἄν­τον ὅ­λοι —ἀ­πὸ τὸ τρι­ῶν ἐ­τῶν ἀ­γο­ρά­κι μέ­χρι τὸν ἑ­ξην­τά­χρο­νο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο— ἔ­πρε­πε νὰ κερ­δί­ζουν τὸ ψω­μί τους. Πα­ρό­λ’ αὐ­τά, ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ Πί­τερ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­χρη­στος καὶ με­γά­λο βά­ρος γιὰ τὸ γιό του τὸν Ἄν­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­πι­νε πο­τὲ καὶ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­π’ ὅ,τι ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του σ’ ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Τὸν Πί­τερ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε τί ἔ­λε­γαν. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε οὔ­τε ἡ χώ­ρα οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τοῦ ἄ­ρε­σε τὸ ὄρ­γω­μα. Νο­σταλ­γοῦ­σε πο­λὺ τὴ Βο­η­μί­α. Πο­λὺ και­ρὸ πρὶν —μό­νο ὀ­κτὼ χρό­νια ἔ­λε­γε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Πί­τερ ἦ­ταν σὰν ὀ­κτὼ αἰ­ῶ­νες— ἦ­ταν τὸ δεύ­τε­ρο βι­ο­λὶ στὸ πε­ρί­φη­μο θέ­α­τρο τῆς Πρά­γας. Εἶ­χε ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ θέ­α­τρο ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὸς καὶ πέ­ρα­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή του, ὥ­σπου τοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να εἶ­δος πα­ρά­λυ­σης καὶ τὸ χέ­ρι του ἐ­ξα­σθέ­νη­σε τό­σο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ δο­ξά­ρι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά. Τό­τε τοῦ εἶ­παν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ φύ­γει. Τί ὡ­ραῖ­ες ἐ­κεῖ­νες οἱ μέ­ρες στὸ θέ­α­τρο! Τὸ κρα­σὶ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο τό­τε, ὁ Πί­τερ φο­ροῦ­σε κά­θε βρά­δυ μα­κρὺ παλ­τὸ καὶ πάν­το­τε με­τὰ τὴν πα­ρά­στα­ση γί­νον­ταν πάρ­τι. Κι ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ παί­ξει κα­λά, ἄχ, ἂν μπο­ροῦ­σε λέ­ει! Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­σει κα­λὰ νό­τες, ὁ­πό­τε δὲν ἔ­παι­ζε πρῶ­το βι­ο­λί· ὅ­μως τὸ ἄγ­γιγ­μά του, εἶ­χε πράγ­μα­τι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα, ἔ­τσι εἶ­χε πεῖ ὁ Χὲρ Μί­κιλ­σντοφ, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ὀρ­χή­στρας. Κα­μιὰ φο­ρὰ πλέ­ον ὁ Πί­τερ σκε­φτό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὀρ­γώ­σει κα­λύ­τε­ρα, ἂν μο­νά­χα μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ δο­ξά­ρι ὅ­πως τό­τε. Εἶ­χε δεῖ ἐ­κεῖ ὅ­λες τὶς ὡ­ραῖ­ες γυ­ναῖ­κες τοῦ κό­σμου, ὅ­λους τοὺς με­γά­λους τρα­γου­δι­στὲς καὶ μου­σι­κούς. Ἦ­ταν μέ­λος τῆς ὀρ­χή­στρας ὅ­ταν ἔ­παι­ξε ἡ Ρα­κέλ, καὶ ἄ­κου­σε τὸν Λὶστ νὰ παί­ζει τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Κό­μισ­σα ντ’ Ἀγ­κοὺ ἀ­νέ­βη­κε στὴ σκη­νὴ κι ἔ­ρα­νε τὸ με­γά­λο συν­θέ­τη μὲ λευ­κὰ κρί­να. Κά­πο­τε μιὰ Γαλ­λί­δα ἦρ­θε κι ἔ­παι­ξε γιὰ βδο­μά­δες, δὲν θυ­μό­ταν πιὰ τὸ ὄ­νο­μά της. Δὲν θυ­μό­ταν κα­λὰ οὔ­τε τὸ πρό­σω­πό της, για­τί ἄλ­λα­ζε – κά­θε φο­ρὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἀλ­λὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ προ­σώ­που καὶ τὴ με­γά­λη δί­ψα τῶν ἀν­δρῶν, ὅ­ταν τὸ ἀν­τί­κρι­ζαν – αὐ­τὰ τὰ θυ­μό­ταν. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα θυ­μό­ταν τὴ φω­νή της. Δὲν ἤ­ξε­ρε γαλ­λι­κὰ καὶ δὲν κα­τα­λά­βαι­νε λέ­ξη ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ τοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γιὰ τὴ μου­σι­κὴ τοῦ Σο­πέν. Καὶ τὴ φω­νή της πί­στευ­ε ὅ­τι καὶ στὸν ἄλ­λο κό­σμο θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τὴν τε­λευ­ταί­α νύ­χτα ἔ­παι­ξε σ’ ἕ­να ἔρ­γο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἕ­νας ἄν­δρας ἄγ­γι­ζε τὸ χέ­ρι της κι ἐ­κεί­νη τὸν μα­χαί­ρω­νε. Κα­θὼς ὁ Πί­τερ κα­θό­ταν μὲ τὸ βιο­λί του στὰ γό­να­τα ἀ­νά­με­σα στὶς φυ­σοῦ­νες τοῦ κα­πνοῦ, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς προ­βο­λεῖς τῆς σκη­νῆς, καὶ τὴν κοι­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸ σα­νί­δι, σκε­φτό­ταν ὅ­τι θά ’­θε­λε νὰ πε­θά­νει κι αὐ­τός, ἂν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀγ­γί­ξει ἔ­στω μιὰ φο­ρὰ τὸ χέ­ρι της κι ἔ­πει­τα ἂς τὸν μα­χαι­ρώ­σει. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ Πί­τερ γύ­ρι­σε στὴ γυ­ναί­κα του στου­πὶ στὸ με­θύ­σι. Ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­λα­φρό­μυα­λος ποὺ τὸν ἔ­νοια­ζαν μό­νο ἡ μου­σι­κὴ καὶ τὰ ὡ­ραῖ­α πρό­σω­πα.

       Ὅ­λα ἦ­ταν πλέ­ον δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δὲν τοῦ βρι­σκό­ταν κα­θό­λου πο­τὸ καὶ λί­γο μό­νο φαΐ, κι ἐ­δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­ρὰ μό­νο ἥ­λιος, γρα­σί­δι καὶ οὐ­ρα­νός. Εἶ­χε ξε­χά­σει σχε­δὸν τὰ πάν­τα, ὅ­μως ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα τὰ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ βι­ο­λί του καὶ τὴν Πα­να­γί­α, καὶ πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα φο­βό­ταν τὸν Δι­ά­βο­λο καὶ τὸ γιό του τὸν Ἄν­τον.

       Ἡ φω­τιὰ ἦ­ταν ἀ­σθε­νι­κὴ κι ἔ­πια­σε κρύ­ο. Ὁ Πί­τερ ὡ­στό­σο κα­θό­ταν πλά­ι της καὶ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὸ πα­ρελ­θόν. Δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λα κο­τσά­νια ἀ­πὸ κα­λαμ­πό­κι στὴ φω­τιά· ὁ Ἄν­τον θὰ θύ­μω­νε. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κό­ψει ξύ­λα αὔ­ριο, ξη­μέ­ρω­νε Κυ­ρια­κὴ κι ἤ­θε­λε νὰ πά­ει στὴ Λει­τουρ­γί­α. Ἴ­σως ὁ Ἄν­τον τὸν ἄ­φη­νε. Ἔ­βα­λε κά­τω ἀ­π’ τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο σα­γό­νι του τὸ βι­ο­λὶ καὶ τὰ λευ­κά του μαλ­λιὰ χύ­θη­καν πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ «Ave Maria». Τὸ χέ­ρι του ἔ­τρε­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ, ὥ­σπου τε­λι­κὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χει­ρι­στεῖ κα­θό­λου τὸ δο­ξά­ρι. Ὁ Πί­τερ ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος, ἔκ­πλη­κτος, ὕ­στε­ρα ση­κώ­θη­κε, πῆ­ρε τὸ βι­ο­λί, βγῆ­κε στὰ κλε­φτὰ καὶ μπῆ­κε στὸν πα­λιὸ στά­βλο. Ξε­κρέ­μα­σε τὸ του­φέ­κι τοῦ Ἄν­τον ἀ­πὸ τὸ καρ­φί του καὶ τὸ ὅ­πλι­σε ὑ­πὸ τὴ δέ­σμη τοῦ σε­λη­νό­φω­τος ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα κι ἔ­γει­ρε στὸν χω­μά­τι­νο τοῖ­χο. Ἄ­κου­σε τὸ μα­κρι­νὸ ἀ­λύ­χτι­σμα τῶν λύ­κων καὶ τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ ἄ­νε­μο ποὺ οὔρ­λια­ζε πα­ρα­σέρ­νον­τας τὰ πάν­τα στὸ πέ­ρα­σμά του πά­νω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι. Κον­τά του, στὸ σκο­τά­δι, ἄ­κου­γε τὴν ἀ­νά­σα τῶν ἀ­λό­γων μὲ τὸ στα­θε­ρό της ρυθ­μό. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο του στὴν καρ­διά του, σταύ­ρω­σε τὰ δά­χτυ­λά του καὶ εἶ­πε σπα­στὰ τὶς μο­να­δι­κὲς λέ­ξεις ποὺ ἤ­ξε­ρε στὰ λα­τι­νι­κά: «P­a­t­er n­o­s­t­er, q­ui en c­a­e­l­um e­st». Τό­τε σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­να­στέ­να­ξε: «Οὔ­τε ἕ­να κρέ­ου­ζερ δὲν θὰ τοὺς πλη­ρώ­σει ὁ Ἄν­τον γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν γιὰ τὴν ψυ­χή μου, οὔ­τε ἕ­να κρέ­ου­ζερ, εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κὸς μὲ τὰ λε­φτά του, ἔ­τσι εἶ­ναι ὁ Ἄν­τον, δὲν τὰ χα­λά­ει στὸ πο­τό, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ μέ­να, ἀλ­λὰ σκλη­ρὸς κα­μιὰ φο­ρά. Βά­ζει τὰ κο­ρί­τσια νὰ δου­λεύ­ουν πο­λὺ σκλη­ρά, οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν πρέ­πει νὰ δου­λεύ­ουν ἔ­τσι. Ὅ­μως ἐ­σέ­να δὲν θὰ σὲ που­λή­σει, βι­ο­λί μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ παί­ξω, ἀλ­λὰ δὲ θὰ μᾶς χω­ρί­σουν. Ὅ­λα τὰ εἴ­δα­με μα­ζὶ καὶ ὅ­λα, καὶ τὴ Γαλ­λί­δα κι ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα, μα­ζὶ θὰ τὰ ξε­χά­σου­με.» Κρά­τη­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὸ βι­ο­λὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ σα­γό­νι του, στὴ θέ­ση ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­κουμ­πή­σει τό­σες φο­ρές, ὕ­στε­ρα τὸ ἔ­βα­λε στὸ γό­να­τό του καὶ τὸ ἔ­σπα­σε στὰ δύ­ο. Ἔ­βγα­λε τὴν πα­λιά του μπό­τα, στε­ρέ­ω­σε ἀ­νά­με­σα στὰ γό­να­τά του τὸ ὅ­πλο μὲ τὴν κά­νη πά­νω στὸ μέ­τω­πό του καὶ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη μὲ τὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ του.

       Τὸ πρω­ὶ ὁ Ἄν­τον τὸν βρῆ­κε ἄ­καμ­πτο, τε­λεί­ως πα­γω­μέ­νο, μέ­σα σὲ μιὰ λί­μνη αἵ­μα­τος. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν ἰ­σι­ώ­σουν γιὰ νὰ τὸν χω­ρέ­σουν σὲ φέ­ρε­τρο, ὁ­πό­τε τὸν ἔ­θα­ψαν σ’ ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πευ­κό­ξυ­λο. Πρὶν τὴν κη­δεί­α, ὁ Ἄν­τον πῆ­γε στὴν πό­λη τὸ δο­ξά­ρι – ὁ Πί­τερ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ τὸ σπά­σει. Ὁ Ἄν­τον ἦ­ταν πο­λὺ οἰ­κο­νό­μος καὶ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­π’ ὅ,τι ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του σ’ ὅ­λη του τὴ ζω­ή.

 

Ση­μει­ώ­σεις:

Μπλού: Πο­τα­μὸς ποὺ δι­α­τρέ­χει τὴ νό­τια Νεμ­πρά­σκα.

Ρα­κέλ (E­l­i­z­a­b­e­th-R­a­c­h­el F­e­l­ix, πιὸ γνω­στὴ ὡς M­a­d­e­m­o­i­s­e­l­le R­a­c­h­el): Πε­ρί­φη­μη Γαλ­λί­δα ἠ­θο­ποι­ὸς τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Κό­μισ­σα ντ’ Ἀγ­κού: Γαλ­λί­δα ἀ­ρι­στο­κρά­τισ­σα καὶ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­ρω­μέ­νη τοῦ συν­θέ­τη Φρὰν­τς Λί­στ.

Κρέ­ου­ζερ: Νό­μι­σμα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἀ­πὸ τὸν 16ο ὣς τὸν 19ο αἰ­ώ­να στὰ γερ­μα­νι­κὰ κρα­τί­δια καὶ τὴν Αὐ­στρο­ουγ­γα­ρί­α.

 

 

Πηγή: The Willa Cather Archive (http://cather.unl.edu). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρι­ο­δι­κό The Mahogany Tree, 21 Μαΐου 1892.

 

Γου­ί­λαΚά­θερ (Willa Cather) (Βιρ­τζί­νια, 1873 – Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1947): Ἡ Γου­ί­λα Κά­θερ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φαῖ­ες ἀ­με­ρι­κα­νί­δες πε­ζο­γρά­φους τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­ψε ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τὸ ἔρ­γο της δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ λι­τό, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νο ὕ­φος του καὶ τὴν κα­τα­γρα­φὴ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Νεμ­πρά­σκα, ὅ­που με­γά­λω­σε. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο τῆς θε­ω­ρεῖ­ται ἡ «Τρι­λο­γί­α τοῦ λι­βα­διοῦ» («T­he P­r­a­i­r­ie T­r­i­l­o­gy»­), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα O P­i­o­n­e­e­rs! (1913), T­he S­o­ng of t­he L­a­rk (1915), καὶ My A­n­t­o­n­ia (1918). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της O­ne of o­u­rs τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ τὸ 1923. Ἱ­κα­νὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ δυ­να­μι­κὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἡ Κά­θερ ἄ­φη­σε τὴ σφρα­γί­δα της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ὁ ἐ­πί­σκο­πος τοῦ Σάν­τα Ρέ (με­τά­φρα­ση: Δη­μή­τρης Οἰ­κο­νο­μί­δης, ἐκ­δό­σεις Πε­χλι­βα­νί­δης, [1955]­), Μιὰ χα­μέ­νη κυ­ρί­α (με­τά­φρα­ση: Τζέ­νη Γα­βα­λά­κη, ἐκ­δό­σεις Ἀ­στάρ­τη, 1991) καὶ Ὁ θα­νά­σι­μος ἐ­χθρός μου (με­τά­φρα­ση: Κα­τε­ρί­να Σχι­νᾶ, ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 1998). Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔρ­γο τῆς Κά­θερ ἐκ­δό­θη­κε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1954 –πρό­κει­ται γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ Ἀν­τω­νί­α μου, σὲ με­τά­φρα­ση Βού­λας Δα­μι­α­νά­κου, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἵ­κα­ρος, ποὺ ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖ πιά. Ὁ «Πί­τερ» εἶ­ναι τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε ἡ Κά­θερ, σὲ ἡ­λι­κί­α μό­λις 19 ἐ­τῶν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ Ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ.

 

Ἐ.Χ. Γονατᾶς: Οἱ ἀγελάδες

 

 

 

Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς

 

Οἱ ἀ­γε­λά­δες

                                                                                                             

στὸ Νί­κο Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη

 

ΑΘΟΜΑΣΤΕ Σ’ Ε­ΝΑ ΥΠΑΙΘΡΙΟ κα­φε­νεῖ­ο: πέντ΄ ἕ­ξι κα­ρέ­κλες ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νες στὴν ὄ­χθη ἑ­νὸς μι­κροῦ πο­τα­μιοῦ καὶ πιὸ πέ­ρα, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να πλα­τά­νι, μιὰ πα­ράγ­κα πνιγμέ­νη στὶς πε­ρι­κο­κλά­δες, μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἡ μορ­φω­μέ­νη Ἀ­ρά­χνη». Πί­νο­με τὸ οὖ­ζο μας βλέ­πον­τας τὶς πέ­στρο­φες νὰ πη­δᾶ­νε κά­θε τό­σο δυ­ὸ δυ­ὸ ἔ­ξω ἄπ΄ τὸ νε­ρό, ποὺ ἀ­φρί­ζει σὰν ἄ­σπρο στε­φά­νι γύ­ρω στ’ ἀ­στρα­φτε­ρά τους κε­φά­λια. Ἀ­μί­λη­τοι χαι­ρό­μα­στε τὴ γα­λή­νια ὀ­μορ­φιὰ τοῦ το­πί­ου.

       Μὰ δὲν περ­νά­ει πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ τρεῖς βρον­τε­ρὲς ἐ­κρή­ξεις στὴ γραμ­μὴ τραν­τά­ζουν τὰ πο­τή­ρια στὰ τρα­πέ­ζια καὶ μὲ ξε­κου­φαί­νουν. Ξυ­πνῶ ἀ­πὸ τὴ ρέμ­βη μου ἀ­να­πη­δών­τας στὴν κα­ρέ­κλα. Κά­τι τζά­μια ἀ­κού­γον­ται νὰ σπᾶ­νε μα­κριὰ σ΄ ἕ­να χτῆ­μα· φω­νὲς καὶ βλα­στή­μι­ες ἐ­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νες ἀπ΄ τὴν ἀ­πό­στα­ση τα­ρά­ζουν γιὰ λί­γο τὴν ἡ­συ­χί­α. Ὕ­στε­ρα πά­λι σι­ω­πή. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρω μου  —ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που— ἀ­τά­ρα­χοι, σὰ νὰ μὴν ἄ­κου­σαν τί­πο­τα, συ­νε­χί­ζουν νὰ ρου­φᾶ­νε γου­λιὰ γου­λιὰ τὸ οὖ­ζο τους σφουγ­γί­ζον­τας μὲ τὸ χέ­ρι τὶς στά­λες ποὺ κρέ­μον­ται στὰ μου­στά­κια τους. Στὰ μαλ­λιὰ τους πε­τᾶ­νε με­γά­λα δει­λι­νὰ κου­νού­πια. Δὲν κρα­τι­έ­μαι καὶ γυ­ρί­ζω σ’ αὐ­τὸν ποὺ κά­θε­ται πλά­ι μου. Φο­ρά­ει με­νε­ξε­λιὰ ρά­σα.

      «Πά­τερ», ρω­τά­ω, «τί συμ­βαί­νει; Ἄ­κου­σες τὶς κα­νο­νι­ές;»

      Ὁ πα­πὰς πο­λέ­μα­γε νὰ σπρώ­ξει μὲ τὰ πα­χου­λά του δά­χτυ­λα μέ­σα στὸ φαρ­δο­μά­νι­κό του ἕ­να κο­τό­που­λο ποὺ ὅ­λο ἔ­βγα­ζε τὸ κε­φά­λι. Χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ξει, μοῦ λέ­ει:

      «Ὁ Θε­ός, τέ­κνον μου, τι­μω­ρεῖ τοὺς φι­λάρ­γυ­ρους βου­κό­λους.»

      Ὕ­στε­ρα βλέ­πον­τας πὼς τὸ που­λὶ ἡ­σύ­χα­σε κι ἔ­πα­ψε νὰ μπαι­νο­βγαί­νει στὰ μα­νί­κια του, ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ γνέ­φει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Οἱ ἄλ­λοι οὔ­τε μᾶς προ­σέ­χου­νε κάν. Περ­νᾶ­με πί­σω ἀπ΄ τὴν πα­ράγ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, μέ­σα ἀ­πό ’­να φρά­χτη μὲ κο­λο­κυ­θι­ὲς φορ­τω­μέ­νες πορ­το­κα­λιὰ λου­λού­δια, με­γά­λα σὰν χάλ­κι­νες τρουμ­πέ­τες, καὶ βγαί­νου­με σ’ ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το χω­ρά­φι μὲ πολ­λὲς στέρ­νες. Ἀ­κού­γον­ται ζῶ­α νὰ ξε­φυ­σᾶ­νε ρου­θου­νί­ζον­τας. Πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ στέρ­να σὲ στέρ­να. Εἶ­ναι ὅ­λες βα­θι­ές, χω­ρὶς νερὸ, καὶ στὸν πά­το γυ­ρί­ζουν ἀ­γε­λά­δες μὲ κα­στα­νὸ τρί­χω­μα. Σκύ­βουν κά­θε λί­γο τὸ χον­τρὸ σβέρ­κο τους στὰ πα­χνιὰ καὶ μα­σου­λί­ζουν. Οἱ κοι­λι­ὲς τους τε­ρά­στι­ες πε­τά­γον­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κορ­μὶ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λες καὶ πρη­σμέ­νες.

      «Αὐ­τὲς ἐ­κεῖ πρό­σε­ξέ τες κα­λά, τώ­ρα ποὺ ση­κώ­νουν τὴν οὐ­ρὰ νὰ δι­ώ­ξουν τὶς μύ­γι­ες», μοῦ λέ­ει ὁ σύν­τρο­φός μου.

      Κοι­τά­ζω καὶ βλέ­πω χω­μέ­νο βα­θιὰ στὸν πι­σι­νό τους ἀ­πό ’να με­γά­λο ἄ­σπρο φελ­λό. Λου­ριὰ πε­ρα­σμέ­να κά­τω ἀπ΄ τὰ σκέ­λια καὶ τὴν κοι­λιὰ καὶ σφι­χτο­δε­μέ­να στὴ ρά­χη τους, κρα­τᾶ­νε γε­ρὰ στὴ θέ­ση του τὸ φρά­ξι­μο, ποὺ νὰ μὴ μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ τὸ πε­τά­ξει τὸ ζῶ­ο.

      «Μὲ τὸ σύ­στη­μα αὐ­τό», μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, «ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει στὶς ἀ­γε­λά­δες νὰ δι­ώ­ξουν ἀπ΄ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ τους τ΄ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τα πε­ρισ­σέ­μα­τα τῆς τρο­φῆς, οἱ βου­κό­λοι πι­στεύ­ουν πὼς θὰ κα­τα­φέ­ρουν νὰ τὶς πα­χύ­νουν γλη­γο­ρώ­τε­ρα. Δὲν ἐν­νο­οῦν ν΄ ἀ­φή­σουν οὔ­τε ἕ­να σπει­ρὶ κρι­θά­ρι νὰ βγεῖ ἀ­πὸ μέ­σα τους ἀ­χώ­νευ­το.  “Εἶναι κι αὐ­τὸ ζυ­γι­σμέ­νο στὴ ζυ­γα­ριὰ τοῦ ἐμ­πό­ρου καὶ τὸ πλη­ρώ­σα­με”, λέ­νε, “δέ μᾶς τὸ ἔ­δω­σαν χά­ρι­σμα!”»

      «Καὶ τὰ ζῶ­α δὲν ἀ­να­κου­φί­ζον­ται πο­τέ;», τὸν ρω­τά­ω, κοι­τών­τας μὲ οἶ­κτο τὶς ἀ­γε­λά­δες ποὺ ἁρ­πά­ζουν μὲ τὶς χει­λά­ρες τους κά­τι μα­κριὰ χορ­τά­ρια φυ­τρω­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στοὺς τοί­χους τῆς στέρ­νας.

      «Πώς! Κά­θε εἴ­κο­σι εἴ­κο­σι πέν­τε μέ­ρες, μό­λις τοὺς λύ­σουν τὶς ζῶ­νες ποὺ τοὺς φο­ρᾶ­νε. Ἔ­χω δεῖ πολ­λὲς ν΄ ἀν­τέ­χουν καὶ πά­ρα πά­νω. Μὰ εἶ­ναι κι ἄλ­λες ποὺ ἀπ΄τὴν πέμ­πτη κι­ό­λας μέ­ρα ἀρ­ρω­σταί­νουν βα­ριά· ἀρ­χί­ζει ἡ κοι­λιά τους νὰ τουμ­πα­νιά­ζει, φου­σκώ­νει φου­σκώ­νει σὰ μπα­λό­νι μέ­σα σὲ λί­γα λε­φτά, κι ἂν δὲν τὶς προ­λά­βουν, μπάμ! σκᾶ­νε ξαφ­νι­κὰ καὶ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο, σὰν ὀ­βί­δες.»

      Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀ­κού­στη­καν βή­μα­τα. Δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι ἀ­ξού­ρι­στοι, μὲ λε­ρω­μέ­νες κον­τὲς πο­δι­ὲς πά­νω ἀπ΄ τὰ γό­να­τα, πλη­σιά­ζουν τὴ στέρ­να. Εἶ­ναι βου­κό­λοι.

      «Νὰ μὴ μᾶς δοῦν», μοῦ λέ­ει σι­γὰ ὁ πα­πάς. «Εἶ­σαι ξέ­νος καὶ μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρά­σει ἀπ΄τὸ μυα­λὸ πὼς σ΄ ἔ­φε­ρα ἐ­πί­τη­δες ἐ­δῶ νὰ κλέ­ψεις τὸ σύ­στη­μά τους.»

      Κρυ­βό­μα­στε γλή­γο­ρα πί­σω ἀπ΄ τὴν πε­ζού­λα. Οἱ κτη­νο­τρό­φοι κα­τε­βαί­νουν τὰ σκα­λιὰ καὶ μπαί­νουν στὴ στέρ­να. Ὁ ἕ­νας, βα­στών­τας μιὰ με­ζού­ρα, πη­γαί­νει ἀ­πὸ γε­λά­δα σὲ γε­λά­δα καὶ παίρ­νει τὴν πε­ρί­με­τρο τῆς κοι­λιᾶς της. Ὁ ἄλ­λος, στὸ θαμ­πὸ φῶς ἑ­νὸς φα­να­ριοῦ, ση­μει­ώ­νει σ΄ ἕ­να τε­φτέ­ρι.

      «Τοὺς ἔ­χει πιά­σει πα­νι­κός», μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει πά­λι ὁ πα­πάς. «Μα­ζὶ μὲ τὰ τρί­α ση­με­ρι­νά, τὰ θα­να­τη­φό­ρα κρού­σμα­τα ἔ­φτα­σαν τὸν ἀ­ριθ­μὸ ἕν­τε­κα αὐ­τὸ τὸ μή­να. Ὑ­πάρ­χει Θε­ὸς ἀ­πὸ πά­νω καὶ βλέ­πει. Ἔ­χουν ἀ­νη­συ­χή­σει πο­λὺ καὶ προ­σέ­χουν. Ἐ­ξε­τά­ζουν τώ­ρα γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­σφά­λεια πιὸ συ­χνὰ τὸ κο­πά­δι τους, μή­πως κι ἡ κοι­λιὰ τῶν ζώ­ων ξε­πε­ρά­σει ἄ­ξαφ­να τὸ ὅ­ριο ἀν­το­χῆς.»

      Ἄ­μα τέ­λει­ω­σαν τὸ μέ­τρη­μα, οἱ βου­κό­λοι ἀ­νέ­βη­καν καὶ τρά­βη­ξαν σὲ ἄλ­λη στέρ­να. Τό­τε βγαί­νου­με κι ἐ­μεῖς ἀπ΄ τὸν κρυ­ψώ­να καὶ γυ­ρί­ζου­με ἀπ΄ τὸν ἴ­διο δρό­μο σκε­φτι­κοὶ καὶ ἀ­μί­λη­τοι.

      Ἄ­κρη ἄ­κρη στὸ χω­ρά­φι γυ­α­λί­ζει μί­α με­γά­λη κα­λύ­βα δί­χως πα­ρά­θυ­ρο, στη­μέ­νη μὲ ντε­νε­κέ­δες. Ἔ­χει ἀν­τὶς γιὰ πόρ­τα ἕ­να στρογ­γυ­λὸ ἄ­νοιγ­μα. Ἀ­πό­ξω ἄλ­λοι δυ­ὸ βου­κό­λοι, μὲ τὰ ἴ­δια ἀ­ξού­ρι­στα μοῦ­τρα ἀλ­λὰ μὲ πο­δι­ὲς ποὺ κρε­μᾶ­νε ὣς τὶς φτέρ­νες τους, σκύ­βουν πά­νω σ΄ ἕ­να μα­κρὺ ξύ­λι­νο πάγ­κο ὅ­που εἶ­ναι ἁ­πλω­μέ­να κομ­μά­τια μα­τω­μέ­νες προ­βι­ές. Μὲ με­γά­λα μα­χαί­ρια τὶς κα­θα­ρί­ζουν.

      «Πιὸ σι­γά», μοῦ κά­νει ὁ πα­πάς. «Νὰ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χα­σαν τρί­α ζῶ­α σή­με­ρα τ΄ ἀ­πό­γευ­μα. Με­τρᾶ­νε τὶς ζη­μι­ὲς καὶ βρά­ζουν ἀ­πὸ τὸ θυ­μό τους. Σὲ λί­γο, μό­λις φα­νεῖ τὸ φεγ­γά­ρι, θὰ βγά­λουν τ΄ ἀ­πο­μει­νά­ρια τῶν ζώ­ων ἀπ΄ τὴν κα­λύ­βα καὶ θὰ τὰ θά­ψουν. Δὲν θέ­λουν νὰ τοὺς βλέ­πει κα­νείς. Ὅ­ταν ἀ­γρι­εύ­ουν δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ται.»

      Προ­χω­ρᾶ­με σι­γὰ στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν καὶ φεύ­γου­με ἀ­νά­λα­φρα σὰ φαν­τά­σμα­τα. Περ­νών­τας τὸ σύ­νο­ρο τοῦ χω­ρα­φιοῦ ἀρ­χί­ζω καὶ ξα­να­βλέ­πω τὸ πο­τά­μι. Με­γά­λα φύλ­λα τα­ξι­δεύ­ουν πά­νω του ἀρ­γά. Μέ­σα στὴν  ἡ­συ­χί­α ἀ­κού­γον­ται γύ­ρω μας μό­να τὰ φτε­ρὰ τῶν κου­νου­πι­ῶν καὶ τὰ βή­μα­τά μας ποὺ τσα­κί­ζουν κο­τσά­νια καὶ κλα­διὰ κα­θὼς περ­πα­τᾶ­με. 

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ Οἱ ἀ­γε­λά­δες, «Κεί­με­να». Ἀ­θή­να 1980, A΄ ἔκ­δο­ση, Πρώ­τη Ὕ­λη, Ἀ­θή­να Νο­έμ­βριος 1963.

 

Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀθήνα 1924-2006). Σπούδασε Νομικά, ποιητὴς καὶ δοκιμιο­γρά­φος τῆς Μεταπολεμικῆς γενιάς, διακρίθηκε κυρίως ὡς «λογοτέχνης τοῦ παράδοξου». Πρώτη του ἐμφάνιση στὰ γράμματα μὲ τὸ ἀφήγημα Ὁ ταξιδιώτης (1945), τελευταῖο βιβλίο του Τρεῖς δεκάρες (ἀφηγήματα, Στιγμή, 2006). Τὸ 1994 τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικό Βραβεῖο Μετάφρασης.