Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ὁ “Σωσίας”, ἕνα ἀριστούργημα

 

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ὁ «Σω­σίας», ἕ­να ἀ­ρι­στούρ­γη­μα

 

Ι­ΚΑΙ­Α ΑΥ­ΤΟ ΤΟ Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΥΡ­ΓΗ­ΜΑ εἶ­χε ἀ­πο­σπά­σει τὸ βρα­βεῖ­ο. «Ποι­ός ἦ­ταν ὁ σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ με­τέ­ω­ρο ἐ­ρώ­τη­μα στὴ σκέ­ψη τῶν με­λῶν τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ εἶ­χε βρα­βε­ύ­σει τὸ θαυ­μά­σιο δι­ή­γη­μα. «Θὰ τὸν γνω­ρί­σου­με ἐ­ξά­παν­τος στὴν τε­λε­τὴ τῆς ἀ­πο­νο­μῆς», σχο­λί­α­σε ὁ Πρό­ε­δρος κλε­ί­ον­τας τὴ συ­νε­δρί­α­ση, ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς χω­ρὶς νὰ ὁ­ρί­σει τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α τῆς ἐκ­δή­λω­σης. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὁ γραμ­μα­τέ­ας τα­χυ­δρό­μη­σε στὴ ὁ­δὸ Τά­δε ἀ­ριθ­μὸς τά­δε, πρό­σκλη­ση πρὸς τὸν ἀ­ξι­ό­τι­μο κύ­ριο Γραμ­μέ­νο Γραμ­με­νό­που­λο, συγ­γρα­φέ­α τοῦ βρα­βευ­μέ­νου «Σω­σί­α», νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἐ­νώ­πιον τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖο. Στὴν ἐ­πι­βλη­τι­κὴ καὶ κα­τά­με­στην αἴ­θου­σα τοῦ νε­ο­κλα­σι­κοῦ με­γά­ρου τῆς Ἐ­ξω­ρα­ϊ­στι­κῆς, ἀ­λη­θι­νοῦ κο­σμή­μα­τος τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας τῆς πό­λε­ως Βό­λου, τὴν ὁ­ρι­σμέ­νη ἡ­μέ­ρα καὶ ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς «Ἑ­νώ­σε­ως Φι­λο­τέ­χνων», τὸ ὄ­νο­μα «Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος» καὶ ἀ­κο­λο­ύ­θως «βρα­βεῖ­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς τέ­χνης διὰ τὸ δι­ή­γη­μα Σω­σί­ας. Πα­ρα­κα­λεῖ­ται ὁ συγ­γρα­φεὺς νὰ προ­σέλ­θει». Βα­θιὰ σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση τοῦ Προ­έ­δρου. Ὅ­ταν ἡ ἡ­συ­χί­α λί­γο ἤ­θε­λε γιὰ νὰ γυ­ρί­σει σὲ θο­ρυ­βη­μέ­νη ἀ­νη­συ­χί­α, ἤ­χη­σαν ταυ­τό­χρο­να στὰ ἀ­φτιὰ τοῦ ἄ­φω­νου ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δυ­ὸ πα­ρά­φω­να «πα­ρών» καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ δυ­ὸ νε­α­ροὶ ἔ­σπευ­σαν στὴν ἕ­δρα τοῦ προ­ε­δρε­ί­ου. Ὁ πρῶ­τος, ψη­λὸς καὶ φα­λα­κρὸς μὲ χον­τρὲς δι­ό­πτρες, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ δε­χτεῖ τὴν τι­μη­τι­κὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ Προ­έ­δρου. Τὸν πρό­λα­βε ὅ­μως ὁ δε­ύ­τε­ρος, ἕ­νας κον­τό­χον­τρος σγου­ρο­μάλ­λης μὲ λε­πτὰ μα­το­γυ­ά­λια, ποὺ χο­ύ­φτω­σε μὲ βι­ά­ση τὴν προ­τε­τα­μέ­νη πα­λά­μη, κα­θὼς πε­ρί­με­νε με­τέ­ω­ρη τὴ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α τοῦ πρώ­του. Ταυ­τό­χρο­να ἀ­κο­ύ­στη­κε νὰ λέ­ει: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Μιὰ δε­ύ­τε­ρη σι­ω­πὴ δι­α­δέ­χτη­κε τὴν πρώ­τη, ποὺ ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ σπά­σει ἀ­πὸ μιὰν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα — «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ Γραμ­μέ­νος Γραμ­με­νό­που­λος, συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Σω­σί­α». Κα­θὼς οἱ ψυ­χρὲς μορ­φὲς στὰ βι­τρὼ τῶν πα­ρα­θύ­ρων τα­ραγ­μέ­νες ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ σε­ί­ον­ται, ἕ­να παν­δαι­μό­νιο ξέ­σπα­σε στὴν αἴ­θου­σα — χά­χα­να, πα­λα­μά­κια, γέ­λω­τες, κο­ρο­ϊ­δί­ες καὶ ἀ­να­θε­μα­τί­σμα­τα ἐ­ρέ­θι­ζαν τοὺς δυ­ὸ ὑ­πο­θε­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ «Σω­σί­α», ποὺ δι­α­πλη­κτί­ζον­ταν γιὰ τὰ πρω­τεῖ­α σὰ δυ­ὸ κα­ρι­κα­τοῦ­ρες τοῦ Ντω­μι­ὲ μπρὸς στὴν ἕ­δρα ἑ­νὸς Δι­κα­στη­ρί­ου. Δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως ἡ σι­ω­πὴ νὰ ἐ­πι­βά­λει τὸ κλο­νι­σμέ­νο κύ­ρος της. Ὁ Πρό­ε­δρος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ κυ­ρί­ους καὶ ἔ­λα­βε στὰ χέ­ρια τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες. Με­τά, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο δελ­τί­ο, σκο­ύ­πι­σε ἕ­ναν ψι­λὸ ἱ­δρώ­τα ποὺ εἶ­χε νο­τί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ὅ­λοι τε­λοῦ­σαν σὲ νευ­ρι­κὴ ἀ­δη­μο­νί­α. «Ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἦ­ταν ὁ αὐ­θεν­τι­κὸς δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Σω­σί­α;» ἦ­ταν τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ φτε­ρο­ύ­γι­ζε ἕ­να γύ­ρο στὴν αἴ­θου­σα. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­ρο­βή­χουν, νὰ χτυ­ποῦν στὰ κα­θί­σμα­τα τὰ πα­πο­ύ­τσια, ὁ Πρό­ε­δρος ὅ­μως ἀ­φη­ρη­μέ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ πα­ρα­δέρ­νει στὰ χα­μέ­να. Οἱ δυ­ὸ ἀν­τί­δι­κοι συγ­γρα­φεῖς πε­ρί­με­ναν μὲ ἀ­γω­νί­α τὸ δί­κιο του ὁ κα­θεὶς ἀ­πὸ τὴν κρί­ση τοῦ πε­λα­γω­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Μά­ται­α ὅ­μως. Ὁ ἀν­τι­πρό­ε­δρος στὸ τέ­λος ἄ­σκυ­ψε στὸ ἀ­φτὶ τοῦ προ­έ­δρου καὶ κά­τι ψι­θύ­ρι­σε, ποὺ κα­τα­τρό­μα­ξε τὸ δύ­στυ­χο· τό­σο μά­λι­στα ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φι­άλ­της ποὺ γκρε­μί­ζει ἕ­ναν κοι­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι κα­τα­γῆς. Τὴν ἄλ­λη στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος, μὲ τὶς δυ­ὸ ταυ­τό­τη­τες στὰ χέ­ρια, καὶ εἶ­πε μὲ συν­τε­τριμ­μέ­νη φω­νή: «Κύ­ριοι, καὶ τὰ δύ­ο δελ­τί­α φέ­ρουν ἀ­κρι­βῶς τὶς ἴ­δι­ες ἐγ­γρα­φές, ὀ­νό­μα­τα, δι­ευ­θύν­σεις καὶ λοι­πὰ στοι­χεῖ­α. Δὲν μπο­ρῶ νὰ δι­α­νο­η­θῶ πε­ρί­πτω­ση πλα­στο­γρα­φί­ας. Ὡς ἐκ το­ύ­του ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­δυ­να­τεῖ νὰ δι­α­κρί­νει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Σω­σία. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ οἱ ταυ­τό­τη­τες δὲν εἶ­ναι πλέ­ον ἀ­σφα­λὴς τρό­πος ἀ­πο­δε­ί­ξε­ως τῆς αὐ­θεν­τι­κό­τη­τος ἑ­νὸς ἀ­τό­μου. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ἐ­ξ ἀ­φορ­μῆς τῆς φαρ­σο­κω­μω­δί­ας ποὺ γε­λοι­ο­πο­ί­η­σε τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τοῦ πα­ρόν­τος θε­σμοῦ, πὼς τὰ ὀ­νό­μα­τα, —ὅ­λα τὰ ὀ­νό­μα­τα, κύ­ριοι,— εἶ­ναι ἁ­πλὰ ψευ­δώ­νυ­μα. Δὲν ξέ­ρου­με ποι­ὸς ἀ­κρι­βῶς κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς κου­ίν­τες. Προ­τε­ί­νω λοι­πὸν τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ δο­θεῖ στὸ Σω­σί­α, τὸν μό­νο αὐ­θεν­τι­κὸ ἥ­ρω­α τῆς πα­ρο­ύ­σης ἰ­λα­ρο­τρα­γω­δί­ας. Γιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ὁ συγ­γρα­φεὺς πρὸς τὸ πα­ρὸν θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πών. Εἶ­ναι φυ­σι­κό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, τὸ βρα­βεῖ­ο νὰ πα­ρα­με­ί­νει μα­ζὶ μὲ τὸ βι­βλί­ο στὰ ἀ­ζή­τη­τα τῆς Ἑ­νώ­σε­ως. Λυ­ποῦ­μαι, ἀλ­λὰ ὁ θε­σμὸς τῆς ἀ­πο­νο­μῆς βρα­βε­ί­ων κα­ταρ­γεῖ­ται.» Ἕ­να σο­ύ­σου­ρο ἀ­πὸ πνι­χτὲς βρι­σι­ές, εἰ­ρω­νι­κὰ μει­δι­ά­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ κά­ποι­ες ἀ­συμ­μά­ζευ­τες ὀρ­γί­λες κραυ­γὲς συ­νό­δευ­σαν τὰ μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς ποὺ ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν, ἐ­νῶ οἱ δυ­ὸ συν­τε­τριμ­μέ­νοι ὑ­πο­θε­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς τρα­βοῦ­σαν χω­ρι­στὰ πρὸς τὶς ἐ­ξό­δους μὲ ἄ­γρια καὶ φα­νε­ρὴ ἡ­δο­νὴ ὁ ἕ­νας γιὰ τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ἄλ­λου καὶ ἀ­μοι­βα­ί­α ὀ­δύ­νη γιὰ τὴν κοι­νὴ ἀ­τι­μω­τι­κή τους στέ­ρη­ση.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέκ­δο­τη συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον. Πρώ­τη δημοσί­ε­ση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κε­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: