Τὸμ Χαζούκα (Tom Hazuka): Δὲν τό ‘χα κάνει ἐγώ

 



Τὸμ Χα­ζού­κα (Tom Hazuka)

 

Δὲν τό ‘χα κά­νει ἐγώ

(I didn’t do that)

 

Α­ΧΝΩ γιὰ τὸ χα­μό­γε­λο. Στὰ λό­για του τὸ δι­έ­κρι­να: «Σὲξ καὶ βί­α δὲν πᾶ­νε μα­ζί. Ποι­ός ὁ λό­γος νὰ χα­λᾶς μιὰ κα­λὴ βί­α γιὰ ἕ­να πή­δη­μα;» Ὅ­μως, ὁ Ρότ­ζερ —ὁ κα­λύ­τε­ρος παι­δι­κός μου φί­λος, κουμ­πά­ρος στὸ γά­μο μου πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ξι χρό­νια— εἶ­ναι πο­λὺ συγ­κεν­τρω­μέ­νος γιὰ νὰ χα­μο­γε­λά­σει. Κρυ­φο­κοι­τά­ζει μὲς στὴν κάν­νη τοῦ κυ­νη­γε­τι­κοῦ του του­φε­κιοῦ, πε­ρι­μέ­νον­τας πό­τε θὰ ξε­μυ­τί­σει πά­νω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ἐ­κεί­νη ἡ ὀ­ρε­ξά­τη χε­λώ­να. Δὲν θὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ τοῦ τρώ­ει τὰ δο­λώ­μα­τα στὴ λι­μνού­λα του. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πη­γαί­να­με γυ­μνά­σιο μέ­χρι σή­με­ρα, τὸν ἔ­χω δεῖ νὰ πυ­ρο­βο­λεῖ του­λά­χι­στον ἕ­ξι.

       «Δὲν τὴ χτύ­πη­σα», λέ­ει ἥ­συ­χα. «Οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χω ἁ­πλώ­σει χέ­ρι πά­νω της.»

      «Φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὴ χτύ­πη­σες», τοῦ ἀ­παν­τά­ω.

      «Δὲν ξέ­ρω για­τί κά­θε­ται καὶ λέ­ει τέ­τοι­α πράγ­μα­τα, Τζί­μι.»

      Ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἡ Κάρ­λα τὸν πα­ρά­τη­σε, ὁ Ρότ­ζερ δὲν προ­φέ­ρει πιὰ τὸ ὄ­νο­μά της. Οὔ­τε ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ «κα­ρι­ό­λα» ἢ μιὰ «τσού­λα», ὅ­πως ἀλ­λω­νῶν φί­λων μας οἱ πρώ­ην – ἢ ὅ­πως ἦ­ταν καὶ ἡ δι­κιά μου, μιὰ-δυ­ὸ φο­ρὲς ποὺ ὁ πό­νος ὑ­πε­ρί­σχυ­σε τῆς πε­ρη­φά­νιας.

      «Ἔ­λα τώ­ρα, μὴ στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Κα­νέ­νας δὲν τὴν πι­στεύ­ει.» Νι­ώ­θω τὸ ψέ­μα νὰ βρο­μί­ζει τὴ γλώσ­σα μου.

      Τὴ συμ­πα­θῶ τὴν Κάρ­λα. Εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη καὶ τὸ ξέ­ρει, γι’ αὐ­τὸ καὶ πο­τὲ δὲν πα­ρί­στα­νε τὴ χα­ζογ­κό­με­να, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν πη­γαί­να­με σχο­λεῖ­ο. Μιὰ φο­ρά, μοῦ μί­λη­σε γιὰ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη ποὺ εἶ­χε δεῖ ὁ Ρότ­ζερ, δέ­κα χρό­νια καὶ βά­λε ἀ­φό­του γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ Βι­ετ­νάμ. Ἔ­τρε­με, λέ­ει, σύγ­κορ­μος, μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι, καὶ ψέλ­λι­ζε ξα­νὰ καὶ ξα­νά, Τί ἀ­παί­σια ποὺ μυ­ρί­ζουν οἱ κα­μέ­νοι, δί­χως νὰ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει.

      «Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τὸν ἀγ­γί­ξω», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της στὸ μπρά­τσο μου. «Μο­νά­χα σ’ ἐ­σέ­να τὸ ἔ­χω πεῖ αὐ­τό. Οὔ­τε κὰν ἐ­κεῖ­νος δὲν τὸ ξέ­ρει.» Ἡ Κάρ­λα ἀ­τέ­νι­ζε τὸ κε­νό, κου­νών­τας ἀρ­γὰ τὸ κε­φά­λι. «Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος», συμ­πλή­ρω­σε μ’ ἕ­να ἀ­να­σή­κω­μα τῶν ὤ­μων.

      Τὸ δά­χτυ­λο τοῦ Ρότ­ζερ σφίγ­γε­ται στὴ σκαν­δά­λη. Ξαφ­νι­κά, τρα­βά­ει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὸ στό­χο του καὶ γυρ­νά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα.

      «Θυ­μᾶ­σαι τό­τε ποὺ ἤ­μα­σταν πι­τσι­ρι­κά­δες καὶ εἴ­χα­με βρεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ νε­κρὸ βά­τρα­χο στὴν ὄ­χθη; Καρ­φω­μέ­νο σ’ ἕ­να πά­σα­λο;»

      Ἐ­γὼ γνέ­φω κα­τα­φα­τι­κά. Εἶ­ναι ἀ­νε­ξί­τη­λα χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη μου ἡ εἰ­κό­να τοῦ βά­τρα­χου, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν πα­λου­κω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα, φαρ­δύς-πλα­τύς, μὲ τὸ δέρ­μα μαῦ­ρο ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὰ ἐν­τό­σθιά του μιὰ κι­νού­με­νη μπά­λα σκου­λη­κι­ῶν. Γιὰ μέ­ρες με­τὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ.

      Ὁ Ρότ­ζερ ση­μα­δεύ­ει πά­λι πρὸς τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. «Δὲν τό ’χα κά­νει ἐ­γώ», λέ­ει.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

 Τὸμ Χα­ζού­κα (T­om H­a­z­u­ka). Εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα καὶ δι­δά­σκει Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κο­νέ­κτι­κατ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, T­he R­o­ad to t­he I­s­l­a­nd καὶ In t­he C­i­ty of the D­i­s­a­p­p­e­a­r­ed, καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μή-μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς γρα­φῆς, A M­e­t­h­od to M­a­r­ch M­a­d­n­e­ss: An I­n­s­i­d­e­r­’s L­o­ok at t­he F­i­n­al Four (συν-συγ­γρα­φὴ μὲ τὸν C.J. J­o­n­es). Ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Q­u­a­r­t­e­r­ly W­e­st m­a­g­a­z­i­ne καὶ ἔ­χει συν­ε­πι­με­λη­θεῖ δύο δη­μο­φι­λεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των A C­e­l­e­s­t­i­al O­m­n­i­b­us: S­h­o­rt F­i­c­t­i­on on F­a­i­th (Be­a­con P­r­e­ss, 1997), καὶ F­l­a­sh F­i­c­t­i­on (W.W. N­o­r­t­on, 1992). Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων πολ­λῶν ὑ­περ­μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των, ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὰ δο­κί­μιά του γιὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Spark καὶ στὸ B­e­h­i­nd t­he S­h­o­rt S­t­o­ry (L­o­n­g­m­an, 2005).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τό­νια Κο­βα­λέν­κο. M­ε­τα­φρά­στρια ἀγ­γλό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Γι­ού­ρι (ἐκδ. Χατ­ζη­νι­κο­λῆ) καὶ Πό­τε νυ­χτώ­νει; (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός).

 

Διαφημίσεις

Ἑλένη Λαδιᾶ: Ἡ Φανώ

 

 

 

Ἑ­λέ­νη Λα­διᾶ

 

Ἡ Φα­νώ

 

ΠΟ ΠΟΛΥ μι­κρὴ ἡ Φα­νὼ ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν μου­σι­κὴ καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς ξε­χνι­ό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­δρο τῆς αὐ­λῆς, ἀ­κού­γον­τας ἤ­χους στὴν φαν­τα­σί­α της, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ γί­νον­ταν τρα­γού­δι μὲ λέ­ξεις δι­κές της. Στὰ ἕν­δε­κά της ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α της νὰ πά­ρει μα­θή­μα­τα πιά­νου πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε. Ἡ δα­σκά­λα τῆς μου­σι­κῆς ἔ­με­νε μα­κριά, κά­που στὸ τέρ­μα τοῦ Δή­μου, σ’ ἕ­ναν δρό­μο ἀ­νη­φο­ρι­κό, καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νη. Ὅ­ταν τῆς ἔ­κα­νε μά­θη­μα πιά­νου, ὁ ἦ­χος δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Ἡ μι­κρὴ Φα­νὼ ἦ­ταν πο­λὺ ντρο­πα­λὴ γιὰ νὰ ρω­τή­σει τὴν αἰ­τί­α. Ἀ­πὸ χα­ρα­κτή­ρα καὶ ἀ­γω­γὴ δὲν ζη­τοῦ­σε οὔ­τε ρω­τοῦ­σε τί­πο­τε. Ἡ δα­σκά­λα τοῦ πιά­νου τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψε κά­ποι­α φο­ρὰ πὼς ἦ­ταν τὸ «κρυ­φό της μά­θη­μα». Καὶ μο­λο­νό­τι με­γά­λη κο­πέ­λα εἴ­κο­σι χρο­νῶ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­τη­κε στὴν μι­κρὴ πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕ­ναν φαν­τά­ρο καὶ τοῦ ἔ­στελ­νε κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της τὰ δί­δα­κτρα τῆς Φα­νῶς. Τὸ κο­ρι­τσά­κι κα­τα­κοκ­κί­νη­σε καὶ δὲν δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε. Μά­λι­στα στὸ βά­θος τῆς καρ­διᾶς της λυ­πή­θη­κε τὴν δα­σκά­λα. Ἔ­τσι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ φαν­τα­σθεῖ τοὺς ἤ­χους τῶν πλή­κτρων καὶ δι­ά­βα­ζε μὲ φι­λο­τι­μί­α τὴν θε­ω­ρί­α καὶ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς ἁρ­μο­νί­ας. Ἔ­παιρ­νε μα­ζί της τὸ τε­τρά­διο μὲ τὴν μου­σι­κὴ ὕ­λη καὶ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ε ἀ­κό­μη καὶ στὸ φτω­χι­κὸ σπί­τι τῆς φί­λης της. Ὁ γά­τος ὁ Μι­σο­κο­λά­κης ποὺ κοι­μό­ταν μα­ζὶ μὲ τὴν Ἄν­να, τὴν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ τῆς Γι­ωρ­γί­τσας, γουρ­γού­ρι­ζε στὸ χα­λά­κι τοῦ πα­τώ­μα­τος κον­τὰ στὴν γκα­ζι­έ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια γιὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ὴ φα­γη­τοῦ καὶ γιὰ θέρ­μαν­ση. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φτω­χὰ σπί­τια τοῦ 1955 στὴν πρό­σο­ψη μιᾶς ὁ­ρι­ζόν­τιας κα­τα­σκευ­ῆς μὲ πολ­λὰ δω­μα­τιά­κια ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν τῆς μα­κρό­στε­νης αὐ­λῆς καὶ μὲ κοι­νὸ καμ­πι­νέ. Ὅ­μως ἡ Φα­νὼ ἄ­φη­νε τὴν ὡ­ραί­α της μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο κῆ­πο καὶ τρύ­πω­νε στὸ σπι­τά­κι, λὲς καὶ τὴν τρα­βοῦ­σε ἡ δυ­στυ­χί­α σὰν μέ­λι, πή­γαι­νε ἐ­κεῖ ἀ­κό­μη καὶ κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα της ποὺ τὴν κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­πὸ τὴν μυ­ρω­διὰ τῶν ρού­χων. «Βρω­μο­κο­πᾶς πε­τρέ­λαι­ο βρὲ παι­δά­κι, πε­τρέ­λαι­ο καὶ μού­χλα. Πὲς στὴν Γι­ωρ­γί­τσα νὰ παί­ζε­τε ἐ­δῶ.»

       Ἡ Φα­νὼ ὅ­μως ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­ει τὶς πα­ρά­λο­γα γο­η­τευ­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῆς μυ­θο­μα­νοῦς Ἄν­νας, νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὸν Μι­χα­λά­κη (­αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­λη­θι­νὸ ὄ­νο­μα τοῦ γά­του, ἀλ­λὰ γιὰ ἀ­νε­ξή­γη­τους λό­γους ἡ Ἄν­να τὸν φώ­να­ζε Μι­σο­κο­λά­κη) καὶ νὰ βλέ­πει τὴν κυ­ρί­α Ὄλ­γα, μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ξε­πε­σμέ­νης ἀρ­χόν­τισ­σας.

      Ὁ ὁ­ρι­σμὸς τῆς ἁρ­μο­νί­ας τὴν ζά­λι­ζε, ἦ­ταν τό­σο θε­ω­ρη­τι­κὸς κι ἀ­ταί­ρια­στος ἐ­κεῖ μὲς στὰ γα­τί­σια νια­ου­ρί­σμα­τα καὶ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τῆς γκα­ζι­έ­ρας.

      Τί νὰ ἦ­ταν ἡ ἁρ­μο­νί­α; Ποι­οί ἦ­χοι τὴν συ­νέ­θε­ταν; Δὲν γι­νό­ταν νὰ συ­νε­χί­σει μὲ τέ­τοι­α μα­θή­μα­τα πιά­νου. Σχε­δὸν με­λέ­τη­σε τὴν μι­σὴ μέ­θο­δο Beyer, ἔ­μα­θε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νό­τες ντὸ μὶ σὸλ λὰ λὰ σὸλ ντὸ ρὲ ντὸ ρὲ μὶ ρέ… ἀλ­λὰ ἦ­χο δὲν ἄ­κου­γε. Ἔ­φυ­γε ξαφ­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μά­θη­μα καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της ἕ­να πιά­νο. Ἕ­να πιά­νο δι­κό της, νὰ παί­ζει δυ­να­τά, νὰ μὴν τῆς κα­τε­βά­ζουν τὴν σουρ­ντί­να ποὺ ἔ­πνι­γε τὸν ἦ­χο. Δὲν τῆς ἀ­γό­ρα­σαν πιά­νο, δὲν ἤ­ξε­ραν οἱ ἄν­θρω­ποι τὴν ἀ­ξί­α του καὶ τὸ θε­ώ­ρη­σαν παι­δι­κὸ κα­πρί­σιο.

      Τό­τε ἡ Φα­νὼ κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α σκέ­φτη­κε νὰ φτιά­ξει ἕ­να δι­κό της πιά­νο. Πῆ­γε στὸ μι­κρό­τε­ρο ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας, ζω­γρά­φι­σε πά­νω του πλῆ­κτρα ἀ­κρι­βῶς στὴν θέ­ση καὶ στὸ σχῆ­μα τῶν ἀ­λη­θι­νῶν, κι ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει ὅ­πως εἶ­χε μά­θει. Δί­χως νὰ ἀ­κού­γε­ται ὁ ἦ­χος, δί­χως νὰ γνω­ρί­ζει τὴν ἁρ­μο­νί­α. Μό­νον τὴν φαν­τα­ζό­ταν, ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα θέ­μα­τα αὐ­τoῦ τοῦ κό­σμου…

 

13 Ἀ­πρι­λί­ου 2010 

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑλένη Λα­διᾶ (Ἀθήνα, 1945). Μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Γιὰ τὸ δι­η­γη­μα­τι­κό της ἔρ­γο βρα­βεύ­τη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς μὲ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο (1981 καὶ 2007 καὶ τὸ 1991 μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Οὐ­ρά­νη τῆς ‘Ακαδημιας Ἀ­θη­νῶν).Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Τα­ραν­τού­λα (Ἑστία, 2008).

 

Πάνος Πρωτοπαπάς: Ὁ νοσταλγός

 

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς

 

Ὁ Νοσταλγός

 

ΙΑ ΔΕ­ΚΑ­ΤΗ ΦΟ­ΡΑ ὁ Γάλ­λος κα­τέ­βα­σε τὸ βλέμ­μα στὴν κάρ­τα κι ἀ­να­φώ­νη­σε εὐ­φρό­συ­να: «Ὀ­κέ­ι, μί­στερ Τζέ­ραρ­ντον!» βρα­δυ­πο­ρών­τας ἀ­ναί­τια σὲ ὅ­λα τα ρὸ τοῦ ὀ­νό­μα­τός του. Συ­νή­θως γιὰ τοὺς Γάλ­λους ἡ προ­φο­ρά του δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἀ­ξε­πέ­ρα­στο ἐμ­πό­διο, του­λά­χι­στον με­τὰ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τέ­ρω­θεν πα­ρα­χω­ρή­σεις. Ἀλ­λὰ γιὰ τοῦ­το τὸν ἀ­με­ρι­κα­νο­θρεμ­μέ­νο τρί­της γε­νιᾶς Μαρ­σε­γι­έ­ζο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης κα­θε­τὶ τὸ με­σο­γεια­κὸ ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ παίρ­νει ἐ­ξω­τι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις Πο­λυ­νη­σί­ας. «Γκε­ράρ­ντος, σέρ», πρό­τει­νε δι­αλ­λα­κτι­κά, θυ­σι­ά­ζον­τας τὸ γά­μα καὶ τὸ δέλ­τα του στὸ βω­μὸ κά­ποιας ὑ­πο­τυ­πώ­δους προ­σέγ­γι­σης. «Γκε­ράρ­ντος γου­ὶθ τζί, ἒζ ἲν Γκρίς», συμ­πλή­ρω­σε σὲ μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη ἀ­πο­στρο­φὴ ἐ­θνι­κι­στι­κοῦ οἴ­στρου, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος γε­λοῦ­σε ἀ­να­πάν­τε­χα, ἀ­κο­λου­θού­με­νος ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του, τοὺς κα­θι­σμέ­νους ἐκ δε­ξι­ῶν καὶ εὐ­ω­νύ­μων στὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῶν συ­σκέ­ψε­ων καὶ ποὺ πι­θα­νὸν νὰ μὴν ἤ­ξε­ραν κὰν ποῦ ἔ­πε­φτε ἐ­κεί­νη ἡ κουκ­κί­δα τοῦ κό­σμου.

       Δὲν εἶ­χε κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α πὼς ἡ προ­σο­χὴ ὅ­λων ἦ­ταν στραμ­μέ­νη πά­νω του, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ χά­ρη στὴν ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­νη φή­μη τῆς δύ­να­μής του. Καὶ πὼς μό­νο αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοὺς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ τη­ροῦν αὐ­τὴ τὴ στά­ση τῆς σε­μνῆς ἀ­να­μο­νῆς. Μέ­σα στὸ παι­χνί­δι τῆς ἐ­πι­βο­λῆς, ἡ ἐ­πι­μο­νή του στὴ σω­στὴ προ­φο­ρὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τός του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἀ­ναγ­καί­α ἐ­πί­δει­ξη ἰ­σχύ­ος καὶ προ­σω­πι­κό­τη­τας. Ἡ ἀ­να­φο­ρά του, ὅ­μως, στὴν ἰ­σχνὴ πα­τρί­δα ἦ­ταν ἕ­να ἐ­πι­κίν­δυ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα βγαλ­μέ­νο ἀ­π’ τὰ βά­θη τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ τῆς αὐ­το­πε­ποί­θη­σης τῶν εὐ­η­με­ρου­σῶν τό­τε πα­ροι­κι­ῶν τῆς δι­α­σπο­ρᾶς ὅ­που γεν­νή­θη­κε καὶ ποὺ πάν­τα ζοῦ­σαν μέ­σα του δη­μι­ουρ­γών­τας πε­ρί­ερ­γες οἰ­ή­σεις καὶ ἐ­κρή­ξεις με­γα­λεί­ου.

      Ἀ­φοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει ὅ­λα τὰ γνω­στὰ στά­δια ἐ­θνι­κι­σμοῦ, ἀ­πό­γνω­σης γιὰ τὸ ἀ­νυ­πό­λη­πτο τῆς πα­τρί­δας καὶ δι­ε­θνι­σμοῦ, εἶ­χε ξα­να­γυ­ρί­σει σ’ ἕ­να σο­βι­νι­σμὸ τύ­που ἐ­παρ­χια­κοῦ δη­μο­δι­δα­σκά­λου τῶν ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ώ­να. Ξα­να­πλα­σμέ­νο, ὅ­μως, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς δαι­δα­λώ­δεις πα­λιν­δρο­μή­σεις τῆς πλού­σιας πιὰ μνή­μης. Τί­πο­τα δὲ τώ­ρα μὴν ἀ­πορ­ρί­πτον­τας ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα – στὴ θε­ω­ρί­α. Πα­ρὰ μό­νο με­τα­θέ­τον­τάς τα σὲ εὐ­θε­τό­τε­ρο χρό­νο τοῦ κό­σμου.

      Τὰ γέ­λια τῶν πρώ­ην Γάλ­λων, ἑ­βραί­ων καὶ ἄλ­λων ἀ­με­ρι­κα­νο­ποι­η­μέ­νων δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τώ­ρα εὐ­τρά­πε­λη ἀ­τμό­σφαι­ρα, πράγ­μα πού, ἀ­σφα­λῶς, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βλά­ψει τὸ κύ­ρος του. Πε­ρι­έ­φε­ρε τὸ βλέμ­μα ψυ­χρὸ κυ­κλι­κά, κα­τε­βά­ζον­τας τοὺς ἐ­πι­κίν­δυ­νους τό­νους, ἐ­νῶ μέ­σα του ἤ­δη σκε­φτό­ταν, ὅ­πως πάν­τα: Τί γυ­ρεύ­ω ἐ­δῶ πέ­ρα; Και­ρὸς νὰ ἐ­πι­στρέ­φω, και­ρὸς νὰ ἀ­πο­χω­ρῶ.

      Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἔ­βλε­πε τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες νὰ τεί­νουν μὲ ἀ­νο­η­σί­α πρὸς τὸ χά­ος. Καί, ὡ­στό­σο, φαί­νον­ταν νὰ δί­νουν μιὰ μά­χη ποὺ τὴ χαί­ρον­ταν. Σὰν τού­τους ἐ­δῶ ποὺ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὸν κάμ­ψουν μὲ τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὰ δε­λε­α­στι­κὲς προ­σφο­ρές τους καὶ τὴν τε­χνη­τὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Τοὺς λυ­πό­ταν. Ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ συ­νέ­χι­ζε τὸ κον­τα­ρο­χτύ­πη­μα μι­σο­α­φη­ρη­μέ­νος, ἀ­δει­ά­ζον­τάς τους, ὡ­στό­σο, ἕ­ναν ἕ­ναν ἀ­π’ τὰ στο­λι­σμέ­να τους ἄ­τια.

      Νὰ μνη­μο­νεύ­σω τ’ ὄ­νο­μά του, σκε­φτό­ταν κά­θε τό­σο, νὰ μνη­μο­νεύ­σω τὴ μορ­φή του, ἀλ­λὰ μπρο­στά του εἶ­χαν καρ­φω­θεῖ μο­νό­το­να τὰ ἄλ­λο­τε με­σο­γεια­κὰ μά­τια τοῦ Γάλ­λου μὲ φόν­το τὶς γιρ­λάν­τες τοῦ Μαν­χά­ταν. Για­τὶ ὁ Γάλ­λος ἔ­μοια­ζε τώ­ρα νὰ τοῦ ‘­χει κά­τι ἀ­πο­σπά­σει, κά­τι ποὺ τοῦ δι­έ­φευ­γε ἀ­κό­μα καί, ὡ­στό­σο, τὸ δι­αι­σθα­νό­ταν στοὺς τρό­πους καὶ τὴν πρό­σκλη­σή του γιὰ τὸ βρά­δυ.

      Στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ κέν­τρο φά­νη­κε πράγ­μα­τι ἰ­δι­αί­τε­ρα γεν­ναι­ό­δω­ρος, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας τὶς ὑ­πο­ψί­ες του. Ὁ­λό­γυ­ρα στὸ τρα­πέ­ζι φῶ­τα, πρό­σω­πα γνω­στὰ ἀ­π’ τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, ἴ­σως, δη­λα­δή, προ­σω­πι­κό­τη­τες, ὡ­ραῖ­α κο­ρί­τσια μὲ κά­τι μι­σο­ει­πω­μέ­νο στὸ βλέμ­μα, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι πάν­τα κα­λύ­τε­ρα, ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἄ­δυ­το τοῦ ἀ­πό­λυ­τα συγ­κε­κρι­μέ­νου.

      Τώ­ρα πιὰ ἤ­ξε­ρε πὼς ὁ Γάλ­λος εἶ­χε κερ­δί­σει. Καί, ὡ­στό­σο, δὲν τὸν ἔ­με­λε. Ζη­τοῦ­σε μό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Νὰ βυ­θι­στεῖ, νὰ μνη­μο­νεύ­σει τὴ μορ­φὴ ἐ­κεί­νου.

      Πῶς λαμ­πυ­ρί­ζουν τὰ μπά­νια τῶν κα­λῶν ξε­νο­δο­χεί­ων! Τί φῶ­τα καὶ τί χρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τοὺς κα­θρέ­φτες. Τί τε­ρά­στια τὰ κρε­βά­τια. Καὶ τί ἄ­πρε­πα ὅ­λα τοῦ­τα γιὰ τὴ συ­νάν­τη­ση ποὺ ἑ­τοί­μα­ζε.

      Καί, ὡ­στό­σο, ἄλ­λη λύ­ση δὲν ἔ­με­νε. Καὶ τὸ μυ­στι­κό του, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μα μέ­ρα τῆς μο­νό­το­νης ζω­ῆς του, σὲ κα­νέ­να δὲν τὸ εἶ­πε.

      Πῆ­ρε τὸ μι­κρὸ τό­μο στὰ χέ­ρια. Ἄ­να­ψε τὸ μι­κρό­τε­ρο φῶς τοῦ δω­μα­τί­ου, τὸ πιὸ κί­τρι­νο, καὶ ξα­νὰ τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη ἔ­φυ­γε πέ­ρα.

      «Ἡ σε­λή­νη ἐ­πρό­βα­λε, μό­λις ἀρ­χί­σα­σα νὰ φθί­νῃ τρί­την νύ­κτα με­τὰ τὸ ὁ­λο­γέ­μι­σμά της, εἰς τὴν κο­ρυ­φὴν τοῦ βου­νοῦ, κι ἐ­κεί­νη, ἀ­σπρο­φο­ρε­μέ­νη, με­τὰ τό­σους στε­ναγ­μοὺς καὶ τό­σα πε­ρι­πα­θῆ ἄ­σμα­τα, ἔ­κρα­ξε:

      » — Νὰ ἔμ­βαι­να σὲ μιὰ βαρ­κοῦ­λα, τώ­ρα-δά.­.. ἔ­τσι μοῦ φαί­νε­ται.­.. νὰ φτά­να­με πέ­ρα!­.­.­.­»*

 

* Ἀλ. Παπαδιαμάντη, «Ἡ νοσταλγός».

Βλ. ἐ­δῶ καὶ Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, «Γράμ­μα στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη».

 

 

Πηγή: Πάνος Πρωτοπαπάς, Ἡ ἀθέατη πλευρὰ τῆς Σελήνης (Διηγήματα, ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀθήνα, 1989).

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὶς ναυ­τι­λια­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ τὰ ΜΜΕ. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Εὐ­θύ­νη, Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ναυ­λα­γο­ρά (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἵ­κα­ρος, Ἀ­θή­να, 1983). Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ἰ­α­σε­μιὰ γιὰ ἕ­να δο­λο­φό­νο (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Τομπάιας Γούλφ (Tobias Wolff): Πὲς ναί

 

 

Τομπάιας Γούλφ (TobiasWolff)

 

Πὲς ναί

(Say yes)

 

­ΚΑ­ΝΑΝ ΤΗ ΛΑΝΤΖΑ, ἡ γυ­ναί­κα του ἐ­πλέ­νε τὰ πιά­τα κι αὐ­τὸς τὰ σκού­πι­ζε. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ τὰ εἶ­χε πλύ­νει ἐ­κεῖ­νος. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἄν­τρες ποὺ ἤ­ξε­ρε, ἐ­κεῖ­νος συ­νει­σέ­φε­ρε οὐ­σι­α­στι­κὰ στὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γους μῆ­νες εἶ­χε κρυ­φα­κού­σει μιὰ φί­λη τῆς γυ­ναί­κας του νὰ τὴ συγ­χαί­ρει ποὺ εἶ­χε ἕ­ναν τό­σο κα­λὸ σύ­ζυ­γο, καὶ εἶ­χε σκε­φτεῖ, Προ­σπα­θῶ. Τὸ νὰ βο­η­θά­ει στὸ πλύ­σι­μο τῶν πιά­των ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος ποὺ εἶ­χε βρεῖ γιὰ νὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο κα­λὸς σύ­ζυ­γος ἦ­ταν.

       Μι­λοῦ­σαν πε­ρὶ ἀ­νέ­μων καὶ ὑ­δά­των καὶ κά­πως ἦρ­θε ἡ κου­βέν­τα στὸ ἂν πρέ­πει οἱ λευ­κοὶ νὰ παν­τρεύ­ον­ται μὲ μαῦ­ρες ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε ὅ­τι, ἂν τὰ ἔ­βα­ζες κά­τω, ἦ­ταν μᾶλ­λον κα­κὴ ἰ­δέ­α.

      «Για­τί;» τὸν ρώ­τη­σε.

      Ὧ­ρες-ὧ­ρες, ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­παιρ­νε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ὕ­φος: ἔ­σμι­γε τὰ φρύ­δια, δάγ­κω­νε τὸ κά­τω χεί­λι καὶ κάρ­φω­νε τὸ βλέμ­μα της κά­που χα­μη­λά. Ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­πε ἔ­τσι, κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­μέ­σως ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὸ στό­μα του κλει­στό, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Μά­λι­στα, κά­τι τὸν ἔ­σπρω­χνε νὰ μι­λά­ει ἀ­κό­μα πιὸ πο­λύ. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ρει τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος.

      «Για­τί;» τὸν ξα­να­ρώ­τη­σε καὶ στα­μά­τη­σε μὲ τὸ χέ­ρι της μέ­σα σ’ ἕ­να μπόλ, δί­χως νὰ τὸ πλέ­νει πα­ρὰ κρα­τών­τας το μό­νο πά­νω ἀ­π’ τὴ σα­που­νά­δα.

      «Ἄ­κου», τῆς εἶ­πε, «εἶ­χα συμ­μα­θη­τὲς μαύ­ρους, ἔ­χω συ­νερ­γα­στεῖ μὲ μαύ­ρους, ἔ­χω μεί­νει στὴν ἴ­δια γει­το­νιὰ μὲ μαύ­ρους, καὶ πάν­τα τὰ πη­γαί­να­με μιὰ χα­ρά. Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου νὰ ὑ­παι­νίσ­σε­σαι ὅ­τι εἶ­μαι ρα­τσι­στής».

      «Δὲν ὑ­παι­νίσ­σο­μαι τί­πο­τα», εἶ­πε ἐ­κεί­νη κι ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πλέ­νει τὸ μπόλ, στρι­φο­γυρ­νών­τας το στὸ χέ­ρι της σὰν νὰ τὸ σμί­λευ­ε. «Ἁ­πλά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί πει­ρά­ζει νὰ παν­τρεύ­ε­ται λευ­κὸς μὲ μαύ­ρη ἢ μαῦρος μὲ λευ­κή.»

      «Ἔ­χουν ἄλ­λη κουλ­τού­ρα ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας. Στῆ­σε μιὰ φο­ρὰ αὐ­τὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις – ἔ­χουν καὶ τὴ δι­κή τους γλώσ­σα ἀ­κό­μα. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω πρό­βλη­μα μ’ αὐ­τό, μ’­ἀ­ρέ­σει νὰ τοὺς ἀ­κού­ω νὰ μι­λᾶ­νε» —κι ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε, τὸν πλημ­μύ­ρι­ζε ἕ­να ἀ­νε­ξή­γη­το αἴ­σθη­μα εὐ­δαι­μο­νί­ας— «ἀλ­λὰ ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ἕ­να ἄ­το­μο ἀ­πὸ τὸν δι­κό τους πο­λι­τι­σμὸ κι ἕ­να ἄ­το­μο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας, δὲν γί­νε­ται νὰ γνω­ρί­σουν πο­τὲ ἀ­λη­θι­νὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο».

      «Ὅ­πως γνω­ρί­ζεις ἐ­σὺ ἐ­μέ­να, δη­λα­δή;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα του.

      «Ναί. Ὅ­πως γνω­ρί­ζω ἐ­γὼ ἐ­σέ­να.»

      «Ἄν, ὅ­μως, ἀ­γα­πι­οῦν­ται», εἶ­πε. Τώ­ρα ἐ­πλέ­νε μὲ πιὸ γορ­γὲς κι­νή­σεις, δί­χως νὰ τὸν κοι­τά­ζει.

      Ὤ, Θε­έ μου, συλ­λο­γί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος. «Ἐν­τά­ξει, μὴν ἀ­κοῦς ἐ­μέ­να», εἶ­πε. «Γιὰ δές, ὅ­μως, τὶς στα­τι­στι­κές. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι μι­κτοὶ γά­μοι δι­α­λύ­ον­ται.»

      «Οἱ στα­τι­στι­κές!» Ἡ γυ­ναί­κα του στοί­βα­ζε τὰ πιά­τα μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα στὸ στραγ­γι­στή­ρι ἐ­νῶ μό­λις ποὺ τὰ εἶ­χε πε­ρά­σει μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι. Πολ­λὰ εἶ­χαν λί­πη ἀ­κό­μα, ὑ­πῆρ­χαν κομ­μα­τά­κια φα­γη­τοῦ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια τῶν πι­ρου­νι­ῶν. «Ὡ­ραί­α», εἶ­πε. «Καὶ αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­ναι ἀ­πὸ ἄλ­λες χῶ­ρες; Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι ἔ­χεις τὴν ἴ­δια ἄ­πο­ψη καὶ γιὰ τοὺς ξέ­νους ποὺ παν­τρεύ­ον­ται με­τα­ξύ τους».

      «Πράγ­μα­τι», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, «τὸ ἴ­διο πι­στεύ­ω καὶ γι’ αὐ­τούς. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ κα­τα­λά­βεις κά­ποι­ον ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἕ­να πε­ρι­βάλ­λον τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κό;»

      «Δι­α­φο­ρε­τι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα του. «Ὄ­χι ἴ­διο, ὅ­πως ἐ­μεῖς.»

      «Ναί, δι­α­φο­ρε­τι­κό», τῆς πέ­τα­ξε, θυ­μω­μέ­νος μα­ζί της ποὺ κα­τέ­φευ­γε στὸ τέ­χνα­σμα τοῦ νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὶς δι­κές του λέ­ξεις ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἠ­χοῦν ἀ­νό­η­τες ἢ ὑ­πο­κρι­τι­κές. «Αὐ­τὰ εἶ­ναι βρό­μι­κα», εἶ­πε καὶ ξα­να­πέ­τα­ξε ὅ­λα τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να μὲς στὸ νε­ρο­χύ­τη.

      Τὸ νε­ρὸ εἶ­χε γί­νει θο­λὸ καὶ γκρί­ζο. Ἐ­κεί­νη τὸ κοί­τα­ξε μὲ σφιγ­μέ­να χεί­λη, κι ὕ­στε­ρα βύ­θι­σε τὰ χέ­ρια της κά­τω ἀ­π’ τὴν ἐ­πι­φά­νεια. «Ἄ­ουτς!» ἔ­κα­νε κι ἀ­να­πή­δη­σε. Ἔ­πι­α­σε τὸ δε­ξί της χέ­ρι ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ καὶ τὸ σή­κω­σε ψη­λά. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἔ­τρε­χε αἷ­μα.

      «Ἄνν, μὴ κου­νη­θεῖς», τῆς εἶ­πε. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­σαι». Ἔ­τρε­ξε ἐ­πά­νω, στὸ λου­τρό, καὶ ψα­χού­λε­ψε στὸ ντου­λα­πά­κι τοῦ φαρ­μα­κεί­ου γιὰ νὰ βρεῖ οἰ­νό­πνευ­μα, βαμ­βά­κι καὶ λευ­κο­πλάστ. Ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βη­κε, τὴ βρῆ­κε ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸ ψυ­γεῖ­ο, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά, νὰ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα τὸ χέ­ρι της. Πῆ­ρε τὸ χέ­ρι καὶ σφούγ­γι­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά της μὲ τὸ βαμ­βά­κι. Τὸ αἷ­μα εἶ­χε στα­μα­τή­σει. Πί­ε­σε τὸ δά­χτυ­λο νὰ δεῖ πό­σο βα­θιὰ ἦ­ταν ἡ πλη­γὴ καὶ φά­νη­κε μό­νο μιὰ αἱ­μά­τι­νη στα­γό­να, τρε­μου­λια­στὴ καὶ κα­τα­κόκ­κι­νη, ποὺ ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα. Ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω ἀ­π’ τὸν ἀν­τί­χει­ρά της μὲ κα­τη­γό­ρια. «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», τῆς εἶ­πε. «Αὔ­ριο οὔ­τε ποὺ θὰ φαί­νε­ται.» Ἤλ­πι­ζε ὅ­τι θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἡ γυ­ναί­κα του τὸ πῶς εἶ­χε σπεύ­σει νὰ τὴν πε­ρι­ποι­η­θεῖ. Τὸ εἶ­χε κά­νει ἀ­πὸ γνή­σιο ἐν­δι­α­φέ­ρον, δί­χως νὰ σκε­φτεῖ νὰ ζη­τή­σει κά­τι σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, τώ­ρα, ὅ­μως, τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ νοῦ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ἐκ μέ­ρους της νὰ μὴν ἐ­πα­νέλ­θει σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κου­βέν­τα, για­τί τὸν εἶ­χε κου­ρά­σει. «Θὰ τὰ τε­λει­ώ­σω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε. «Ἐ­σὺ ἄν­τε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς.»

      «Δὲν πει­ρά­ζει», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Θὰ τὰ σκου­πί­ζω.»

      Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ πλέ­νει πά­λι τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, προ­σέ­χον­τας ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πι­ρού­νια.

      «Ὁ­πό­τε», εἶ­πε ἐ­κεί­νη, «ἂν ἤ­μουν μαύ­ρη δὲν θὰ μὲ εἶ­χες παν­τρευ­τεῖ».

      «Ἄνν, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ πιά!»

      «Μά, αὐ­τὸ δὲν εἶ­πες;»

      «Ὄ­χι, δὲν εἶ­πα αὐ­τό. Τὸ ὅ­λο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι γε­λοῖ­ο. Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ εἴ­χα­με πο­τὲ γνω­ρι­στεῖ. Ἐ­σὺ θὰ εἶ­χες τὶς πα­ρέ­ες σου κι ἐ­γὼ τὶς δι­κές μου. Ἡ μό­νη μαύ­ρη κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σα πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν ἡ παρ­τε­νέρ μου στὸν ρη­το­ρι­κὸ ὅ­μι­λο, καὶ τό­τε τὰ εἶ­χα ἤ­δη φτιά­ξει μα­ζί σου.»

      «Ἄν, ὅ­μως, μὲ γνώ­ρι­ζες καὶ ἤ­μουν μαύ­ρη;»

      «Τό­τε τὸ πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι θὰ τὰ εἶ­χες ἤ­δη μὲ κά­ποι­ον μαῦ­ρο.» Πῆ­ρε τὸ ντοὺς τοῦ νε­ρο­χύ­τη καὶ ξέ­πλυ­νε τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να. Τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν τό­σο καυ­τὸ ποὺ τὸ ἀ­τσά­λι ἔ­γι­νε στιγ­μια­ία γα­λα­ζω­πὸ πρὶν ξα­να­πά­ρει τὸ ἀ­ση­μέ­νιο χρῶ­μα του.

      «Ἂς ποῦ­με ὅ­τι δὲν τὰ εἶ­χα μὲ κα­νέ­να», συ­νέ­χι­σε ἐ­κεί­νη. «Πὲς ὅ­τι εἶ­μαι μαύ­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, γνω­ρί­ζω ἐ­σέ­να κι ἐ­ρω­τευ­ό­μα­στε.»

      Τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιά. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ μά­τια ποὺ ἔ­λαμ­παν. «Ἄ­κου», τῆς εἶ­πε, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὴ λο­γι­κέ­ψει, «αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται. Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη δὲν θὰ ἤ­σουν ἐ­σύ». Κα­θὼς τὸ ἔ­λε­γε αὐ­τό, συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἴ­σχυ­ε πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἡ πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α πὼς ἂν ἦ­ταν μαύ­ρη δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ποὺ ἦ­ταν. Κι ἔ­τσι ἐ­πα­νέ­λα­βε: «Ἂν ἤ­σουν μαύ­ρη, δὲν θὰ ἤ­σουν ἐ­σύ.»

      «Τὸ ξέ­ρω», εἶ­πε, «ἀλ­λά, ἔ­τσι, πές».

      Ἐ­κεῖ­νος πῆ­ρε βα­θιὰ ἀ­να­πνο­ή. Τὴν εἶ­χε κερ­δί­σει μὲ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά του, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὸν δι­α­κα­τέ­χει μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α. «Νὰ πῶ τί;» ρώ­τη­σε.

      «Πὲς ὅ­τι εἶ­μαι μαύ­ρη, κι ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ἐ­γώ, κι ἐ­ρω­τευ­ό­μα­στε. Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      Ἐ­κεῖ­νος τὸ σκέ­φτη­κε.

      «Λοι­πόν;» τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πιὸ κον­τά του. Τὰ μά­τια της ἀ­στρα­πο­βο­λοῦ­σαν. «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Τὸ σκέ­φτο­μαι», τῆς εἶ­πε.

      «Δὲν θὰ τὸ κά­νεις, εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο. Θὰ πεῖς ὄ­χι.»

      «Νο­μί­ζω ὅ­τι βι­ά­ζε­σαι πο­λύ», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Ἔ­χου­με πολ­λὰ πράγ­μα­τα νὰ βά­λου­με κά­τω. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ κά­νου­με κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τα­νι­ώ­νου­με σ’ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας.»

      «Ἄ­σε ἔ­ξω τὴ λο­γι­κή. Ναὶ ἢ ὄ­χι;»

      «Ἐ­φό­σον τὸ θέ­τεις ἔ­τσι…»

      «Ναὶ ἢ ὄ­χι.»

      «Κα­λά, Ἂνν – ἐν­τά­ξει. Ὄ­χι.»

      «Εὐ­χα­ρι­στῶ», τοῦ εἶ­πε καὶ φεύ­γον­τας ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να πῆ­γε στὸ σα­λό­νι. Ἕ­να λε­πτὸ με­τά, τὴν ἄ­κου­σε ποὺ ξε­φύλ­λι­ζε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ θυ­μω­μέ­νη ὥ­στε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὸ δι­α­βά­ζει, ἀλ­λὰ δὲν γύ­ρι­ζε ἀ­πό­το­μα τὶς σε­λί­δες ὅ­πως θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸς ἂν βρι­σκό­ταν σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­ση. Τὶς γύ­ρι­ζε ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, σὰν νὰ με­λε­τοῦ­σε τὴν κά­θε ἀ­ρά­δα. Τοῦ ἔ­κα­νε ἐ­πί­δει­ξη τῆς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας της καὶ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­δει­ξη εἶ­χε τὴν ἐ­πι­θυ­μη­τὴ ἐ­πί­δρα­ση πά­νω του. Τὸν πλή­γω­νε.

      Δὲν εἶ­χε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ τῆς δεί­ξει κι αὐ­τὸς τὴ δι­κή του ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Ἔ­πλυ­νε ἥ­συ­χα καὶ προ­σε­κτι­κά τα ὑ­πό­λοι­πα πιά­τα. Με­τὰ τὰ σκού­πι­σε καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ντου­λά­πι. Σκού­πι­σε τοὺς πάγ­κους, τὴν ἑ­στί­α τῆς κου­ζί­νας κι ἔ­σκυ­ψε νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἶ­χε πέ­σει ἡ στα­γό­να τοῦ αἵ­μα­τος. Πά­νω ἐ­κεῖ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν εὐ­και­ρί­α νὰ τὸ σφουγ­γα­ρί­σει ὅ­λο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ἡ κου­ζί­να ἦ­ταν σὰν και­νού­ρια, ὅ­πως τὴ μέ­ρα ποὺ ὁ με­σί­της τοὺς ἔ­δει­χνε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ σπί­τι, πρὶν κὰν ἐγ­κα­τα­στα­θοῦν ἐ­κεῖ.

      Πῆ­ρε τὴ σα­κού­λα τῶν σκου­πι­δι­ῶν καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἦ­ταν ἀ­νέ­φε­λη ἡ βρα­διὰ καὶ στὰ δυ­τι­κά, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ φῶ­τα τῆς πό­λης, δι­α­κρί­νον­ταν με­ρι­κὰ ἀ­στέ­ρια. Στὸ Ἒλ Κα­μί­νο, ἡ κί­νη­ση τῶν αὐ­το­κι­νή­των ἦ­ταν ἀ­ραι­ὴ καὶ στα­θε­ρή, σὰν ἤ­ρε­μο πο­τά­μι. Ἔ­νι­ω­θε ντρο­πὴ ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει στὴ γυ­ναί­κα του νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρει σ’ αὐ­τὸ τὸν κα­βγά. Σὲ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια ἀ­πὸ τώ­ρα θὰ ἦ­ταν καὶ οἱ δυ­ό τους πε­θα­μέ­νοι. Τί ση­μα­σί­α θὰ εἶ­χαν ὅ­λα αὐ­τὰ τό­τε; Συλ­λο­γί­στη­κε τὰ χρό­νια ποὺ εἶ­χαν ζή­σει μα­ζὶ καὶ πό­σο στε­νὴ ἦ­ταν ἡ σχέ­ση τους, πό­σο κα­λὰ γνώ­ρι­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, κι ἔ­νιω­σε ἕ­να κόμ­πο στὸ λα­ρύγ­γι ποὺ δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα. Ἕ­να φούν­τω­μα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ λαι­μό του. Μιὰ ζέ­στη πλημ­μύ­ρι­σε τὸ στῆ­θος του. Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ λί­γο, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας αὐ­τὲς τὶς αἰ­σθή­σεις, κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴ σα­κού­λα καὶ βγῆ­κε στὴν πί­σω αὐ­λή.

      Τὰ δυ­ὸ ἀ­δέ­σπο­τα σκυ­λιὰ τῆς γω­νί­ας εἶ­χαν τρα­βή­ξει πά­λι τὸν κά­δο τῶν σκου­πι­δι­ῶν πιὸ πέ­ρα. Τὸ ἕ­να κυ­λι­ό­ταν κα­τα­γῆς ἀ­νά­σκε­λα, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο εἶ­χε κά­τι στὸ στό­μα του. Γρυ­λί­ζον­τας, τὸ πέ­τα­ξε στὸν ἀ­έ­ρα, ἔ­κα­νε ἕ­να ἅλ­μα καὶ τὸ ἔπι­α­σε, γρύ­λι­σε ξα­νὰ καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι πέ­ρα-δῶ­θε. Ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν νὰ πλη­σιά­ζει, ἔ­σπευ­σαν νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν μὲ κο­φτά, λε­πτε­πί­λε­πτα βή­μα­τα. Σὲ ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση θὰ τοὺς πέ­τα­γε πέ­τρες, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἄ­φη­σε νὰ φύ­γουν.

      Τὸ σπί­τι ἦ­ταν σκο­τει­νὸ ὅ­ταν ξα­ναμ­πῆ­κε μέ­σα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὸ μπά­νιο. Κον­το­στά­θη­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα καὶ φώ­να­ξε τὸ ὄ­νο­μά της. Τὴν ἄ­κου­σε ποὺ με­τα­κι­νοῦ­σε κά­τι μπου­κα­λά­κια, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. «Ἄνν, συ­γνώ­μη – εἰ­λι­κρι­νά», εἶ­πε. «Θὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σω, στὸ ὑ­πό­σχο­μαι.»

      «Πῶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

      Αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση δὲν τὴν πε­ρί­με­νε. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς της, ποὺ εἶ­χε μιὰ νό­τα ἤ­ρε­μη καὶ τε­λε­σί­δι­κη, μιὰ νό­τα πρω­τά­κου­στη γιὰ τὰ αὐ­τιά του, κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σει τὴ σω­στὴ ἀ­πάν­τη­ση. Ἔ­γει­ρε πά­νω στὴν πόρ­τα. «Θὰ σὲ παν­τρευ­τῶ», ψι­θύ­ρι­σε.

      «Θὰ δοῦ­με», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ἄν­τε στὸ κρε­βά­τι. Ἔρ­χο­μαι σὲ λί­γο.»

      Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ χώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα. Κά­ποια στιγ­μὴ ἄ­κου­σε ἐ­πι­τέ­λους τὴν πόρ­τα τοῦ μπά­νιου νὰ ἀ­νοί­γει καὶ νὰ κλεί­νει πά­λι.

      «Σβῆ­σε τὸ φῶς», τοῦ εἶ­πε ἀ­π’ τὸ δι­ά­δρο­μο.

      «Τί;»

      «Σβῆ­σε τὸ φῶς.»

      Ἐ­κεῖ­νος ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τρά­βη­ξε τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πορ­τα­τίφ. Τὸ δω­μά­τιο βυ­θί­στη­κε στὸ σκο­τά­δι. «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε. Ἔ­μει­νε νὰ κεί­τε­ται ξα­πλω­μέ­νος, ἀλ­λὰ τί­πο­τα δὲν συ­νέ­βη. «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε πά­λι. Ὕ­στε­ρα ἄ­κου­σε μιὰ κί­νη­ση στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἀ­να­κά­θι­σε, μὰ δὲν ἔ­βλε­πε τὴ μύ­τη του. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε πά­λι σι­ω­πή. Ἡ καρ­διά του χτυ­ποῦ­σε ὅ­πως τὸ πρῶ­το-πρῶ­το βρά­δυ ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, χτυ­ποῦ­σε ὅ­πως ὅ­ταν ξύ­πνα­γε κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ νύ­χτα ἀ­πὸ κά­ποι­ο θό­ρυ­βο κι ἔ­στη­νε αὐ­τὶ μή­πως τὸν ξα­να­κού­σει – τὸν θό­ρυ­βο κά­ποι­ου ποὺ κι­νεῖ­ται μὲς στὸ σπί­τι, μιᾶς πα­ρου­σί­ας ξέ­νης.

 

Ὁ Το­μπά­ιας Γοὺλφ δια­βά­ζει τὸ δι­ή­γη­μά του «Say Yes» στὴ Βρα­διὰ Πε­ζο­γρα­φί­ας 2008 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο. Πα­ρα­τί­θε­ται τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο:

 

 

Tobias Wolff

 

Say Yes

 

THEY WERE DOING THE DISHES, his wife washing while he dried. He’d washed the night before. Unlike most men he knew, he really pitched in on the housework. A few months earlier he’d overheard a friend of his wife’s congratulate her on having such a considerate husband, and he thought, I try. Helping out with the dishes was a way he had of showing how considerate he was.

       They talked about different things and somehow got on the subject of whether white people should marry black people. He said that all things considered, he thought it was a bad idea.

      “Why?” she asked.

      Sometimes his wife got this look where she pinched her brows together and bit her lower lip and stared down at something. When he saw her like this he knew he should keep his mouth shut, but he never did. Actually it made him talk more. She had that look now.

      “Why?” she asked again, and stood there with her hand inside a bowl, not washing it but just holding it above the water.

      “Listen,” he said, “I went to school with blacks, and we’ve always gotten along just fine. I don’t need you coming along now and implying that I’m a racist.”

      “I didn’t imply anything,” she said, and began washing the bowl again, turning it around in her hand as though she were shaping it. “I just don’t see what’s wrong with a white person marrying a black person, that’s all.”

      “They don’t come from the same culture as we do. Listen to them sometime – they even have their own language. That’s okay with me, I like hearing them talk” – he did; for some reason it always made him feel happy – “but it’s different. A person from their culture and a person from our culture could never really know each other.”

      “Like you know me?” his wife asked.

      “Yes. Like I know you.”

      “But if they love each other,” she said. She was washing faster now, not looking at him.

      Oh boy, he thought. He said, “Don’t take my word for it. Look at the statistics. Most of those marriages break up.”

      “Statistics.” She was piling dishes on the drainboard at a terrific rate, just swiping at them with the cloth. Many of them were greasy, and there were flecks of food between the tines of the forks. “All right,” she said, “what about foreigners? I suppose you think the same thing about two foreigners getting married.”

      “Yes,” he said, “as a matter of fact I do. How can you understand someone who comes from a completely different background?”

      “Different,” said his wife. “Not the same, like us.”

      “Yes, different,” he snapped, angry with her for resorting to this trick of repeating his words so that they sounded crass, or hypocritical. “These are dirty,” he said, and dumped all the silverware back into the sink.

      The water had gone flat and gray. She stared down at it, her lips pressed tight together, then plunged her hands under the surface. “Oh!” she cried, and jumped back. She took her right hand by the wrist and held it up. He thumb was bleeding.

      “Ann, don’t move,” he said. “Stay right there.” He ran upstairs to the bathroom and rummaged in the medicine chest for alcohol, cotton, and a Band-Aid. When he came back down she was leaning against the refrigerator with her eyes closed, still holding her hand. He took the hand and dabbed at her thumb with the cotton. The bleeding had stopped. He squeezed it to see how deep the wound was and a single drop of blood welled up, trembling and bright, and fell to the floor. Over the thumb she stared at him accusingly. “It’s shallow,” he said. “Tomorrow you won’t even know it’s there.” He hoped that she appreciated how quickly he had come to her aid. He’d acted out of concern for her, with no thought of getting anything in return, but now the thought occurred to him that it would be a nice gesture on her part not to start up that conversation again, as he was tired of it. “I’ll finish up here,” he said. “You go and relax.”

      “That’s okay,” she said. “I’ll dry.”

      He began to wash the silverware again, giving a lot of attention to the forks.

      “So,” she said, “you wouldn’t have married me if I’d been black.”

      “For Christ’s sake, Ann!”

      “Well, that’s what you said, didn’t you?”

      “No, I did not. The whole question is ridiculous. If you had been black we probably wouldn’t even have met. You would have had your friends and I would have had mine. The only black girl I ever really knew was my partner in the debating club, and I was already going out with you by then.”

      “But if we had met, and I’d been black?”

      “Then you probably would have been going out with a black guy.” He picked up the rinsing nozzle and sprayed the silverware. The water was so hot that the metal darkened to pale blue, then turned silver again.

      “Let’s say I wasn’t,” she said. “Let’s say I am black and unattached and we meet and fall in love.”

      He glanced over at her. She was watching him and her eyes were bright. “Look,” he said, taking a reasonable tone, “this is stupid. If you were black you wouldn’t be you.” As he said this he realized it was absolutely true. There was no possible way of arguing with the fact that she would not be herself if she were black. So he said it again: “If you were black you wouldn’t be you.”

      “I know,” she said, “but let’s just say.”

      He took a deep breath. He had won the argument but he still felt cornered. “Say what?” he asked.

      “That I’m black, but still me, and we fall in love. Will you marry me?”

      He thought about it.

      “Well?” she said, and stepped close to him. Her eyes were even brighter. “Will you marry me?”

      “I’m thinking,” he said.

      “You won’t, I can tell. You’re going to say no.”

      “Since you put it that way – “

      “Yes or no.”

      “Jesus, Ann. All right. No.”

      She said “Thank you,” and walked from the kitchen into the living room. A moment later he heard her turning the pages of a magazine. He knew that she was too angry to be actually reading it, but she didn’t snap through the pages the way he would have done. She turned them slowly, as if she were studying every word. She was demonstrating her indifference to him, and it had the effect he knew she wanted it to have. It hurt him.

      He had no choice but to demonstrate his indifference to her. Quietly, thoroughly, he washed the rest of the dishes. Then he dried them and put them away. He wiped the counters and the stove and scoured the linoleum where the drop of blood had fallen. While he was at it, he decided, he might as well mop the whole floor. When he was done the kitchen looked new, the way it looked when they were first shown the house, before they had ever lived here.

      He picked up the garbage pail and went outside. The night was clear and he could see a few stars to the west, where the lights of the town didn’t blur them out. On El Camino the traffic was steady and light, peaceful as a river. He felt ashamed that he had let his wife get him into a fight. In another thirty years or so they would both be dead. What would all that stuff matter then? He thought of the years they had spent together, and how close they were, and how well they knew each other, and his throat tightened so that he could hardly breathe. His face and neck began to tingle. Warmth flooded his chest. He stood there for a while, enjoying these sensations, then picked up the pail and went out the back gate.

      The two mutts from down the street had pulled over the garbage can again. One of them was rolling around on his back and the other had something in her mouth. Growling, she tossed it into the air, leaped up and caught it, growled again and whipped her head from side to side. When they saw him coming they trotted away with short, mincing steps. Normally he would heave rocks at them, but this time he let them go.

      The house was dark when he came back inside. She was in the bathroom. He stood outside the door and called her name. He heard bottles clinking, but she didn’t answer him. “Ann, I’m really sorry,” he said. “I’ll make it up to you, I promise.”

      “How?” she asked.

      He wasn’t expecting this. But from a sound in her voice, a level and definite note that was strange to him, he knew that he had to come up with the right answer. He leaned against the door. “I’ll marry you,” he whispered.

      “We’ll see,” she said. “Go on to bed. I’ll be out in a minute.”

      He undressed and got under the covers. Finally he heard the bathroom door open and close.

      “Turn off the light,” she said from the hallway.

      “What?”

      “Turn off the light.”

      He reached over and pulled the chain on the bedside lamp. The room went dark. “All right,” he said. He lay there, but nothing happened. “All right,” he said again. Then he heard a movement across the room. He sat up, but he couldn’t see a thing. The room was silent. His heart pounded the way it had on their first night together, the way it still did when he woke at a noise in the darkness and waited to hear it again – the sound of someone moving through the house, a stranger.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Τομπάιας Γούλφ (Tobias Wolff) (Μπέρ­μιγ­χαμ, Ἀ­λαμ­πά­μα, 1945). Εἶ­ναι γνω­στὸς γιὰ τὰ χρο­νι­κὰ τοῦ T­h­is B­o­y­’s L­i­fe, κα­θὼς καὶ γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του, ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει καὶ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ κρι­τι­κοὶ τὸν κα­τέ­τα­ξαν στὸ κί­νη­μα τοῦ βρό­μι­κου ρε­α­λι­σμοῦ μα­ζὶ μὲ τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ καὶ μί­λη­σαν γιὰ ἀ­να­γέν­νη­ση τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος ἀρ­νεῖ­ται τέ­τοι­ους ἰ­σχυ­ρι­σμούς. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, ἐ­νῶ τὰ χρο­νι­κὰ καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Βλ. καὶ Πλα­νό­διον ἀρ. 44 (Ἰ­ού­νιος 2008), μιὰ πρώ­τη ἐ­κτε­τα­μέ­νη γνω­ρι­μί­α μὲ τὸ ἔρ­γο του στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα: «Ἡ χα­ρὰ τοῦ πο­λε­μι­στῆ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα», Εἰ­σα­γω­γή-με­τά­φρα­ση-ση­μει­ώ­σεις: Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου. Ἀπὸ τὶς ἐκδό­σεις Πό­λις κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­πί­σης τὰ βι­βλία του Τὸ πα­λιὸ σχο­λεῖο (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2008) καὶ Ὁ κλέ­φτης τοῦ στρα­το­πέ­δου (δι­η­γήμα­τα, 2009).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Τό­νια Κο­βα­λέν­κο. M­ε­τα­φρά­στρια ἀγ­γλό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Γι­ού­ρι (ἐκδ. Χατ­ζη­νι­κο­λῆ) καὶ Πό­τε νυ­χτώ­νει; (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-02-2011)

 

Χλόη Κουτσουμπέλη: Ἡ πτώση

 

 

Χλό­η Κου­τσουμ­πέ­λη

 

Ἡ πτώ­ση

 

Ο ΠΟΤΗΡΙ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ ἔ­σπα­σε σὲ μι­κρὰ κομ­μά­τια. Τὸ χέ­ρι μου ἔ­κα­νε με­ρι­κὲς σπα­σμω­δι­κὲς κι­νή­σεις, σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ ποὺ πα­λεύ­ει νὰ ἀ­να­πνεύ­σει, τὰ γό­να­τά μου στά­χυ­α εὔ­θραυ­στα ἔ­σπα­σαν στὰ δύ­ο καὶ σω­ρι­ά­στη­κα κά­τω. Εἶ­χα πέ­σει πά­λι.

       Μοῦ συ­νέ­βαι­νε. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνά. Νὰ πέ­φτω ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα κά­τω. Χω­ρὶς λό­γο, χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, χω­ρὶς κὰν κά­ποι­ο πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πέ­φτω βι­ώ­νω μί­α ἐμ­πει­ρί­α θα­νά­του καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­πο­μαι στὸ κε­νό.

      Εἶ­μαι τριά­ντα πέν­τε χρό­νων, ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη στὴν δου­λειά μου. Ἕ­να κο­ρί­τσι, ἑ­πτὰ ἐ­τῶν. Σύ­ζυ­γος δι­κη­γό­ρος. Εὐ­τυ­χι­σμέ­νος γά­μος. Ὣς τώ­ρα στὴν ζω­ή μου ὅ­λα εἶ­χαν μί­α συ­νο­χή, μί­α τά­ξη. Πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν ἔ­πε­φτα. Οἱ δια­ρκεῖς μου πτώ­σεις εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἡ πα­ρέν­θε­ση στὴν ἄ­ψο­γη ζω­ή μου.

 

      — Ἔ­πε­σε μπρο­στά μου. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ μέ­σα στὸ μυα­λό μου χό­ρευ­αν οἱ στί­χοι τοῦ και­νούρ­γιου τρα­γου­διοῦ ποὺ συ­νέ­θε­τα. Τὴν εἶ­δα νὰ κα­ταρ­ρέ­ει ξαφ­νι­κὰ στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ εἶ­χε κά­τι τὸ ἐν­τε­λῶς εὐ­ά­λω­το ὁ τρό­πος ποὺ σω­ρι­ά­στη­κε. Τὴν βο­ή­θη­σα νὰ ση­κω­θεῖ. Πο­λὺ τρυ­φε­ρὰ τῆς πα­ρα­μέ­ρι­σα τὰ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο. Τὴν ἀγ­κά­λια­σα. «Μέ­νω λί­γο πιὸ κά­τω» τῆς εἶ­πα. «Θέ­λεις νὰ πᾶ­με σπί­τι μου;­».

       Οἱ λέ­ξεις βγῆ­καν μό­νες τους ἀ­πὸ τὸ στό­μα μου καὶ μό­λις τὶς ξε­στό­μι­σα τὶς ἄ­κου­σα νὰ πέ­φτουν μὲ γδοῦ­πο πά­νω στὸ πλα­κό­στρω­το. Μὲ κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νη. Εἶ­χα ὅ­μως τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴν στιγ­μὴ θὰ δε­χό­ταν ὁ­τι­δή­πο­τε τῆς πρό­τει­να. Ἔ­γει­ρε πά­νω μου. Ἔ­νι­ω­σα τὸ κορ­μί της μα­λα­κὸ καὶ ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό. Ἀ­να­σή­κω­σε τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χεί­λη της στὸ λαι­μό μου. Ἡ ἀ­νά­σα της χα­ρά­κω­σε τὸ δέρ­μα μου, ὁ λαι­μός μου γέ­μι­σε μι­κρὲς ρυ­τί­δες χα­ρᾶς. Τὴν φί­λη­σα. Στα­θή­κα­με ἐ­κεῖ στὴν μέ­ση του δρό­μου, ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μί­α γυ­ναί­κα, στὴν μέ­ση δύ­ο κό­σμων, στὴν μέ­ση ἑ­νὸς σύμ­παν­τος ἐ­χθρι­κοῦ, γύ­ρω μας σκο­τά­δι, μό­νο μου­σι­κή, ἡ μου­σι­κὴ μὲ κα­τέ­κλυ­σε ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ φι­λί μας, μιὰ μου­σι­κὴ τοῦ δά­σους, ἄ­γρια, ἐκ­κω­φαν­τι­κή, μὲ ὅ­λα τα κρου­στὰ καὶ τὰ πνευ­στὰ ὄρ­γα­να σὲ μί­α κο­ρύ­φω­ση μα­ζὶ καὶ τὰ χεί­λη της πύ­λη καὶ ἄ­βυσ­σος καὶ γα­λα­ξί­ας καὶ σκο­τά­δι, μα­λα­κά, ἁλ­μυ­ρά, καυ­τὰ κι ἐ­γὼ ὁ Γε­ρά­σι­μος Πα­πα­λε­ξί­ου, ἐ­κεῖ, στὴν μέ­ση του δρό­μου, τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς 23 Μαρ­τί­ου τοῦ 2010 καὶ ὥ­ρα 7.30 χά­θη­κα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ζω­ή μου μέ­σα σὲ μί­α γυ­ναί­κα.

 

      — Ὡς δι­κη­γό­ρος ἔ­χω δεῖ καὶ ἀ­κού­σει πολ­λὰ στὴν ζω­ή μου καὶ λί­γα πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μπο­ροῦν νὰ μὲ σο­κά­ρουν. Σπά­νια γί­νο­μαι ἕρ­μαι­ο τῶν συ­ναι­σθη­μά­των μου καὶ ἀ­κό­μα σπα­νι­ό­τε­ρα ἀ­φή­νω ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πά­θος νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει στὴν ὀρ­θή μου κρί­ση. Ἡ Ἑ­λέ­νη, ἡ γυ­ναί­κα μου, μὲ κα­τη­γο­ρεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ ψυ­χρό­τη­τα. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἡ σχέ­ση μας εἶ­ναι ἁρ­μο­νι­κὴ καὶ ἡ ζω­ή μας ἤ­ρε­μη καὶ ἀ­σφα­λής. Δὲν σκέ­φτη­κα πο­τὲ νὰ πά­ω μὲ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα. Τὸ θε­ω­ρῶ ἔλ­λει­ψη δι­α­κρι­τι­κό­τη­τας ἢ κα­λοῦ γού­στου, ἕ­να εἶ­δος ἀ­πρέ­πειας (ὅ­πως τὸ νὰ σκα­λί­ζει κα­νεὶς γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν μύ­τη του δη­μό­σια) πρὸς τὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό.

      Ὅ­ταν εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ φι­λι­έ­ται στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­τρα δὲν τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σα. Ὡ­στό­σο στα­μά­τη­σα νὰ περ­πα­τῶ, ἀ­κούμ­πη­σα σὲ ἕ­ναν στύ­λο τῆς ΔΕ­Η καὶ συ­νέ­χι­σα νὰ κοι­τῶ. Αὐ­τὴ ἡ με­λα­χρι­νή, λε­πτὴ γυ­ναί­κα μὲ τὸ ρο­λό­ι ἴ­διο μὲ τῆς γυ­ναί­κας μου νὰ ἀ­στρά­φτει στὸ δε­ξί της χέ­ρι, μὲ τὰ μαλ­λιὰ κομ­μέ­να κον­τὰ κα­ρὲ στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ, αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κρε­μι­έ­ται πά­νω σε ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­τρα, νέ­ο, ψη­λό, ἀ­δύ­να­το καὶ ἐ­λα­φρὰ καμ­που­ρια­στό, αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα τό­σο γνώ­ρι­μη καὶ τό­σο ἄ­γνω­στη, ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα;

      Καὶ ἐ­κεί­νη τὴν στιγ­μὴ ποὺ εἶ­δα τὴν γυ­ναί­κα μου στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου στὴν ἀγ­κα­λιὰ ἑ­νὸς ἄλ­λου ἄν­τρα ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς πο­τὲ δὲν τὴν πό­θη­σα τό­σο πα­ρά­φο­ρα, τό­σο ἀ­πό­λυ­τα, τό­σο ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὅ­σο τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο πρὶν πέ­σω στὸν γκρε­μό.

      Κι ὕ­στε­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι, ξάφ­νου ἤ­μουν ἐ­γὼ ἐ­κεῖ σε μιὰ σπη­λιὰ μὲ ἕ­να το­μά­ρι ζώ­ου κρε­μα­σμέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὁ ἄλ­λος ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­θά­νει γιὰ νὰ ζή­σω ἐ­γὼ καὶ ὅρ­μη­σα πά­νω στὸν ἄν­τρα καὶ στὴν γυ­ναί­κα, καὶ ἡ Ἑ­λέ­νη ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει, ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ, ὅ­λα ἦ­ταν κόκ­κι­να καὶ εἶ­χα τὰ χέ­ρια μου στὸν λαι­μὸ τοῦ ἄν­τρα κι αὐ­τὸς εἶ­χε τὰ μά­τια κλει­στὰ καὶ ἡ Ἑ­λέ­νη τσί­ρι­ζε καὶ ἔ­νι­ω­σα χέ­ρια ποὺ μὲ τρά­βη­ξαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα σκο­τεί­νια­σαν.

 

      — Ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ρω τη­λέ­φω­νο, τοῦ εἶ­πε ἡ ξέ­νη γυ­ναί­κα, ἡ γυ­ναί­κα του, τὴν ὥ­ρα τοῦ φα­γη­τοῦ. Ὅ­ταν ἔ­πε­σα κά­τω, ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ρω τη­λέ­φω­νο. Ὅ­μως φο­βή­θη­κα πὼς δὲν θὰ ἐρ­χό­σουν.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Χλό­η Κου­τσουμ­πέ­λη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1962). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Α.Π.Θ. Ὀρ­γα­νώ­νει ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι ἀ­φή­γη­σης καὶ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ λό­γου γιὰ παι­διὰ Δη­μο­τι­κοῦ καὶ Γυ­μνα­σί­ου. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Σχέ­σεις Σι­ω­πῆς (Ποί­η­ση, ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1984). Τε­λευ­ταῖο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ ἀ­λε­ποῦ καὶ ὁ κόκ­κι­νος χο­ρός (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2009).

 

Κώστας Βάρναλης: Τὸ κελάηδημα τῆς τσίχλας

 

 

Κώ­στας Βάρ­να­λης

 

Τὸ κε­λά­η­δη­μα τῆς τσί­χλας

 

ΣΙΧΛΑ τὴν πα­ρα­νο­μά­ζα­νε στὸ χω­ριὸ τὴν Ἀν­νού­λα. Κι’ ἔ­ζη­σε καὶ πέ­θα­νε Τσί­χλα.

Εἴ­τα­νε μιᾶς μπου­κιᾶς ἀν­θρω­πά­κι. Ἀ­δύ­να­τη, μὲ ψι­λὰ κα­νιά, δί­χως βά­ρος, πε­τού­με­νη. Δὲν περ­πα­τοῦ­σε – πή­δα­γε κι’ ἔ­τρε­χε.

       Ἀλ­λὰ γιὰ ποι­ό χω­ριὸ μι­λᾶ­με;

      Γιὰ ἕ­ν’ ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ βου­νί­σια, ποὺ σκαρ­φα­λώ­νου­νε στὴν πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ κ’ εἶ­ναι ὅ­λα τὰ ἴ­δια. Ὄ­μορ­φα, μὰ φτω­χὰ καὶ μί­ζε­ρα κι’ ἀ­φη­μέ­να στὴν τύ­χη τους κι ἀ­πὸ Θε­οὺς κι ἀν­θρώ­πους.

      Μιὰ ρε­μα­τιὰ στὴν κα­τη­φο­ριὰ μὲ τὶς κόκ­κι­νες ρο­δο­δάφ­νες καὶ μιὰ γι­δό­στρα­τα, ποὺ φέρ­νει μὲς ἀ­πὸ τὸ δά­σος τῶν πέφ­κων στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ. Τό­σο ἀ­πό­με­ρο, ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, ποὺ σχε­δὸν εἶ­χε κι ἀ­φτὸ ξε­χά­σει τ’ ὄ­νο­μά του.

      Δὲν τοῦ χρει­α­ζό­τα­νε, λὲς καὶ τοῦ πε­φτε βά­ρος.

      Ἀλ­λ’ ὅ­σο τοὺς λεί­που­νε τῶν μι­κρῶν ἀ­φτῶν χω­ρι­ῶν, πο­λι­τι­σμός, φρον­τί­δα καὶ χορ­τα­σιά, τό­σο τοὺς πε­ρισ­σέ­β’ ἡ ψυ­χή, ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ!

      Εἴ­μα­στε στὸν τε­λε­φταῖ­ο χρό­νο τῆς κα­το­χῆς.

      Τὸ χω­ριό, ποὺ λέ­με, βρι­σκό­τα­νε στὰ σύ­νο­ρα τῶν δύ­ο Ἑλ­λά­δων: τῆς λέ­φτε­ρης καὶ τῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νης. Ἀλ­λὰ πρὸς τὰ ἐ­δῶ.

      Ἕ­να γερ­μα­νι­κὸ φυ­λά­κιο προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τοὺς να­ζῆ­δες τοὺς δι­κούς του καὶ τοὺς τσο­λιά­δες τοὺς «δι­κούς μας» νὰ μπο­δί­ζει τὴ λε­φτε­ριὰ νὰ κα­τέ­βει ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ πρὸς τὰ κά­τω – στὸν κάμ­πο. Για­τὶ κεῖ ψη­λὰ στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ εἴ­χα­νε φω­λιά­σ’ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ Ἔ­θνους κι ἑ­τοι­μά­ζα­νε «κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να» γιὰ τοὺς ἐ­χθρούς.

      Μὲ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὴν ἐ­πι­τρο­πὴ τοῦ χω­ριοῦ εἴ­χα­νε συ­χνὴν ἐ­πα­φή. Ἀλ­λὰ πῶς; Μέ­σον τῆς τσί­χλας. Εἴ­τα­νε κό­ρη μιᾶς φτω­χειᾶς χη­ρε­βά­με­νης τοῦ χω­ριοῦ, ποὺ ὁ ἄν­τρας της σκο­τώ­θη­κε στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Ὀ­χτὼ μὲ δέ­κα χρο­νῶν ἡ τσί­χλα. Μὰ γε­μά­τη φω­νή, ξυ­πνά­δα καὶ μῖ­σος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν. Καὶ σβέλ­τη καὶ μπα­σμέ­νη στὴ ζω­ὴ —σὰν ὥ­ρι­μο πλά­σμα— κι ἀ­δεί­λια­στη.

      Κα­λὸς και­ρὸς στὰ τέ­λη τοῦ Δε­κέμ­βρη. Ἥ­λιος καὶ στέ­γνη – μὰ καὶ κρύ­ο τσου­χτε­ρό.

      Ἡ Τσί­χλα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα παι­διά (τὰ σκο­λειὰ κλει­σμέ­να!) βγαί­ναν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ σ’ ἕ­να πλά­τω­μα πρὸς τὸ ρέ­μα καὶ παί­ζα­νε μπρο­στὰ στὰ μά­τια τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ τῶν τσο­λιά­δων.

      Παί­ζα­νε τό­πι.

      Ἡ Τσί­χλα, πά­νου στὸ φούν­τω­μα τοῦ παι­χνι­διοῦ, τί­να­ζε τὸ τό­πι ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πι­ό­τε­ρο, νὰ τὸ φτά­σει.

      Τὸ τό­πι κυ­λοῦ­σε κά­του στὴ ρε­μα­τιὰ κι ἡ Τσί­χλα κυ­λοῦ­σε κι ἀ­φτή.

      Ὄ­χι πο­λὺ ψη­λά, μέ­σα στὸ δά­σος τὴν πε­ρι­μέ­να­νε κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, κά­θε μέ­ρα δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες. Τοὺς ἔ­δι­νε τὸ μή­νυ­μα γραμ­μέ­νο ἢ στο­μα­τι­κὰ τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σε πί­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη (γιὰ νὰ μὴν ἀρ­γή­σει) μὲ τὸ τό­πι στὰ χέ­ρια!

      Ἀλ­λ’ ἀ­φτὸ τὸ τα­χτι­κὸ χά­σι­μο τῆς Τσί­χλας μέ­σα στὸ δά­σος πο­νή­ρε­ψε τοὺς «ἐ­χθροὺς» ξέ­νους καὶ δι­κούς.

      «Πρέ­πει νὰ ἰ­δοῦ­με τὶ τρέ­χει, μὲ τρό­πο – για­τὶ τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι πο­λὺ πο­νη­ρό…».

      Ἀλ­λὰ δὲν χρει­ά­στη­κε τρό­πος. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ, δε­ξὶ χέ­ρι τῶν Να­ζή­δων, ἔ­κα­νε τὴν τε­λε­φταί­α του ὑ­πη­ρε­σί­α «πρὸς τὴν Πα­τρί­δα». Τοὺς πλη­ρο­φό­ρη­σε τὶ συμ­βαί­νει.

      Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ Τσί­χλα ξα­νά­κα­νε τὸ «παι­χνί­δι» της, τρέ­ξα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ τό­πι Να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοί», στα­μα­τή­σα­νε τὸ τό­πι, στα­μα­τή­σα­νε κι ἀ­φτή­νε καὶ τὴν ψά­ξα­νε.

      Βρή­κα­νε χω­μέ­νο μέ­σα στὰ μαλ­λιά της ἕ­να χαρ­τά­κι.

      «Ἔ­λα δῶ, που­λά­κι μου, τὴ ρώ­τη­σε ὁ πρό­ε­δρος. Ποι­ός σοῦ τό δω­σε τοῦ­το;»

      «Μό­νη μου τό γρα­ψα.»

      «Καὶ τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πρά­μα­τα;»

      «Ὅ­λοι μας ξέ­ρου­με.»

      «Καὶ τί ἄλ­λο “παι­χνί­δι” ξέ­ρεις;»

      «Ὅ­λα. Καὶ νὰ τρέ­χω. Καὶ νὰ πη­δῶ. Καὶ νὰ τρα­γου­δῶ. Νὰ σκαρ­φα­λώ­νω στὰ δέν­τρα, νὰ καρ­πο­λο­γῶ καὶ νὰ πιά­νω που­λά­κια στὶς φω­λι­ές τους.»

      «Γιὰ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἀ­φτή­νε τὴν ἐ­λιὰ νὰ σὲ ἰ­δοῦ­με;»

      Ἡ Τσί­χλα βρέ­θη­κε σ’ ἕ­να λε­πτὸ πά­νω στὸ δέν­τρο.

      «Ξέ­ρεις, εἶ­πες, νὰ τρα­γου­δᾶς. Γιὰ πές μας κα­νέ­να “σκο­πὸ” ν’ ἀ­κού­σου­με; Ὅ,τι σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

      Κ’ ἡ Τσί­χλα μὲ λα­γα­ρὴ παι­δι­ά­στι­κη φω­νὴ κε­λά­η­δη­σε.

 

      «Μά­βρ’ εἶ­ν’ ἡ νύ­χτα στὰ βου­νά…» (Ἀ­φτὸ τὸ τρα­γού­δι εἴ­τα­νε τό­τες τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο τρα­γού­δι τῶν σκλα­βω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.)

 

      Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…

      Οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες κι οἱ τσο­λιά­δες τὴ βά­λα­νε στὸ ση­μά­δι καὶ τὴ σκο­τώ­σα­νε σὰν που­λί. Καὶ τὸ που­λὶ σω­ρι­ά­στη­κε χά­μου, μιᾶς φού­χτας σῶ­μα κι ἀ­πέ­ραν­τη ψυ­χή. Ἡ ψυ­χὴ ὅ­λης τῆς Ἑλ­λά­δας.

      Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ καμ­πά­νες δι­α­λα­λού­σα­νε τὴ γέν­νη­ση τοῦ «Σω­τῆ­ρος», πέ­σα­νε ξαφ­νι­κὰ στὸ χω­ριὸ οἱ ἀν­τάρ­τες – καὶ να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοὶ» κι ὁ πρό­ε­δρος πλη­ρώ­σαν μὲ τὴ ζω­ή τους τὸ ἄ­ναν­τρό τους ἔγ­κλη­μα.

      Κι ὕ­στε­ρα;

      Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο ἡ «ἐ­λευ­θε­ρί­α» εἶ­χε κυ­νη­γη­θεῖ στε­ριᾶς καὶ πε­λά­ου ἀ­π’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἀλ­λὰ κά­θε Χρι­στού­γεν­να, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, οἱ χα­ρού­με­νοι ἀν­τί­λα­λοι τῆς καμ­πά­νας δὲν μπο­ρ­οῦ­νε νὰ πνί­ξου­νε τὸ θλι­βε­ρὸ κε­λά­­δη­μα τῆς Τσί­χλας καὶ τὸ κλά­μα τῆς Πα­τρί­δας…

 

 

Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.

 

Κώ­στας Βάρ­να­λης (Πύρ­γος Βουλ­γα­ρί­ας, 1884-Ἀθή­να, 1974). Ποί­ηση, πε­ζο­γραφί­α, θέ­α­τρο, δοκί­μιο, κρι­τική, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀθή­να. Στρα­τευμέ­νος ἰδε­ολό­γος τῆς ἀρι­στερᾶς γνώρι­σε πολ­λὲς διώξεις γιὰ τὶς ἰδέ­ες καὶ τὸ ἔργο του. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ ποι­ημά­των Κηρῆθρες (1905). Τὸ 1975, ἕνα χρό­νο μετὰ τὸν θά­νατό του κυ­κλοφό­ρη­σε ἡ ποι­η­τική του συλ­λογὴ Ὀργὴ Λα­οῦ γραμ­μέ­νη κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς δι­κτα­τορί­ας τῶν συ­νταγ­μα­ταρ­χῶν.

 

Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman): Ληστεία Τράπεζας

 

 

Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman)

 

Λη­στεί­α Τρά­πε­ζας

(The Bank Robbery)

 

ΛΗ­ΣΤΗΣ ΕΙ­ΠΕ τὴν ἱ­στο­ρί­α του μὲ μι­κρὰ ση­μει­ώ­μα­τα στὴν τα­μί­α τῆς τρά­πε­ζας. Κρά­τη­σε στὸ ἕ­να χέ­ρι τὸ ὅ­πλο καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­δω­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πρῶ­το ση­μεί­ω­μα ἔ­λε­γε:

 

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ λη­στεί­α για­τί ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα κι ἐ­γὼ χρει­ά­ζο­μαι χρῆ­μα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω, γι’ αὐ­τὸ ἔ­χε τὰ χέ­ρια σου σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὰ βλέ­πω καὶ μὴν πᾶς νὰ πα­τή­σεις κα­νέ­να συ­να­γερ­μὸ για­τί θὰ σοῦ τι­νά­ξω τὰ μυα­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα.

 

       Ἡ τα­μί­ας, μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε, ἔ­νιω­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ φω­τί­ζε­ται ἡ ζω­ή της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια της σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βλέ­πει καὶ δὲν πά­τη­σε κα­νέ­να συ­να­γερ­μό. Ὤ! κίν­δυ­νε, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­σαι ἀκριβῶς σὰν τὴν ἀ­γά­πη. Στὴ συ­νέ­χεια δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα, τὸ ἔ­δω­σε πί­σω στὸν πι­στο­λὰ καὶ εἶ­πε:

       «Αὐ­τὸ τὸ ση­μεί­ω­μα εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­φη­ρη­μέ­νο. Πραγ­μα­τι­κὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θῶ σ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­ει.»

       Ὁ λη­στής, ἕ­νας νε­α­ρὸς ἄν­τρας γύ­ρω στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε, ἔ­νιω­σε τὸ χέ­ρι του νὰ ἠ­λε­κτρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του κα­θὼς ἔ­γρα­φε τὸ ἑ­πό­με­νο ση­μεί­ω­μα. Ὤ! χρῆ­μα, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, εἶ­σαι ἀ­κρι­βῶς σὰν τὴν ἀ­γά­πη. Τὸ ἑ­πό­με­νο ση­μεί­ω­μά του ἔ­λε­γε:

 

      Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ λη­στεί­α για­τί ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας ξε­κά­θα­ρος κα­νό­νας ἐ­δῶ γύ­ρω καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι: Ο­ΤΑΝ ΞΕ­ΜΕΙ­ΝΕΙΣ Α­ΠΟ ΛΕ­ΦΤΑ Υ­ΠΟ­ΦΕ­ΡΕΙΣ, γι’ αὐ­τὸ ἔ­χε τὰ χέ­ρια σου σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὰ βλέ­πω καὶ μὴν πᾶς νὰ πα­τή­σεις κα­νέ­να συ­να­γερ­μὸ για­τί θὰ σοῦ τι­νά­ξω τὰ μυα­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα.

 

       Ἡ κο­πέ­λα πῆ­ρε τὸ ση­μεί­ω­μα, ἀ­κουμ­πών­τας ἐ­λα­φρὰ τὸ ἄ­ο­πλο χέ­ρι ποὺ τὸ εἶ­χε γρά­ψει. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τοῦ χε­ριοῦ τοῦ πι­στο­λᾶ πῆ­γε κα­τευ­θεί­αν στὴ μνή­μη της, ὡ­ρι­μά­ζον­τας ὡς ἀ­νά­μνη­ση ἐ­κεῖ. Ἔ­γι­νε ἕ­να συ­νε­χὲς φῶς πρὸς τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σε νὰ κι­νη­θεῖ ἅ­μα χα­νό­ταν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ πάν­τα ξε­κά­θα­ρα λὲς καὶ εἶ­χε μό­λις ἀ­να­ση­κώ­σει ἕ­να ἄ­γνω­στο πέ­πλο.

      «Νο­μί­ζω πὼς κα­τα­λα­βαί­νω κα­λύ­τε­ρα τώ­ρα», εἶ­πε στὸν κλέ­φτη, κοι­τά­ζον­τάς τον πρῶ­τα στὰ μά­τια καὶ με­τὰ τὸ ὅ­πλο. «Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ δὲ θὰ σοῦ φέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ θέ­λεις.» Τὸν κοί­τα­ξε βα­θιὰ μέ­σα του, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι γι­νό­ταν αὐ­τὴ πλού­σια μπρο­στὰ στὰ μά­τια του.

       Ὤ! κίν­δυ­νε, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­σαι ὁ χρυ­σὸς ποὺ θέ­λει νὰ ξο­δέ­ψει τὴ ζω­ή μου.

       Ὁ κλέ­φτης ἄρ­χι­σε νὰ νυ­στά­ζει. Τὸ βά­ρος τοῦ ὅ­πλου ἦ­ταν τὸ βά­ρος τῶν ὀ­νεί­ρων του ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, πρὶν ἀ­κό­μα αὐ­τὴ ἔρ­θει. Τὸ ὅ­πλο ἦ­ταν σὰν τὰ βα­ριὰ βλέ­φα­ρα κά­ποι­ου ποὺ θέ­λει νὰ κοι­μη­θεῖ ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται.

       Ὤ! χρῆ­μα, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, βρῆ­κα μι­κρὰ κομ­μά­τια σου ποὺ ὑ­πο­δι­αι­ροῦν­ται σὲ πο­λὺ πιὸ μι­κρὰ κομ­μά­τια. Ὑ­πό­σχε­σαι ἀ­μέ­τρη­τες πο­σό­τη­τες ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ἀλ­λὰ ἔρ­χον­ται ἄλ­λοι. Ἀ­πει­λοῦν τὸ θη­σαυ­ρό μας ὅ­λοι μα­ζί. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ μα­ζέ­ψω ἀρ­κε­τὰ γρή­γο­ρα κα­θὼς ὁ­δη­γεῖς στὴν ὑ­πέ­ρο­χη, τε­ρά­στια ἡ­συ­χί­α ποὺ σὲ χα­ρα­κτη­ρί­ζει. Ὤ! χρῆ­μα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ σῶ­σε μe, για­τί εἶ­σαι ἐ­πι­θυ­μί­α, γνή­σια ἐ­πι­θυ­μί­α, ποὺ θέ­λει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό της.

       Ὁ πι­στο­λάς μπο­ροῦ­σε νὰ νι­ώ­σει τὶς δι­α­λεί­ψεις, τὰ δι­α­στή­μα­τα μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό του, συσ­σω­ρευ­μέ­να τό­σο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι σί­γου­ρος τί θὰ ἔ­κα­νε στὴ συ­νέ­χεια. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει. Τὸ ἑ­πό­με­νο ση­μεί­ω­μά του ἔ­λε­γε:

 

       Τώ­ρα εἶ­ναι ἡ ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου, ἡ ται­νί­α τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας μου: μιὰ ἀ­πό­κο­σμη βόλ­τα μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο —μιὰ ἔκ­στα­ση μέ­σα στὴ νύ­χτα— ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θέ­λω νὰ κα­τε­βῶ καὶ τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ φῶ­τα μὲ κρα­τᾶ­νε ξύ­πνιο. Στοὺς δρό­μους θὰ κυ­νη­γή­σω τὸ γράμ­μα τῆς ἀ­γά­πης ποὺ τὸ πα­ρα­σέρ­νει ὁ ἄ­νε­μος καὶ θὰ μοῦ ἀλ­λά­ξει τὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ἄ­σφαι­ρο ὅ­πλο τοῦ χρό­νου, γι’ αὐ­τὸ ἔ­χε τὰ χέ­ρια σου σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὰ βλέ­πω καὶ μὴν πᾶς νὰ πα­τή­σεις κα­νέ­να συ­να­γερ­μὸ για­τί θὰ σοῦ τι­νά­ξω τὰ μυα­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα.

 

       Δι­α­βά­ζον­τας, ἡ κο­πέ­λα ἔ­νι­ω­σε τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά της χέ­ρια νὰ ἁρ­πά­ζουν αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς της καὶ νὰ κρα­τι­οῦν­ται ἀ­πὸ αὐ­τή.

      Ὤ! κίν­δυ­νε, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­σαι ὁ ἑ­αυ­τός σου μὲ ἀ­πί­στευ­τη σα­φή­νεια. Ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα σου ξέ­ρω τί θέ­λω.

       Ὁ νε­α­ρὸς καὶ ἡ κο­πέ­λα κοι­τά­χτη­καν στὰ μά­τια σχη­μα­τί­ζον­τας δύ­ο μο­νο­πά­τια με­τα­ξύ τους. Ἀ­πὸ τὴ μί­α το μο­νο­πά­τι τῆς ζω­ῆς του περ­πά­τη­σε μέ­σα στὴ δι­κιά της, σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δί, καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ δι­κό της μο­νο­πά­τι περ­πά­τη­σε μέ­σα στὴ δι­κή του.

       «Αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ εἶ­ναι ἀ­γά­πη», τοῦ εἶ­πε. «Θὰ κά­νω ὅ,τι θέ­λεις.» Ξε­κί­νη­σε νὰ βά­ζει τὰ λε­φτὰ μέ­σα στὴν τε­ρά­στια κρε­μα­στὴ τσάν­τα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει.

       Κα­θὼς τὴν ἄ­δεια­ζε ἀ­πὸ τὰ λε­φτά, ἡ τρά­πε­ζα γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὕ­πνο. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μέ­σα στὴν τρά­πε­ζα κοι­μή­θη­καν τὸν ἀ­τά­ρα­χο ὕ­πνο τῶν δέν­τρων ποὺ δὲν θὰ γί­νον­ταν πο­τὲ λε­φτά. Ἐν­τέ­λει, το­πο­θέ­τη­σε ὅ­λα τα λε­φτὰ μέ­σα στὴν τσάν­τα.

       Ὁ λη­στὴς καὶ ἡ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­φυ­γαν μα­ζὶ σὰν ὅ­μη­ροι ὁ ἕ­νας τοῦ ἄλ­λου. Ἂν καὶ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ἀ­ναγ­καῖ­ο, κρα­τοῦ­σε τὸ ὅ­πλο πρὸς τὸ μέ­ρος της, μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ μοιά­ζει σὰν παι­δὶ ἀ­νά­με­σά τους.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ταινία τῶν Jason Miller καὶ Eric Steele. Παίζουν οἱ Hunter Wood καὶ Anna Beck. Μουσική: Miles Davis «Kind of Blue» καὶ Ryan Adams «Wild Flowers».

 

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι. 

 

Στί­βεν Σού­τζμαν (Steven Schutzman). Θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Πολ­λὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ σὲ θέ­α­τρα τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν, ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

http://mysite.verizon.net/stevenschutzman/

 

Με­τά­φρα­ση:

Μά­κης Μύ­α­ρης. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.