Χριστόφορος Μηλιώνης: Ἕνα ὅπλο πραγματικὰ ἔξυπνο

 

 

Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Ἕ­να ὅ­πλο πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο

 

TAN, ΜΕ ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΡΗΞΗ, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἀ­σφυ­ξί­α τοῦ ἀ­τσά­λι­νου πυ­ρο­σω­λή­να καὶ ξα­μο­λή­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος στὸν οὐ­ρα­νό, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κή, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­πι­α­σε ἀ­μέ­σως τὶς συν­τε­ταγ­μέ­νες καὶ προ­σα­να­το­λί­στη­κε. Στὰ δυ­τι­κά, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α, ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­χε ἕ­να γλυ­κὸ ρό­δι­νο χρῶ­μα, κά­τω­θέ του ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν με­νε­ξε­δέ­νια, ἐ­νῶ στὰ ἀ­να­το­λι­κὰ εἶ­χε ἀρ­χί­σει κι­ό­λας νὰ πέ­φτει σκο­τά­δι. Κι ὅ­μως τρα­βοῦ­σε κα­τὰ κεῖ. «Ἀ­πὸ τὸ προ­σω­ρι­νὸ σκο­τά­δι στὸ αἰ­ώ­νιο», σκέ­φτη­κε. «Ἡ ζω­ή μου ὅ­λη, αὐ­τὴ μο­νά­χα ἡ πα­νέ­μορ­φη εἰ­κό­να, ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σκο­τά­δια, τὸ ἕ­να προ­σω­ρι­νὸ καὶ τὸ ἄλ­λο αἰ­ώ­νιο. Κι ἄχ, για­τί τό­σο λί­γο νὰ βα­στά­ξει!» Σκέ­φτη­κε ἀ­κό­μη τὸ σκο­τά­δι ποὺ θ’ ἁ­πλώ­νον­ταν γύ­ρω του, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α καὶ τὶς πρῶ­τες ἐν­τυ­πώ­σεις τῆς ἔ­κρη­ξης, σ’ αὐ­τὰ τὰ δυ­στυ­χι­σμέ­να πλά­σμα­τα, ποὺ δὲν εἶ­χαν ἴ­σως προ­λά­βει, οὔ­τε αὐ­τά, νὰ χα­ροῦν τὴ με­νε­ξε­δέ­νια εἰ­κό­να τῆς ζω­ῆς τους.

 

       Αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν, φι­λο­σο­φών­τας, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἕ­νας Τό­μα­χοκ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Τί ἐ­ξυ­πνά­δα θὰ ἦ­ταν αὐ­τή, ἂν δὲν φι­λο­σο­φοῦ­σε πά­νω στὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή του; Καὶ τί νὰ τὴν ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα, ἂν δὲν προ­σπα­θοῦ­σε, μὲ τό­ση δύ­να­μη ποὺ εἶ­χε, ν’ ἀλ­λά­ξει τὴ μοί­ρα του; «Κα­λύ­τε­ρα θαμ­μέ­νος βα­θιὰ στὸ χῶ­μα» σκέ­φτη­κε, «πα­ρὰ αὐ­τό! Θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ρί­ζες τῆς ἄ­νοι­ξης νὰ τῆς δώ­σω ἰ­χνο­στοι­χεῖ­α, νὰ πά­ρει δύ­να­μη! Καὶ θά ‘ναι σὰν ν’ ἀ­νε­βαί­νω μα­ζί της στὸ φῶς καὶ στὸν ἥ­λιο, θὰ τὸν νι­ώ­θω νὰ μοῦ ζε­σταί­νει τὸ μέ­ταλ­λο τῆς ρά­χης». Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να χῶ­μα μα­λα­κὸ νὰ μπή­ξει ἁ­πα­λὰ τὴ μου­σού­δα του, νὰ μὴ ἐ­κρα­γεῖ! Κι ἐ­νῶ ἔ­ψα­χνε κά­τω, εἶ­δε ἕ­να ἁ­λω­νά­κι ὅ­που τρε­μό­σβη­ναν μι­κρὰ καν­τη­λά­κια. Ἦ­ταν κι­ό­λας τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἑ­νὸς σέρ­βι­κου χω­ριοῦ. «Ἐ­δῶ, ἐ­δῶ!» σκέ­φτη­κε γρή­γο­ρα. «Ἐ­δῶ ὅ­που εἶ­ναι μα­λα­κό το νι­ό­σκα­φτο χῶ­μα! Νά ‘ρχον­ται οἱ μα­νά­δες τὰ βρά­δια ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ καν­τή­λια καὶ νὰ μοῦ τρα­γου­δᾶ­νε, νά ‘ρχον­ται οἱ νι­ὲς τὴν ἄ­νοι­ξη καὶ νὰ μοῦ φέρ­νουν στε­φά­νια μὲ λου­λού­δια!» Καὶ μὲ τὸ ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε, ἡ μού­ρη του στρά­φη­κε κά­τω καὶ μπή­χτη­κε στὸ χῶ­μα. Κα­νέ­νας κρό­τος δὲν ἀ­κού­στη­κε, μὰ Θε­έ μου τί ἦ­ταν αὐ­τό!. Χι­λιά­δες ψυ­χὲς πε­θα­μέ­νων ὅρ­μη­σαν μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὸν ἔ­ζω­σαν, ὑ­ψώ­νον­τας δι­κρά­νια καὶ μπαλ­ντά­δες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας γι­α­τα­γά­νια καὶ κρα­τών­τας κα­ρι­ο­φύλ­λια, δαγ­κώ­νον­τας τὶς κά­μες τῶν μα­χαι­ριῶν καὶ τὶς ἀ­σφά­λει­ες ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­βομ­βί­δες καὶ γυρ­νών­τας πά­νω του τὶς ξι­φο­λόγ­χες. Δὲ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ νὰ κα­τα­λά­βει, για­τί ἦ­ταν ἕ­να ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Κα­τά­φε­ρε στὴ στιγ­μὴ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει ξα­νὰ τοὺς προ­ω­θη­τῆ­ρες του καὶ τι­νά­χτη­κε μὲ ὁρ­μὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Ξα­νά­κα­νε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή, ἔ­φτα­σε στοὺς ἐ­κτο­ξευ­τὲς κι ἔ­σκα­σε πά­νω στὰ κε­φά­λια ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν εἶ­χαν ἐ­ξα­πο­στεί­λει. Πρό­λα­βε καὶ τ’ ἄ­κου­σε ποὺ βρόν­τη­ξαν κού­φια κι ὕ­στε­ρα θρυμ­μα­τί­στη­κε μα­ζί τους. Γε­μά­τος ἀ­γαλ­λί­α­ση!

      Ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α ἦ­ταν ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο.

 

 

 Πη­γή: Ἐφ. Τὰ Νέα, Πέμπτη, 17 Μαΐου 1999.

[Τὸ κεί­με­νο γρά­φτη­κε, ὅ­ταν γι­νό­ταν ὁ πό­λε­μος τοῦ ΝΑ­ΤΟ ἐ­ναν­τί­ον τῶν Σέρ­βων στὸ Κό­σο­βο καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὰ Νέ­α (17-05-99). Με­τὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη (25-01-2001) ὅ­τι οἱ βόμ­βες, ποὺ ρί­χτη­καν στὸ Κό­σο­βο μὲ πυ­ραύ­λους, πε­ρι­εῖ­χαν ἀ­πεμ­πλου­τι­σμέ­νο οὐ­ρά­νιο, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου πολ­λοὶ στρα­τι­ῶ­τες τοῦ ΝΑ­ΤΟ προ­σβλή­θη­καν ἀ­πὸ λευ­χαι­μί­α (σύμ­πτω­μα βαλ­κα­νί­ων) καὶ τὸ θό­ρυ­βο ποὺ προ­κλή­θη­κε, τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­δεί­χτη­κε προ­φη­τι­κό. Τώ­ρα μὲ τὸν πό­λε­μο στὴ Λι­βύ­η ξα­να­γί­νε­ται καὶ ἐ­πί­και­ρο.]

 

Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).

 

Διαφημίσεις