Σωτήρης Δημητρίου: Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

ΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΦΤΑΙΕΙ. Αὐ­τή, αὐ­τή. Νὰ ξέ­ρα­τε τί λέ­ει, πί­σω ἀπ’ τὴν πλά­τη σας. Εἶ­ναι κα­κιὰ κι ἔ­χει τὸ δι­ά­ο­λο μέ­σα της. Γειά σου μω­ρή, γειά σου. Σὲ κλεί­νω για­τί ἔρ­χε­ται.»

       «Πά­λι στὸ τη­λέ­φω­νο, βρὲ Ρι­τά­κι; Ποῦ τη­λε­φω­νοῦ­σες πά­λι;»

      «Σκά­σε, μω­ρή. Στὸν γκό­με­νό μου, ὅ­που θέ­λω. Νὰ μὴν τη­λε­φω­νή­σω; Αὐ­τὶ ἔ­χω, στό­μα ἔ­χω. Νὰ μὴ γα­μη­θῶ; Μου­νὶ ἔ­χω. Ἄι στὸ δι­ά­ο­λο, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ μὲ γέν­να­γες.»

      Ἦ­ταν ἕ­να κα­τα­κόκ­κι­νο κο­ρί­τσι, γύ­ρω στὰ 18, χον­τρὸ ὅ­λο ξύγ­κι. Δί­πλω­νε ἡ κοι­λιὰ καὶ ὁ λαι­μὸς ἀ­π’ τὸ πά­χος.

      Τὰ μά­τια, δυ­ὸ μι­κρὲς ἀ­στρα­φτε­ρὲς τρυ­πί­τσες, χα­μέ­νες μέ­σα στὸ πρη­σμέ­νο, ὑ­πο­τυ­πω­δῶς δι­α­γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ ἡ φω­νὴ τσι­ρι­χτή, δι­α­πε­ρα­στι­κή. Ὅ­λη μέ­ρα ἔ­τρω­γε καὶ τὶς νύ­χτες, ση­κω­νό­ταν κά­θε λί­γο καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἄ­νοι­γε τὸ ψυ­γεῖ­ο, τὴν ντου­λά­πα καὶ ψα­χού­λευ­ε. Ὅ,τι νά ’βρι­σκε. Ἀρ­κεῖ νὰ μα­σι­ό­ταν.

      Θὰ τὴν ἔ­βα­ζε σὲ ἵ­δρυ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ τὴν πό­να­γε —αἷ­μα της ἦ­ταν— κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, κύ­ριος οἵδε τί θά ‘­κανε ἐ­κεῖ μέ­σα. Ἦ­ταν θη­ρί­ο. Ἀ­π’ τὸ θή­λα­σμα ἀ­κό­μα, τῆς τρά­βα­γε καὶ τῆς δάγ­κα­νε τὰ βυ­ζιά. Ἤ­πιο βλέμ­μα δὲν τῆς ἔ­ρι­ξε πο­τέ. Κά­πο­τε ποὺ πή­γαι­νε νὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σει, μὲ ἐ­πί­τη­δες ἀ­στεῖ­ο κι ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ τρό­πο, τὴ βά­ρα­γε μὲ μπου­νι­ὲς στὴν κοι­λιὰ καὶ χα­μη­λό­τε­ρα καὶ μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν τὰ βυ­ζιά της, ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, τῆς φώ­να­ζε τοῦ κό­σμου τὰ βρο­μό­λο­γα.

      Ποῦ τὰ ‘­μα­θε; Ἀ­φοῦ ἀ­π’ τὸ σπί­τι σπά­νια ἔ­βγαι­ναν μα­ζί. Με­γα­λώ­νον­τας, ἔ­βρι­σκε πιὸ φί­νους τρό­πους νὰ τὴ βα­σα­νί­ζει. Δὲ φό­ρα­γε ταμ­πὸν στὴν πε­ρί­ο­δο γιὰ νὰ πο­τι­στεῖ ἡ κυ­λότ­τα, τά ‘­κα­νε πά­νω της καὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ τὴν πλέ­νει, λέ­γον­τας σι­γα­νὰ μὲ λύσ­σα:

      «Μοῦ ‘­φυ­γαν. Σά­μα τό ‘­θε­λα; Ἂς μὴ μ’ ἔ­κα­νες, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ σή­κω­νες τὰ μπού­τια σου γιὰ τὴν ψω­λὴ ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­λή­τη. Δέ σοῦ ‘­βα­ζε κα­λύ­τε­ρα ὀ­χιὰ στὴν τρύ­πα σου; Δὲ θὰ τὸν πε­τύ­χω κά­πο­τε; Θὰ τοῦ τὴν κό­ψω μὲ τὰ δόν­τια, πέ­ρα πέ­ρα.

      »Ἁ­μαρ­τί­αι γο­νέ­ων παι­δεύ­ου­σι τέ­κνα. Νο­μί­ζεις δὲν τὰ ξέ­ρω;»

      Ὅ­ταν πή­γαι­ναν ἐ­πί­σκε­ψη στὴ γει­το­νιά, ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μὲ γέ­λια κι ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τοὺς ἄν­τρες, τοὺς φί­λα­γε ρου­φη­χτὰ στὰ μά­γου­λα κι ἔ­ψα­χνε, μπεμ­πε­κίζον­τας τά­χα, γιὰ τὰ χεί­λη.

      Ἄρ­χι­σε νὰ βγαί­νει μό­νη της, σὲ μι­κρὴ ἀ­χτί­να ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ νὰ δεί­χνει τὰ βυ­ζιὰ καὶ τὸ ὄρ­γα­νό της στοὺς ἀρ­σε­νι­κούς.

      Μιὰ Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α, κλει­δώ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἄρ­χι­σε νὰ κραυ­γά­ζει:

      «Σκί­σε με, καύ­λα μου. Σκί­σε με. Ἄι! Πώ! Πώ!

      Πώ! Τί που­τσά­ρα εἶ­ναι αὐ­τή, μω­ρό μου!»

      Τρό­μα­ξε ἡ μά­να της, για­τὶ τὴν εἶ­χαν πά­ρει χαμ­πά­ρι δι­ά­φο­ροι λι­γού­ρη­δες καὶ γυ­ρό­φερ­ναν τὸ σπί­τι.

      «Ἔ­χει γοῦ­στο νά ‘­μπα­σε κα­νέ­ναν», σκέ­φτη­κε.

      Τὴν πα­ρα­κά­λα­γε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει. Ἐν­τέ­λει βγαί­νει ξε­βρά­κω­τη καὶ πε­τά­ει στὰ μοῦ­τρα τῆς μά­νας της μιὰ μα­τω­μέ­νη χον­τρὴ λαμ­πά­δα.

      «Νά, μω­ρή, ὁ πρῶ­τος μου γα­μιάς. Βά­λ’ τον καὶ σὺ στὸ μου­νί σου. Ἀλ­λὰ τί ἀ­νάγ­κη ἔ­χεις; Γα­μι­έ­σαι σὰν σκύ­λα ὅ­ταν βγαί­νεις. Ποῦ πᾶς, μω­ρή, μό­νο γιὰ ψώ­νια;»

      Τὴν πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα τὴ μά­να της καὶ λύσ­σα­ξε.

      «Ἄ­χνα. Βού­λω­σ’ τό. Ἄ­χνα σοῦ λέ­ω. Σὲ πῆ­ρε τώ­ρα ὁ πό­νος; Σκά­σε μὴ σὲ πλα­κώ­σω στὸ ξύ­λο.»

      Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἄρ­χι­σε τὴ φάμ­πρι­κα μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο. Τοὺς ἔ­παιρ­νε ὅ­λους ὅ­σους ξέ­ρα­νε κι ἔ­λε­γε γιὰ τὴ μά­να της χί­λια δυό. Ἔ­πε­σε στὸ λαι­μὸ τῶν ἀν­θρώ­πων. Συ­νε­χῶς μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ χέ­ρι.

      Οἱ για­τροὶ τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι. Νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­πὸ κον­τά, νὰ τῆς δεί­χνει ἀ­γά­πη, νὰ τὴ βγά­ζει βόλ­τες κι ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὴν πη­γαί­νει τα­ξι­δά­κια. Θὰ ὠ­φε­λη­θεῖ.

      Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς εἶ­πε μιὰ θειά της, «ἔ­λα, βρὲ Ρί­τα. Θὰ γνω­ρί­σεις καὶ γαμ­πρό. Στὰ τα­ξί­δια εἶ­ναι πιὸ εὔ­κο­λο».

      Ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ὴ της ἦ­ταν τα­ξί­δια καὶ γαμ­πρός.

      Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, στὴν προσ­δο­κί­α γαμ­προῦ ἄλ­λα­ξε καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψευ­το­σκού­πι­ζε, ἔ­πλε­νε καὶ κά­να πιά­το. Ἔ­τσι κι ἡ μά­να της ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη, κυ­ρί­ως ψυ­χο­λο­γι­κά, ἔ­βγα­ζε κι ἀ­π’ τὴ μύ­γα ξύγ­κι καὶ τα­ξί­δευ­αν τα­χτι­κά. Ξέ­δι­νε κι αὐ­τὴ κά­πως.

      Στὴν ἀρ­χὴ πή­γαι­ναν κον­τι­νά. Αἴ­γι­να, Λου­τρά­κι, Εὔ­βοι­α. Με­τὰ μὲ γκρούπ, πιὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζαν, ὅ­ποι­ος τῆς γυ­ά­λι­ζε πή­γαι­νε κον­τά του, τὸν ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς φώ­να­ζε, «Νά, μω­ρή, αὐ­τόν».

      Στὴν ἀρ­χὴ τὴ γέ­λα­γε λέ­γον­τάς της: «Τί ὅ­που ὅ­που; Νὰ γυ­ρί­σου­με, νὰ δοῦ­με.

      »Νὰ πᾶ­με καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἐ­κεῖ οἱ ἄν­τρες δὲν εἶ­ναι πο­νη­ροὶ ὅ­πως ἐ­δῶ».

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ καὶ ν’ ἀ­γρι­εύ­ει.

      Τὶς νύ­χτες ἔ­τρι­βε τὰ ὄρ­γα­νά της, μουγ­γα­νί­ζον­τας ρυθ­μι­κά γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα, ὄ­χι ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ νευ­ριά­σει τὴ μά­να της.

      Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μή, χί­μη­ξε νὰ τὴν ἁρ­πά­ξει ἀ­π’ τὸ λαι­μό.

      «Πό­τε θὰ μοῦ βρεῖς γαμ­πρό, μω­ρὴ ἔ­νο­χη; Μὲ γε­λᾶς μοῦ φαί­νε­ται, ἔ;»

      «Κο­ρού­λα μου, Κο­ρού­λα μου. Μή. Στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, Θὰ πᾶ­με στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Στὴ Βουλ­γα­ρί­α.»

      «Στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Τῆς χτύ­πη­σε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ὅ­μορ­φο. Τό ‘­δε­σε κόμ­πο πὼς ἐ­κεῖ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἡ ἀ­γά­πη της. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα τρα­γού­δα­γε στὸ ρυθ­μὸ μο­τί­βων λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, “Βουρ­γά­ρε μου, Βουρ­γά­ρε μου».»

      Στὸ τη­λέ­φω­νο πλέ­ον, στὴ γει­το­νιὰ καὶ στοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἄλ­λο δὲν εἶ­χε στὸ στό­μα ἀ­π’ τὸ «Βουρ­γά­ρε μου».

      Ἦρ­θε ἡ πο­λυ­πό­θη­τη ὥ­ρα. Ἡ μά­να της στὸ τα­ξί­δι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κορ­μη. Δὲν τὴ βα­στοῦ­σε πλέ­ον.

      Μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σαν πό­δι, ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ξε­φω­νί­ζον­τας. «Αὐ­τόν, Αὐ­τόν.»

      Προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­φύ­γει λέ­γον­τάς της πὼς «ἐ­δῶ δὲν γί­νε­ται ἀ­μέ­σως, εἶ­ναι ἄλ­λο σύ­στη­μα, πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὸ κρά­τος νὰ συμ­φω­νή­σου­με».

      Μὲ τὸ ζό­ρι τὴν ἔ­φε­ρε πί­σω, μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση πὼς μί­λη­σε αὐ­τὴ γιὰ κά­ποι­ον ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε, τὰ συμ­φώ­νη­σαν καὶ μό­λις βγεῖ τὸ δι­α­βα­τή­ριό του θά ‘ρ­θει στὴν Ἑλ­λά­δα.

      Πά­λι τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Πα­ρά­φρα­ζε συ­νέ­χεια λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια:

Ἱ­στο­ρί­α μου, ἁ­μαρ­τί­α μου

Βουρ­γα­ρι­κὴ λα­τρεί­α μου

σὲ βλέ­πω στ’ ὄ­νει­ρό μου

καὶ κλά­νω ἀ­π’ τὸν κα­η­μό μου.

      Ἔ­πλε­νε ἄ­τσα­λα τὸ σπί­τι νά ‘­ναι εὐ­πα­ρου­σί­α­στο, ἀ­γό­ρα­σε καλ­λυν­τι­κὰ καὶ παι­δευ­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη.

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς καὶ σι­γὰ σι­γὰ ἀ­φέ­θη­κε. Οὔ­τε μί­λα­γε, οὔ­τε κου­νιό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Γέ­μι­σε ἡ μά­να της γλυ­κὲς προσ­δο­κί­ες, «Θε­έ μου, νά ΄με­νε πάν­τα ἔ­τσι».

      Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ μπαί­νει ὁ­λό­γυ­μνη στὸ δω­μά­τιό της, μὲ τὰ χέ­ρια πά­νω στὸ μου­νί.

      «Ποῦ ‘­ν’ τος, μω­ρὴ που­τά­να, ὁ Βούρ­γα­ρος; Τί νὰ τὸ κά­νω ἐ­γὼ ἐ­τοῦ­το;»

      Ἀ­λα­φι­ά­στη­κε, τρό­μα­ξε, τῆς ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

      «Ποι­όν γαμ­πρὸ πε­ρι­μέ­νεις, δαί­μο­να; Ποι­όν, σα­τα­νά; Τί νὰ τὸν κά­νεις τὸ γαμ­πρό; Νὰ σὲ λού­ζει; Νὰ σὲ τα­ΐζει; Γιὰ νὰ σοῦ φο­ρά­ει τὸ βρα­κί; Οἱ ἄν­τρες τὸ κα­τε­βά­ζουν τὸ βρα­κί, τέ­ρας, δὲν τὸ ἀ­νε­βά­ζουν πο­τέ. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ χτῆ­νος ποὺ σ’ ἔ­σπει­ρε καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, μω­ρ’, κα­λὰ ἔ­κα­νε ἔ­κτρω­μα, κα­λὰ ἔ­κα­νε, ποὺ νὰ τὸν βροῦν, Πα­να­γί­α μου, μὲ τὴ γλώσ­σα δαγ­κα­μέ­νη, νὰ τοῦ γι­ο­μί­σει τὸ στό­μα σκου­λή­κια στὰ ζῶν­τα. Μοῦ μαύ­ρι­σες τὴ ζω­ή. Ἀ­νά­σα, μω­ρή. Μιὰ ἀ­νά­σα κι ἄς πε­θά­νω. Πῶς εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­σα, μω­ρή; Εἶ­σαι ἄρ­ρω­στη. Ἄ­λω­τη.»

      Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει πλέ­ον, ἔ­πα­θε σπα­σμοὺς κι ἔ­βγα­ζε κά­τι ἤ­χους σὰν χλί­ου χλί­ου.

      «Ἀ­νά­πη­λο, χλί­ου χλί­ου. Λε­λο­κο­μεῖ­ο, χλί­ου χλί­ου.»

      «Ἄ, ὥ­στε μέ­σα στὸ μυ­α­λου­δά­κι σου τὸν ἔ­χεις. Θὰ σοῦ δεί­ξω ἐ­γώ», τῆς κά­νει μὲ ζα­χα­ρω­μέ­νη φω­νού­λα.

      Βγῆ­κε καὶ γύ­ρι­σε κρα­τών­τας ἕ­να χον­τρὸ μπου­κά­λι γε­μά­το λά­δι κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴ χτυ­πά­ει στὸ κε­φά­λι. Τὸ μπου­κά­λι ἔ­σπα­σε, μὰ συ­νέ­χι­ζε νὰ τὴ λι­α­νί­ζει πολ­λὴ ὥ­ρα μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο κομ­μά­τι, μέ­χρι ποὺ τῆς ἔ­κα­νε τὸ πρό­σω­πο ἄ­μορ­φο.

      Τῆς σκέ­πα­σε κα­τό­πιν τὰ πό­δια νὰ μὴν κρυ­ώ­νει, ἔ­κα­τσε δί­πλα της, ἔ­χω­σε τὰ λι­γδι­α­σμέ­να δά­χτυ­λα στὰ πολ­τοποι­η­μέ­να μέ­ρη τοῦ κρα­νί­ου κι ἔ­ψα­χνε στὸ μυα­λό. Ὅ­ταν ἔ­βρι­σκε κα­νέ­να κομ­μά­τι τοῦ Βούλ­γα­ρου τὸ μα­σοῦ­σε, μούν­τζω­νε τὴ μά­να της καὶ τὴν ἔ­λε­γε που­τά­να καὶ ψεύ­τρα.

 

  

Πηγή : Ἕνα παιδὶ ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη, διηγήματα, Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989.

 

Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) Πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο Ψηλαφίσεις, ποιήματα (1985), τελευταῖο του βιβλίο Σὰν τὸ λίγο τὸ νερό, μυθιστόρημα (2010).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: