Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Κάτι θὰ γίνει: Μιὰ ὑπερδραστήρια ἱστορία

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Κά­τι θὰ γί­νει: Μιὰ ὑ­περ­δρα­στή­ρια ἱ­στο­ρί­α

(Es wird etwas geschehen: Eine handlungsstarke Geschichte)

 

ΤΙΣ ΠΙΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ πε­ρι­ό­δους τῆς ζω­ῆς μου θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ κα­τα­τά­ξει ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν ἐρ­γα­ζό­μουν στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Ἄλ­ρεντ Βούν­ζην­τελ. Ἐκ φύ­σε­ως τεί­νω μᾶλ­λον πρὸς τὴν πε­ρί­σκε­ψη καὶ τὴν ἀ­πρα­γί­α πα­ρὰ πρὸς τὴν δου­λειά, ἀλ­λὰ ὅ­λο κι ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι λό­γῳ δια­ρκοῦς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σπρα­γί­ας —ἡ πε­ρί­σκε­ψη ἐ­ξάλ­λου ἀ­πο­φέ­ρει τό­σα ἀ­κρι­βῶς ὅ­σα καὶ ἡ ἀ­πρα­γί­α— ν’ ἀ­πο­δέ­χο­μαι μιὰ, ὡς εἴ­θι­σται ν’ ἀ­πο­κα­λεῖ­ται, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας. Ἔ­χον­τας φτά­σει λοι­πὸν γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο πα­ρακ­μῆς, ἐμ­πι­στεύ­τη­κα τὴν τύ­χη μου στὰ χέ­ρια τοῦ γρα­φεί­ου εὑ­ρέ­σε­ως ἐρ­γα­σί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο μ’ ἔ­στει­λε μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἑ­πτὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ, ὅ­που θὰ ὑ­πο­βαλ­λό­μα­σταν καὶ σὲ ἐ­ξε­τά­σεις κα­ταλ­λη­λό­τη­τος… Ἡ ἴ­δια ἡ ὄ­ψη τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου ξύ­πνη­σε τὴ δυ­σπι­στί­α μέ­σα μου: τὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πὸ γυ­ά­λι­να τοῦ­βλα, καὶ ἡ ἀ­πέ­χθειά μου γιὰ τ’ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα κτί­ρια καὶ τοὺς φω­τει­νοὺς χώ­ρους εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη ὅ­σο αὐ­τὴ γιὰ τὴ δου­λειά. Ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σπι­στος ἔ­γι­να σάν μᾶς σέρ­βι­ραν (στὸ φω­τει­νὸ καὶ ἀ­νοι­χτό­χρω­μο κυ­λι­κεῖ­ο) καὶ πρω­ι­νό. Ὄ­μορ­φες σερ­βι­τό­ρες μᾶς ἔ­φε­ραν αὐ­γά, κα­φὲ καὶ τό­στ, γου­στό­ζι­κες κα­νά­τες πε­ρι­εῖ­χαν χυ­μὸ πορ­το­κά­λι καὶ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα πλη­σί­α­ζαν στὸ τζά­μι τοῦ ἐ­νυ­δρεί­ου ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὰ σὰν σὲ λή­θαρ­γο ἀ­δι­ά­φο­ρα μά­τια τους. Οἱ δὲ σερ­βι­τό­ρες τό­σο εὔ­θυ­μες, ποὺ κόν­τευ­αν, θαρ­ρεῖς, νὰ σκά­σουν ἀ­πὸ τὴν τό­ση εὐ­φο­ρί­α. Μό­νο μὲ τὴν κα­τα­βο­λὴ ὑ­περ­βο­λι­κῆς προ­σπά­θειας καὶ τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐκ­πλη­κτι­κῆς ἐγ­κρά­τειας —αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­χα του­λά­χι­στον— κα­τά­φερ­ναν νὰ μὴν ξε­σπά­σουν σὲ κε­λα­ϊ­δη­τὸ δι­αρ­κεί­ας. Τό­σο γε­μά­τες ἔ­μοια­ζαν ἀ­πὸ τρα­γού­δια μὴ τρα­γου­δι­σμέ­να, ὅ­σο καὶ κό­τες ἀ­πὸ κυ­ο­φο­ρού­με­να ἀ­κό­μα αὐ­γά.

         Ἀ­μέ­σως δι­έ­βλε­ψα αὐ­τὸ ποὺ οἱ ἄλ­λοι ὑ­πο­ψή­φιοι φαί­νε­ται πὼς ἀ­γνο­οῦ­σαν: ὅ­τι δη­λα­δὴ τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε μέ­ρος τῆς ἐ­ξέ­τα­σής μας. Ἔ­τσι, μα­σοῦ­σα λοι­πὸν κι ἐ­γὼ στω­ι­κά, μὲ ὕ­φος ἀν­θρώ­που ποὺ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι εἰ­σφέ­ρει στὸ σῶ­μα του τρο­φὲς ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας. Μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σα νὰ κά­νω καὶ αὐ­τό, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­κι­νή­σει κα­μί­α δύ­να­μη —γνω­στὴ καὶ ἄ­γνω­στη— αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου: μὲ ἄ­δει­ο στο­μά­χι, ἤ­πια τὸ χυ­μό, δὲν ἄγ­γι­ξα κὰν τὸν κα­φὲ καὶ τ’ αὐ­γά, ἐ­νῶ ἄ­φη­σα στὸ πιά­το τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ τό­στ. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κα κι ἄρ­χι­σα νὰ βα­δί­ζω πά­νω κά­τω στὸ κυ­λι­κεῖ­ο, μὲ τὸν ἀ­έ­ρα ἀν­θρώ­που ποὺ κα­τα­στρώ­νει στὸ μυα­λό του σχέ­διο δρά­σης γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χει νὰ κά­νει.

        Ἔ­τσι, ὁ­δη­γή­θη­κα πρῶ­τος στὴν αἴ­θου­σα τῆς ἐ­ξέ­τα­σης, ὅ­που ἤ­δη μᾶς πε­ρί­με­ναν πά­νω σὲ φί­να τρα­πέ­ζια τὰ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­για. Οἱ τοῖ­χοι δὲ βαμ­μέ­νοι σὲ τέ­τοι­ο τό­νο τοῦ πρά­σι­νου, ποὺ θὰ ἔ­κα­νε κά­θε φα­να­τι­κὸ τῆς δι­α­κό­σμη­σης ν’ ἀ­να­φω­νή­σει μὲ δέ­ος «θαῦ­μα!». Κα­νεὶς δὲ φαι­νό­ταν τρι­γύ­ρω, ὡ­στό­σο ἤ­μουν τό­σο σί­γου­ρος ὅ­τι μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦν, ποὺ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μουν ὅ­πως ἕ­νας πο­λυ­πράγ­μων ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­γνο­εῖ ὅ­τι τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦν: ἀ­νυ­πό­μο­να ἔ­βγα­λα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη τὴν πέ­να μου, ἀ­φαί­ρε­σα τὸ κα­πά­κι, κά­θη­σα στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο τρα­πέ­ζι καὶ τρά­βη­ξα πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο, ὅ­πως τρα­βᾶ τὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Θε­ω­ρεῖ­τε σω­στὸ ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­θέ­τει μό­νο δύο χέ­ρια, δύο πό­δια, δύο μά­τια καὶ δύο ἀ­φτιά; Ἐ­πι­τέ­λους, νὰ μιὰ φο­ρὰ ποὺ χρει­ά­στη­κε ν’ ἀ­δρά­ξω τοὺς καρ­ποὺς τῆς κο­πι­ώ­δους πε­ρί­σκε­ψής μου, γρά­φον­τας χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό: «Ἀ­κό­μα καὶ τέσ­σε­ρα χέ­ρια, πό­δια, μά­τια κι ἀ­φτιὰ νὰ εἶ­χε ὁ ἄν­θρω­πος, ἐ­μέ­να δὲ θὰ μοῦ ἔ­φτα­ναν. Τό­ση ἡ πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη μου, ἀλ­λὰ τί νὰ κά­νω; Ἐλ­λι­πὴς ὁ ἐ­ξο­πλι­σμὸς τοῦ ἀν­θρώ­που.» Ἐ­ρώ­τη­ση δεύ­τε­ρη: «Πό­σα τη­λε­φω­νή­μα­τα εἶ­στε σὲ θέ­ση ν’ ἀ­παν­τή­σε­τε ταυ­το­χρό­νως;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ αὐ­τῆς τῆς ἐ­ρώ­τη­σης ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λη, ὅ­σο μιὰ ἐ­ξί­σω­ση πρώ­του βαθ­μοῦ. «Μὲ ἑ­φτὰ μό­νο τη­λε­φω­νή­μα­τα», ἔ­γρα­ψα, «εἶ­μαι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Μό­νο ὅ­ταν γί­νουν ἐν­νιά, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι ἀγ­γί­ζω τὴ μέ­γι­στη ἀ­πό­δο­ση.» Ἐ­ρώ­τη­ση τρί­τη: «Τί κά­νε­τε με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα;» Ἡ ἀ­πάν­τη­σή μου: «Δὲν ξέ­ρω πιὰ τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη ‘σχό­λα­σμα’. Τὴ δι­έ­γρα­ψα ἀ­π’ τὸ λε­ξι­λό­γιό μου στὰ δέ­κα­τα πέμ­πτα γε­νέ­θλιά μου για­τί ἐν ἀρ­χῇ ἦν ἡ πρά­ξις.» Ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν δι­κή μου. Πραγ­μα­τι­κά, οὔ­τε καὶ μὲ τὰ ἐν­νιὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα αἰ­σθα­νό­μουν ὅ­τι προ­σέγ­γι­ζα τὴ μέ­γι­στη ἀ­πό­δο­ση. Φώ­να­ζα μὲς στὸ ἀ­κου­στι­κό: «Ἀ­να­λά­βα­τε ἀ­μέ­σως δρά­ση!» ἢ «Κά­νε­τε κά­τι!» ἢ «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει! Κά­τι θὰ γί­νει! Κά­τι ἔ­γι­νε! Κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει!». Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ὅ­μως (κα­θὼς αὐ­τὸ φαι­νό­ταν ν’ ἁρ­μό­ζει στὴ γε­νι­κό­τε­ρη ἀ­τμό­σφαι­ρα) χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν προ­στα­κτι­κή. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σί­α­ζαν τὰ δι­α­λείμ­μα­τα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, ὁ­πό­τε ὅ­λοι στὸ κυ­λι­κεῖ­ο, πε­ρι­βαλ­λό­με­νοι ἀ­πὸ ἄ­φω­νη εὐ­φο­ρί­α, κα­τα­να­λώ­να­με πλού­σι­ες σὲ βι­τα­μί­νες τρο­φές. Τὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ ἔ­βρι­θε ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­κα­ναν σὰν πα­λα­βοὶ γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦν στὸν ἄλ­λο τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς τους, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἁρ­μό­ζει σὲ πο­λυ­πράγ­μο­νες ἀν­θρώ­πους. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς τους εἶ­ναι γιὰ κεί­νους ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ ζω­ή τους τὴν ἴ­δια. Δὲν ἔ­χει πα­ρὰ νὰ πι­έ­σει κα­νεὶς ἕ­να κουμ­πὶ καὶ νά σου, ξε­χύ­νε­ται σὰν χεί­μαρ­ρος ὁ δρό­μος τους, γε­μά­τος δάφ­νες καὶ τι­μές.

        Ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της τοῦ Βούν­ζην­τελ ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­δρας ὀ­νό­μα­τι Μπρό­σεκ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει φή­μη σε­βα­στή, κα­θώς, ὄν­τας φοι­τη­τής, δού­λευ­ε νύ­χτα γιὰ νὰ θρέ­ψει τὰ ἑ­φτὰ παι­διὰ καὶ τὴν πα­ρά­λυ­τη γυ­ναί­κα του, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­χε δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει ἐ­πι­τυ­χῶς τέσ­σε­ρις ἐμ­πο­ρι­κὲς ἀ­πο­στο­λὲς καὶ μέ­σα σ’ ὅ­λα αὐ­τά, εἶ­χε πε­ρά­σει ἐ­πι­τυ­χῶς δύο φο­ρὲς μέ­σα σὲ δύο χρό­νια τὶς κρα­τι­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις καὶ μά­λι­στα μὲ ἔ­παι­νο. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἀ­πὸ δη­μο­σι­ο­γρά­φους «Καὶ πό­τε κοι­μᾶ­στε, κύ­ρι­ε Μπρό­σεκ;» ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε: «Ὕ­πνος ἴ­σον ἁ­μαρ­τί­α!» Ἡ δὲ γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Βούν­ζην­τελ ἔ­τρε­φε τὸν πα­ρά­λυ­το σύ­ζυ­γό της καὶ τὰ τέσ­σε­ρά τους παι­διὰ ζω­γρα­φί­ζον­τας, εἶ­χε ἐκ­πο­νή­σει δι­α­τρι­βὴ πα­ράλ­λη­λα στὴν ψυ­χο­λο­γί­α καὶ τὴν ἐ­θνο­γρα­φί­α, ἐ­ξέ­τρε­φε λυ­κό­σκυ­λα καί, δου­λεύ­ον­τας ὡς τρα­γου­δί­στρια σὲ μπάρ, εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ μὲ τὸ ὄ­νο­μα «Βὰμπ 7». Ἀλ­λὰ κι ὁ ἴ­διος ὁ Βούν­ζην­τελ ἀ­νῆ­κε σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ πρω­ὶ-πρω­ί, πρὶν κὰν ξυ­πνή­σουν γιὰ τὰ κά­λα, εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι γιὰ δρά­ση. «Πρέ­πει νὰ δρά­σω», σκέ­φτον­ται, τὴ στιγ­μὴ ποὺ σφίγ­γουν στὴ μέ­ση τους τὴ ζώ­νη τοῦ μπουρ­νου­ζιοῦ τους. «Πρέ­πει νὰ δρά­σω», σκέ­φτον­ται, ἐ­νῶ ξυ­ρί­ζον­ται, κοι­τά­ζον­τας θρι­αμ­βευ­τι­κὰ τὶς τρί­χες ποὺ ξε­πλέ­νει τὸ νε­ρὸ ἀ­π’ τὴν ξυ­ρι­στι­κὴ μη­χα­νὴ μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος. Αὐ­τὲς οἱ τρί­χες εἶ­ναι τὰ πρῶ­τα θύ­μα­τα τῆς ὁρ­μῆς τους γιὰ δρά­ση. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ πιὸ ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες προ­κα­λοῦν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση στοὺς ἀν­θρώ­πους αὐ­τούς. Τὸ νε­ρὸ τρέ­χει ἀ­π’ τὸ κα­ζα­νά­κι, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται χαρ­τί. Κά­τι γί­νε­ται. Ἐ­κεῖ­νοι τρῶ­νε ψω­μί, κα­θα­ρί­ζουν τὸ αὐ­γό. Ἡ πα­ρα­μι­κρὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα συ­νι­στοῦ­σε γιὰ τὸν Βούν­ζην­τελ δρά­ση. Τὸ πῶς ἔ­βα­ζε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ πῶς —σφύ­ζον­τας ἀ­πὸ ἐ­νέρ­γεια— κούμ­πω­νε τὸ παλ­τό του, τὸ πῶς φι­λοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα του φεύ­γον­τας, ὅ­λα γιὰ τὸν Βούν­ζην­τελ ἦ­ταν δρά­ση.

        Μπαί­νον­τας στὸ γρα­φεῖ­ο του, χαι­ρε­τοῦ­σε τὴ γραμ­μα­τέ­α του λέ­γον­τάς της: «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!» Κι ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τοῦ­σε εὔ­θυ­μη: «Κά­τι θὰ γί­νει!» Πή­γαι­νε τό­τε ὁ Βούν­ζην­τελ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να τμῆ­μα τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου στὸ ἄλ­λο φω­νά­ζον­τας μὲ εὐ­φο­ρί­α: «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!» Κι ὅ­λοι ἀ­παν­τοῦ­σαν: «Κά­τι θὰ γί­νει!» Ἀ­κό­μα κι ἐ­γὼ τοῦ φώ­να­ζα λάμ­πον­τας, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἐρ­χό­ταν καὶ στὸ δι­κό μου γρα­φεῖ­ο: «Κά­τι θὰ γί­νει!»

        Τὴν πρώ­τη κι­ό­λας ἑ­βδο­μά­δα ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν τη­λε­φω­νη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τοῦ­σα ἔ­φτα­σε τὰ ἕν­τε­κα καὶ τὴ δεύ­τε­ρη τὰ δε­κα­τρί­α. Εἶ­χε πλά­κα ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτω κά­θε πρω­ὶ στὸ τρὰμ νέ­ες προ­στα­γὲς καὶ νὰ βρί­σκω νέ­ους τρό­πους νὰ παί­ζω μὲ τὸ ρῆ­μα «γί­νο­μαι», χρη­σι­μο­ποι­ών­τας το σὲ δι­ά­φο­ρους χρό­νους, πρό­σω­πα καὶ φω­νές. Δυὸ μέ­ρες συ­νε­χό­με­να ἔ­λε­γα μί­α καὶ μό­νο φρά­ση για­τὶ μοῦ ἄ­ρε­σε πά­ρα πο­λύ: «Κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει γί­νει.» Δυὸ ἄλ­λες μέ­ρες ἔ­λε­γα: «Αὐ­τὸ δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἔ­χει γί­νει.» Ἔ­τσι, ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι φτά­νω πραγ­μα­τι­κὰ τὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἀ­πό­δο­σης, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ κά­τι ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια. Μιὰ Τρί­τη πρω­ί, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ ἀρ­χί­σω τὴ δου­λειά, μπῆ­κε σὰν σί­φου­νας ὁ Βούν­ζην­τελ στὸ γρα­φεῖ­ο μου μὲ τὸ οἰ­κεῖ­ο του «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!». Κι ὅ­μως, κά­τι ἀ­νε­ξή­γη­το στὸ πρό­σω­πό του μ’ ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σω καὶ νὰ μὴν ἀ­παν­τή­σω μ’ εὐ­χά­ρι­στο καὶ ζων­τα­νὸ ὕ­φος, ὅ­πως προ­βλε­πό­ταν, μὲ τὴ φρά­ση «Κά­τι θὰ γί­νει!». Κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ὁ δι­σταγ­μός μου αὐ­τὸς δι­ήρ­κε­σε πο­λύ, κα­θὼς ὁ Βούν­ζην­τελ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πὸ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες σπα­νί­ως σή­κω­νε τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μοῦ φώ­να­ξε ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος: «Ἀ­παν­τῆ­στε! Ἀ­παν­τῆ­στε τώ­ρα, ὅ­πως προ­βλέ­πε­ται κι ἁρ­μό­ζει!» Κι ἐ­γὼ ἀ­πάν­τη­σα χα­μη­λό­φω­να, ἀν­τι­δρα­στι­κός, σὰν παι­δὶ ποὺ τὸ βά­ζουν νὰ πεῖ «Εἶ­μαι κα­κὸ παι­δί.» Κα­τό­πιν με­γά­λης προ­σπά­θειας κα­τά­φε­ραν νὰ προ­φέ­ρουν τὰ χεί­λη μου τὴ μα­γι­κὴ φρά­ση «Κά­τι θὰ γί­νει!» Δὲν πρό­λα­βα νὰ τε­λει­ώ­σω τὴ φρά­ση κι ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κὰ κά­τι. Σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα ὁ Βούν­ζην­τελ, κύ­λη­σε πέ­φτον­τας στὸ πά­τω­μα καὶ στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, φρά­ζον­τάς την. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα αὐ­τὸ ποὺ σὲ λί­γο δι­α­πί­στω­σα μὲ βε­βαι­ό­τη­τα σὰν τὸν πλη­σί­α­σα, βγαί­νον­τας ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο μου: ἦ­ταν νε­κρός.

        Κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι πέ­ρα­σα ἀ­πὸ πά­νω του κι ἀ­φοῦ δι­έ­σχι­σα τὸ δι­ά­δρο­μο, ἔ­φτα­σα στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ Μπρό­σεκ, ὅ­που μπῆ­κα χω­ρὶς νὰ χτυ­πή­σω στὴν πόρ­τα. Ὁ Μπρό­σεκ κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο του, σὲ κά­θε χέ­ρι κι ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κου­στι­κὸ καὶ στὸ στό­μα ἕ­να στυ­λό, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κρα­τοῦ­σε ση­μει­ώ­σεις σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο. Μὲ γυ­μνὰ τὰ πό­δια χει­ρι­ζό­ταν μί­α πλε­κτο­μη­χα­νὴ το­πο­θε­τη­μέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο, κα­θὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ τρό­πος του νὰ συμ­βάλ­λει στὴν ἔν­δυ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. «Κά­τι ἔ­γι­νε» τοῦ εἶ­πα σι­γά. Ὁ Μπρό­σεκ ἔ­φτυ­σε τὸ στυ­λὸ ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κλει­σε καὶ τὰ δυ­ὸ τη­λέ­φω­να, τρά­βη­ξε δι­στα­κτι­κὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του ἀ­π’ τὴν πλε­κτο­μη­χα­νὴ καὶ ρώ­τη­σε: «Τί ἔ­γι­νε;» «Ὁ κύ­ριος Βούν­ζην­τελ εἶ­ναι νε­κρός» ἀ­πάν­τη­σα. «Ἀ­πο­κλεί­ε­ται» ἀν­τέ­δρα­σε ὁ Μπρό­σεκ. «Κι ὅ­μως» εἶ­πα «ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». «Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον», δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ὁ Μπρό­σεκ, ἀλ­λὰ φό­ρε­σε τὶς παν­τό­φλες του καὶ μ’ ἀ­κο­λού­θη­σε στὸ δι­ά­δρο­μο. «Ὄ­χι» ἀ­να­φώ­νη­σε φτά­νον­τας στὸ πτῶ­μα τοῦ Βούν­ζην­τελ, «ἀ­δύ­να­τον!» Δὲν ἀν­τέ­δρα­σα. Κύ­λη­σα ἀ­νά­σκε­λα τὸν Βούν­ζην­τελ μὲ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια καὶ τὸν κοί­τα­ξα σκε­πτι­κός.

        Αἰ­σθα­νό­μουν σχε­δὸν τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σα ὅ­τι πο­τέ μου δὲν τὸν εἶ­χα μι­σή­σει. Στὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη ἡ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει κα­νεὶς στὰ πρό­σω­πα μι­κρῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀρ­νοῦν­ται πει­σμα­τι­κὰ νὰ πα­ρα­τή­σουν τὴν πί­στη τους στὸν Ἅι-Βα­σί­λη, πα­ρὰ τὴν πει­στι­κό­τη­τα τῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των τῶν φί­λων τους ποὺ τὰ πει­ρά­ζουν. «Ὄ­χι», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Μπρό­σεκ, «ἀ­δύ­να­τον». «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει» εἶ­πα χα­μη­λό­φω­να. «Ναί», συμ­φώ­νη­σε ἐ­κεῖ­νος, «κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει». Κι ὄν­τως κά­τι ἔ­γι­νε: Ὁ Βούν­ζην­τελ κη­δεύ­τη­κε κι ἐ­πέ­λε­ξαν ἐ­μέ­να ἀ­π’ ὅ­λους νὰ κου­βα­λῶ ἕ­να στε­φά­νι ψεύ­τι­κα τρι­αν­τά­φυλ­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρό του, κα­θὼς πέ­ρα ἀ­π’ τὴν τά­ση μου πρὸς πε­ρί­σκε­ψη κι ἀ­πρα­γία, δι­α­θέ­τω καὶ τὴν ἰ­δα­νι­κὴ κορ­μο­στα­σιὰ καὶ τὸ ἰ­δα­νι­κὸ πρό­σω­πο γιὰ τὰ μαῦ­ρα κου­στού­μια. Προ­φα­νῶς ἤ­μουν χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν μὲ αὐ­τὸ τὸ στε­φά­νι ἀ­πὸ ψεύ­τι­κα τρι­αν­τά­φυλ­λα στὰ χέ­ρια, πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ Βούν­ζην­τελ. Ἔ­τσι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο τε­λε­τῶν μοῦ πρό­τει­νε ἔμ­μι­σθη θέ­ση ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α πεν­θοῦν­τος. «Εἶ­στε γεν­νη­μέ­νος γι’ αὐ­τὴν τὴ θέ­ση», εἶ­πε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ γρα­φεί­ου καὶ πρό­σθε­σε: «Τὰ ροῦ­χα τ’ ἀ­να­λαμ­βά­νου­με ἐ­μεῖς. Ἄχ τὸ πρό­σω­πό σας: ἁ­πλὰ ὑ­πέ­ρο­χο!»

        Ὑ­πέ­βα­λα στὸν Μπρό­σεκ τὴν πα­ραί­τη­σή μου μὲ τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­α ὅ­τι δὲ φτά­νω στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τάς μου κι ὅ­τι, πα­ρὰ τὰ δε­κα­τρί­α τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἕ­να μέ­ρος τῶν ἱ­κα­νο­τή­των μου πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­κμε­τάλ­λευ­το. Με­τὰ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας ἐμ­φά­νι­σή μου ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α πιὰ σὲ κη­δεί­α, εἶ­πα στὸν ἑ­αυ­τό μου: «Ἐ­δῶ ἀ­νή­κεις! Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμός σου.» Στέ­κο­μαι σκε­πτι­κὸς πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ νε­κροῦ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ κρα­τῶ μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­θο­δέ­σμη ἐ­νῶ ἀ­κού­γε­ται τὸ «Λάρ­γο» τοῦ Χαῖν­τελ, ἕ­να ἔρ­γο πραγ­μα­τι­κὰ πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο. Τὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου ἔ­χει γί­νει τὸ στέ­κι μου κι ἐ­κεῖ περ­νῶ τὸ χρό­νο μου ἀ­νά­με­σα στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές μου ἐμ­φα­νί­σεις. Ὡ­στό­σο, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐμ­φα­νί­ζο­μαι καὶ σὲ κη­δεῖ­ες ποὺ δὲ μ’ ἔ­χουν πα­ραγ­γεί­λει, ἀ­γο­ρά­ζω ἀ­π’ τὴ δι­κή μου τσέ­πη μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­θο­δέ­σμη καὶ πλη­σιά­ζω τὸν ὑ­πάλ­λη­λο τῆς Πρό­νοι­ας ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ μό­νος τὸ φέ­ρε­τρο κά­ποιου ἀ­πά­τρι­δος. Συ­χνὰ πυ­κνὰ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι καὶ τὸν τά­φο τοῦ Βούν­ζην­τελ για­τί σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση χρω­στά­ω σ’ ἐ­κεῖ­νον τὴ νέ­α μου δου­λειά, ὅ­που ἡ πε­ρί­σκε­ψη εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τή, ἡ δὲ ἀ­πρα­γί­α ὑ­πο­χρέ­ω­σή μου. Ἦ­ταν πιὰ πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι στὴν οὐ­σί­α δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κα πο­τὲ γιὰ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ποὺ πα­ρα­γό­ταν στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ. Θὰ πρέ­πει νά ‘ταν μᾶλ­λον σα­πού­νι.

 

 

Πη­γή: Kurzgeschichten fur den Deutsch-Unterricht.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Διαφημίσεις