Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki): Γιατὶ γράφω διηγήματα ἢ γιὰ πότε τὸ μυθιστόρημα

 

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki)

 

Γιατὶ γράφω διηγήματα ἢ γιὰ πότε τὸ μυθιστόρημα

(Por qué escribo relatos o para cuándo novela)

 

TAN, πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ἡ σύ­ζυ­γός μου, ἡ Μάρ­λε, μοῦ ἔ­δω­σε τὴν ἄ­δεια νὰ που­λή­σω τὴν κου­ζί­να καὶ τὸ ψυ­γεῖ­ο ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σω νὰ πλη­ρώ­σω τὴν ἔκ­δο­ση τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των μου, δὲν εἶ­χα φαν­τα­στεῖ ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ ἀ­πό­φα­ση θὰ προ­κα­λοῦ­σε τέ­τοι­α ἀ­νά­πτυ­ξη στὴ γει­το­νιά: ἡ πι­τσα­ρί­α τῆς γω­νί­ας ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρα­δί­δει πί­τσες κα­τ’ οἶ­κον, τὸ κι­νέ­ζι­κο ἑ­στι­α­τό­ριο σή­κω­σε δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο καὶ στὸ δρό­μο μας ἐγ­και­νι­ά­στη­κε μα­γα­ζὶ μὲ ψη­τὰ κο­τό­που­λα. Μὲ τὸν πλη­θω­ρι­σμὸ ἄρ­χι­σε ἡ ἀ­κρί­βεια καὶ τὰ χάμ­πουρ­γκερ ἀ­πὸ γα­τί­σιο κρέ­ας· στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ τὸ Πε­ροῦ καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θοῦ­με στὴ Σε­βίλ­λη, ὅ­που κα­νεὶς ζεῖ, τρώ­ει καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νει χω­ρὶς δυ­σά­ρε­στες ἐκ­πλή­ξεις. Βέ­βαι­α, ἐ­δῶ δὲν ἔ­χου­με ἀ­γο­ρά­σει κου­ζί­να, πή­ρα­με ὅ­μως ψυ­γεῖ­ο, για­τὶ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ μέ­ρος ὅ­που μπο­ρῶ νὰ γρά­φω μὲ δρο­σιὰ τοὺς μῆ­νες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

       Μιὰ με­τα­φο­ρά, φερ­μέ­νη στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τοῦ μπόξ, λέ­ει ὅ­τι στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα πρέ­πει νὰ κερ­δί­σεις στὰ ση­μεῖ­α καὶ στὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ νὸκ ἄ­ουτ, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ λο­γο­τε­χνι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ φα­στφοὺντ ἐ­μέ­να μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ δι­α­τρο­φι­κὲς πα­ρο­μοι­ώ­σεις: τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μὲ τὸ αἱ­μα­τά­κι του, ἀλ­λὰ τὸ δι­ή­γη­μα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­λο­ψη­μέ­νο. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πάν­τα πα­χαί­νει, ἀλ­λὰ τὸ δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­κρι­βῶς τὶς θερ­μί­δες ποὺ χρει­ά­ζον­ται. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­φοῦ τὸ ἀ­νοί­ξεις, κρα­τά­ει μιὰ χα­ρὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο, τὸ δι­ή­γη­μα ὅ­μως πρέ­πει νὰ κα­τα­να­λω­θεῖ ἀ­μέ­σως. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἔ­χει συν­τη­ρη­τι­κά, τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι πλού­σιο σὲ φυ­τι­κὲς ἴ­νες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα δὲν πα­θαί­νει τί­πο­τα ἂν τὸ ξα­να­ζε­στά­νεις, ἀν­τί­θε­τα τὸ δι­ή­γη­μα —πα­ρα­φρά­ζον­τας τὴν ται­νί­α— «Τὸ τη­γα­νί­ζεις μο­νά­χα μιὰ φο­ρά». Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα εἶ­ναι βα­ρὺ φα­γη­τὸ ποὺ φέρ­νει κα­οῦ­ρες, τὸ δι­ή­γη­μα κρύ­ο πιά­το ζαρ­ζα­βα­τι­κῆς πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ χορ­ταί­νει, τὸ δι­ή­γη­μα σοῦ ἀ­νοί­γει τὴν ὄ­ρε­ξη.

      Τώ­ρα ποὺ μὲ γνω­ρί­σα­τε κα­λύ­τε­ρα, θέ­λω νὰ ἀ­να­φερ­θῶ ξα­νὰ στὴν Μάρ­λε. Τὰ ὡ­ραῖ­α δι­η­γή­μα­τα τὰ φά­γα­με μὲ ψω­μὶ κι ἁ­λά­τι ἀλ­λά, κα­θό­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ συ­νε­χί­σει νὰ ζεῖ κα­νεὶς που­λών­τας πα­ρα­μύ­θια, σύν­το­μα θὰ ἀρ­χί­σω νὰ μα­γει­ρεύ­ω κα­νέ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι, καρ­διά μου, ὅ­τι τό­τε θὰ ἀ­γο­ρά­σου­με κου­ζί­να.

 

  

Πηγή: iwasaKITwasaki, Albatros Collection Extramares, Γενεύη, 2009.

 

Φερ­νάν­το ­γου­α­σά­κι (F­e­r­n­a­n­do I­w­a­s­a­ki) (Λί­μα, 1961). M­έ­νει μό­νι­μα στὴ Σε­βίλ­λη ἀ­πὸ τὸ 1985. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Li­bro de mal a­mor (2001) καὶ Negui­jón (2005) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των In­qui­si­cio­nes pe­ru­a­nas (1997), Un mi­la­gro in­for­mal (2003), A­ju­ar fu­ne­ra­rio (2004), He­lar­te de a­mar y o­tras hi­­sto­­ri­as de ci­encia-fic­ción (2006), E­spa­ña a­par­ta de mí e­stos pre­mi­os (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τὸ δι­ή­γη­μά του «Ἡ Ἱ­σπα­νί­δα ὅ­ταν φι­λά­ει».

Ἱστοσελίδα: http://www.fernandoiwasaki.com

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά.

 

Εἰκόνα: Σχέ­διο τοῦ Fernando Vicente

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: