Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Λίγα λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό μου

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Λί­γα λό­για γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου

(Über mich selbst) 

 

ΕΝΝΗΘΗΚΑ στὴν Κο­λω­νί­α, ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Ρῆ­νος, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νος ἀ­π’ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ τὸν θέ­λουν χα­ρι­τω­μέ­νο πο­τα­μά­κι ἕ­ως τὰ μι­σά, φαρ­δαί­νει καί, δι­α­σχί­ζον­τας μιὰν ἀ­πέ­ραν­τη πε­διά­δα, κα­τα­λή­γει στὴν ὁ­μί­χλη τῆς Βό­ρειας Θά­λασ­σας· ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ ὅ­που ἡ ἐγ­κό­σμια ἐ­ξου­σί­α πο­τὲ δὲν ἐ­λή­φθη πραγ­μα­τι­κὰ στὰ σο­βα­ρά, ἡ δὲ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι εἴ­θι­σται νὰ θε­ω­ρεῖ­ται στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­μα­νῶν· ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ ὅ­που πῆ­ραν τὸν Χίτ­λερ μὲ τὶς γλά­στρες καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σαν εὐ­θαρ­σῶς τὸν Γκέ­ρινγκ, τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ αὐ­τὸν λι­μο­κον­τό­ρο ποὺ κα­τά­φερ­νε μέ­σα σὲ μί­α ὥ­ρα νὰ πα­ρου­σια­στεῖ μὲ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς στο­λὲς – ἐ­γώ, μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λα παι­διὰ τῆς Κο­λω­νί­ας, στε­κό­μα­σταν κα­τὰ πα­ρά­τα­ξη σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να δι­ά­δρο­μο, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο πέ­ρα­σε μὲ τὴν τρί­τη στο­λή, μιὰ λευ­κή, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν πό­λη· δι­αι­σθα­νό­μουν ὅ­τι ἡ πα­σί­γνω­στη εὐ­θυ­μί­α τῆς Κο­λω­νί­ας δὲν θὰ κα­τόρ­θω­νε ν’ ἀ­να­κό­ψει τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη δύ­να­μη τοῦ Κα­κοῦ· γεν­νη­μέ­νος λοι­πὸν στὴν Κο­λω­νί­α, πε­ρί­φη­μη γιὰ τὸν γοτ­θι­κὸ κα­θε­δρι­κὸ να­ό της, ἂν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο θ’ ἄ­ξι­ζε νὰ φη­μί­ζε­ται γιὰ τοὺς ρο­μα­νι­κοὺς να­ούς της· στὴν Κο­λω­νί­α, ἕ­δρα τῆς πα­λαι­ό­τε­ρης ἑ­βρα­ϊ­κῆς κοι­νό­τη­τας στὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν ὁ­ποί­α καὶ πρό­δω­σε· οὔ­τε ἡ πο­λι­τι­κὴ συ­νεί­δη­ση, οὔ­τε τὸ χι­οῦ­μορ μπό­ρε­σαν ν’ ἀ­να­κό­ψουν τὴν ἐ­πέ­λα­ση τοῦ Κα­κοῦ – ἐ­κεῖ­νο τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ ξα­κου­στὸ ὅ­σο καὶ ὁ κα­θε­δρι­κὸς τῆς πό­λης, ποὺ εἶ­ναι τό­σο καυ­στι­κὸ στὶς δη­μό­σι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις του ἀλ­λὰ καὶ τό­σο με­γα­λει­ῶ­δες καὶ σο­φό, κά­πο­τε, στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ τοὺς δρό­μους.

         Γεν­νή­θη­κα στὴν Κο­λω­νί­α, στὶς 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ἐ­νό­σῳ ὁ πα­τέ­ρας μου —φρου­ρός— φυ­λοῦ­σε σκο­πιὰ στὴ γέ­φυ­ρα· τὴ χρο­νιὰ τοῦ πο­λέ­μου μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη πεί­να ἀ­πέ­κτη­σε τὸ ὄ­γδο­ο παι­δί του· δύο ἀ­π’ αὐ­τὰ ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἤ­δη νω­ρὶς νὰ τὰ κη­δέ­ψει· ἀ­κό­μη, ἐ­νό­σῳ κα­τα­ρι­ό­ταν τὸν πό­λε­μο καὶ τὸν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ τρε­λό, τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἔ­δει­χνε ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἄ­γαλ­μα. «Ἐ­κεῖ πά­νω» ἔ­λε­γε «ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἱπ­πεύ­ει τὸ χάλ­κι­νο ἄ­λο­γό του κα­τευ­θυ­νό­με­νος στὴ δύ­ση, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τε­λεῖ χρέ­η ξυ­λο­κό­που στὸ Ντὸρν ἐ­δῶ καὶ και­ρό.» Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦρ­θαν πρὶν αἰ­ῶ­νες ἀ­π’ τὶς Βρε­τα­νι­κὲς Νή­σους· κα­θο­λι­κοὶ στὸ θρή­σκευ­μα, προ­τί­μη­σαν τὴν ἐ­ξο­ρί­α πα­ρὰ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας τοῦ κρά­τους ποὺ ἐ­πέ­βα­λε ὁ Ἐρ­ρί­κος ὁ V­I­II. Ἄν­θρω­ποι τῆς θά­λασ­σας, ἄ­φη­σαν πί­σω τους τὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἀ­κο­λου­θών­τας ἀ­να­πό­τα­μα τὸν Ρῆ­νο· πάν­τα προ­τι­μοῦ­σαν τὴ ζω­ὴ στὶς πό­λεις πα­ρὰ στὴν ὕ­παι­θρο καί, κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, ἔ­γι­ναν μα­ραγ­κοί. Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τῆς μη­τέ­ρας μου ἦ­ταν χω­ρι­κοὶ καὶ ζυ­θο­ποι­οί: μιὰ γε­νιὰ ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι εὐ­μά­ρειας, ἡ ἑ­πό­με­νη τῆς σπα­τά­λης, ἡ με­θε­πό­με­νη τῆς φτώ­χειας κι ἀ­π’ αὐ­τὴν πά­λι νὰ ξε­πη­δοῦν οἱ ἄ­ξιοι κ.ο.κ. ἕ­ως ὅ­του ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κλῶ­νος, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γό­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου, νὰ πε­ρι­πέ­σει σὲ με­γά­λη ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α καὶ κα­τα­φρό­νια κι ἔ­τσι τὸ ὄ­νο­μα νὰ σβη­στεῖ.

        Ἡ πρώ­τη μου ἀ­νά­μνη­ση: Ὁ ἐ­πα­να­πα­τρι­ζό­με­νος στρα­τὸς τοῦ Χίν­τεμ­πουργκ, γκρί­ζος, μὲ τά­ξη, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος νὰ σέρ­νει ἄ­λο­γα καὶ κα­νό­νια μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρα­θύ­ρια μας· μὲς ἀ­π’ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας μου κοι­τοῦ­σα στὸ δρό­μο, ἀ­π’ ὅ­που περ­νοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες φά­λαγ­γες κα­τευ­θυ­νό­με­νες στὶς γέ­φυ­ρες τοῦ Ρή­νου. Ἀρ­γό­τε­ρα: τὸ ἐρ­γα­στή­ριο τοῦ πα­τέ­ρα μου: μυ­ρω­διὰ ξύ­λου, κόλ­λας, λά­κας καὶ βερ­νι­κι­ῶν, ἡ ὄ­ψη φρε­σκο­τριμ­μέ­νων σα­νί­δων, ἡ πί­σω ὄ­ψη τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος ὅ­που βρι­σκό­ταν τὸ ἐρ­γα­στή­ριο – πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, τρα­γου­δοῦ­σαν, ἔ­βρι­ζαν καὶ κρε­μοῦ­σαν σὲ σχοι­νιὰ τὴ μπου­γά­δα τους, ἀ­π’ ὅ,τι σὲ ὁ­λό­κλη­ρα χω­ριά. Ἀ­κό­μα πιὸ με­τά, οἱ βα­ρύ­γδου­πες γερ­μα­νι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες τῶν δρό­μων ὅ­που ἔ­παι­ζα, Τό­ι­τομ­πουρ­γκερ, Ἐμ­που­ρό­νεν, Βε­λέν­τα, καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση με­τα­κο­μί­σε­ων, τὸ πό­σο ἄ­ρε­σαν στὸν πα­τέ­ρα μου, τὰ με­τα­φο­ρι­κὰ ὀ­χή­μα­τα, οἱ ἐρ­γά­τες νὰ φορ­τώ­νουν καὶ νὰ πί­νουν μπύ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα μου νὰ κου­νᾶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ τὸ κε­φά­λι, κα­θὼς ἄ­φη­νε τὴν ἑ­στί­α ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σε κι ἀ­πὸ ὅ­που κα­τόρ­θω­νε νὰ βγά­ζει ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ τὸ νε­ρὸ γιὰ τὸν κα­φὲ μιὰ στιγ­μὴ μό­λις πρὶν πά­ρει βρά­ση. Πο­τὲ δὲν μεί­να­με μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν Ρῆ­νο, παί­ζα­με πά­νω σὲ σχε­δί­ες, στὶς τά­φρους πα­λι­ῶν φρου­ρί­ων, σὲ πάρ­κα, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ κη­που­ροὶ ἀ­περ­γοῦ­σαν. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῶν πρώ­των χρη­μά­των ποὺ ἔ­βγα­λα· ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀ­να­γρα­φό­με­νο πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἄ­ξιο ἑ­νὸς Ροκ­φέ­λερ: ἕ­να δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο μάρ­κα· μοῦ ἔ­φτα­σε γιὰ νὰ πά­ρω μό­λις ἕ­να γλει­φιτ­ζού­ρι· ὁ πα­τέ­ρας μου με­τέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὴν πλη­ρω­μὴ τῶν βο­η­θῶν του μὲ κα­ρο­τσά­κι· λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μάρ­κο ἀ­νέ­κτη­σε μὲν τὴν ἀ­ξί­α του, σώ­θη­καν δὲ καὶ οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δε­κά­ρες· οἱ συμ­μα­θη­τές μου μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σαν στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, οἱ γο­νεῖς τους ἦ­ταν ἄ­νερ­γοι· δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­περ­γί­ες, κόκ­κι­νες ση­μαῖ­ες παν­τοῦ, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μὲ τὸ πο­δή­λα­το, στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­π’ τὶς πιὸ πυ­κνο­κα­τοι­κη­μέ­νες γει­το­νι­ὲς τῆς πό­λης· με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια, οἱ ἄ­νερ­γοι τα­κτο­ποι­ή­θη­καν: ἄλ­λοι ὄρ­γα­να τῆς τά­ξε­ως, ἄλ­λοι στρα­τι­ῶ­τες, ἄλ­λοι δή­μιοι, ἄλ­λοι ἐρ­γά­τες σὲ σκα­λω­σι­ὲς – οἱ ὑ­πό­λοι­ποι με­τα­φέρ­θη­καν σὲ στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης· οἱ στα­τι­στι­κὲς ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ταν, τὸ γερ­μα­νι­κὸ μάρ­κο ἔ­ρε­ε πλέ­ον ἄ­φθο­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς τῶν ὀ­φει­λῶν, ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, κα­θὼς —ἄν­τρες πιὰ ἀ­πὸ και­ρό— προ­σπα­θού­σα­με νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σου­με τὸ Κα­κό, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ βρί­σκου­με τὸ σω­στὸ τύ­πο· τὸ πο­σὸ τοῦ πό­νου ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο γιὰ τοὺς λί­γους μό­νο ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­στη­καν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ὡς φταῖ­χτες· ἔ­μει­νε ἕ­να ὑ­πό­λοι­πο ποὺ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ.

        Ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὸ γρά­ψι­μο τὸ ἤ­θε­λα ἀ­νέ­κα­θεν, τὸ προ­σπά­θη­σα ἤ­δη νω­ρίς, ἀλ­λὰ τὰ λό­για τὰ σω­στὰ τὰ βρῆ­κα ἀρ­γό­τε­ρα μό­νον.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ το Ἀρχεῖο Χάινριχ Μπαὶλ (Hein­rich Böll Archiv) στὴ σε­λί­δα:
http://www.heinrich-boell.de/HeinrichBoellUebermich.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: