Μὶκ Τζάκσον (Mick Jackson): Οἱ ἀδελφὲς Πήρς

 

 

 

Μὶκ Τζάκ­σον (M­i­ck J­a­c­k­s­on)

 

Οἱ ­δελ­φὲς Πήρς

(T­he P­e­a­r­ce s­i­s­t­e­rs)

 

ΛΟΛ ΚΑΙ Η ΕΝΤΝΑ ΠΗΡΣ κρα­τοῦ­σαν συν­τρο­φιὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη, κι ἦ­ταν ἐν­τά­ξει μιὰ ποὺ ὁ κον­τι­νό­τε­ρος γεί­το­νας ἔ­με­νε δε­κα­τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἡ πα­λιὰ καὶ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ κα­λύ­βα τους βρι­σκό­ταν κολ­λη­μέ­νη στὴ ρί­ζα τῶν βρά­χων, κον­τὰ στὰ βό­τσα­λα. Κά­θε δω­μά­τιο κρο­τά­λι­ζε ἀ­πὸ τὰ δι­κά του ἰ­δι­αί­τε­ρα ρεύ­μα­τα καὶ τοὺς ἀ­έ­ρη­δες καὶ ὅ­ταν εἶ­χε πα­λίρ­ροι­α τὰ κύ­μα­τα χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα. Κά­θε τό­σο ὅ­μως ἔ­σκα­γε ὁ ἥ­λιος πί­σω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, ἡ βρο­χὴ κό­πα­ζε καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­πε­φτε στὰ 5 ἢ 6 μπο­φόρ. Οἱ ἀ­δερ­φὲς τό­τε πε­ρι­δι­ά­βαι­ναν τὴν ἀ­κτὴ ψά­χνον­τας τυ­χὸν ξε­βρα­σμέ­να ξύ­λα ποὺ τὰ ἔ­σερ­ναν πί­σω, γιὰ νὰ τα­ΐ­σουν τὴ ξυ­λό­σομ­πα καὶ νὰ μπα­λώ­σουν τὴν κα­λύ­βα τους ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­λει­παν κομ­μά­τια.

       Ἔ­κα­ναν ὅ,τι μπο­ροῦ­σαν καὶ ἴ­σα ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ζοῦν ἀ­πὸ τὴν κρυ­φὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α τῆς θά­λασ­σας. Ἕ­ξι μέ­ρες τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­βγα­ζαν τὴ βάρ­κα τους στὰ ἀ­νοι­χτὰ καὶ σή­κω­ναν τὰ δί­χτυ­ά τους νὰ δοῦν τί ἔ­χουν πιά­σει. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, τὰ ἔ­τρω­γαν· τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ κρε­μοῦ­σαν στὸ εἰ­δι­κὸ μέ­ρος ποὺ εἶ­χαν γιὰ νὰ γί­νουν κα­πνι­στά. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες μέ­σα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἡ λευ­κό­τε­ρη σάρ­κα γι­νό­ταν κι­τρι­νω­πή, λι­πα­ρὴ καὶ ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­δί­νει τὸν πλού­σιο, γλυ­κὸ ἀ­χνὸ τῆς πίσ­σας. Καὶ κά­θε δε­κα­πέν­τε μέ­ρες οἱ ἀ­δελ­φὲς Πὴρς τύ­λι­γαν τὶς κα­πνι­στὲς ρέγ­κες τους καὶ τὰ κα­πνι­στὰ σκουμ­πριὰ καὶ τοὺς βα­κα­λά­ους σὲ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πή­γαι­ναν στὴν πό­λη, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σουν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν μιὰ ἢ δυ­ὸ μι­κρὲς πο­λυ­τέ­λει­ες τῆς ζω­ῆς, ὅ­πως ψω­μί, ἁ­λά­τι ἢ τσά­ι.

      Μιὰ κρύ­α, βρο­χε­ρὴ Πα­ρα­σκευ­ή, ἡ Λὸλ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σκε­πή, καρ­φώ­νον­τας ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο σὲ μιὰ τρύ­πα ἀ­π’ ὅ­που ἔμ­παι­νε ἐ­νο­χλη­τι­κὰ ἡ βρο­χὴ καὶ ἡ Ἔν­τνα ἦ­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὴν κα­λύ­βα, ξε­κοι­λι­ά­ζον­τας καὶ κα­θα­ρί­ζον­τας τὴν πρω­ι­νὴ ψα­ριά. Ἡ Λὸλ κάρ­φω­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο καρ­φί, γύ­ρι­σε νὰ πά­ει πρὸς τὴ σκά­λα καὶ τυ­χαῖ­α κοί­τα­ξε πρὸς τὸν ὅρ­μο. Σπά­νια ὑ­πῆρ­χε κά­τι ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­κτὴ καὶ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­μως ἐ­κεί­νη τὴν κρύ­α, βρο­χε­ρὴ Πα­ρα­σκευ­ὴ νό­μι­ζε ὅ­τι κά­τι ἔ­πια­σε τὸ μά­τι της ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα. Στα­μά­τη­σε καὶ πε­ρί­με­νε τὴ θά­λασ­σα νὰ χα­μη­λώ­σει τοὺς μύ­ες της. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο εἶ­δε μὲ σι­γου­ριὰ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πιά­σει τὸ μά­τι της μό­λις πρίν – ἕ­να μπα­τα­ρι­σμέ­νο σκά­φος ἐν­νέ­α μέ­τρων, καὶ κά­ποι­ον τα­λαί­πω­ρο ἄν­θρω­πο ἀγ­κι­στρω­μέ­νο πά­νω του μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη.

      «Ἔν­τνα» φώ­να­ξε στὴν ἀ­δερ­φή της, «φέ­ρε τὴ βάρ­κα».

      Ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα ἦ­ταν σκλη­ροὶ γε­ρό­λυ­κοι —κου­βα­λοῦ­σαν συ­χνὰ κου­βά­δες καὶ σκά­φες μὲ ἀ­στα­κοὺς πά­νω κά­τω στὴν πε­ρι­ο­χὴ— καὶ σὲ λί­γα λε­πτὰ εἶ­χαν κα­τε­βά­σει τὴ βάρ­κα τους κά­τω στὴν ἀ­κτή, στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ με­γά­λα, δυ­να­τά τους χέ­ρια τρα­βοῦ­σαν κου­πί.

      Ἡ Λὸλ κοί­τα­ζε τὴν τσα­κι­σμέ­νη βάρ­κα πά­νω ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της κα­θὼς ἐ­κεί­νη κλυ­δω­νι­ζό­ταν καὶ μιὰ φαι­νό­ταν καὶ μιὰ ὄ­χι.

      «Νο­μί­ζεις ὅ­τι πνί­γη­κε κι­ό­λας;» τῆς φώ­να­ξε ἡ Ἔν­τνα.

      «Ὄ­χι τε­λεί­ως» εἶ­πε ἡ Λόλ.

      Πέ­ρα­σαν πά­νω κι ἀ­πὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κύ­μα τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ βάρ­κα ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀρ­γὰ πρὸς τὸν ὑ­δά­τι­νο τά­φο της. Ὁ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος της ἰ­δι­ο­κτή­της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἀ­πὸ κον­τά. Βού­λια­ξε δυ­ὸ φο­ρὲς κι ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ βου­λιά­ξει καὶ τρί­τη φο­ρά – κλο­τσοῦ­σε καὶ χτυ­πι­ό­ταν μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή. Τὰ μά­τια του γύ­ρι­σαν ἀ­νά­πο­δα, τὸ στό­μα του ἄ­νοι­ξε καὶ μὲ μιὰ τε­λευ­ταῖ­α κλο­τσιὰ καὶ γρο­θιὰ βυ­θί­στη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα.

      Οἱ Πὴρς ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που τὸν εἶ­χαν δεῖ τε­λευ­ταῖ­α φο­ρὰ καὶ ἡ Λὸλ βού­τη­ξε βι­α­στι­κὰ τὸ χέ­ρι της στὴ θά­λασ­σα καὶ ἔ­ψα­ξε. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της στὴν Ἔν­τνα καὶ σή­κω­σε τὸ μα­νί­κι της μέ­χρι τὸν ὦ­μο. Με­τὰ ξα­νάρ­χι­σε τὸ ψά­ξι­μο, πῆ­γε ἀ­κό­μα πιὸ βα­θιὰ καὶ στὸ τέ­λος, ὅ­ταν κά­θι­σε πί­σω καὶ τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι τῆς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ κρα­τοῦ­σε τὸν μι­σο­πνιγ­μέ­νο ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸν σβέρ­κο.

      Τὸν ἔ­βγα­λαν στὴν ἀ­κτή, τὸν πέ­τα­ξαν πά­νω στὰ βό­τσα­λα καὶ ἄρ­χι­σαν τὴ δου­λειά. Πρέ­πει νὰ ἔ­βγα­λαν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ θα­λασ­σό­νε­ρο ἀ­πὸ μέ­σα του. Ὕ­στε­ρα ἡ Λὸλ τὸν σή­κω­σε, τὸν πέ­τα­ξε πά­νω στὸν ὦ­μο της καὶ μπῆ­καν μέ­σα κι οἱ τρεῖς τους.

      Σκέ­φτη­καν ὅ­τι συ­νο­λι­κὰ εἶ­χε ἀ­πο­δε­κτὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, εἶ­χε ὅ­λα του τὰ δόν­τια καὶ συμ­πα­θη­τι­κὸ κα­στα­νὸ κε­φά­λι. Μὲ λί­γα λό­για, τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­δρα ποὺ οἱ ἀ­δελ­φὲς Πὴρς σπά­νια ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τό­σο κον­τά, ἔ­τσι τὸν πε­ρι­ερ­γά­στη­καν λε­πτο­με­ρῶς ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­θὼς ἦ­ταν ἀ­ναί­σθη­τος. Κρέ­μα­σαν τὰ μου­σκε­μέ­να του ροῦ­χα δί­πλα στὴ φω­τιὰ καὶ τὸν ἔ­τρι­ψαν μὲ μιὰ πα­λιὰ κου­ρε­λι­α­σμέ­νη πε­τσέ­τα. Με­τὰ τὸν τύ­λι­ξαν μὲ τὴν ρὸζ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα καὶ τοῦ φό­ρε­σαν ἕ­να πα­λιὸ ζευ­γά­ρι κάλ­τσες τῆς Λὸλ γιὰ νὰ τὸν ζε­στά­νουν.

      Σκού­πι­σαν τὸ μέ­τω­πό του κα­θὼς ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὸν κα­να­πέ τους. Χτέ­νι­σαν τὰ μαλ­λιά του, σὰν νὰ ἦ­ταν κού­κλα. Καὶ ἔ­μει­ναν κι οἱ δυ­ὸ δί­πλα του νὰ τὸν κοι­τά­ζουν ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἔ­βη­ξε καὶ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του.

      Λοι­πόν, δὲν ἀρ­νεῖ­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα Πὴρς εἶ­χαν πε­ρά­σει τὴ νι­ό­τη τους λί­γα χρό­νια πρίν. Οἱ δυ­ό τους εἶ­χαν ζή­σει ἀρ­κε­τὰ δύ­σκο­λη ζω­ή. Τὰ μά­γου­λά τους ἦ­ταν φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸν ἄ­νε­μο, τὰ χέ­ρια τους ἄ­γρια, τὰ μαλ­λιά τους μπερ­δε­μέ­να. Τὰ ροῦ­χα τους ἦ­ταν ζα­ρω­μέ­να καὶ λι­γδια­σμέ­να ἀ­πὸ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ψά­ρια ποὺ εἶ­χαν τρι­φτεῖ ἐ­πά­νω τους. Ἔ­τσι ὅ­ταν ὁ μι­σο­πνιγ­μέ­νος ἄν­δρας ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του πρέ­πει νὰ τα­ρά­χτη­κε ἀρ­κε­τὰ βλέ­πον­τας καὶ τὶς δυ­ὸ Πὴρς νὰ τὸν καρ­φώ­νουν μὲ τὸ βλέμ­μα, ὅ­ταν, γιὰ νὰ εἴ­μα­στε δί­και­οι, ἀ­κό­μα καὶ ἡ μιά τους θὰ ἦ­ταν ὑ­πε­ραρ­κε­τή.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ βγά­λου­με τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ μέ­σα σου» εἶ­πε ἡ Ἔν­τνα, καὶ τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να ξε­δον­τι­ά­ρι­κο χα­μό­γε­λο.

      Τὰ μά­τια τοῦ ἀν­θρώ­που πε­τά­ρι­ζαν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Ἔ­μοια­ζε μὲ πα­γι­δευ­μέ­νο ζῶ­ο – μὲ λα­γὸ πι­α­σμέ­νο σὲ πα­γί­δα. Κοι­τά­χτη­κε καὶ εἶ­δε πὼς ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ τὴν πα­λιὰ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα. Κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὶς ἀ­δελ­φὲς καὶ ἔ­βγα­λε μιὰ στριγ­γιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή.

      Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἴ­σως για­τὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μα λί­γο ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος – ἀ­κό­μα ζα­λι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ μπό­λι­κο ἁ­λα­τό­νε­ρο μέ­σα στὸ κε­φά­λι του. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν πόρ­τα καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τὴν ξε­ρι­ζώ­σει ἀ­πὸ τοὺς μεν­τε­σέ­δες της. Με­τὰ ξε­κί­νη­σε – γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, περ­πα­τών­τας μὲ δυ­σκο­λί­α στὰ βό­τσα­λα, πα­ρα­πα­τών­τας καὶ σκον­τά­φτον­τας στὴ βι­α­σύ­νη του νὰ φύ­γει μα­κριά.

      Οἱ ἀ­δερ­φὲς στά­θη­καν στὸ κα­τώ­φλι καὶ κοι­τοῦ­σαν κα­τά­πλη­κτες. Καὶ θὰ τε­λεί­ω­νε ἐ­κεῖ ἄν, ὁ ἄν­θρω­πος, χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει, σὲ ἀ­πό­στα­ση ποὺ ἐ­σφαλ­μέ­να θε­ω­ροῦ­σε ἀ­σφα­λῆ, φο­ρών­τας ἀ­κό­μα τὴ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα, δὲν σή­κω­νε ἕ­να κα­τη­γο­ρη­τι­κὸ δά­χτυ­λο πρὸς τὴν γυ­ναί­κα ποὺ μό­λις τοῦ εἶ­χε σώ­σει τὴ ζω­ή. Ἕ­νας πο­τα­μὸς βλα­στή­μι­ες ξε­χύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του – μιὰ πι­κρό­χο­λη βω­μο­λο­χί­α, τό­σο ὠ­μὴ καὶ πρό­στυ­χη ὥ­στε ὅ­λοι οἱ γλά­ροι (ποὺ δὲν φη­μί­ζον­ται κι­ό­λας γιὰ τὴ σε­μνό­τη­τά τους) κρέ­μα­σαν τὰ κε­φά­λια τους ἀ­πὸ ντρο­πή. Με­τὰ ὁ ἄν­θρω­πος γύ­ρι­σε ξα­νὰ καὶ σκον­τά­φτον­τας συ­νέ­χι­σε γιὰ τὴν ἀ­κτή.

      Δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­πλη­ξη τὸ ὅ­τι ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα Πὴρς ἦρ­θαν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ νε­α­ροῦ ἄν­δρα, μὰ ἡ Λὸλ θί­χτη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­θὼς ἐ­κεί­νη τὸν εἶ­χε δεῖ καὶ ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω. Ἔ­νι­ω­σε τὸ στῆ­θος της νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ δί­και­η ἀ­γα­νά­κτη­ση. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ζα­κέ­τα της καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ τὸν προ­λά­βει.

      Πρέ­πει νὰ ἄ­κου­σε βή­μα­τα πά­νω στὰ χα­λί­κια. Πρέ­πει νὰ τὴν ἄ­κου­σε νὰ πλη­σιά­ζει. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε καὶ χρό­νο νὰ με­τα­νιώ­σει γιὰ τὸ μι­κρό του ξέ­σπα­σμα. Τὸ βέ­βαι­ο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ Λὸλ Πὴρς περ­πα­τοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα πά­νω στὶς κρο­κά­λες καὶ σὲ λί­γα λε­πτὰ τὸν εἶ­χε προ­λά­βει. Τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο, τὸν γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της καὶ τὸν ξυ­λο­κό­πη­σε. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πε­σε κά­τω χω­ρὶς νὰ δεί­ξει ὅ­τι μπο­ρεῖ καὶ νὰ ση­κω­νό­ταν ξα­νά.

      Ἡ Λὸλ στά­θη­κε ἀ­πὸ πά­νω του σὰν πρω­τα­θλη­τὴς τοῦ μπὸξ καὶ φώ­να­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της.

      «Φέ­ρε τὴν βάρ­κα» τῆς εἶ­πε.

      Τὸν ἔ­ρι­ξαν ξα­νὰ ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χαν βρεῖ. Με­τὰ κω­πη­λά­τη­σαν τὰ σχε­δὸν τε­τρα­κό­σια μέ­τρα ὣς τὴν ἀ­κτή. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, δὲν τὸν ξα­να­σκέ­φτη­καν πα­ρὰ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν χτέ­νι­ζαν τὴν πα­ρα­λί­α γιὰ ξε­βρα­σμέ­να ξύ­λα καὶ τὸν βρῆ­καν ξα­πλω­μέ­νο στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά, ἐ­νῶ ἡ πα­λιὰ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­νη γύ­ρω του ἀ­κό­μα καὶ κουμ­πω­μέ­νη ὣς τὸ λαι­μό. Στα­μά­τη­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν γιὰ λί­γο. Φαι­νό­ταν πο­λὺ γα­λή­νιος. Δὲν συ­ζή­τη­σαν κα­θό­λου γιὰ τὸ τί θὰ τὸν ἔ­κα­ναν. Ἁ­πλῶς, πα­ρά­τη­σαν τὰ ξύ­λα τους, τὸν σή­κω­σαν ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ τὸν με­τέ­φε­ραν προ­σε­χτι­κὰ πί­σω στὸ κα­λύ­βι τους.

      Γιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κα­ρέ­κλες στὴ βε­ράν­τα σὰν νὰ χα­λά­ρω­νε με­τὰ ἀ­πὸ βα­ρὺ γεῦ­μα. Με­τὰ ἡ Λὸλ πρό­τει­νε νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν μέ­σα, μὴν τύ­χει καὶ τὸν δεῖ κα­νείς. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ ἔ­πει­τα ἔ­γι­νε μό­νι­μη πα­ρου­σί­α. Κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν γιὰ ὅ­λο τὸ τσά­ι τῆς Κί­νας ἢ ὅ­λα τὰ ψά­ρια τῆς θά­λασ­σας.

      Βρῆ­καν τὰ ροῦ­χα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει κα­τὰ τὴν προ­η­γού­με­νη ἐ­πί­σκε­ψή του καὶ τὸν ἔν­τυ­σαν. Με­τὰ τὸν κά­θι­σαν σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ἔ­μοια­ζε πο­λὺ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος νὰ κοι­τά­ζει τὴ φω­τιά, καὶ ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα συμ­φώ­νη­σαν ὅ­τι δὲν ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω καὶ γε­νι­κὰ δὲν προ­κα­λοῦ­σε φα­σα­ρί­α καὶ ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα κα­λῆς συν­τρο­φιᾶς.

      Πέ­ρα­σαν μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες. Οἱ ἀ­δερ­φὲς συ­νέ­χι­σαν τὶς ἀ­σχο­λί­ες τους. Καὶ τὰ βρά­δια κά­θον­ταν κι οἱ τρεῖς μπρο­στὰ στὸ τζά­κι. Ἡ Ἔν­τνα εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στο νὰ ἔ­χουν ἕ­ναν ἄν­τρα στὸ σπί­τι. Ἡ Λὸλ συμ­φώ­νη­σε, ἀλ­λὰ πρό­σθε­σε ὅ­τι ἂν ἤλ­πι­ζαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτοῦν πῶς θὰ τὸν ἐμ­πό­δι­ζαν νὰ φύ­γει.

      Τοῦ ξα­να­έ­βγα­λαν τὰ ροῦ­χα, τὸν με­τέ­φε­ραν στὸ πί­σω μέ­ρος καὶ τὸν ξά­πλω­σαν στὴν ἴ­δια πέ­τρι­νη πλά­κα ὅ­που ἑ­τοί­μα­ζαν τοὺς βα­κα­λά­ους καὶ τὰ σκουμ­πριά. Ἡ Ἔν­τνα ἀ­κό­νι­σε τὸ μα­χαί­ρι της, τὸν ἄ­νοι­ξε στὴ μέ­ση, καὶ ἡ Λὸλ τὴ βο­ή­θη­σε νὰ βγά­λει τὰ ἐν­τό­σθιά του. Πῆ­ραν τὸ σπάγ­κο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον συ­νή­θως μπά­λω­ναν τὰ δί­χτυ­α καὶ τὸν ἔ­ρα­ψαν. Με­τά, τὸν κρέ­μα­σαν στὸ μέ­ρος γιὰ τὰ κα­πνι­στὰ γιὰ μιὰ βδο­μά­δα πε­ρί­που, περ­νών­τας πό­τε-πό­τε, νὰ δοῦν πῶς τὰ πά­ει, μέ­χρι ποὺ βε­βαι­ώ­θη­καν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­τοι­μος.

      Τὶς δυ­ὸ πρῶ­τες βδο­μά­δες τὸν κά­θι­ζαν στὴν πο­λυ­θρό­να. Με­τὰ τὸν στε­ρέ­ω­σαν σὲ ἕ­να σκα­μνά­κι, μὲ τὰ χέ­ρια ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὰ πλῆ­κτρα τοῦ πα­λιοῦ ὄρ­θιου πιά­νου ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ παί­ζει ἡ μη­τέ­ρα τους ὅ­σο ζοῦ­σε. Εἶ­χε φα­γω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­πὸ τὸν ἁλ­μυ­ρὸ ἀ­έ­ρα ἀλ­λὰ τὸ ἀ­γα­ποῦ­σαν καὶ οἱ δυ­ὸ καὶ τοὺς ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸν ἄν­τρα κα­θι­σμέ­νο μπρο­στά, σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ παί­ξει κά­ποι­ο πα­λιὸ ἐ­λα­φρὺ τρα­γου­δά­κι.

      Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ ἦρ­θε νὰ τοῦ κρα­τή­σει συν­τρο­φιὰ ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος ἀ­πὸ τὸ το­πι­κὸ συμ­βού­λιο ποὺ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα τους γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἶ­χαν τὴν κα­τάλ­λη­λη ἄ­δεια κα­τα­σκευ­ῆς γιὰ ὅ­λα τὰ ὑ­πό­στε­γα καὶ τὶς αὐ­το­σχέ­δι­ες ἐ­πε­κτά­σεις ποὺ εἶ­χαν κά­νει στὸ σπί­τι τους. Ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα πῆ­ραν τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὴ βάρ­κα τους γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξουν πῶς φαί­νον­ταν τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση καὶ μὲ μιὰ μι­κρὴ σπρω­ξιὰ ἐ­κεῖ­νος βρέ­θη­κε ἀ­π’ ἔ­ξω. Ἀρ­κε­τὰ βέ­βαι­ες, μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες με­τά, τὸν βρῆ­καν ξε­βρα­σμέ­νο, κά­που ἑ­κα­τὸ μέ­τρα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε βγεῖ ὁ πρῶ­τος. Ἔ­λει­παν τὰ γυα­λιά του μὰ τὸ κου­στού­μι του ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­θι­κτο.

      Ὁ τρί­τος τους ἐ­πι­σκέ­πτης ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς πε­ρί­ερ­γος ποὺ ἔ­τυ­χε νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ κα­λύ­βι τους καὶ κα­τη­φό­ρι­σε τὸ μο­νο­πά­τι γιὰ νὰ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­κα­νε κὰν τὴ βόλ­τα στὴ θά­λασ­σα πρὶν κα­τα­λή­ξει κα­πνι­στός. Εἶ­χε πλη­σιά­σει ἀ­θό­ρυ­βα στὸ κα­λύ­βι καὶ εἶ­χε κολ­λή­σει τὴ μύ­τη του στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας ὅ­ταν ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ Λὸλ τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸ πέ­το τοῦ σα­κα­κιοῦ του, τὸν ἔ­συ­ρε μέ­σα καὶ τὸν βού­τη­ξε στὴ σα­που­νά­δα. Γιὰ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε τό­ση τά­ξη στὸ νοι­κο­κυ­ριό του αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πιὸ ἀ­να­ξι­ο­πρε­πὴς τρό­πος νὰ φύ­γει.

      Τὸ τέ­ταρ­το θύ­μα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­θῶ­ος πε­ρι­πα­τη­τὴς ποὺ ἔ­κα­νε τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος νὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα τῶν Πὴρς γιὰ νὰ ζη­τή­σει ὁ­δη­γί­ες. Εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ μού­σι, πράγ­μα ποὺ δὲν εὐ­χα­ρί­στη­σε πο­λὺ τὶς ἀ­δελ­φές, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἀ­πελ­πι­στεῖ, καὶ ἤ­θε­λαν νὰ βροῦν ἄλ­λον ἕ­ναν ἄν­τρα νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ κα­ρέ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὴ θά­λασ­σα γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξουν τὸν δρό­μο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, καὶ κα­θὼς στέ­κον­ταν οἱ δυ­ό τους στὸ νε­ρὸ ὣς τοὺς γο­φοὺς καὶ τὸν κρα­τοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω, πα­ρα­κο­λού­θη­σαν τὸν χάρ­τη του τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Χαρ­το­γρά­φη­σης νὰ πα­ρα­δέρ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ ὣς τὴν ἀ­κτή.

      Τὸν ξύ­ρι­σαν πρὶν τὸν κά­νουν κα­πνι­στό. Τώ­ρα κά­θε­ται στὸ σα­λό­νι τῶν Πήρς, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους τρεῖς. Δι­α­βά­ζουν τὰ βι­βλί­α τους, παί­ζουν χαρ­τιὰ καὶ κά­θον­ται στὸ πιά­νο, σὰν ἐκ­θέ­μα­τα σὲ πα­ρά­ξε­νο μου­σεῖ­ο. Τέσ­σε­ρις πνιγ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι, κα­λοὶ καὶ ἥ­συ­χοι, περ­νοῦν τὴν ὥ­ρα τους μὲ τὴ Λὸλ καὶ τὴν Ἔν­τνα Πήρς.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δέ­κα Μαῦ­ρες Ἱ­στο­ρί­ες (T­en S­o­r­ry T­a­les·ἔκδ. F­a­b­er a­nd Faber L­i­m­i­t­ed, 2005).

 

Μὶκ Τζάκ­σον (M­i­ck J­a­c­k­s­on, 1960). Βρετ­τα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλία, πολὺ γνω­στὸς γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του T­he U­n­d­e­r­g­r­o­u­nd M­an (1998· ἑλ­λη­νι­κά: Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ, ἔκδ. Νε­φέ­λη, 1998, μτφ.: Λη­τὼ Σε­ϊ­ζά­νη). Ὁ Τζάκ­σον ἐρ­γά­στη­κε στὸ το­πι­κὸ θέ­α­τρο, σπού­δα­σε Θε­α­τρι­κὲς Τέ­χνες στὸ Ντάρ­τιν­γκτον καὶ ἔ­παι­ξε στὸ ρὸκ συγ­κρό­τη­μα «T­he S­c­r­e­a­m­i­ng A­b­d­a­bs». Τὸ 1990 πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἕ­να τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται τὸ Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἀ­πὸ τὸ 1995 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Ἑ­λέ­νη Μου­σα­μᾶ (Ἀ­θή­να, 1960). Σπού­δα­σε στὸ Πα­ρί­σι Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ P­a­ris X­I­II καὶ ὕ­στε­ρα Του­ρι­στι­κὰ στὴν E­c­o­le du T­o­u­r­i­s­me στὸ N­e­u­i­l­ly, P­a­r­is. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν του­ρι­στι­κὸ κλά­δο, σὲ ξε­νο­δο­χεια­κὴ μο­νά­δα τῆς Ἀ­θή­νας καὶ σὲ ἰ­δι­ό­κτη­το πρα­κτο­ρεῖ­ο τα­ξι­δί­ων. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ριο με­τά­φρα­σης τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ, στὸ Ἀγ­γλι­κὸ τμῆ­μα. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δέ­κα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­πί­σης μὲ τὸ γρά­ψι­μο παι­δι­κῶν βι­βλί­ων.

 

Εἰκόνα: David Roberts (ἀπὸ τὴν εἰκονογράφηση τοῦ βιβλίου T­en S­o­r­ry T­a­les)

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: