Τάσος Γουδέλης: Ἡ παγίδα

 

 

 

Τάσος Γουδέλης

 

πα­γί­δα

 

1947.  O EΜΦΥΛΙΟΣ σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη. Ὁ Ε. φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα του γιὰ νὰ γλι­τώ­σει τὴν ἀ­νέ­χεια. Κα­τα­τάσ­σε­ται ἔ­φε­δρος στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κό. Τὸ πλοῖ­ο Ἕ­σπε­ρος, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς ναύ­της, κά­νει πε­ρι­πο­λί­ες στὸν Πα­γα­ση­τι­κὸ καὶ ἐλ­λι­με­νί­ζε­ται στὸ Βό­λο. Τὶς νύ­χτες οἱ ἀν­τάρ­τες γρά­φουν συν­θή­μα­τα μὲ φω­τι­ὲς στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Πη­λί­ου. Ὁ Ε., σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξό­δους του στὴν πό­λη, γνω­ρί­ζε­ται μὲ τὴν Π., μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη συ­στή­νει στὸ συ­νά­δελ­φο τοῦ Ε., τὸν Δ., τὴ φί­λη της Τ., καὶ βγαί­νουν ὅ­λοι μα­ζί. Κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα οἱ κο­πέ­λες προ­τεί­νουν στοὺς νέ­ους μιὰ βόλ­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, στὸ δά­σος. Ἐ­κεῖ, ὅ­μως, τοὺς πε­ρι­μέ­νουν ἔ­νο­πλοι ἀν­τάρ­τες. Οἱ ναῦ­τες κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι οἱ κο­πέ­λες τοὺς ἔ­χουν πα­ρα­δώ­σει. Οἱ ἀν­τάρ­τες εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ τοὺς ἐ­κτε­λέ­σουν. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς βγά­ζει ἕ­να σύν­το­μο λο­γύ­δριο, κά­τι σὰν ἐ­τυ­μη­γο­ρί­α. Οἱ κο­πέ­λες πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ὁ Δ. γο­να­τί­ζει κλαί­γον­τας καὶ κά­νει ἐ­με­τό. Ὁ Ε., κα­τά­χλο­μος, ψελ­λί­ζει στὸ βαθ­μο­φό­ρο γιὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὴν ΕΠΟΝ τῆς πε­ρι­ο­χῆς του λί­γα χρό­νια πρίν. Ὁ ἄλ­λος, μὲ τὸ δά­χτυ­λο στὴ σκαν­δά­λη, τὸν ρω­τά­ει γιὰ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἀν­ταρ­τῶν, καὶ ὁ Ε. τὸν πε­ρι­γρά­φει: τοῦ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τοὺς ἀν­τάρ­τες καὶ τὶς μά­χες, τώ­ρα ἀ­σθμαί­νον­τας ἐ­πει­δὴ βλέ­πει ὅ­τι ὁ ἀ­πέ­ναν­τί του ἀρ­χί­ζει νὰ ἀλ­λά­ζει δι­ά­θε­ση. Ὁ Δ. συ­νε­χί­ζει νὰ κλαί­ει μὲ τὸ κε­φά­λι στὸ χῶ­μα ἐ­νῶ τὰ ὄ­πλα ση­μα­δεύ­ουν καὶ τοὺς δύο νέ­ους. Ὁ Ε. πα­ρα­λη­ρεῖ. Ὁ βαθ­μο­φό­ρος τὸν ἀ­να­κρί­νει ἐ­πί­μο­να. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι φο­βᾶ­ται μή­πως κά­νει λά­θος καὶ ἐ­κτε­λέ­σει κά­ποι­ον ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τη του. Τε­λι­κὰ πεί­θε­ται καὶ ἀ­φή­νει τὴ σκαν­δά­λη. Δι­στά­ζει γιὰ λί­γο. Τὴν ξαφ­νι­κὴ σι­ω­πὴ ρα­γί­ζουν οἱ λυγ­μοὶ τοῦ Δ. καὶ κά­ποιοι ἦ­χοι τοῦ δά­σους. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­σφέ­ρει τσι­γά­ρο στὸν Ε., ποὺ τὸ παίρ­νει τρέ­μον­τας. Δὲν μι­λά­ει κα­νείς. Ὁ ἀν­τάρ­της ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­λα­φρὰ στὸν ὦ­μο τὸν γο­να­τι­σμέ­νο ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Ὁ Ε. τὸν βο­η­θά­ει. Οἱ ἀν­τάρ­τες, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ νεῦ­μα τοῦ βαθ­μο­φό­ρου, κα­τε­βά­ζουν τὰ ὅ­πλα. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ναῦ­τες νὰ βο­η­θή­σουν τὴν «ἔ­νο­πλη λα­ϊ­κὴ πά­λη» μὲ κά­θε τρό­πο. Ὁ Ε., πιὸ ψύ­χραι­μος τώ­ρα, λέ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα πι­στεύ­ει γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σει τε­λεί­ως τὸν ἄλ­λον. Τε­λι­κά, ἡ ὁ­μά­δα τῶν ἐ­νό­πλων ἀ­πο­χω­ρεῖ μὲ τὶς κο­πέ­λες. Οἱ δύο νέ­οι μέ­νουν πί­σω ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Ὁ Ε. ὑ­πο­βα­στά­ζει τὸν Δ. μέ­χρι νὰ φθά­σουν στὴν πό­λη. Τώ­ρα κλαί­ει βου­βὰ καὶ αὐ­τός. Τὶς ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες οἱ δύο ναῦ­τες ξα­να­βρί­σκουν τὸν πα­λιό τους ρυθ­μό. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ Ἐμ­φύ­λιος μαί­νε­ται. Ὁ­μά­δες ἐ­πί­λε­κτου στρα­τοῦ κά­νουν ἐ­πι­χει­ρή­σεις στὸ Πή­λιο. Ὁ Ε. μὲ τὸν Δ. βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο τὶς λάμ­ψεις καὶ τοὺς κα­πνούς. Ἕ­να πρω­ὶ κα­τα­φθά­νουν στὸ λι­μά­νι φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ μὲ αἰχ­μά­λω­τους ἀν­τάρ­τες γιὰ νὰ τοὺς ἐ­πι­βι­βά­σουν σὲ με­τα­γω­γι­κό. Τοὺς πη­γαί­νουν γιὰ ἐ­ξο­ρί­α ἢ ἐ­κτέ­λε­ση. Οἱ δύο νέ­οι ἔ­χουν βάρ­δια στὴν προ­κυ­μαί­α. Περ­νοῦν μπρο­στὰ τους σὲ φά­λαγ­γα οἱ αἰχ­μά­λω­τοι. Ἀ­νά­με­σά τους ἡ Π. καὶ ἡ Τ. ποὺ τοὺς κοι­τοῦν ἀ­νέκ­φρα­στες. Οἱ δύο ἄλ­λοι νι­ώ­θουν τὸ ἴ­διο κε­νὸ ὅ­πως τό­τε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἐ­πει­σό­διο στὸ βου­νό.

 

 

Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).