Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Ἀνταπόκριση ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Ἀνταπόκριση ἀπὸ Βηθλεέμ

(Die Kunde von Bethlehem)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ γιὰ πόρ­τα δὲν ἦ­ταν πόρ­τα σω­στή: κάμ­πο­σες σα­νί­δες καρ­φω­μέ­νες ἀ­ραι­ὰ καὶ ἕ­να συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι, πι­α­σμέ­νο σὲ ἕ­να καρ­φί, νὰ κρα­τᾶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το πόρ­τας κλει­στό. Ὁ ἄν­τρας κον­το­στά­θη­κε καὶ πε­ρί­με­νε: «Εἶ­ναι ντρο­πή», ἀ­να­λο­γί­στη­κε, «νὰ γεν­νά­ει γυ­ναί­κα σὲ τέ­τοι­ο μέ­ρος». Ξε­μάγ­κω­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι ἀ­π’ τὸ καρ­φί, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα κι ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­τος ἐμ­πρὸς στὸ θέ­α­μα ποὺ ἀν­τί­κρι­σε. Τὸ βρέ­φος ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ ἄ­χυ­ρο καὶ ἡ νε­ό­τα­τη μη­τέ­ρα, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη δί­πλα του, νὰ τοῦ χα­μο­γε­λᾶ… Πί­σω, στὸν τοῖ­χο, στε­κό­ταν κά­ποι­ος, μὰ ὁ ἄν­τρας δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ οἱ βο­σκοὶ τοὺς περ­νοῦν γιὰ ἀγ­γέ­λους. Γερ­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, φο­ροῦ­σε ἕ­ναν γκρι­ζω­πὸ χι­τώ­να καὶ κρα­τοῦ­σε στὰ δυ­ό του χέ­ρια λου­λού­δια: κομ­ψά, κί­τρι­να κρί­να. Ὁ ἄν­τρας αἰ­σθάν­θη­κε τὸ φό­βο νὰ τὸν κυ­ρι­εύ­ει καὶ σκέ­φτη­κε: «Ἴ­σως ν’ ἀ­λη­θεύ­ουν τὰ ὅ­σα δι­α­δί­δουν οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη.»

         Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα της καὶ τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ φι­λι­κὴ καὶ ὅ­λο ἀ­πο­ρί­α. Ὁ νέ­ος ἄν­τρας εἶ­πε τό­τε: «Ἐ­δῶ μέ­νει ὁ μα­ραγ­κός;»

        Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. «Δὲν εἶ­ναι μα­ραγ­κός. Ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς εἶ­ναι.»

        «Δὲν πει­ρά­ζει», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, «μιὰ πόρ­τα θὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει, ἂν ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α μα­ζί του».

        «Ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α», ἀ­πάν­τη­σε ἡ Μα­ρί­α, «καὶ ξέ­ρει νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νει καὶ πόρ­τες. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε στὴ Να­ζα­ρέτ».

        Ὥ­στε ἔρ­χον­ταν λοι­πὸν ὄν­τως ἀ­π’ τὴ Να­ζα­ρέτ.

        Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια στὰ χέ­ρια κοί­τα­ξε τὸν ἄν­τρα κι εἶ­πε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι.» Ἡ φω­νή του ἠ­χοῦ­σε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­να­τρί­χια­σε, τολ­μών­τας ὡ­στό­σο αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα. Ντυ­μέ­νος στὰ γκρί­ζα, εἶ­χε ὄ­ψη ἰ­δι­αί­τε­ρα φι­λι­κή, μὰ λυ­πη­μέ­νη.

        «Στὸν Ἰ­ω­σὴφ μί­λη­σε» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. «Θὰ τὸν ξυ­πνή­σω, κοι­μᾶ­ται. Νὰ τοῦ πῶ νὰ ἔρ­θει νὰ φτιά­ξει τὴν πόρ­τα;»

        «Ναί, στὸ παν­δο­χεῖ­ο ‘Στὸν κόκ­κι­νο κα­βα­λά­ρη‘. Ἡ πόρ­τα μαγ­κώ­νει καὶ πρέ­πει νὰ τρο­χί­σει τὴν κά­σα καὶ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω ἔ­ξω μέ­χρι νὰ τὸν φω­νά­ξεις.»

        «Μπο­ρεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νεις κι ἐ­δῶ» τοῦ εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ὄ­χι, κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω.» Κοί­τα­ξε φευ­γα­λέ­α Ἐ­κεῖ­νον στὰ γκρί­ζα ποὺ τοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὴ σει­ρά του χα­μο­γε­λών­τας, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο πι­σω­πα­τών­τας κι ἔ­κλει­σε προ­σε­κτι­κὰ τὴν πόρ­τα, στε­ρε­ώ­νον­τας καὶ πά­λι τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι στὸ καρ­φί. Ἄν­τρες μὲ λου­λού­δια τὸν πα­ρα­ξέ­νευ­αν πάν­τα, ἀλ­λὰ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος οὔ­τε ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­τρα ἀ­κρι­βῶς —οὔ­τε ὅ­μως καὶ μὲ γυ­ναί­κα— κι οὔ­τε τοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νος.

        Ὅ­ταν ξε­πρό­βα­λε ὁ Ἰ­ω­σὴφ μὲ τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη στὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι εἶ­πε: «Ἔ­λα, ἀ­πὸ ’­δῶ ἀ­ρι­στε­ρά.» Προ­χώ­ρη­σαν στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μό­νο τό­τε βρῆ­κε ὁ ἄν­τρας ἐ­πι­τέ­λους τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ἤ­δη νὰ πεῖ νω­ρί­τε­ρα στὴ νέ­α γυ­ναί­κα καὶ θὰ τὸ εἶ­χε κά­νει, ἂν δὲν τὸν φό­βι­ζε ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια. «Οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη» ξε­κί­νη­σε, «λέ­νε δι­ά­φο­ρα γιὰ σᾶς». Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὅ­μως δὲν ἀ­πάν­τη­σε, εἶ­πε μό­νο: «Ἐλ­πί­ζω νὰ ἔ­χε­τε του­λά­χι­στον σκαρ­πέ­λο, για­τί ἡ λα­βὴ τοῦ δι­κοῦ μου ἔ­χει σπά­σει. Εἶ­ναι πολ­λὲς πόρ­τες;»

        «Μί­α» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας «κι ἔ­χου­με καὶ σκαρ­πέ­λο». «Ἡ ἐ­πι­σκευ­ὴ ἐ­πεί­γει. Ἔρ­χε­ται στρα­τός.»

        «Στρα­τός; Αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα; Ἄ­σκη­ση θὰ κά­νουν;»

        «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι ἄ­σκη­ση, ἀλ­λὰ φτά­νει στὴ Βη­θλε­ὲμ ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος λό­χος.» «Καὶ σὲ μᾶς» πρό­σθε­σε πε­ρή­φα­να, «σὲ μᾶς θὰ μέ­νει ὁ λο­χα­γός.» «Οἱ βο­σκοί…», δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ φρά­ση του καὶ στα­μά­τη­σε. Τὸ ἴ­διο κι ὁ Ἰ­ω­σήφ. Στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου στε­κό­ταν Ἐ­κεῖ­νος στὰ γκρί­ζα, μὲ μιὰ ἀγ­κα­λιὰ λου­λού­δια, κρί­να λευ­κά, ποὺ τὰ μοί­ρα­ζε σὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ ἴ­σα ἴ­σα περ­πα­τοῦ­σαν. Ἔρ­χον­ταν μά­λι­στα ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα παι­διὰ καὶ μη­τέ­ρες μὲ μω­ρὰ ποὺ δὲν περ­πα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ τρό­μα­ξε πο­λύ, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κό­μα σὰν εἶ­δε Ἐ­κεῖ­νον νὰ κλαί­ει. Ἡ φω­νὴ καὶ τὰ μά­τια του τὸν εἶ­χαν ἤ­δη τρο­μά­ξει, ἀλ­λὰ τὰ δά­κρυ­ά του ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ τρο­μα­χτι­κά. Χά­ι­δευ­ε τὸ στό­μα τῶν παι­διῶν, τὸ μέ­τω­πό τους, φι­λοῦ­σε τὰ βρώ­μι­κά τους χε­ρά­κια κι ἔ­δι­νε στὸ κα­θέ­να ἀ­πὸ ἕ­να κρί­νο.

        «Σ’ ἔ­ψα­χνα», εἶ­πε ὁ Ἰ­ω­σὴφ σ’ Ἐ­κεῖ­νον μὲ τὰ γκρί­ζα, «τώ­ρα δά, κα­θὼς κοι­μό­μουν, ὀ­νει­ρεύ­τη­κα…»

        «Ξέ­ρω» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. «Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.»

        Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή, μέ­χρι νὰ πε­ρά­σει κι ἕ­να πο­λὺ μι­κρό, βρώ­μι­κο κο­ρι­τσά­κι.

        «Νὰ μὴ φτιά­ξω τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ λο­χα­γὸ ποὺ ἔρ­χε­ται;»

        «Ὄ­χι, πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.» Ἄ­φη­σε τό­τε τὰ παι­διά, ἔ­πια­σε τὸν Ἰ­ω­σὴφ ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ εἶ­πε στὸν ἄν­τρα ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὣς ἐ­κεῖ: «Λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲ γί­νε­ται».

        «Ἐν­τά­ξει, δὲν πει­ρά­ζει» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Κοί­τα­ζε τοὺς δυ­ὸ ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ στά­βλο, καὶ με­τὰ στρά­φη­κε πρὸς τὸ δρό­μο ὅ­που τὰ παι­διὰ χα­ρού­με­να περ­πα­τοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μὲ τὰ με­γά­λα λευ­κά τους κρί­να. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε πί­σω του ὁ­μο­βρον­τί­α ἀ­πὸ ὁ­πλὲς ἀ­λό­γων, γύ­ρι­σε πρὸς τὰ κεῖ καὶ εἶ­δε τὸ λό­χο νὰ μπαί­νει στὴν πό­λη. «Πά­λι θὰ φά­ω βρί­σι­μο», σκέ­φτη­κε, «ἀ­φοῦ δὲν ἔ­φτια­ξα τὴν πόρ­τα».

        Τὰ παι­διὰ στέ­κον­ταν στὸ χεῖ­λος τοῦ δρό­μου κι ἔ­γνε­φαν στοὺς στρα­τι­ῶ­τες μὲ τὰ λου­λού­δια τους. Ἔ­τσι ἔ­φτα­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες στὴν Βη­θλε­έμ, καλ­πά­ζον­τας σ’ ἕ­να δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ λευ­κὰ κρί­να κι ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ σκέ­φτη­κε: «Νο­μί­ζω ὅ­τι δί­κιο ἔ­χουν οἱ βο­σκοὶ μὲ τὰ ὅ­σα λέ­νε…»

 

 

 

Πηγή: „Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen“, Heinrich Böll, Deutscher Taschenbuch Verlag, München, 2004, S. 41-44.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: