Ἰωάννα Ντούμπρου: Ἄρτι

 

 

Ἰ­ω­άν­να Ντούμ­πρου

 

Ἄρ­τι

 

ΛΑ ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ πο­λὺ γρή­γο­ρα. Πα­ρα­σκευ­ὴ βρά­δυ μὲ φώ­να­ξαν στὸ σα­λό­νι. Κά­θι­σε, μοῦ εἶ­παν. Κά­θι­σα λοι­πὸν στὸν κα­να­πὲ καὶ πε­ρί­με­να. Μί­λη­σε πρῶ­τος ὁ κύ­ριος: «­Ἄρ­τι», εἶ­πε, «ἀ­κό­μα καὶ στὰ ζευ­γά­ρια ὑ­πάρ­χουν δι­α­φω­νί­ες». «Μά­λι­στα κύ­ρι­ε», εἶ­πα. «Καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς φτά­νει ἡ ὥ­ρα τοῦ χω­ρι­σμοῦ», εἶ­πε. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α τί ἐν­νο­οῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. «Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μεί­νεις μα­ζί μας γιὰ πάν­τα, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν ἀρ­κε­τά», συμ­πλή­ρω­σε. Κοί­τα­ξα πρῶ­τα τὸν κύ­ριο καὶ με­τὰ τὴν κυ­ρί­α. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια. Ἡ κυ­ρί­α εἶ­χε τὰ χεί­λη σφιγ­μέ­να καὶ τὸ βλέμ­μα ἔ­ξω, στὸν κῆ­πο. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, κύ­ρι­ε;» ρώ­τη­σα. Ἔ­νιω­σα ἕ­ναν κόμ­πο στὸ λαι­μό. Ὁ κύ­ριος ἔ­βγα­λε ἕ­να φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. «Ἐ­δῶ εἶ­ναι τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες», εἶ­πε. «Τί λά­θος ἔ­κα­να, κύ­ρι­ε;» ρώ­τη­σα. «Αὔ­ριο τὸ πρω­ί», εἶ­πε ὁ κύ­ριος «θὰ ἑ­τοι­μά­σεις τὶς βα­λί­τσες σου καὶ θὰ τὶς βά­λεις μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα νὰ τὶς δεῖ». «Θὰ πεῖς ὅ­τι κά­τι ἔ­τυ­χε καὶ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις στὴ χώ­ρα σου». «Για­τί, κύ­ρι­ε;» ρώ­τη­σα. Ἡ κυ­ρί­α μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ μὴ μὲ γνώ­ρι­ζε. «Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο», εἶ­πε. Καὶ με­τὰ ὁ κύ­ριος τὴν ἀγ­κά­λια­σε καὶ μοῦ εἶ­πε νὰ πά­ω στὸ δω­μά­τιό μου.

       Τὸ βρά­δυ δὲν εἶ­χαν σκο­πὸ νὰ μὲ ἀ­φή­σουν νὰ τὴν κα­λη­νυ­χτί­σω, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­πε «θέ­λω τὴ ντάν­τα μου» καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει. Τοὺς ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὅ­τι δὲν θὰ τῆς ἔ­λε­γα τί­πο­τα. Ἡ κυ­ρία δὲν ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὁ κύ­ριος εἶ­πε: «δὲν πρό­κει­ται νὰ κοι­μη­θεῖ ἀλ­λι­ῶς καὶ τὸ ξέ­ρεις». Κι ἔ­τσι μὲ ἄ­φη­σαν. Εἶ­χε πλύ­νει τὰ δόν­τια της. Φο­ροῦ­σε τὶς ἀ­γα­πη­μέ­νες της πυτ­ζά­μες, αὐ­τὲς μὲ τὴν πριγ­κί­πισ­σα τοῦ χι­ο­νιοῦ. Κά­θι­σα στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ της. «Ποῦ ἤ­σουν, ντάν­τα», ρώ­τη­σε. «Ἔ­κα­να δου­λει­ές», εἶ­πα. Οἱ μπου­κλί­τσες τῶν μαλ­λι­ῶν της γυ­ά­λι­ζαν στὸ φῶς τῆς λάμ­πας. «Για­τὶ εἶ­σαι στε­νο­χω­ρη­μέ­νη», εἶ­πε. «Δὲν εἶ­μαι ἀ­γά­πη μου», εἶ­πα καὶ χα­μο­γέ­λα­σα. «Μὴν εἶ­σαι στε­νο­χω­ρη­μέ­νη. Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι ἐ­σὺ εἶ­σαι ἡ μα­μά μου», εἶ­πε καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὰ χέ­ρια της. «Μὴν τὸ λὲς αὐ­τό, ἀ­γά­πη μου, δὲν εἶ­μαι», τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Μὲ φί­λη­σε. Τὴν ἔσφι­ξα στὴν ἀγ­κα­λιά μου. «Καὶ τώ­ρα πρέ­πει νὰ κοι­μη­θοῦ­με», εἶ­πα. Βο­λεύ­τη­κε, ἔ­πια­σε τὸ χέ­ρι μου καὶ ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ νύ­χια γιὰ νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε βρά­δυ. Ὅ­ταν κοι­μή­θη­κε, ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ δω­μά­τιό μου.

      Τὸ πρω­ὶ μὲ φώ­να­ξε ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. «­Ἔ­λα πά­νω,ντάν­τα», εἶ­πε. Ἐ­γὼ ἤ­μουν κλει­δω­μέ­νη στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὶς βα­λί­τσες. «Ἔρ­χο­μαι σὲ λί­γο ἀ­γά­πη μου», ἀ­πάν­τη­σα. Στὶς δώ­δε­κα πα­ρὰ τέ­ταρ­το ἀ­νέ­βα­σα τὶς βα­λί­τσες στὸ σα­λό­νι. Ἐ­κεῖ­νες ἦ­ταν στὴν κου­ζί­να. Ὁ κύ­ριος ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­να­πνεύ­σω κα­λά. Τὸ πά­νω χεῖ­λος μου μυρ­μήγ­κια­ζε. Ὅ­ταν βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να, ἡ κυ­ρί­α τὴν κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴν ἀγ­κα­λιά της. «Κά­νε γειὰ στὴν Ἄρ­τι», εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. «Ἔ­λα μα­ζί μας ντάν­τα», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Κά­τι ἔ­τυ­χε καὶ πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω πί­σω», εἶ­πα. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ μὴν κα­τα­λά­βαι­νε τί ἔ­λε­γα. Τὸ βλέμ­μα της ἔ­πε­σε στὶς βα­λί­τσες. «Θὰ ἔρ­θει μα­ζί μας καὶ ἡ ντάν­τα», φώ­να­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει. Δὲν πρό­λα­βα νὰ τῆς πῶ γειά. Τὴν πῆ­ρε καὶ ἔ­φυ­γαν.

      Πέ­ρα­σα τὴν ἑ­πό­με­νη ἑ­βδο­μά­δα κλει­σμέ­νη στὴν γκαρ­σο­νι­έ­ρα στοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους. Ἔ­κλει­σα τὸ κι­νη­τό. Δὲν ἔ­τρω­γα, μό­νο κοι­μό­μουν, ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μπο­ροῦ­σα. Ὅ­ταν ἤ­μουν ξύ­πνια, τὴ σκε­φτό­μουν. Τὴν πρω­το­εῖ­δα ὅ­ταν ἦ­ταν ἑ­νὸς μη­νός. Ἦ­ταν ὄ­μορ­φο μω­ρό, ἀλ­λὰ γκρι­νι­ά­ρι­κο. Ἐ­γὼ ὅ­μως τὴ χά­ι­δευ­α καὶ τῆς μι­λοῦ­σα γλυ­κὰ κι ἔ­τσι μὲ τὸν και­ρὸ ἡ­σύ­χα­σε καὶ ἦ­ταν ὅ­λοι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πέ­στρε­ψε σύν­το­μα στὴ δου­λειά. Γυρ­νοῦ­σε κά­θε βρά­δυ κα­τά­κο­πη, ἀλ­λὰ μό­λις ἔ­βλε­πε τὸ μω­ρό, τὸ πρό­σω­πο της ἔ­λαμ­πε σὰν νὰ ἔ­βλε­πε θαῦ­μα. Τὴν εἶ­χε πιά­σει μὲ φάρ­μα­κα. Τὸ μω­ρὸ περ­πά­τη­σε καὶ μί­λη­σε γρή­γο­ρα. Τῆς ἄ­ρε­σαν τὰ χρώ­μα­τα κι ἔ­τσι περ­νού­σα­με ὧρες ζω­γρα­φί­ζον­τας. Ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κή, εἶ­χε κα­λοὺς τρό­πους. Ὅ­ταν μα­γεί­ρευ­α, δὲν ἔ­τρω­γε ἂν δὲν κα­θό­μουν μα­ζί της στὸ τρα­πέ­ζι. Τῆς ἄ­ρε­σε ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κά­ρυ. «Κά­ρυ μου», μὲ φώ­να­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ γε­λού­σα­με. Συ­χνὰ μοῦ ζη­τοῦ­σε νὰ τῆς βά­λω λί­γο κά­ρυ στὸ πιά­το της, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἀρ­νιό­μουν για­τὶ ἦ­ταν μό­νο τεσ­σά­ρων χρο­νῶν παι­δά­κι καὶ δὲν ἦ­ταν κὰν Ἰν­δή.

      Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξα τὸ κι­νη­τό, μὲ πῆ­ρε ἡ για­γιά της. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­τρω­γε κα­λά. Ὅ­τι ἔ­κλαι­γε. «Ἔ­τσι ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει», εἶ­πε. «Ἐν­το­λὲς τοῦ ψυ­χο­λό­γου». Τὴν ἄ­κου­γα. «Δὲν πρό­λα­βα νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σω», εἶ­πα. «Τί νὰ κά­νεις», εἶ­πε, «μιὰ ψυ­χὴ ποὺ εἶ­ναι νὰ βγεῖ, ἂς βγεῖ».

      Πά­νω στὸ μή­να, ἀ­ναγ­κα­στι­κά, ἔ­πια­σα δου­λειὰ σὲ ἕ­να σπί­τι μὲ μω­ρό. Ὅ­μως τὸ ἔ­βλε­πα καὶ τὸ ἀν­τι­πα­θοῦ­σα. Ἔ­τσι, χω­ρὶς λό­γο. Πα­ραι­τή­θη­κα. Βρῆ­κα ἄλ­λη δου­λειά.

      Στὶς γι­ορ­τὲς τῆς στέλ­νω δῶ­ρα μὲ τὴ για­γιά της. Τῆς ἀ­ρέ­σουν. Ρω­τά­ει ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ρο γιὰ μέ­να κι αὐ­τὸ λέ­νε εἶ­ναι κα­λό.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἰ­ω­άν­να Ντούμ­πρου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κὲντ καὶ τώ­ρα εἶ­ναι φοι­τή­τρια στὸ τμῆ­μα τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἐν­τευ­κτή­ριο καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Δι­ή­γη­μά της πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸν συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Ζω­ο­λο­γί­α τοῦ πά­νω καὶ τοῦ κά­τω κό­σμου (ἐκ­δό­σεις «Πα­τά­κη»­).

 

Διαφημίσεις

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Alejandro Jodorovsky): Ποιότητα καὶ ποσότητα

 

 

Ἀ­λε­χάν­τρο Γι­ον­το­ρόφ­σκι (Alejandro Jodorovsky)

 

 Ποιότητα και ποσότητα

(Calidad y cantidad)

 

ΕΝ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ἐ­κεί­νη ἀλ­λὰ τὴ σκιά της. Φρόν­τι­ζε νὰ τὴν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴν αὐ­γὴ τό­τε ποὺ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη.              

 

 

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Αlejandro Jodorovsky·Χι­λή, 1929). Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ `50, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι. Ἀσχο­λή­θη­κε μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ θέ­α­τρο, τὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ τὸ σκί­τσο. Ἔ­χει ἐ­πί­σης σκη­νο­θε­τή­σει ἀρ­κε­τὲς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Φαῖδρος Μπαρλᾶς: Αἷμα στὴν ἄσφαλτο

 

 

Φαῖ­δρος Μπαρ­λᾶς

 

Αἷ­μα στὴν ἄ­σφαλ­το*

 

Υ­ΤΟ ΣΥ­ΝΕ­ΒΗ εἰς τὰ Χαυ­τεῖ­α, ἐ­κεῖ ὅ­που δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται αἱ ὁ­δοὶ Πα­νε­πι­στη­μί­ου καὶ Πα­τη­σί­ων – καὶ οἱ συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στὰ ἑ­κα­τέ­ρω­θεν πε­ζο­δρό­μια δι­α­βά­τες πε­ρι­μέ­νουν τὴν συγ­κα­τά­θε­ση τοῦ ἀ­στυ­φύ­λα­κος γιὰ νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πέ­ναν­τι. Ἦ­ταν, λοι­πόν, με­ση­μέ­ρι – καί, ὅ­πως συ­νή­θως, κό­σμος πο­λὺς ἐ­πε­ρί­με­νε κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ές, μ’ ἕ­ναν ἀ­στυ­φύ­λα­κα ἐ­πὶ κε­φα­λῆς ἡ κά­θε πα­ρά­τα­ξις, ποὺ τὸ κρά­νος του ἐ­γυ­ά­λι­ζε στὸν ἥ­λιο. Αἴφ­νης, οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες ἔ­δω­σαν τὸ σύν­θη­μα – καὶ οἱ δυ­ὸ πα­ρα­τά­ξεις ἐ­ξε­κί­νη­σαν, βα­δί­ζον­τας κα­τὰ μέ­τω­πον. Τὸ σύ­νη­θες σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις, εἶ­ναι οἱ δυ­ὸ πα­ρα­τά­ξεις νὰ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται στὸ μέ­σον τοῦ δρό­μου, νὰ προ­σπερ­νῶν­ται ἀ­δι­ά­φο­ρες καί, με­τὰ ἀ­πὸ τὸ στιγ­μια­ῖο ἐ­κεῖ­νο ἀ­να­κά­τε­μα, νὰ ξε­χω­ρί­ζουν καὶ πά­λιν, προ­χω­ρών­τας, ἡ κά­θε μιά, πρὸς τὸ πε­ζο­δρό­μιο τοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ της. Τὸ με­ση­μέ­ρι, ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νο, τὰ πράγ­μα­τα συ­νέ­βη­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ὅ­λοι οἱ ἐρ­χό­με­νοι ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο σ υ ­ν έ ­π ε ­σ ε νὰ ἔ­χουν στε­νοὺς γνω­ρί­μους με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νων ποὺ ἐρ­χόν­του­σαν ἀ­πὸ τὸ ἀν­τί­θε­το. Καὶ ὄ­χι π ο λ ­λ ο ὺ ς στε­νοὺς γνω­ρί­μους. Ὄ­χι: κα­θέ­νας τοῦ ἑ­νός πε­ζο­δρο­μί­ου ἐ­γνώ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ ἕ ­ν α ν τοῦ ἀν­τι­θέ­του. Καὶ δὲν τὸν ἐ ­γ ν ώ ­ρ ι ­ζ ε ἁ­πλῶς, ὅ­πως συμ­βαί­νει τό­σους καὶ τό­σους νὰ γνω­ρί­ζω­με. Ὁ γνώ­ρι­μος αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­να πρό­σω­πο πο­λὺ φι­λι­κό, συν­δε­δε­μέ­νο μὲ χί­λι­ες ἀ­κρι­βές ἀ­να­μνή­σεις τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ἕ­να πρό­σω­πο ἀ­κό­μη, ποὺ εἶ­χε και­ρὸ ὁ ἀ­πέ­ναν­τι γνώ­ρι­μος νὰ τὸ δῇ, ποὺ νό­μι­ζε πὼς εἶ­χε χα­θῆ – καὶ τώ­ρα μὲ ἀ­νε­κλά­λη­τη χα­ρὰ θὰ τὸ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε.

      Πλη­σι­ά­ζον­τας, λοι­πόν πρὸς τὸ μέ­σον τοῦ δρό­μου, ἐ­κεῖ ποὺ δι­έρ­χον­ται οἱ γραμ­μὲς τοῦ τράμ, οἱ δυ­ὸ πα­ρα­τά­ξεις ἄρ­χι­σαν ν’ ἀ­να­γνω­ρί­ζων­ται. Κραυ­γὲς ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως ἀ­κού­στη­καν πρῶ­τα, ἔ­πει­τα ὁ γε­νι­κὸς ρυθ­μὸς τοῦ βη­μα­τι­σμοῦ ἐ­πι­τα­χύν­θη­κε καί, τέ­λος, ὅ­λοι ὥρ­μη­σαν πρὸς ὅ­λους μὲ χέ­ρια προ­τε­τα­μέ­να.

      Κα­νεὶς δὲν λο­γά­ρια­ζε πιὰ νὰ πε­ρά­ση στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο· ὅ­λοι εἶ­χαν μεί­νει ἐ­κεῖ, κα­τα­με­σὶς τῆς ὁ­δοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, γε­λών­τας, συ­ζη­τών­τας μὲ θό­ρυ­βο, σφίγ­γον­τας πά­νω-κά­τω τὰ χέ­ρια, ἐ­νῷ οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες ἐ­κύτ­τα­ζαν ἄ­ναυ­δοι, ἀλ­λά, κα­τὰ βά­θος, συγ­κι­νη­μέ­νοι καὶ αὐ­τοί.

      Ἔ­ξαφ­να πα­ρα­τη­ρή­θη­κε κά­τι τὸ ἀ­νώ­μα­λο. Ἕ­νας πε­ρίσ­σευ­ε. Ναί, ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας, ποὺ κα­νέ­ναν δὲν ἐ­γνώ­ρι­ζε, κα­νεὶς δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε καὶ κα­νέ­ναν δὲν χαι­ρε­τοῦ­σε. Κι’ ὁ ἕ­νας αὐ­τὸς δὲν ἔ­λε­γε νὰ πε­ρά­σει ἀν­τί­κρυ, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἀρ­χι­κὴ πρό­θε­σή του, ἀλ­λ’ εἶ­χε μεί­νει, ὁ­λο­φά­νε­ρα χω­ρὶς λό­γο, κι αὐ­τὸς στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου, κυτ­τά­ζον­τας ἀ­λα­λι­α­σμέ­νος τοὺς ἄλ­λους. Ἡ πα­ρου­σί­α του ἔ­γι­νε, στὴν ἀρ­χή, αἰ­σθη­τὴ μό­νο στοὺς πιὸ κον­τι­νούς, ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν κυτ­τά­ζουν κά­πως ὕ­πο­πτα. Ἔ­πει­τα, ἡ αἴ­σθη­ση αὐ­τὴ τῆς ἀ­νω­μα­λί­ας σκόρ­πι­σε καὶ μα­κρύ­τε­ρα – καί, σὲ λί­γο, ὅ­λο τὸ πλῆ­θος ἐ­κεῖ­νο εἶ­χε στρέ­ψει ἐ­νω­χλη­μέ­νο τὰ βλέμ­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος του καὶ τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ δι­α­θέ­σεις, ποὺ γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἐ­χθρι­κές.

      Κα­νείς, ἐν­τω­με­τα­ξύ, δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ κρα­τά­ει σφι­χτὰ τὸ χέ­ρι τοῦ γνω­ρί­μου του. Δι­α­τη­ροῦ­σαν τὴν χει­ρα­ψί­α ἐ­πί­τη­δες, ἐ­πι­δει­κτι­κά, γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σουν ἐν­το­νώ­τε­ρα στὸν ἄ­γνω­στο τὸ ἄ­και­ρο τῆς πα­ρου­σί­ας του κον­τά τους. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε πλέ­ον νὰ ἔ­χει πα­νι­κο­βλη­θῆ. Εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ βρι­σκό­ταν καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ κου­νή­ση οὔ­τε μπρός, οὔ­τε πί­σω. Ἡ τρο­με­ρὴ μο­να­ξιά, ποὺ δὲν τὴν πε­ρί­με­νε, δὲν τήν ὑ­πε­λό­γι­ζε —ἐ­κεῖ, ξαφ­νι­κά, με­ση­μέ­ρι, εἰς τὰ Χαυ­τεῖ­α.­.­.— τὸν ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­φέ­ρη ἀ­φάν­τα­στα. Αἰ­σθα­νό­ταν τρο­μα­χτι­κὰ ἔ­ρη­μος καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, ἄν­θρω­πος σὲ ξέ­νο Σύμ­παν, χω­ρὶς γο­νεῖς, χω­ρὶς φί­λους ἢ συγ­γε­νεῖς, χω­ρὶς γυ­ναῖ­κα ἢ ἐ­ρω­μέ­νη, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­κό του στὸν κό­σμο. Τὸ μυα­λό του εἶ­χε ἀ­κι­νη­τή­σει καὶ σχη­μά­τι­ζε μό­νον κά­θε τό­σο ἕ­ναν ἀ­ριθ­μό, ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ ἐκ­προ­σω­ποῦ­σε αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, ἕ­ναν —πάν­το­τε— π ε ­ρ ι τ ­τ ὸ ἀ­ριθ­μό. Εἶ­μαι, σκε­πτό­ταν, ὁ 21, ὁ 27, ὁ 35, ὁ 41.­..

      Ἡ κα­τά­στα­σις, ὅ­μως, ἀ­δι­ά­κο­πα χει­ρο­τέ­ρευ­ε. Τὰ ζεύ­γη τὸν ἐ­πλη­σί­α­ζαν καί, σι­γὰ-σι­γά, ἕ­νας κύ­κλος σχη­μα­τί­στη­κε γύ­ρω του. Οἱ μα­τι­ὲς ἦ­σαν ἄ­γρι­ες, θα­νά­σι­μα ἐ­χθρι­κές. Οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες ἄρ­χι­σαν καὶ αὐ­τοὶ νὰ ὀρ­γί­ζων­ται. Εἶ­χαν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ πό­στο τους καὶ βά­δι­ζαν πρὸς τὸ μέ­ρος του· φα­νε­ρό, πὼς ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν συλ­λά­βουν.Ἔ­ξαφ­να, ὁ ἄν­θρω­πος ἔμ­πη­ξε μιὰ κραυ­γὴ ἀ­γω­νί­ας καὶ τρό­μου, ποὺ ἀν­τή­χη­σε ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο τοῦ με­ση­με­ριοῦ, – καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χη.

      — Πιά­στε τον! πιά­στε τον! ἀ­κού­στη­καν με­ρι­κὲς θυ­μω­μέ­νες φω­νές. Οἰ ἀ­στυ­φύ­λα­κες καὶ ὁ κό­σμος τὸν κυ­νή­γη­σαν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­τρε­χε μὲ φρε­νί­τι­δα. Ὁ φό­βος ἔ­δι­νε φτε­ρὰ στὰ πό­δια του. Ὥρ­μη­σε πρὸς τὴν πλα­τεῖ­α τῆς Ὁ­μο­νοί­ας. Πί­σω του, τὸ πλῆ­θος ὠ­ρυ­ό­ταν:

      — Πιά­στε τον! πιά­στε τον!

      Με­ρι­κοί, ποὺ ἐρ­χόν­του­σαν ἀ­πὸ τήν ὁ­δὸ Πει­ραι­ῶς ἢ τὴν ὁ­δό Ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου, κι­νή­θη­καν νὰ τὸν ἀ­να­κό­ψουν. Τοὺς χτύ­πη­σε, τοὺς ἀ­νέ­τρε­ψε, ξέ­φυ­γε, – κι ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τρέ­χη.

      — Πιά­στε τον! Πιά­στε τον!

      Ἡ κραυ­γὴ ἔ­βγαι­νε πιὰ ἀ­πὸ χί­λια στό­μα­τα.

      Οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες τὸν εἶ­χαν πλη­σιά­σει. Ἔ­κα­νε νὰ στρί­ψη, νὰ χω­θῆ στὰ σο­κά­κια. Δὲν πρό­φθα­σε. Ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμὸς ἀ­κού­στη­κε, ξε­ρὸς μέ­σα στὴν δι­ά­πυ­ρη ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ὁ ἄν­θρω­πος σω­ρι­ά­στη­κε χά­μω. Παν­δαι­μό­νιο χα­ρᾶς ὑ­πο­δέ­χτη­κε τὴν πτώ­ση του.

      — Ἔ­πρε­πε! ἔ­πρε­πε! Φω­νά­ξα­νε.

      Κά­ποι­ος, ποὺ δὲν εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθῆ τὰ ὅ­σα εἶ­χαν συμ­βῆ, ρώ­τη­σε τοὺς πλα­ϊ­νούς του:

      — Μὰ τί ἔ­κα­νε, λοι­πόν, αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος;

      Δὲν τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­καν. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το τῶν Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα, ση­κώ­νον­τας σύν­νε­φο τὴν σκό­νη. Τὸν φόρ­τω­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε πρὸς τὴν ὁ­δὸ 3ης Σε­πτεμ­βρί­ου.

      Μο­νά­χα λί­γες κη­λί­δες αἷ­μα εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει στὴν ἄ­σφαλ­το.

 

* Ση­μεί­ω­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ ἐ­γρά­φη τὸ 1952. Δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη τό­τε εἰ­σα­χθῆ τὸ σύ­στη­μα τῆς αὐ­το­μά­του ση­μα­το­δο­τή­σε­ως.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Ἐ­πί­σκε­ψις, Ἐκ­δό­σεις Φέ­ξη, Ἀ­θῆ­ναι, 1963.

 

Μπαρ­λᾶς Φαῖ­δρος (Ἀ­θή­να, 1925-1975). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το βι­βλί­ο του: Δώ­δε­κα τρα­γού­δια, ἐκδ. Ἀ­ε­τός, Ἀ­θή­να, 1943. Ἅ­παν­τα, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θή­να, 1980.

 

Βλ. κόμη δ μερολόγιο Καταστρώματος (γγραφ 07-04-2010) 

 

Νατάσα Κεσμέτη: Ὁ κρόκος τοῦ 25 (Χριστουγεννιάτικο διήγημα)

 

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

Ὁ κρό­κος τοῦ 25

 

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ἦ­ταν γε­μά­τος ἄ­δεια φο­ρεῖ­α καὶ σι­ω­πή. Στὸν γυ­ναι­κεῖ­ο θά­λα­μο 25 ἕ­νας κρό­κος ἔ­φεγ­γε προ­βάλ­λον­τας ἀ­π’ τὸν βολ­βό του. Ἀ­πέ­ναν­τι, σ’ ἕ­να στε­νό­χω­ρο δί­κλι­νο, δυ­ὸ ἄν­δρες κου­βέν­τια­ζαν χα­μη­λό­φω­να.

       Φορ­τω­μέ­νος τρα­γι­κὲς ἢ πλη­γω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­χον­τας δώ­σει πλή­ρως τὴν προ­σο­χή του σὲ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων γιὰ πά­νω ἀ­πὸ πε­νήν­τα χρό­νια, ὁ βα­ριὰ ἀ­σθε­νὴς γε­ρο-μο­να­χὸς ἔ­λε­γε τώ­ρα πώς, πα­ρ’ ὅ­σα εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δεῖ, πο­τὲ δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ πι­στεύ­ει στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ στὴν συ­νε­χῆ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

       Ὁ φί­λος του για­τρός, κα­θι­σμέ­νος στὸ δι­πλα­νὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι ἔ­δει­χνε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ὡ­στό­σο ἄ­κου­γε προ­σε­κτι­κά:

      «Μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ κά­νου­με λά­θη καὶ νὰ βι­ώ­νου­με πά­θη.»

      Ἕ­νας νέ­ος βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν 25, δι­έ­σχι­σε τὸν δι­ά­δρο­μο, τοὺς δι­έ­κο­ψε τεί­νον­τας στὸν μο­να­χὸ ἕ­να μπλόκ. «Εὐ­χα­ρι­στῶ εὐ­λο­γη­μέ­νε» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος στὸν ἄν­δρα ποὺ ἀ­μέ­σως ξα­να­βγῆ­κε. Τὸ ἔ­φε­ρε κον­τὰ στὰ μά­τια του γιὰ λί­γο καὶ τὸ ἔ­δω­σε στὸν για­τρό. «Δι­άβα­σε ἐ­σὺ κα­λύ­τε­ρα» εἶ­πε. «Κι οἱ δύο δε­σμευ­ό­μα­στε ἐξ ἴ­σου ἀ­πὸ τὸ ἀ­πόρ­ρη­το»:

 

      15 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀ­νυ­πό­φο­ρος πό­νος. Μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὸ σῶ­μα ἀν­τέ­χει ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κός του. Πρέ­πει νὰ διατη­ρή­σει τὴν σιω­πή του. Ὄ­χι ἀ­πὸ ὑ­πε­ρη­φά­νεια οὔ­τε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς μο­να­δι­κό­τη­τάς του.

      16 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἕ­νας σπα­ραγ­μὸς ποὺ ξε­περ­νᾶ κά­θε εἴ­δους σύ­νορο, μὲ ἑ­νώ­νει μὲ κά­θε ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νο, πλά­σμα μαγ­κω­μέ­νο στὶς δαγ­κά­νες τοῦ πό­νου εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀρ­ρώστεια, εἴ­τε ἀ­πὸ πεί­να, ἀ­πὸ κα­κο­ποί­η­ση ἢ ἀ­γρι­ό­τη­τα κι ἀ­ναλ­γη­σί­α εἴ­τε ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄλ­λο ἀ­πό­λυ­το πα­ρα­λο­γι­σμό. Ἀλ­λὰ κa­ὶ μὲ τοὺς εὐ­τυ­χεῖς μὲ ἑ­νώ­νει για­τί δὲν ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α ἀ­δάγ­κω­τη ἀ­πὸ ἕ­ναν συγ­κλο­νι­στι­κὸ πό­νο – ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα.

      17 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­μύ­τι­σαν φυλ­λα­ρά­κια!

      18 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­περ­νᾶς κά­θε ἔν­νοι­α, νό­η­μα καὶ μορ­φὴ ποὺ θὰ δο­κί­μα­ζαν νὰ πε­ρι­γρά­ψουν πῶς ἀ­κοῦς καὶ πῶς συλ­λέ­γεις τὶς οἰ­μω­γὲς ἐ­πι­στρέ­φον­τάς τις… Ἐ­νερ­γὸς εἰ­ρή­νη, ἐ­κεῖ ἐ­ξαρ­χῆς.

      20 Δεκεμβρίου. Ξε­μύ­τι­σαν κι ἄλ­λα χα­ρι­τω­μέ­να… Τοῦ ζή­τη­σα μιὰν ἁ­γι­ο­γραφί­α. «Ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν λοι­πὸν ἔν­θα ὁ­δεύ­ει…»

      21 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀλ­λὰ σὲ τί ἀ­πό­κρη­μνα κο­φτε­ρὰ πράγ­μα­τα πρέπει νὰ περ­πα­τή­σουν οἱ ἀ­μά­θη­τες πα­τοῦ­σες χα­ρα­κω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ κα­φτὸ κι ἀ­πὸ τὸ πα­γω­μέ­νο αἷ­μα ξα­νὰ καὶ ξα­νά.

      22 Δε­κεμ­βρί­ου. Ὅ­ταν στραγ­γί­ζουν οἱ στέρ­νες ἀ­π’ ὅ­λο τὸν ὑ­δά­τινο ὁ­ρί­ζον­τά τους, τό­τε τὸ κά­θε τὶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ὅ­ταν κι ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀ­πο­σύ­ρε­ται, μέ­νει ὁ ἱ­κέ­της μό­νος μέ­σα στὴν πί­στη του ποὺ τρέ­μει σω­ρι­α­σμέ­νη. Τὴν φρον­τί­ζει μὲ ὅ­σα δά­κρυ­α ἔ­χει, τὴν κοι­τά­ζει ἀ­νήμ­πο­ρος κα­θὼς ψυ­χο­μα­χᾶ, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Κά­τι ἄ­γριο θε­ρι­εύ­ει στὸ βά­θος τοῦ βλέμ­μα­τός του.

      Ἡ τριμ­μέ­νη μου σάρ­κα δὲν ἔ­χει κα­μιὰν ἀ­ξί­α οὔ­τε τὰ συν­τριμ­μέ­να μου ὀ­στά. Δὲν μὲ ἔ­χεις σὲ τί­πο­τα ἀ­νάγ­κη ἀλ­λὰ μὲ ἀ­γα­πᾶς ὅ­πως ἐ­γὼ ἀ­γα­πῶ τὴν ἀ­νήμ­πο­ρη πί­στη μου.

      Ὁ κρό­κος ἄν­θι­σε!

      23 Δε­κεμ­βρί­ου. Τὸ βρέ­φος στὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ τὸ πε­ρι­πτύσ­σε­ται φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὸ γα­λου­χεῖ. Στὴν ἀ­κμὴ τῆς ζω­ῆς του φθά­νει καὶ στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου του, ὅ­ταν τὰ ἄ­κρα του τα­νύ­ζον­ται στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἐ­νῶ συ­σπῶν­ται στὸ ἔ­σχα­το ση­μεῖ­ο συ­σπεί­ρω­σης. Δι­α­δο­χι­κὲς τα­νύ­σεις καὶ συ­σπει­ρώσεις δὲν μα­ται­ώ­νουν ἕ­ναν κύ­κλο σο­φί­ας, τρυ­φε­ρό­τη­τας καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σης. Μιὰ εἰ­κό­να παν­τε­λῶς ἀ­ό­ρα­τη: φω­τιὰ πί­σω ἀ­πὸ ὠ­κε­α­νοὺς στά­χτης.

 

      — Τί νό­η­μα ἔ­χει; μουρ­μού­ρι­σε ἀ­πο­καρ­δι­ω­μέ­να ὁ για­τρός.

      — Ἐν­νο­εῖς πὼς δὲν σώ­ζε­ται γρά­φον­τας;

      Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θιστο γιὰ ἀ­σθε­νῆ σὲ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη πο­ρεί­α νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται ἔ­τσι ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Γιὰ μιὰν ἀ­κό­μη Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων σὲ ἐ­φη­με­ρί­α. Τὸ ὁ­μο­λό­γη­σε καὶ πρό­σθε­σε:

      — Ἐ­σεῖς δὲν θὰ προ­τι­μού­σα­τε νὰ εἶ­στε στὸ κελ­λί σας;

      — Καὶ ποῦ ἀλ­λοῦ εἶ­μαι;

      — Ἔ­χε­τε θάρ­ρος γιὰ χι­οῦ­μορ!

      — Κα­θό­λου! Ὁ πον­τι­κὸς στὴν τρύ­πα του εἶ­ναι Μεγάλος Ἄρ­χος, ἀλ­λὰ παν­τοῦ ὁ μο­να­χὸς ἕ­να ὀ­φεί­λει νὰ πα­ρα­κα­λεῖ: νὰ προ­φτά­σει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν με­τά­νοι­ά του. Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα σὲ μο­να­χοὺς καὶ λα­ϊ­κούς. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἀ­δελ­φή μας βρῆ­κε τὸ μο­νο­πά­τι τῆς δι­κῆς της πο­ρεί­ας.

      — Λέ­τε;

      — Πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε πο­λὺ γιὰ τὶς λέ­ξεις. Ξε­χνᾶ­με πὼς κά­θε στιγ­μὴ μᾶς εὐ­ερ­γε­τοῦν.

      Ὁ για­τρὸς ἐ­πέ­μει­νε:

      — Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά;

      — Κα­μί­α. Ὅ­λοι ἀ­να­λαμ­βά­νουν νὰ ἀ­σκοῦν­ται κα­τὰ ποι­κίλους τρό­πους, ἐ­ὰν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀ­πο­κτή­σουν νοῦν καὶ σπλάχνα Χρι­στοῦ.

      Ξα­νά­σκυ­ψε στὸ μπλόκ:

       

      24 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἔ­λα μι­κρὲ πῶ­λε νὰ μᾶς πά­ρεις πά­λι ἕ­ναν ἕ­ναν στὴ ρά­χη σου. Τοὺς αἰχ­μά­λω­τους, τοὺς πρό­σφυ­γες, τοὺς ἑ­τοι­μοθά­να­τους. «Ἐ­κεῖ ἐ­φά­νη ρί­ζα ἀ­πό­τι­στος βλα­στά­νου­σα ἄ­φε­σιν. Ἐ­κεῖ εὑ­ρέ­θη φρέ­αρ ἀ­νώ­ρυ­κτον…» Ἔ­λα καὶ γιὰ μέ­να πιά.

 

   Δε­κέμ­βριος 2010

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 25-12-2010)

 

Λευτέρης Ξανθόπουλος: Ἄνθρωπος στὰ κάγκελα

 

 

Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος

 

Ἄν­θρω­πος στὰ κάγ­κε­λα

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΪ, ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά, πο­λὺ κα­λά. Πράγ­μα πα­ρά­ξε­νο, ξύ­πνη­σα μὲ εὐ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση, ἡ μέ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη, ὁ κα­φὲς βγῆ­κε μὲ πλού­σιο κα­ϊ­μά­κι, τὸν ἔ­κο­ψα ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ τὴ βρά­ση, τὸ κου­τα­λά­κι ἔ­πια­σε τὴ σω­στὴ πο­σό­τη­τα ζά­χα­ρης, τὰ κου­λου­ρά­κια ἀ­πὸ τὸν γει­το­νι­κὸ φοῦρ­νο ἀ­πο­δεί­χτη­καν νο­στι­μό­τα­τα καὶ ἡ πρώ­τη γου­λιὰ ποὺ τρά­βη­ξα δὲν μοῦ ἔ­κα­ψε τὴ γλώσ­σα!

       Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ φτιά­χνω τὸν κα­φέ μου μό­νος μου, νὰ σερ­βί­ρο­μαι στὸ με­γά­λο δρύ­ϊ­νο τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας καὶ με­τά, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, νὰ προ­χω­ρά­ω με­ρι­κὰ βή­μα­τα μπρο­στά, νὰ ἀ­νοί­γω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ βλέ­πει στὸν κῆ­πο μὲ τὴ σι­δε­ρέ­νια αὐ­λό­πορ­τα στὸ βά­θος, νὰ χα­ζεύ­ω τὴν πρα­σι­νά­δα καὶ νὰ εἰ­σπνέ­ω τὸν φρέ­σκο ἀ­έ­ρα, ὅ­σην ὥ­ρα μοῦ παίρ­νει γιὰ νὰ ξυ­πνή­σω.

      Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ μι­κρὲς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νες κι­νή­σεις, στὴ σω­στὴ στιγ­μὴ καὶ σὲ κα­τάλ­λη­λες δό­σεις, αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ κα­θη­με­ρι­νὸ θαῦ­μα ποὺ λέ­ω καὶ στοὺς φί­λους μου, σὲ σκλη­ρα­γω­γοῦν κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, σὲ προ­ε­τοι­μά­ζουν νὰ ἀν­τέ­ξεις τὸ βά­ρος καὶ τὶς πι­θα­νὲς ἀ­να­πο­δι­ὲς τῆς ἡ­μέ­ρας καὶ σὲ φέρ­νουν ἐν τέ­λει πιὸ κον­τὰ στὰ δε­σμὰ τῆς ζω­ῆς, ποὺ δὲν μπο­ρεῖς οὔ­τε νὰ τὰ ἀ­παρ­νη­θεῖς οὔ­τε νὰ κά­νεις χω­ρὶς αὐ­τά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ τι­μω­ρη­μέ­νος Προ­μη­θέ­ας δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει χω­ρὶς τὶς ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὸν κρα­τοῦ­σαν δε­μέ­νο στὰ βρά­χια τοῦ Καυ­κά­σου.

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρω­ϊ­νό, μοῦ τρά­βη­ξε ἀ­μέ­σως τὴν προ­σο­χὴ καὶ δὲν μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἡ­συ­χά­σω, μέ­χρι ποὺ πα­ρά­τη­σα τὸν κα­φέ μου καὶ ση­κώ­θη­κα, ἕ­νας ἀ­κα­νό­νι­στος ὄγ­κος ριγ­μέ­νος σὰν τσου­βά­λι πά­νω στὰ κάγ­κε­λα, μιὰ θο­λὴ πλα­κὲ ἐ­πι­φά­νεια ποὺ σκί­α­ζε τὴν αὐ­λό­πορ­τα ἀ­πέ­ναν­τί μου.

      Κα­τέ­βη­κα τὰ τρί­α-τέσ­σε­ρα σκα­λο­πά­τια ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα στὸν κῆ­πο, πλη­σί­α­σα κον­τὰ καὶ τί νὰ δῶ: Ἐ­πά­νω στὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ὅ­πως ἁ­πλώ­νει ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ στὸ μπαλ­κό­νι τὸ χα­λὶ γιὰ νὰ τὸ τι­νά­ξει, ἕ­νας ἄν­θρω­πος δι­πλω­μέ­νος στὰ δυ­ό, σὰν τὸ σφα­χτό!

      Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα πὼς ὁ ἄ­γνω­στος ἄν­τρας μπρο­στά μου δὲν εἶ­χε ὑ­πό­στα­ση, δὲν ζοῦ­σε. Ἡ πόρ­τα τοῦ κή­που, πά­νω στὴν ὁ­ποί­α ξά­πλω­νε, ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ τὴν εἶ­χα καὶ αὐ­τὴ πο­λὺ κα­λὰ κλει­δώ­σει, ὅ­πως κλει­δώ­νω κά­θε βρά­δυ ὅ­λες τὶς πόρ­τες τοῦ σπι­τιοῦ, δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς πρὶν πέ­σω γιὰ ὕ­πνο, σὰν μέ­ρος τῶν σχο­λα­στι­κῶν ἐ­πα­να­λή­ψε­ων καὶ τῶν στα­θε­ρῶν συ­νη­θει­ῶν μου, γιὰ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῶν ὁ­ποί­ων σᾶς μί­λη­σα πρὶν ἀ­πὸ λί­γο.

      Τρά­βη­ξα λί­γο τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ τὴν ἄ­νοι­ξα. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι φο­ροῦ­σε ἀ­συ­νή­θι­στα ροῦ­χα, κά­τι σὰν τὴ φο­ρε­σιὰ τοῦ Μι­χα­ὴλ Στρογ­γώφ, τοῦ τα­χυ­δρό­μου τοῦ Τσά­ρου, ὅ­πως τό­σο ὡ­ραῖ­α τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε ὁ Ἰ­ού­λιος Βέρν, ὅ­ταν μι­κρὸ παι­δὶ κα­θό­μουν στὸ ξύ­λι­νο σκα­μνά­κι στὰ πό­δια τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ μοῦ δι­ά­βα­ζε τὸ βι­βλί­ο.

      Στὴ μα­κριὰ που­κα­μί­σα του, στὴ ρουμ­πά­χα ὅ­πως λέ­νε καὶ οἱ ρῶ­σοι, ποὺ τὴν ἕ­σφιγ­γε μιὰ φαρ­διὰ δερ­μά­τι­νη ζώ­νη στὴ μέ­ση καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ σοῦ­ρες μέ­χρι τοὺς μη­ρούς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, πά­νω στὴν πλά­τη τοῦ νε­κροῦ, μέ­τρη­σα πέν­τε τρυ­ποῦ­λες ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο ὅ­πλο, ἡ μί­α δί­πλα στὴν ἄλ­λη, ποὺ σχη­μά­τι­ζαν ἕ­ναν τέ­λει­ο κύ­κλο.

      Οἱ πλη­γὲς ἦ­ταν στε­γνές, οὔ­τε στα­γό­να δὲν εἶ­χε τρέ­ξει που­θε­νά, ὄ­χι αὐ­τὲς οἱ ἀ­νο­η­σί­ες μὲ τὰ ψεύ­τι­κα αἵ­μα­τα καὶ τὰ χυ­μέ­να μυα­λὰ ποὺ βλέ­που­με στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, μό­νο λί­γο ρο­ζά­κι εἶ­χε πο­τί­σει δι­α­κρι­τι­κὰ τὸ ὕ­φα­σμα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­θε μι­κρὴ ὀ­πή.

 

      Πε­ριτ­τὸ νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς φο­ροῦ­σε στὰ πό­δια του, ψη­λὰ ὣς τὴ γάμ­πα, δερ­μά­τι­νες μπό­τες, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νες ἀρ­κε­τὰ ὅ­πως ὁ ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τοῦ γνω­στοῦ βι­βλί­ου, ποὺ ἔ­δει­χναν ὅ­τι εἶ­χε περ­πα­τή­σει με­γά­λες καὶ δύ­σβα­τες ἀ­πο­στά­σεις πρὶν φτά­σει καὶ κα­τα­λή­ξει στὴν πόρ­τα μου.

 

      Ἀ­φοῦ στὸ τέ­λος ζή­τη­σαν καὶ τὴν δι­κή μου κα­τά­θε­ση καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ τὰ μα­ζεύ­ουν, σή­μαν­ση, ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα, φω­το­γρα­φί­ες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ τῆς Ἀ­σφά­λειας καὶ ὅ­ταν πιὰ οἱ δυ­ὸ τραυ­μα­τι­ο­φο­ρεῖς ξε­κόλ­λη­σαν τὸ πτῶ­μα καὶ τὸ φορ­τῶ­σαν σα­κὶ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο, πλη­σί­α­σα τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό, ἕ­ναν ἀρ­κε­τὰ εὐ­γε­νι­κὸ καὶ πο­λι­τι­σμέ­νο κύ­ριο, ποὺ κα­θό­λου δὲν ἔ­μοια­ζε γιὰ μπά­τσος καὶ τοῦ ζή­τη­σα νὰ μοῦ δεί­ξει τὸ χαρ­τὶ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὸ θύ­μα στὸ δε­ξί του χέ­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δῳ, γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­σπά­σουν ἀ­πὸ πά­νω του ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νὰ τοῦ τσα­κί­σουν τὰ δά­χτυ­λα, ποὺ εἶ­χαν στὸ με­τα­ξὺ πα­γώ­σει.

      Ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς δί­στα­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τά, θὲς για­τὶ μὲ συμ­πό­νε­σε, θὲς για­τὶ βι­α­ζό­ταν καὶ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε ἕ­ναν πλα­στι­κὸ δι­α­φα­νῆ φά­κελ­λο, ἔ­βγα­λε αὐ­τὸ ποὺ βρέ­θη­κε τυ­λιγ­μέ­νο ρο­λὸ στὴν πα­λά­μη τοῦ νε­κροῦ καὶ μοῦ τὸ ἔ­δει­ξε.

       Ὅ­ταν τὸ πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ ξε­τύ­λι­ξα (πο­λὺ προ­σχε­τι­κά, ὁ­μο­λο­γῶ), δι­έ­κρι­να ἕ­ναν εὐ­α­νά­γνω­στο γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, μὲ φαρ­διὰ πέ­να καὶ κα­φὲ μα­ρὸν με­λά­νι ποὺ ἔ­λε­γε τὰ ἑ­ξῆς:

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ϊ­νό, ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά, πο­λὺ κα­λά. Πράγ­μα πα­ρά­ξε­νο, ξύ­πνη­σε μὲ εὐ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση, ἡ ἡ­μέ­ρα ἦ­ταν ἡ­λι­ό­λου­στη καὶ συ­νά­μα δρο­σε­ρή, ὁ κα­φὲς βγῆ­κε δυ­να­τός, μὲ πλού­σιο κα­ϊ­μά­κι, τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ πρὶν νὰ πά­ρει βρά­ση, τὸ κου­τα­λά­κι ἔ­πια­σε τὴ σω­στὴ πο­σό­τη­τα ζά­χα­ρης, τὰ πα­ξι­μα­δά­κια ἀ­πὸ τὸν κον­τι­νὸ φοῦρ­νο ἀ­πο­δεί­χτη­καν γευ­στι­κό­τα­τα.­..

 

1η Αὐ­γού­στου 2010

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1945). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν χω­ρὶς νὰ δώ­σει πτυ­χια­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φο στὸ L­o­n­d­on F­i­lm S­c­h­o­ol στὴν Ἀγ­γλί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο πε­ζοῦ λό­γου καὶ σκη­νο­θέ­τη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ σα­ράν­τα ται­νί­ες μι­κροῦ καὶ με­γά­λου μή­κους καὶ ντο­κι­μαν­τέρ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Ἡ ἕ­βδο­μη βρο­χή, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δη (2010).

 

Μὶκ Τζάκσον (Mick Jackson): Οἱ ἀδελφὲς Πήρς

 

 

 

Μὶκ Τζάκ­σον (M­i­ck J­a­c­k­s­on)

 

Οἱ ­δελ­φὲς Πήρς

(T­he P­e­a­r­ce s­i­s­t­e­rs)

 

ΛΟΛ ΚΑΙ Η ΕΝΤΝΑ ΠΗΡΣ κρα­τοῦ­σαν συν­τρο­φιὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη, κι ἦ­ταν ἐν­τά­ξει μιὰ ποὺ ὁ κον­τι­νό­τε­ρος γεί­το­νας ἔ­με­νε δε­κα­τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἡ πα­λιὰ καὶ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ κα­λύ­βα τους βρι­σκό­ταν κολ­λη­μέ­νη στὴ ρί­ζα τῶν βρά­χων, κον­τὰ στὰ βό­τσα­λα. Κά­θε δω­μά­τιο κρο­τά­λι­ζε ἀ­πὸ τὰ δι­κά του ἰ­δι­αί­τε­ρα ρεύ­μα­τα καὶ τοὺς ἀ­έ­ρη­δες καὶ ὅ­ταν εἶ­χε πα­λίρ­ροι­α τὰ κύ­μα­τα χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα. Κά­θε τό­σο ὅ­μως ἔ­σκα­γε ὁ ἥ­λιος πί­σω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, ἡ βρο­χὴ κό­πα­ζε καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­πε­φτε στὰ 5 ἢ 6 μπο­φόρ. Οἱ ἀ­δερ­φὲς τό­τε πε­ρι­δι­ά­βαι­ναν τὴν ἀ­κτὴ ψά­χνον­τας τυ­χὸν ξε­βρα­σμέ­να ξύ­λα ποὺ τὰ ἔ­σερ­ναν πί­σω, γιὰ νὰ τα­ΐ­σουν τὴ ξυ­λό­σομ­πα καὶ νὰ μπα­λώ­σουν τὴν κα­λύ­βα τους ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­λει­παν κομ­μά­τια.

       Ἔ­κα­ναν ὅ,τι μπο­ροῦ­σαν καὶ ἴ­σα ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ζοῦν ἀ­πὸ τὴν κρυ­φὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α τῆς θά­λασ­σας. Ἕ­ξι μέ­ρες τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­βγα­ζαν τὴ βάρ­κα τους στὰ ἀ­νοι­χτὰ καὶ σή­κω­ναν τὰ δί­χτυ­ά τους νὰ δοῦν τί ἔ­χουν πιά­σει. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, τὰ ἔ­τρω­γαν· τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ κρε­μοῦ­σαν στὸ εἰ­δι­κὸ μέ­ρος ποὺ εἶ­χαν γιὰ νὰ γί­νουν κα­πνι­στά. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες μέ­σα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ ἡ λευ­κό­τε­ρη σάρ­κα γι­νό­ταν κι­τρι­νω­πή, λι­πα­ρὴ καὶ ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­δί­νει τὸν πλού­σιο, γλυ­κὸ ἀ­χνὸ τῆς πίσ­σας. Καὶ κά­θε δε­κα­πέν­τε μέ­ρες οἱ ἀ­δελ­φὲς Πὴρς τύ­λι­γαν τὶς κα­πνι­στὲς ρέγ­κες τους καὶ τὰ κα­πνι­στὰ σκουμ­πριὰ καὶ τοὺς βα­κα­λά­ους σὲ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πή­γαι­ναν στὴν πό­λη, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σουν ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν μιὰ ἢ δυ­ὸ μι­κρὲς πο­λυ­τέ­λει­ες τῆς ζω­ῆς, ὅ­πως ψω­μί, ἁ­λά­τι ἢ τσά­ι.

      Μιὰ κρύ­α, βρο­χε­ρὴ Πα­ρα­σκευ­ή, ἡ Λὸλ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σκε­πή, καρ­φώ­νον­τας ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο σὲ μιὰ τρύ­πα ἀ­π’ ὅ­που ἔμ­παι­νε ἐ­νο­χλη­τι­κὰ ἡ βρο­χὴ καὶ ἡ Ἔν­τνα ἦ­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὴν κα­λύ­βα, ξε­κοι­λι­ά­ζον­τας καὶ κα­θα­ρί­ζον­τας τὴν πρω­ι­νὴ ψα­ριά. Ἡ Λὸλ κάρ­φω­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο καρ­φί, γύ­ρι­σε νὰ πά­ει πρὸς τὴ σκά­λα καὶ τυ­χαῖ­α κοί­τα­ξε πρὸς τὸν ὅρ­μο. Σπά­νια ὑ­πῆρ­χε κά­τι ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­κτὴ καὶ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­μως ἐ­κεί­νη τὴν κρύ­α, βρο­χε­ρὴ Πα­ρα­σκευ­ὴ νό­μι­ζε ὅ­τι κά­τι ἔ­πια­σε τὸ μά­τι της ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα. Στα­μά­τη­σε καὶ πε­ρί­με­νε τὴ θά­λασ­σα νὰ χα­μη­λώ­σει τοὺς μύ­ες της. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο εἶ­δε μὲ σι­γου­ριὰ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πιά­σει τὸ μά­τι της μό­λις πρίν – ἕ­να μπα­τα­ρι­σμέ­νο σκά­φος ἐν­νέ­α μέ­τρων, καὶ κά­ποι­ον τα­λαί­πω­ρο ἄν­θρω­πο ἀγ­κι­στρω­μέ­νο πά­νω του μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη.

      «Ἔν­τνα» φώ­να­ξε στὴν ἀ­δερ­φή της, «φέ­ρε τὴ βάρ­κα».

      Ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα ἦ­ταν σκλη­ροὶ γε­ρό­λυ­κοι —κου­βα­λοῦ­σαν συ­χνὰ κου­βά­δες καὶ σκά­φες μὲ ἀ­στα­κοὺς πά­νω κά­τω στὴν πε­ρι­ο­χὴ— καὶ σὲ λί­γα λε­πτὰ εἶ­χαν κα­τε­βά­σει τὴ βάρ­κα τους κά­τω στὴν ἀ­κτή, στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ με­γά­λα, δυ­να­τά τους χέ­ρια τρα­βοῦ­σαν κου­πί.

      Ἡ Λὸλ κοί­τα­ζε τὴν τσα­κι­σμέ­νη βάρ­κα πά­νω ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της κα­θὼς ἐ­κεί­νη κλυ­δω­νι­ζό­ταν καὶ μιὰ φαι­νό­ταν καὶ μιὰ ὄ­χι.

      «Νο­μί­ζεις ὅ­τι πνί­γη­κε κι­ό­λας;» τῆς φώ­να­ξε ἡ Ἔν­τνα.

      «Ὄ­χι τε­λεί­ως» εἶ­πε ἡ Λόλ.

      Πέ­ρα­σαν πά­νω κι ἀ­πὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κύ­μα τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ βάρ­κα ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀρ­γὰ πρὸς τὸν ὑ­δά­τι­νο τά­φο της. Ὁ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος της ἰ­δι­ο­κτή­της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἀ­πὸ κον­τά. Βού­λια­ξε δυ­ὸ φο­ρὲς κι ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ βου­λιά­ξει καὶ τρί­τη φο­ρά – κλο­τσοῦ­σε καὶ χτυ­πι­ό­ταν μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή. Τὰ μά­τια του γύ­ρι­σαν ἀ­νά­πο­δα, τὸ στό­μα του ἄ­νοι­ξε καὶ μὲ μιὰ τε­λευ­ταῖ­α κλο­τσιὰ καὶ γρο­θιὰ βυ­θί­στη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὰ κύ­μα­τα.

      Οἱ Πὴρς ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που τὸν εἶ­χαν δεῖ τε­λευ­ταῖ­α φο­ρὰ καὶ ἡ Λὸλ βού­τη­ξε βι­α­στι­κὰ τὸ χέ­ρι της στὴ θά­λασ­σα καὶ ἔ­ψα­ξε. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της στὴν Ἔν­τνα καὶ σή­κω­σε τὸ μα­νί­κι της μέ­χρι τὸν ὦ­μο. Με­τὰ ξα­νάρ­χι­σε τὸ ψά­ξι­μο, πῆ­γε ἀ­κό­μα πιὸ βα­θιὰ καὶ στὸ τέ­λος, ὅ­ταν κά­θι­σε πί­σω καὶ τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι τῆς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ κρα­τοῦ­σε τὸν μι­σο­πνιγ­μέ­νο ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸν σβέρ­κο.

      Τὸν ἔ­βγα­λαν στὴν ἀ­κτή, τὸν πέ­τα­ξαν πά­νω στὰ βό­τσα­λα καὶ ἄρ­χι­σαν τὴ δου­λειά. Πρέ­πει νὰ ἔ­βγα­λαν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ θα­λασ­σό­νε­ρο ἀ­πὸ μέ­σα του. Ὕ­στε­ρα ἡ Λὸλ τὸν σή­κω­σε, τὸν πέ­τα­ξε πά­νω στὸν ὦ­μο της καὶ μπῆ­καν μέ­σα κι οἱ τρεῖς τους.

      Σκέ­φτη­καν ὅ­τι συ­νο­λι­κὰ εἶ­χε ἀ­πο­δε­κτὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, εἶ­χε ὅ­λα του τὰ δόν­τια καὶ συμ­πα­θη­τι­κὸ κα­στα­νὸ κε­φά­λι. Μὲ λί­γα λό­για, τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­δρα ποὺ οἱ ἀ­δελ­φὲς Πὴρς σπά­νια ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τό­σο κον­τά, ἔ­τσι τὸν πε­ρι­ερ­γά­στη­καν λε­πτο­με­ρῶς ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­θὼς ἦ­ταν ἀ­ναί­σθη­τος. Κρέ­μα­σαν τὰ μου­σκε­μέ­να του ροῦ­χα δί­πλα στὴ φω­τιὰ καὶ τὸν ἔ­τρι­ψαν μὲ μιὰ πα­λιὰ κου­ρε­λι­α­σμέ­νη πε­τσέ­τα. Με­τὰ τὸν τύ­λι­ξαν μὲ τὴν ρὸζ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα καὶ τοῦ φό­ρε­σαν ἕ­να πα­λιὸ ζευ­γά­ρι κάλ­τσες τῆς Λὸλ γιὰ νὰ τὸν ζε­στά­νουν.

      Σκού­πι­σαν τὸ μέ­τω­πό του κα­θὼς ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὸν κα­να­πέ τους. Χτέ­νι­σαν τὰ μαλ­λιά του, σὰν νὰ ἦ­ταν κού­κλα. Καὶ ἔ­μει­ναν κι οἱ δυ­ὸ δί­πλα του νὰ τὸν κοι­τά­ζουν ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἔ­βη­ξε καὶ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του.

      Λοι­πόν, δὲν ἀρ­νεῖ­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα Πὴρς εἶ­χαν πε­ρά­σει τὴ νι­ό­τη τους λί­γα χρό­νια πρίν. Οἱ δυ­ό τους εἶ­χαν ζή­σει ἀρ­κε­τὰ δύ­σκο­λη ζω­ή. Τὰ μά­γου­λά τους ἦ­ταν φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸν ἄ­νε­μο, τὰ χέ­ρια τους ἄ­γρια, τὰ μαλ­λιά τους μπερ­δε­μέ­να. Τὰ ροῦ­χα τους ἦ­ταν ζα­ρω­μέ­να καὶ λι­γδια­σμέ­να ἀ­πὸ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ψά­ρια ποὺ εἶ­χαν τρι­φτεῖ ἐ­πά­νω τους. Ἔ­τσι ὅ­ταν ὁ μι­σο­πνιγ­μέ­νος ἄν­δρας ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του πρέ­πει νὰ τα­ρά­χτη­κε ἀρ­κε­τὰ βλέ­πον­τας καὶ τὶς δυ­ὸ Πὴρς νὰ τὸν καρ­φώ­νουν μὲ τὸ βλέμ­μα, ὅ­ταν, γιὰ νὰ εἴ­μα­στε δί­και­οι, ἀ­κό­μα καὶ ἡ μιά τους θὰ ἦ­ταν ὑ­πε­ραρ­κε­τή.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ βγά­λου­με τὸ νε­ρὸ ἀ­πὸ μέ­σα σου» εἶ­πε ἡ Ἔν­τνα, καὶ τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να ξε­δον­τι­ά­ρι­κο χα­μό­γε­λο.

      Τὰ μά­τια τοῦ ἀν­θρώ­που πε­τά­ρι­ζαν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Ἔ­μοια­ζε μὲ πα­γι­δευ­μέ­νο ζῶ­ο – μὲ λα­γὸ πι­α­σμέ­νο σὲ πα­γί­δα. Κοι­τά­χτη­κε καὶ εἶ­δε πὼς ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ τὴν πα­λιὰ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα. Κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὶς ἀ­δελ­φὲς καὶ ἔ­βγα­λε μιὰ στριγ­γιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή.

      Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἴ­σως για­τὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μα λί­γο ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος – ἀ­κό­μα ζα­λι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ μπό­λι­κο ἁ­λα­τό­νε­ρο μέ­σα στὸ κε­φά­λι του. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν πόρ­τα καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τὴν ξε­ρι­ζώ­σει ἀ­πὸ τοὺς μεν­τε­σέ­δες της. Με­τὰ ξε­κί­νη­σε – γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, περ­πα­τών­τας μὲ δυ­σκο­λί­α στὰ βό­τσα­λα, πα­ρα­πα­τών­τας καὶ σκον­τά­φτον­τας στὴ βι­α­σύ­νη του νὰ φύ­γει μα­κριά.

      Οἱ ἀ­δερ­φὲς στά­θη­καν στὸ κα­τώ­φλι καὶ κοι­τοῦ­σαν κα­τά­πλη­κτες. Καὶ θὰ τε­λεί­ω­νε ἐ­κεῖ ἄν, ὁ ἄν­θρω­πος, χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει, σὲ ἀ­πό­στα­ση ποὺ ἐ­σφαλ­μέ­να θε­ω­ροῦ­σε ἀ­σφα­λῆ, φο­ρών­τας ἀ­κό­μα τὴ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα, δὲν σή­κω­νε ἕ­να κα­τη­γο­ρη­τι­κὸ δά­χτυ­λο πρὸς τὴν γυ­ναί­κα ποὺ μό­λις τοῦ εἶ­χε σώ­σει τὴ ζω­ή. Ἕ­νας πο­τα­μὸς βλα­στή­μι­ες ξε­χύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του – μιὰ πι­κρό­χο­λη βω­μο­λο­χί­α, τό­σο ὠ­μὴ καὶ πρό­στυ­χη ὥ­στε ὅ­λοι οἱ γλά­ροι (ποὺ δὲν φη­μί­ζον­ται κι­ό­λας γιὰ τὴ σε­μνό­τη­τά τους) κρέ­μα­σαν τὰ κε­φά­λια τους ἀ­πὸ ντρο­πή. Με­τὰ ὁ ἄν­θρω­πος γύ­ρι­σε ξα­νὰ καὶ σκον­τά­φτον­τας συ­νέ­χι­σε γιὰ τὴν ἀ­κτή.

      Δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­πλη­ξη τὸ ὅ­τι ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα Πὴρς ἦρ­θαν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ νε­α­ροῦ ἄν­δρα, μὰ ἡ Λὸλ θί­χτη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­θὼς ἐ­κεί­νη τὸν εἶ­χε δεῖ καὶ ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω. Ἔ­νι­ω­σε τὸ στῆ­θος της νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ δί­και­η ἀ­γα­νά­κτη­ση. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ζα­κέ­τα της καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ τὸν προ­λά­βει.

      Πρέ­πει νὰ ἄ­κου­σε βή­μα­τα πά­νω στὰ χα­λί­κια. Πρέ­πει νὰ τὴν ἄ­κου­σε νὰ πλη­σιά­ζει. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε καὶ χρό­νο νὰ με­τα­νιώ­σει γιὰ τὸ μι­κρό του ξέ­σπα­σμα. Τὸ βέ­βαι­ο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ Λὸλ Πὴρς περ­πα­τοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα πά­νω στὶς κρο­κά­λες καὶ σὲ λί­γα λε­πτὰ τὸν εἶ­χε προ­λά­βει. Τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο, τὸν γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της καὶ τὸν ξυ­λο­κό­πη­σε. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πε­σε κά­τω χω­ρὶς νὰ δεί­ξει ὅ­τι μπο­ρεῖ καὶ νὰ ση­κω­νό­ταν ξα­νά.

      Ἡ Λὸλ στά­θη­κε ἀ­πὸ πά­νω του σὰν πρω­τα­θλη­τὴς τοῦ μπὸξ καὶ φώ­να­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της.

      «Φέ­ρε τὴν βάρ­κα» τῆς εἶ­πε.

      Τὸν ἔ­ρι­ξαν ξα­νὰ ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χαν βρεῖ. Με­τὰ κω­πη­λά­τη­σαν τὰ σχε­δὸν τε­τρα­κό­σια μέ­τρα ὣς τὴν ἀ­κτή. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, δὲν τὸν ξα­να­σκέ­φτη­καν πα­ρὰ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν χτέ­νι­ζαν τὴν πα­ρα­λί­α γιὰ ξε­βρα­σμέ­να ξύ­λα καὶ τὸν βρῆ­καν ξα­πλω­μέ­νο στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά, ἐ­νῶ ἡ πα­λιὰ ρόμ­πα τῆς Ἔν­τνα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­νη γύ­ρω του ἀ­κό­μα καὶ κουμ­πω­μέ­νη ὣς τὸ λαι­μό. Στα­μά­τη­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν γιὰ λί­γο. Φαι­νό­ταν πο­λὺ γα­λή­νιος. Δὲν συ­ζή­τη­σαν κα­θό­λου γιὰ τὸ τί θὰ τὸν ἔ­κα­ναν. Ἁ­πλῶς, πα­ρά­τη­σαν τὰ ξύ­λα τους, τὸν σή­κω­σαν ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ τὸν με­τέ­φε­ραν προ­σε­χτι­κὰ πί­σω στὸ κα­λύ­βι τους.

      Γιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κα­ρέ­κλες στὴ βε­ράν­τα σὰν νὰ χα­λά­ρω­νε με­τὰ ἀ­πὸ βα­ρὺ γεῦ­μα. Με­τὰ ἡ Λὸλ πρό­τει­νε νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν μέ­σα, μὴν τύ­χει καὶ τὸν δεῖ κα­νείς. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ ἔ­πει­τα ἔ­γι­νε μό­νι­μη πα­ρου­σί­α. Κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν γιὰ ὅ­λο τὸ τσά­ι τῆς Κί­νας ἢ ὅ­λα τὰ ψά­ρια τῆς θά­λασ­σας.

      Βρῆ­καν τὰ ροῦ­χα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει κα­τὰ τὴν προ­η­γού­με­νη ἐ­πί­σκε­ψή του καὶ τὸν ἔν­τυ­σαν. Με­τὰ τὸν κά­θι­σαν σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ἔ­μοια­ζε πο­λὺ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος νὰ κοι­τά­ζει τὴ φω­τιά, καὶ ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα συμ­φώ­νη­σαν ὅ­τι δὲν ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω καὶ γε­νι­κὰ δὲν προ­κα­λοῦ­σε φα­σα­ρί­α καὶ ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα κα­λῆς συν­τρο­φιᾶς.

      Πέ­ρα­σαν μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες. Οἱ ἀ­δερ­φὲς συ­νέ­χι­σαν τὶς ἀ­σχο­λί­ες τους. Καὶ τὰ βρά­δια κά­θον­ταν κι οἱ τρεῖς μπρο­στὰ στὸ τζά­κι. Ἡ Ἔν­τνα εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στο νὰ ἔ­χουν ἕ­ναν ἄν­τρα στὸ σπί­τι. Ἡ Λὸλ συμ­φώ­νη­σε, ἀλ­λὰ πρό­σθε­σε ὅ­τι ἂν ἤλ­πι­ζαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτοῦν πῶς θὰ τὸν ἐμ­πό­δι­ζαν νὰ φύ­γει.

      Τοῦ ξα­να­έ­βγα­λαν τὰ ροῦ­χα, τὸν με­τέ­φε­ραν στὸ πί­σω μέ­ρος καὶ τὸν ξά­πλω­σαν στὴν ἴ­δια πέ­τρι­νη πλά­κα ὅ­που ἑ­τοί­μα­ζαν τοὺς βα­κα­λά­ους καὶ τὰ σκουμ­πριά. Ἡ Ἔν­τνα ἀ­κό­νι­σε τὸ μα­χαί­ρι της, τὸν ἄ­νοι­ξε στὴ μέ­ση, καὶ ἡ Λὸλ τὴ βο­ή­θη­σε νὰ βγά­λει τὰ ἐν­τό­σθιά του. Πῆ­ραν τὸ σπάγ­κο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον συ­νή­θως μπά­λω­ναν τὰ δί­χτυ­α καὶ τὸν ἔ­ρα­ψαν. Με­τά, τὸν κρέ­μα­σαν στὸ μέ­ρος γιὰ τὰ κα­πνι­στὰ γιὰ μιὰ βδο­μά­δα πε­ρί­που, περ­νών­τας πό­τε-πό­τε, νὰ δοῦν πῶς τὰ πά­ει, μέ­χρι ποὺ βε­βαι­ώ­θη­καν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­τοι­μος.

      Τὶς δυ­ὸ πρῶ­τες βδο­μά­δες τὸν κά­θι­ζαν στὴν πο­λυ­θρό­να. Με­τὰ τὸν στε­ρέ­ω­σαν σὲ ἕ­να σκα­μνά­κι, μὲ τὰ χέ­ρια ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὰ πλῆ­κτρα τοῦ πα­λιοῦ ὄρ­θιου πιά­νου ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ παί­ζει ἡ μη­τέ­ρα τους ὅ­σο ζοῦ­σε. Εἶ­χε φα­γω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­πὸ τὸν ἁλ­μυ­ρὸ ἀ­έ­ρα ἀλ­λὰ τὸ ἀ­γα­ποῦ­σαν καὶ οἱ δυ­ὸ καὶ τοὺς ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸν ἄν­τρα κα­θι­σμέ­νο μπρο­στά, σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ παί­ξει κά­ποι­ο πα­λιὸ ἐ­λα­φρὺ τρα­γου­δά­κι.

      Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ ἦρ­θε νὰ τοῦ κρα­τή­σει συν­τρο­φιὰ ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος ἀ­πὸ τὸ το­πι­κὸ συμ­βού­λιο ποὺ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα τους γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἶ­χαν τὴν κα­τάλ­λη­λη ἄ­δεια κα­τα­σκευ­ῆς γιὰ ὅ­λα τὰ ὑ­πό­στε­γα καὶ τὶς αὐ­το­σχέ­δι­ες ἐ­πε­κτά­σεις ποὺ εἶ­χαν κά­νει στὸ σπί­τι τους. Ἡ Λὸλ καὶ ἡ Ἔν­τνα πῆ­ραν τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὴ βάρ­κα τους γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξουν πῶς φαί­νον­ταν τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση καὶ μὲ μιὰ μι­κρὴ σπρω­ξιὰ ἐ­κεῖ­νος βρέ­θη­κε ἀ­π’ ἔ­ξω. Ἀρ­κε­τὰ βέ­βαι­ες, μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες με­τά, τὸν βρῆ­καν ξε­βρα­σμέ­νο, κά­που ἑ­κα­τὸ μέ­τρα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε βγεῖ ὁ πρῶ­τος. Ἔ­λει­παν τὰ γυα­λιά του μὰ τὸ κου­στού­μι του ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­θι­κτο.

      Ὁ τρί­τος τους ἐ­πι­σκέ­πτης ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς πε­ρί­ερ­γος ποὺ ἔ­τυ­χε νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ κα­λύ­βι τους καὶ κα­τη­φό­ρι­σε τὸ μο­νο­πά­τι γιὰ νὰ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­κα­νε κὰν τὴ βόλ­τα στὴ θά­λασ­σα πρὶν κα­τα­λή­ξει κα­πνι­στός. Εἶ­χε πλη­σιά­σει ἀ­θό­ρυ­βα στὸ κα­λύ­βι καὶ εἶ­χε κολ­λή­σει τὴ μύ­τη του στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας ὅ­ταν ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ Λὸλ τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸ πέ­το τοῦ σα­κα­κιοῦ του, τὸν ἔ­συ­ρε μέ­σα καὶ τὸν βού­τη­ξε στὴ σα­που­νά­δα. Γιὰ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε τό­ση τά­ξη στὸ νοι­κο­κυ­ριό του αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πιὸ ἀ­να­ξι­ο­πρε­πὴς τρό­πος νὰ φύ­γει.

      Τὸ τέ­ταρ­το θύ­μα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­θῶ­ος πε­ρι­πα­τη­τὴς ποὺ ἔ­κα­νε τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος νὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα τῶν Πὴρς γιὰ νὰ ζη­τή­σει ὁ­δη­γί­ες. Εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ μού­σι, πράγ­μα ποὺ δὲν εὐ­χα­ρί­στη­σε πο­λὺ τὶς ἀ­δελ­φές, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἀ­πελ­πι­στεῖ, καὶ ἤ­θε­λαν νὰ βροῦν ἄλ­λον ἕ­ναν ἄν­τρα νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ κα­ρέ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὴ θά­λασ­σα γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξουν τὸν δρό­μο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει, καὶ κα­θὼς στέ­κον­ταν οἱ δυ­ό τους στὸ νε­ρὸ ὣς τοὺς γο­φοὺς καὶ τὸν κρα­τοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω, πα­ρα­κο­λού­θη­σαν τὸν χάρ­τη του τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Χαρ­το­γρά­φη­σης νὰ πα­ρα­δέρ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ ὣς τὴν ἀ­κτή.

      Τὸν ξύ­ρι­σαν πρὶν τὸν κά­νουν κα­πνι­στό. Τώ­ρα κά­θε­ται στὸ σα­λό­νι τῶν Πήρς, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους τρεῖς. Δι­α­βά­ζουν τὰ βι­βλί­α τους, παί­ζουν χαρ­τιὰ καὶ κά­θον­ται στὸ πιά­νο, σὰν ἐκ­θέ­μα­τα σὲ πα­ρά­ξε­νο μου­σεῖ­ο. Τέσ­σε­ρις πνιγ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι, κα­λοὶ καὶ ἥ­συ­χοι, περ­νοῦν τὴν ὥ­ρα τους μὲ τὴ Λὸλ καὶ τὴν Ἔν­τνα Πήρς.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δέ­κα Μαῦ­ρες Ἱ­στο­ρί­ες (T­en S­o­r­ry T­a­les·ἔκδ. F­a­b­er a­nd Faber L­i­m­i­t­ed, 2005).

 

Μὶκ Τζάκ­σον (M­i­ck J­a­c­k­s­on, 1960). Βρετ­τα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλία, πολὺ γνω­στὸς γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του T­he U­n­d­e­r­g­r­o­u­nd M­an (1998· ἑλ­λη­νι­κά: Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ, ἔκδ. Νε­φέ­λη, 1998, μτφ.: Λη­τὼ Σε­ϊ­ζά­νη). Ὁ Τζάκ­σον ἐρ­γά­στη­κε στὸ το­πι­κὸ θέ­α­τρο, σπού­δα­σε Θε­α­τρι­κὲς Τέ­χνες στὸ Ντάρ­τιν­γκτον καὶ ἔ­παι­ξε στὸ ρὸκ συγ­κρό­τη­μα «T­he S­c­r­e­a­m­i­ng A­b­d­a­bs». Τὸ 1990 πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἕ­να τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται τὸ Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἀ­πὸ τὸ 1995 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Ἑ­λέ­νη Μου­σα­μᾶ (Ἀ­θή­να, 1960). Σπού­δα­σε στὸ Πα­ρί­σι Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ P­a­ris X­I­II καὶ ὕ­στε­ρα Του­ρι­στι­κὰ στὴν E­c­o­le du T­o­u­r­i­s­me στὸ N­e­u­i­l­ly, P­a­r­is. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν του­ρι­στι­κὸ κλά­δο, σὲ ξε­νο­δο­χεια­κὴ μο­νά­δα τῆς Ἀ­θή­νας καὶ σὲ ἰ­δι­ό­κτη­το πρα­κτο­ρεῖ­ο τα­ξι­δί­ων. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ριο με­τά­φρα­σης τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ, στὸ Ἀγ­γλι­κὸ τμῆ­μα. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δέ­κα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­πί­σης μὲ τὸ γρά­ψι­μο παι­δι­κῶν βι­βλί­ων.

 

Εἰκόνα: David Roberts (ἀπὸ τὴν εἰκονογράφηση τοῦ βιβλίου T­en S­o­r­ry T­a­les)

 

Σωτήρης Δημητρίου: Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

ΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΦΤΑΙΕΙ. Αὐ­τή, αὐ­τή. Νὰ ξέ­ρα­τε τί λέ­ει, πί­σω ἀπ’ τὴν πλά­τη σας. Εἶ­ναι κα­κιὰ κι ἔ­χει τὸ δι­ά­ο­λο μέ­σα της. Γειά σου μω­ρή, γειά σου. Σὲ κλεί­νω για­τί ἔρ­χε­ται.»

       «Πά­λι στὸ τη­λέ­φω­νο, βρὲ Ρι­τά­κι; Ποῦ τη­λε­φω­νοῦ­σες πά­λι;»

      «Σκά­σε, μω­ρή. Στὸν γκό­με­νό μου, ὅ­που θέ­λω. Νὰ μὴν τη­λε­φω­νή­σω; Αὐ­τὶ ἔ­χω, στό­μα ἔ­χω. Νὰ μὴ γα­μη­θῶ; Μου­νὶ ἔ­χω. Ἄι στὸ δι­ά­ο­λο, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ μὲ γέν­να­γες.»

      Ἦ­ταν ἕ­να κα­τα­κόκ­κι­νο κο­ρί­τσι, γύ­ρω στὰ 18, χον­τρὸ ὅ­λο ξύγ­κι. Δί­πλω­νε ἡ κοι­λιὰ καὶ ὁ λαι­μὸς ἀ­π’ τὸ πά­χος.

      Τὰ μά­τια, δυ­ὸ μι­κρὲς ἀ­στρα­φτε­ρὲς τρυ­πί­τσες, χα­μέ­νες μέ­σα στὸ πρη­σμέ­νο, ὑ­πο­τυ­πω­δῶς δι­α­γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ ἡ φω­νὴ τσι­ρι­χτή, δι­α­πε­ρα­στι­κή. Ὅ­λη μέ­ρα ἔ­τρω­γε καὶ τὶς νύ­χτες, ση­κω­νό­ταν κά­θε λί­γο καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἄ­νοι­γε τὸ ψυ­γεῖ­ο, τὴν ντου­λά­πα καὶ ψα­χού­λευ­ε. Ὅ,τι νά ’βρι­σκε. Ἀρ­κεῖ νὰ μα­σι­ό­ταν.

      Θὰ τὴν ἔ­βα­ζε σὲ ἵ­δρυ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ τὴν πό­να­γε —αἷ­μα της ἦ­ταν— κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, κύ­ριος οἵδε τί θά ‘­κανε ἐ­κεῖ μέ­σα. Ἦ­ταν θη­ρί­ο. Ἀ­π’ τὸ θή­λα­σμα ἀ­κό­μα, τῆς τρά­βα­γε καὶ τῆς δάγ­κα­νε τὰ βυ­ζιά. Ἤ­πιο βλέμ­μα δὲν τῆς ἔ­ρι­ξε πο­τέ. Κά­πο­τε ποὺ πή­γαι­νε νὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σει, μὲ ἐ­πί­τη­δες ἀ­στεῖ­ο κι ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ τρό­πο, τὴ βά­ρα­γε μὲ μπου­νι­ὲς στὴν κοι­λιὰ καὶ χα­μη­λό­τε­ρα καὶ μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν τὰ βυ­ζιά της, ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, τῆς φώ­να­ζε τοῦ κό­σμου τὰ βρο­μό­λο­γα.

      Ποῦ τὰ ‘­μα­θε; Ἀ­φοῦ ἀ­π’ τὸ σπί­τι σπά­νια ἔ­βγαι­ναν μα­ζί. Με­γα­λώ­νον­τας, ἔ­βρι­σκε πιὸ φί­νους τρό­πους νὰ τὴ βα­σα­νί­ζει. Δὲ φό­ρα­γε ταμ­πὸν στὴν πε­ρί­ο­δο γιὰ νὰ πο­τι­στεῖ ἡ κυ­λότ­τα, τά ‘­κα­νε πά­νω της καὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ τὴν πλέ­νει, λέ­γον­τας σι­γα­νὰ μὲ λύσ­σα:

      «Μοῦ ‘­φυ­γαν. Σά­μα τό ‘­θε­λα; Ἂς μὴ μ’ ἔ­κα­νες, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ σή­κω­νες τὰ μπού­τια σου γιὰ τὴν ψω­λὴ ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­λή­τη. Δέ σοῦ ‘­βα­ζε κα­λύ­τε­ρα ὀ­χιὰ στὴν τρύ­πα σου; Δὲ θὰ τὸν πε­τύ­χω κά­πο­τε; Θὰ τοῦ τὴν κό­ψω μὲ τὰ δόν­τια, πέ­ρα πέ­ρα.

      »Ἁ­μαρ­τί­αι γο­νέ­ων παι­δεύ­ου­σι τέ­κνα. Νο­μί­ζεις δὲν τὰ ξέ­ρω;»

      Ὅ­ταν πή­γαι­ναν ἐ­πί­σκε­ψη στὴ γει­το­νιά, ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μὲ γέ­λια κι ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τοὺς ἄν­τρες, τοὺς φί­λα­γε ρου­φη­χτὰ στὰ μά­γου­λα κι ἔ­ψα­χνε, μπεμ­πε­κίζον­τας τά­χα, γιὰ τὰ χεί­λη.

      Ἄρ­χι­σε νὰ βγαί­νει μό­νη της, σὲ μι­κρὴ ἀ­χτί­να ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ νὰ δεί­χνει τὰ βυ­ζιὰ καὶ τὸ ὄρ­γα­νό της στοὺς ἀρ­σε­νι­κούς.

      Μιὰ Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α, κλει­δώ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἄρ­χι­σε νὰ κραυ­γά­ζει:

      «Σκί­σε με, καύ­λα μου. Σκί­σε με. Ἄι! Πώ! Πώ!

      Πώ! Τί που­τσά­ρα εἶ­ναι αὐ­τή, μω­ρό μου!»

      Τρό­μα­ξε ἡ μά­να της, για­τὶ τὴν εἶ­χαν πά­ρει χαμ­πά­ρι δι­ά­φο­ροι λι­γού­ρη­δες καὶ γυ­ρό­φερ­ναν τὸ σπί­τι.

      «Ἔ­χει γοῦ­στο νά ‘­μπα­σε κα­νέ­ναν», σκέ­φτη­κε.

      Τὴν πα­ρα­κά­λα­γε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει. Ἐν­τέ­λει βγαί­νει ξε­βρά­κω­τη καὶ πε­τά­ει στὰ μοῦ­τρα τῆς μά­νας της μιὰ μα­τω­μέ­νη χον­τρὴ λαμ­πά­δα.

      «Νά, μω­ρή, ὁ πρῶ­τος μου γα­μιάς. Βά­λ’ τον καὶ σὺ στὸ μου­νί σου. Ἀλ­λὰ τί ἀ­νάγ­κη ἔ­χεις; Γα­μι­έ­σαι σὰν σκύ­λα ὅ­ταν βγαί­νεις. Ποῦ πᾶς, μω­ρή, μό­νο γιὰ ψώ­νια;»

      Τὴν πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα τὴ μά­να της καὶ λύσ­σα­ξε.

      «Ἄ­χνα. Βού­λω­σ’ τό. Ἄ­χνα σοῦ λέ­ω. Σὲ πῆ­ρε τώ­ρα ὁ πό­νος; Σκά­σε μὴ σὲ πλα­κώ­σω στὸ ξύ­λο.»

      Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἄρ­χι­σε τὴ φάμ­πρι­κα μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο. Τοὺς ἔ­παιρ­νε ὅ­λους ὅ­σους ξέ­ρα­νε κι ἔ­λε­γε γιὰ τὴ μά­να της χί­λια δυό. Ἔ­πε­σε στὸ λαι­μὸ τῶν ἀν­θρώ­πων. Συ­νε­χῶς μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ χέ­ρι.

      Οἱ για­τροὶ τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι. Νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­πὸ κον­τά, νὰ τῆς δεί­χνει ἀ­γά­πη, νὰ τὴ βγά­ζει βόλ­τες κι ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὴν πη­γαί­νει τα­ξι­δά­κια. Θὰ ὠ­φε­λη­θεῖ.

      Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς εἶ­πε μιὰ θειά της, «ἔ­λα, βρὲ Ρί­τα. Θὰ γνω­ρί­σεις καὶ γαμ­πρό. Στὰ τα­ξί­δια εἶ­ναι πιὸ εὔ­κο­λο».

      Ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ὴ της ἦ­ταν τα­ξί­δια καὶ γαμ­πρός.

      Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, στὴν προσ­δο­κί­α γαμ­προῦ ἄλ­λα­ξε καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψευ­το­σκού­πι­ζε, ἔ­πλε­νε καὶ κά­να πιά­το. Ἔ­τσι κι ἡ μά­να της ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη, κυ­ρί­ως ψυ­χο­λο­γι­κά, ἔ­βγα­ζε κι ἀ­π’ τὴ μύ­γα ξύγ­κι καὶ τα­ξί­δευ­αν τα­χτι­κά. Ξέ­δι­νε κι αὐ­τὴ κά­πως.

      Στὴν ἀρ­χὴ πή­γαι­ναν κον­τι­νά. Αἴ­γι­να, Λου­τρά­κι, Εὔ­βοι­α. Με­τὰ μὲ γκρούπ, πιὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζαν, ὅ­ποι­ος τῆς γυ­ά­λι­ζε πή­γαι­νε κον­τά του, τὸν ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς φώ­να­ζε, «Νά, μω­ρή, αὐ­τόν».

      Στὴν ἀρ­χὴ τὴ γέ­λα­γε λέ­γον­τάς της: «Τί ὅ­που ὅ­που; Νὰ γυ­ρί­σου­με, νὰ δοῦ­με.

      »Νὰ πᾶ­με καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἐ­κεῖ οἱ ἄν­τρες δὲν εἶ­ναι πο­νη­ροὶ ὅ­πως ἐ­δῶ».

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ καὶ ν’ ἀ­γρι­εύ­ει.

      Τὶς νύ­χτες ἔ­τρι­βε τὰ ὄρ­γα­νά της, μουγ­γα­νί­ζον­τας ρυθ­μι­κά γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα, ὄ­χι ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ νευ­ριά­σει τὴ μά­να της.

      Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μή, χί­μη­ξε νὰ τὴν ἁρ­πά­ξει ἀ­π’ τὸ λαι­μό.

      «Πό­τε θὰ μοῦ βρεῖς γαμ­πρό, μω­ρὴ ἔ­νο­χη; Μὲ γε­λᾶς μοῦ φαί­νε­ται, ἔ;»

      «Κο­ρού­λα μου, Κο­ρού­λα μου. Μή. Στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, Θὰ πᾶ­με στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Στὴ Βουλ­γα­ρί­α.»

      «Στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Τῆς χτύ­πη­σε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ὅ­μορ­φο. Τό ‘­δε­σε κόμ­πο πὼς ἐ­κεῖ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἡ ἀ­γά­πη της. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα τρα­γού­δα­γε στὸ ρυθ­μὸ μο­τί­βων λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, “Βουρ­γά­ρε μου, Βουρ­γά­ρε μου».»

      Στὸ τη­λέ­φω­νο πλέ­ον, στὴ γει­το­νιὰ καὶ στοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἄλ­λο δὲν εἶ­χε στὸ στό­μα ἀ­π’ τὸ «Βουρ­γά­ρε μου».

      Ἦρ­θε ἡ πο­λυ­πό­θη­τη ὥ­ρα. Ἡ μά­να της στὸ τα­ξί­δι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κορ­μη. Δὲν τὴ βα­στοῦ­σε πλέ­ον.

      Μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σαν πό­δι, ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ξε­φω­νί­ζον­τας. «Αὐ­τόν, Αὐ­τόν.»

      Προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­φύ­γει λέ­γον­τάς της πὼς «ἐ­δῶ δὲν γί­νε­ται ἀ­μέ­σως, εἶ­ναι ἄλ­λο σύ­στη­μα, πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὸ κρά­τος νὰ συμ­φω­νή­σου­με».

      Μὲ τὸ ζό­ρι τὴν ἔ­φε­ρε πί­σω, μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση πὼς μί­λη­σε αὐ­τὴ γιὰ κά­ποι­ον ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε, τὰ συμ­φώ­νη­σαν καὶ μό­λις βγεῖ τὸ δι­α­βα­τή­ριό του θά ‘ρ­θει στὴν Ἑλ­λά­δα.

      Πά­λι τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Πα­ρά­φρα­ζε συ­νέ­χεια λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια:

Ἱ­στο­ρί­α μου, ἁ­μαρ­τί­α μου

Βουρ­γα­ρι­κὴ λα­τρεί­α μου

σὲ βλέ­πω στ’ ὄ­νει­ρό μου

καὶ κλά­νω ἀ­π’ τὸν κα­η­μό μου.

      Ἔ­πλε­νε ἄ­τσα­λα τὸ σπί­τι νά ‘­ναι εὐ­πα­ρου­σί­α­στο, ἀ­γό­ρα­σε καλ­λυν­τι­κὰ καὶ παι­δευ­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη.

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς καὶ σι­γὰ σι­γὰ ἀ­φέ­θη­κε. Οὔ­τε μί­λα­γε, οὔ­τε κου­νιό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Γέ­μι­σε ἡ μά­να της γλυ­κὲς προσ­δο­κί­ες, «Θε­έ μου, νά ΄με­νε πάν­τα ἔ­τσι».

      Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ μπαί­νει ὁ­λό­γυ­μνη στὸ δω­μά­τιό της, μὲ τὰ χέ­ρια πά­νω στὸ μου­νί.

      «Ποῦ ‘­ν’ τος, μω­ρὴ που­τά­να, ὁ Βούρ­γα­ρος; Τί νὰ τὸ κά­νω ἐ­γὼ ἐ­τοῦ­το;»

      Ἀ­λα­φι­ά­στη­κε, τρό­μα­ξε, τῆς ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

      «Ποι­όν γαμ­πρὸ πε­ρι­μέ­νεις, δαί­μο­να; Ποι­όν, σα­τα­νά; Τί νὰ τὸν κά­νεις τὸ γαμ­πρό; Νὰ σὲ λού­ζει; Νὰ σὲ τα­ΐζει; Γιὰ νὰ σοῦ φο­ρά­ει τὸ βρα­κί; Οἱ ἄν­τρες τὸ κα­τε­βά­ζουν τὸ βρα­κί, τέ­ρας, δὲν τὸ ἀ­νε­βά­ζουν πο­τέ. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ χτῆ­νος ποὺ σ’ ἔ­σπει­ρε καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, μω­ρ’, κα­λὰ ἔ­κα­νε ἔ­κτρω­μα, κα­λὰ ἔ­κα­νε, ποὺ νὰ τὸν βροῦν, Πα­να­γί­α μου, μὲ τὴ γλώσ­σα δαγ­κα­μέ­νη, νὰ τοῦ γι­ο­μί­σει τὸ στό­μα σκου­λή­κια στὰ ζῶν­τα. Μοῦ μαύ­ρι­σες τὴ ζω­ή. Ἀ­νά­σα, μω­ρή. Μιὰ ἀ­νά­σα κι ἄς πε­θά­νω. Πῶς εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­σα, μω­ρή; Εἶ­σαι ἄρ­ρω­στη. Ἄ­λω­τη.»

      Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει πλέ­ον, ἔ­πα­θε σπα­σμοὺς κι ἔ­βγα­ζε κά­τι ἤ­χους σὰν χλί­ου χλί­ου.

      «Ἀ­νά­πη­λο, χλί­ου χλί­ου. Λε­λο­κο­μεῖ­ο, χλί­ου χλί­ου.»

      «Ἄ, ὥ­στε μέ­σα στὸ μυ­α­λου­δά­κι σου τὸν ἔ­χεις. Θὰ σοῦ δεί­ξω ἐ­γώ», τῆς κά­νει μὲ ζα­χα­ρω­μέ­νη φω­νού­λα.

      Βγῆ­κε καὶ γύ­ρι­σε κρα­τών­τας ἕ­να χον­τρὸ μπου­κά­λι γε­μά­το λά­δι κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴ χτυ­πά­ει στὸ κε­φά­λι. Τὸ μπου­κά­λι ἔ­σπα­σε, μὰ συ­νέ­χι­ζε νὰ τὴ λι­α­νί­ζει πολ­λὴ ὥ­ρα μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο κομ­μά­τι, μέ­χρι ποὺ τῆς ἔ­κα­νε τὸ πρό­σω­πο ἄ­μορ­φο.

      Τῆς σκέ­πα­σε κα­τό­πιν τὰ πό­δια νὰ μὴν κρυ­ώ­νει, ἔ­κα­τσε δί­πλα της, ἔ­χω­σε τὰ λι­γδι­α­σμέ­να δά­χτυ­λα στὰ πολ­τοποι­η­μέ­να μέ­ρη τοῦ κρα­νί­ου κι ἔ­ψα­χνε στὸ μυα­λό. Ὅ­ταν ἔ­βρι­σκε κα­νέ­να κομ­μά­τι τοῦ Βούλ­γα­ρου τὸ μα­σοῦ­σε, μούν­τζω­νε τὴ μά­να της καὶ τὴν ἔ­λε­γε που­τά­να καὶ ψεύ­τρα.

 

  

Πηγή : Ἕνα παιδὶ ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη, διηγήματα, Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989.

 

Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) Πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο Ψηλαφίσεις, ποιήματα (1985), τελευταῖο του βιβλίο Σὰν τὸ λίγο τὸ νερό, μυθιστόρημα (2010).