Γιάννης Τσίγκρας: Τὸ τίκ κάτω ἀπὸ τὸ πόδι

 

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Τὸ τὶκ κά­τω ἀ­πὸ ­τὸ πό­δι

 

­ΚΕΙ­ΝΟ ΤΟ ΒΡΑ­ΔΥ τῆς Ἀ­πο­κριᾶς τοῦ 1965, ὅ­λοι στὴν κου­ζί­να τοῦ σπι­τιοῦ μας χό­ρευ­αν τὸ «Μπάρ­μπα Θω­μᾶ, τὸν παι­νε­μέ­νο μαγ­κί­τη ποὺ τὸν γέ­ρα­σαν τὰ βά­σα­να καὶ πλέ­ον ὁ κα­η­μέ­νος δὲν μι­λά­ει» κι ἀ­κό­μη τοὺς «λα­χα­νά­δες ποὺ κά­ναν τὴν κυ­ρί­α κά­τω στὰ Λε­μο­νά­δι­κα».

       Ὁ Νί­κος ὁ Κρε­μύ­δας εἶ­χε πε­ρά­σει ἕ­να με­γά­φω­νο, τό ‘χε κρύ­ψει στὸ με­γά­λο χω­νὶ ποὺ εἴ­χα­με γιὰ τὸν ἐ­ξα­ε­ρι­σμὸ τῆς κου­ζί­νας, καὶ μὲ ἕ­να κα­λώ­διο τὸ εἶ­χε συν­δέ­σει μὲ τὸ «στούν­τιό» του, ἕ­να δω­μα­τιά­κι κτι­σμέ­νο μὲ τσι­μεν­τό­λι­θους στὴν τα­ρά­τσα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ του, πλά­ι στὸν πε­ρι­στε­ρώ­να, γε­μά­το μὲ 45άρια δι­σκά­κια. Ἐ­κεῖ ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­γρα­φε λα­θραῖ­ες κα­σέ­τες.

      Κρα­τών­τας μιὰ πα­λαι­ό­τε­ρη ὑ­πό­σχε­σή του, μᾶς ἐγ­κα­τέ­στη­σε τὸ «σύ­στη­μα», ἔ­τσι τό ‘λέ­γε, κι ὅ­λη τὴ νύ­χτα μᾶς ἔ­βα­ζε δί­σκους. Πό­τε-πό­τε πε­τά­γον­ταν καὶ αὐ­τὸς στὸ σπί­τι μας, στὴν κου­ζί­να, ὅ­που κατ’ ἀ­νάγ­κη γί­νον­ταν τὸ γλέν­τι, καὶ χό­ρευ­ε μι­σο­στρί­βον­τας κω­μι­κὰ τὸ ἀ­πὸ σφαί­ρα τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα λα­βω­μέ­νο κορ­μί του, σὰν ἡ­μι­πλη­γι­κὴ χο­ρεύ­τρια τοῦ ὀ­ρι­εν­τάλ.

      Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἦ­σαν, ἀπ’ ὅ,τι θυ­μᾶ­μαι, ὁ θεῖ­ος ὁ Γι­ῶρ­γος ὁ ἀ­δελ­φὸς τῆς μά­νας μου, ἡ θεί­α ἡ Κά­τια ἡ γυ­ναί­κα του, μὲ τὴν πεν­τά­χρο­νη ξα­δέλ­φη μου νὰ κοι­μᾶ­ται συ­νε­χῶς σ’ ἕ­να μι­κρὸ κα­να­πέ, κα­θὼς καὶ ἡ ἀ­δελ­φὴ τῆς θεί­ας, ἡ δε­κα­πεν­τά­χρο­νη, τό­τε, Ἑ­λέ­νη, ποὺ θυ­μόν­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἕ­ως καὶ πέ­ρυ­σι ποὺ μᾶς ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη ὅ­που, ἐ­δῶ καὶ σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια, ζεῖ μὲ τὸν ἄν­τρα της, τὸ γιό της καὶ τὰ δυ­ό της ἐγ­γό­νια.

      Ἦ­ταν ἀ­κό­μη τὰ δυ­ὸ ἀ­νύ­παν­τρα τό­τε ἀ­δέλ­φια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ Θα­νά­σης καὶ ὁ Λά­κης καὶ κά­ποι­οι γεί­το­νες – ἀ­νά­πη­ροι πο­λέ­μου κι ἐ­κεῖ­νοι, σὰν τὸν πα­τέ­ρα.

      Μὲ λί­γο τσί­που­ρο καὶ μὲ με­ζὲ λα­κέρ­δα καὶ κε­φα­λο­τύ­ρι ποὺ ἔ­φε­ρε ἡ μά­να μου ἀ­πὸ τὸ μπα­κα­λι­κά­κι μας, τὸ μα­γα­ζὶ ὅ­πως τὸ λέ­γα­με, τὸ κέ­φι εἶ­χε φτιά­ξει.

      Ὁ θεῖ­ος ὁ Γι­ῶρ­γος εἶ­χε ξε­θη­λυ­κω­θεῖ, τὰ που­κά­μι­σα ἔ­ξω, λα­χα­νι­α­σμέ­νος καὶ κα­τα­κόκ­κι­νος, ὅ­πως ὅ­ταν ξε­φόρ­τω­νε τὰ καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ τοῦ Χρυ­σό­μαλ­λου, στὸ μα­γα­ζά­κι του τῆς πλα­τεί­ας τῆς Πορ­τα­ριᾶς.

       

      Ξάφ­νου χτύ­πη­σε δυ­να­τὰ ἡ πόρ­τα – κα­τέ­φθα­νε ἡ πρώ­τη ὁ­μά­δα καρ­να­βα­λι­στῶν. Μπῆ­καν μέ­σα μὲ φω­νὲς καὶ γέ­λια.

      Τὸ ἀ­στεῖ­ο τῆς ὑ­πό­θε­σης ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­λοι, μὰ ὅ­λοι, ἦ­σαν ἀ­να­γνω­ρί­σι­μοι, ὡς γεί­το­νες.

      Κατ’ ἀρ­χὴν ξε­χω­ρί­σα­με τοὺς ἄν­τρες ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες. Οἱ ἄν­τρες φο­ροῦ­σαν γυ­ναι­κεῖ­α ροῦ­χα καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀν­τρι­κά.

      Ὅ­μως τὰ πο­λυ­φο­ρε­μέ­να αὐ­τὰ ροῦ­χα μᾶς ὁ­δή­γη­σαν καὶ στὸ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ κα­θέ­νας, τὰ πρό­σω­πα πί­σω ἀ­πὸ τὶς αὐ­το­σχέ­δι­ες μά­σκες ἦ­σαν ἀ­πό­λυ­τα εὐ­δι­ά­κρι­τα. Ἔ­τσι ἀ­νά­με­σα σὲ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ γέ­λια, τὰ πρό­χει­ρα μαν­τή­λια ἀ­φαι­ρέ­θη­καν γρή­γο­ρα. Μό­νον ἡ Ἀ­θη­νᾶ τοῦ Ἀ­λέ­κου, ἡ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νη τὸ Κι­κι­ρί­κι, μᾶς δυ­σκό­λε­ψε λί­γο για­τί εἶ­χε φο­ρέ­σει ἕ­να κα­φά­σι ἀ­πὸ μῆ­λα στὸ κε­φά­λι καὶ τὸ εἶ­χε τυ­λί­ξει ἐ­πι­με­λῶς μὲ τλου­πά­νια, ἔ­τσι ἔ­παιρ­νε ἕ­να ἀ­προσ­δό­κη­το, ὑ­περ­φυ­σι­κὸ ὕ­ψος.

       

      Ὁ ἑ­πό­με­νος με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κὸς καὶ ἄ­γνω­στος. Μπῆ­κε ἀ­μί­λη­τος, ἔ­τσι ποὺ πι­στέ­ψα­με ὅ­τι ἦ­ταν γνω­στὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὴ φω­νή. Ἦ­ταν ἡ χα­λα­ρὴ ὥ­ρα τῶν ταγ­κό – Βι­ο­λε­τέ­ρα, Κομ­παρ­σί­τα, τέ­τοι­α. Χό­ρε­ψε μὲ ὅ­λες τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς πα­ρέ­ας κι αὐ­τὸ δὲν ἄ­ρε­σε στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Τοῦ ζή­τη­σαν νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε. Τό­τε τὰ αἵ­μα­τα ἄ­να­ψαν, ἔ­πε­σαν κά­τι σπρω­ξί­μα­τα καὶ ἕ­νας θερ­μό­αι­μος, ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους μᾶλ­λον, τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ δυ­να­τὴ γρο­θιά. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πε­σε στὸ πλά­ι. Ἀ­κί­νη­τος. Τοῦ ἔ­βγα­λαν τὴ μά­σκα – ἄ­γνω­στος σ’ ὅ­λους. Ἄ­γνω­στος κι ἀ­κί­νη­τος, σὰ νε­κρός. Δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πα­νι­κός, οἱ μι­κροὶ βά­λα­με τὰ κλά­μα­τα, ὁ Κρε­μύ­δας στα­μά­τη­σε τὰ τρα­γού­δια.

      Εὐ­τυ­χῶς σὲ λί­γο ὁ ἄν­θρω­πος συ­νῆλ­θε, ψέλ­λι­σε ἕ­να «συγ­γνώ­μη, λά­θος μου» καί, πρὸς ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­λων μας, ἀ­πῆλ­θε μὲ ὕ­φος σα­στι­σμέ­νο.

       

      Στὸ χά­σμα ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἴ­δα­με ὅ­λοι νὰ γε­μί­ζει τὸ προ­σκή­νιο ὁ πα­τέ­ρας. Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γά, τε­λε­τουρ­γι­κὰ σχε­δὸν καὶ ζή­τη­σε ἕ­να βα­ρὺ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο. Ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει μὲ κεί­νη τὴν πε­ρη­φά­νια ποὺ κά­ποι­ες εἰ­δι­κὲς στιγ­μὲς τὸν δι­έ­κρι­νε. Τὸ γνώ­ρι­ζα, κι ἂς μὴν τὸν κοι­τοῦ­σα, ὅ­τι τὰ μά­τια του ἦ­ταν δα­κρυ­σμέ­να. Δι­έ­κρι­να, για­τὶ τὸν ἤ­ξε­ρα κα­λά, τὰ μυ­στι­κὰ τῆς ψυ­χῆς του κι­νή­μα­τα. Χό­ρευ­ε καὶ τὸ ξύ­λι­νο πό­δι του ἔ­τρι­ζε ἀ­παί­σια. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ὅ­τι δὲν τὸ ἄ­κου­γε.

      Ὣς τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­ρα­πά­τη­σε κι ἔ­πε­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα.

      Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα.

      Κι ἀ­νά­με­σα σὲ λυγ­μοὺς «για­τί ὁ κε­ρα­τὰς δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι νὰ βά­λει τὴ νάρ­κη» ἔ­λε­γε κι ἀ­κό­μη «για­τί νά ’μαι ἐ­γὼ ποὺ ἔ­νι­ω­σα τὸ τὶκ κά­τω ἀ­πὸ τὸ πό­δι μου. Για­τί Θε­έ μου…»

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980). 

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: