Ἀλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Ὁ κλέφτης

 

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος

 

Ὁ κλέ­φτης

 

ΣΥΧΙΑ: ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη νυ­χτε­ρι­νὴ ἡ­συ­χί­α. Α­κού­γε­ται μο­νά­χα, ἀ­π’ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, ὁ ἄλ­λος συγ­κά­τοι­κος ποὺ στε­νά­ζει καὶ ξε­φυ­σά­ει στὸν ὕ­πνο του. Εἶ­ναι σὲ ὅ­λα του ἀ­νυ­πό­φο­ρος, τοῦ­τος ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­κα­λαί­σθη­τα χον­τρὸς καὶ κα­κο­βαλ­μέ­νος προ­κα­λεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ζεῖ ἔ­τσι, τυ­χαῖα, δί­χως σκο­πό, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται τὴ νύ­χτα. Εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος, ἕ­νας τι­πο­τέ­νιος ὑ­παλ­λη­λί­σκος, σὲ δη­μό­σιο γρα­φεῖο· κα­θό­λου δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος γι’ αὐ­τό. Φυ­σι­κὰ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρί­σει, πε­ρι­μαν­τρώ­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του σ’ ἕ­να στε­νό, πο­λὺ στε­νὸ κύ­κλο, κι ὄ­χι μό­νο δὲν τολ­μά­ει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πε­ρι­φέ­ρεια, μὰ προ­σπα­θεῖ ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει σι­μώ­τε­ρα στὸ κέν­τρο. Ἂν ἤ­ξε­ρε πὼς κά­θε νύ­χτα, στὴν ἀ­πό­λυ­τη γύ­ρω ἡ­συ­χία, αὐ­τὸς μο­νά­χα ἀ­κού­γε­ται, θὰ τρό­μα­ζε ξαφ­νι­α­σμέ­νος, ἀ­πο­κτών­τας —ἴ­σως γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ— τὴ συ­ναί­σθη­ση πὼς ὑ­πάρ­χει.­..

         Ὅ­ταν βρί­σκε­σαι μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ζεῖς μιὰ ξέ­νη ζω­ή. Τὶς νυ­χτε­ρι­νὲς ὅ­μως τοῦ­τες ὧ­ρες ὁ κα­θέ­νας κλεί­νε­ται στὸν ἑ­αυ­τόν του.­.. Στὸ κά­τω-κά­τω κι ἡ τό­ση μο­να­ξιὰ κα­ταν­τά­ει ἐ­νο­χλη­τι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Κοι­τᾶς νὰ βρεῖς μιὰ δι­έ­ξο­δο, κά­που νὰ προ­ση­λώ­σεις τὴ σκέ­ψη. Αἴφ­νης, κου­ρα­σμέ­νος νὰ πλη­ρεῖς, μό­νος ὁ ἴ­διος, τὸ κε­νό, σοῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ με­τρή­σεις πό­σες φο­ρὲς σ’ ἕ­να λε­πτὸ θὰ στε­νά­ξει ἐ­κεῖ­νος: νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖς μὲ τὸν δι­πλα­νό σου.

        Ὀ­νει­ρο­πο­λών­τας, ὅ­λα μπο­ρεῖς νὰ τὰ βά­λεις στὸ νοῦ. Ἔ­τσι εἶ­ναι πι­θα­νό, ἐν­τε­λῶς πι­θα­νό, αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ νὰ στεί­λεις μή­νυ­μα στὸ γεί­το­να, πὼς γιὰ ἐ­πεί­γου­σα ὑ­πό­θε­ση τὸν ζη­τᾶς ἐ­δῶ.

        Θὰ ἔρ­θει ἀ­πο­ρών­τας, μ’ ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μι­κρὰ βαθου­λά του μά­τια.

        —Κύ­ρι­ε Στέ­φα­νε Βε­ρι­ώ­τη – θὰ τοῦ πεῖς. —Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ σᾶς.

        Στὴν ἀρ­χὴ θὰ τρο­μά­ξει. Ὕ­στε­ρα ἴ­σως γε­λά­σει εἰ­ρω­νι­κά, θυ­μω­μέ­νος τά­χα.

        —Καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε κα­λύ­τε­ρα —θὰ ἀ­παν­τή­σει— καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε τὰ χρή­μα­τα ποὺ σᾶς δά­νει­σα, πᾶ­νε δυ­ὸ μῆ­νες;

        —Μά­λι­στα κύ­ρι­ε. Βε­ρι­ώ­τη· ἀ­πο­φά­σι­σα ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ σᾶς. Μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρε­τε.

        Ὁ ἄν­θρω­πος θὰ μεί­νει ἄ­φω­νος, τσα­κι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —Πῶς εἴ­πα­τε;

        —Κι ὁ­ρί­στε τὰ χρή­μα­τά σας.­..

        Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο εἶ­ναι βέ­βαι­α τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Για­τὶ τὰ χρή­μα­τα μπο­ρεῖ νὰ τὰ φαν­τά­ζε­ται κα­νείς, μὰ δὲν τὰ βρί­σκει μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ δύ­σκο­λο τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο.­..

        Ὡ­στό­σο ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της θὰ ἔρ­θει αὔ­ριο ἐ­δῶ, ἀ­πρό­σκλη­τος. Θὰ χτυ­πή­σει δυ­να­τὰ καὶ θὰ μπεῖ χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς τὸ πρω­ί: εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α προ­θε­σμί­α.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει τέ­τοι­ο βά­ρος πά­νω του, μή­τε νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λή­σει μπο­ρεῖ, μή­τε τοῦ εἶ­ναι ὑ­πο­φερ­τὸ νὰ ἀ­κού­ει τὸν ἄλ­λον, ποὺ φυ­σά­ει καὶ ξε­φυ­σά­ει, με­τρών­τας σὰν ρο­λό­ι, τὸ χρό­νο ποὺ περ­νά­ει. Ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς, κό­σμος καὶ κο­σμά­κης χρω­στά­ει, κι ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει πό­σοι ὀ­φεί­λουν αὔ­ριο, νω­ρὶς-νω­ρίς, νὰ πλη­ρώ­σουν. Δὲν εἶ­ναι πρω­τά­κου­στο πα­ρό­μοιο πε­ρι­στα­τι­κό. Τὸ ἀ­στεῖ­ο σὲ τού­τη τὴν πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι πὼς βρί­σκον­ται τώ­ρα οἱ δυ­ό τους, τό­σο κον­τά: ἕ­νας με­σότοι­χος μο­νά­χα τοὺς χω­ρί­ζει. Θὰ μπο­ροῦ­σε —αὐ­τὸς ποὺ εἶ­ναι ἀ­π’ ἐ­δῶ— νὰ χτυ­πή­σει καὶ νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἄλ­λο. Νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ θύ­ρα, νὰ πε­ρά­σει στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο· ὅ­λοι ξέ­ρουν πὼς ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της δὲν κλει­δώ­νε­ται. Θὰ τὸν ση­κώ­σει λοι­πὸν καὶ θὰ τοῦ πεῖ ξά­στε­ρα:

        —Δὲν τὰ ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα· ὄ­χι, δὲν τὰ ἔ­χω.

        Καὶ δὲ θὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­π’ ἐ­κεῖ ἕ­ως ὅ­του λά­βει μιὰ νέ­α πα­ρά­τα­ση. Θὰ τὸν ἀ­πει­λή­σει στὸ τέ­λος. Θὰ ζη­τή­σει νὰ τοῦ πά­ρει τὸ χαρ­τὶ ποὺ ὑ­πό­γρα­ψε· τὸ ἔ­χει, βέ­βαι­α κά­που κρυμ­μέ­νο.­..

        Εἶ­ναι νὰ τρο­μά­ζεις μὲ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις.

        Κι ὅ­μως ἐ­ξα­νί­στα­μαι ὅ­ταν ἕ­νας Στέ­φα­νος Βερι­ώ­της, ἕ­νας γε­λοῖ­ος, χον­τρο­φτι­αγ­μέ­νος ἄν­θρω­πος, εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­πει­λεῖ μὲ κα­ταγ­γε­λί­ες γιὰ ἀ­πά­τη καὶ πα­ρό­μοι­α.­.. Κι αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο κοι­μᾶ­ται τώ­ρα σὰν κτῆ­νος, ὅ­πως πάν­τα.

        Ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, βρί­σκε­ται ἐ­δῶ. Κοι­τά­ζει ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τὸ μαῦ­ρο πα­ρα­πέ­τα­σμα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ξέ­ρει πὼς ἀν­τί­κρυ εἶ­ναι ἕ­να πε­ρι­βό­λι· πὼς τὸ ὕ­ψος ἀ­π’ τὸ δρό­μο σὲ τοῦ­το τὸ μο­νό­ρο­φο σπί­τι δὲν περ­νά­ει τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο. Πὼς σ’ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ μπεῖ καὶ νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­νας κοι­νὸς κλέ­φτης, ἕ­νας κα­κο­η­θέ­στα­τος λω­πο­δύ­της δὲν τὸ ἔ­χει τί­πο­τε νὰ πη­δή­σει σὲ τοῦ­το, ὅ­πως καὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.­..

        Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, ση­κώ­νε­ται λοι­πόν, νὰ δεῖ τί γί­νε­ται ἔ­ξω. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι ἔ­ρη­μος· τὰ φα­νά­ρια ὣς πέ­ρα ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­που ἀρ­χί­ζουν τὰ χω­ρά­φια, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ὣς ποὺ χά­νον­ται, εἶ­ναι σὰν φρου­ροὶ βαλ­μέ­νοι νὰ μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἀ­κι­νη­σί­α τῶν σπι­τι­ῶν. Στὸ πε­ρι­βό­λι, ἀ­πέ­ναν­τι, μαν­τεύ­εις τὰ δέν­τρα. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νή· μή­τε φεγ­γά­ρι μή­τε ἀ­στρο­φεγ­γιά. Θὰ ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο, σὲ αὐ­τὴ τὴν κό­χη νὰ ρεμ­βά­ζεις· ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ σι­γο­τρα­γου­δή­σεις ἕ­να σκο­πό.­.. Ὅ­μως εἶ­σαι βέ­βαι­ος πὼς μό­λις ἀ­κού­σεις τὸν ψί­θυ­ρο τῆς φω­νῆς σου, ὁ ἴ­διος θὰ χλευά­σεις.

        Μο­νά­χα τὸ φύ­ση­μα καὶ τὸ ξε­φύ­ση­μα τοῦ γεί­το­να βρί­σκον­ται στὴ θέ­ση τους. Ἔ­χουν ἕ­να ρυθ­μό, ἕ­ναν τό­νο ποὺ συμ­φω­νεῖ ἐ­ξαί­σια μὲ τὴν ὥ­ρα, τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὴν ἁ­πλω­μέ­νη παν­τοῦ νάρ­κη. Ἂν στὸ πε­ρι­βό­λι ἀν­τί­κρυ ἀ­κου­γό­ταν του­λά­χι­στον ἕ­νας γρύ­λος.­.. Ναί: ὅ­λα θὰ ἄλ­λα­ζαν. Φαί­νε­ται ὅ­μως πὼς ἀ­πό­ψε πρέ­πει ν’ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της.

        Ἀ­λή­θεια, πε­ρί­ερ­γη τού­τη ἡ στιγ­μή. Ὁ ἕ­νας ξύ­πνιος ἐ­δῶ. Κι ὁ ἄλ­λος, ὁ δα­νει­στής, μα­κά­ριος τό­σο κον­τά, τό­σο κον­τά, σ’ ἕ­να δρό­μο τῆς με­γά­λης πό­λης. Καὶ ἡ με­γά­λη πό­λη εἶ­ναι ἕ­νας κόκ­κος τό­σος δά, ἀ­φάν­τα­στα τό­ση δὰ στὴ γῆ.­.. Καὶ ἡ γῆ ἄλ­λος κόκ­κος στὸ στε­ρέ­ω­μα καὶ τὰ λοι­πὰ καὶ τὰ λοι­πά.­..

        Ἐν­τού­τοις ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­πο­κτοῦν μιὰν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα τρα­γι­κὴ σύ­στα­ση ἂν τὰ σκε­φτεῖς σφι­χτο­δε­μέ­να μὲ τὴ σκη­νή, ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει αὔ­ριο.­..

        Ὡ­ραῖ­α! Καὶ ποι­ός σὲ ἐμ­πο­δί­ζει λοι­πόν; Ποι­ός σὲ κρα­τά­ει; Βλέ­πεις μέ­σα σου μιὰ τελ­μα­τω­μέ­νη ζω­ή, μιὰ ἀ­κα­τά­παυ­στη κι ἀ­νώ­φε­λη πά­λη. Τὰ πάν­τα δί­χως σκο­πό. Μιὰ ἀ­στεῖ­α μα­ται­ο­πο­νί­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὰ ἀ­φή­σεις, νὰ τὰ ξε­γρά­ψεις. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

        Εἶ­ναι κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, ἀ­π’ τὸ βου­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὸ βου­νὸ ἀ­νοί­γον­ται ἄλ­λοι δρό­μοι. Ἔρ­χον­ται τὰ λι­μά­νια, τὰ πλοῖα.­.. Για­τί νὰ μα­ραί­νε­σαι ἐ­δῶ, νὰ πα­λεύ­εις κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ χρή­μα­τα ποὺ δα­νεί­στη­κες, σπα-τα­λι­ών­τας ἀ­συ­νεί­δη­τα τὴ ζω­ή, τὴ μιά, τὴ μο­να­δι­κὴ ζω­ή, στὸ χα­τή­ρι τοῦ κά­θε Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη;

        Νὰ φύ­γεις. Θὰ σώ­σεις ἔ­τσι καὶ τὸν ἑ­αυ­τόν σου, ποὺ ἴ­σα­με τώ­ρα μοί­ρα­σες, κομ­μα­τά­κια, στὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­νὸς καὶ τοῦ ἄλ­λου, κα­ταν­τών­τας νὰ μὴν ἔ­χεις δι­κό σου, πα­ρὰ τὸν κα­η­μὸ πὼς δὲν ἀ­πέ­μει­νε μή­τε ἕ­να ψί­χου­λο ἀ­δι­ά­θε­το, γιὰ νὰ τὸ σε­βα­στεῖ ἕ­νας τυ­χαῖ­ος παλι­αν­θρω­πά­κος.

        Πρέ­πει νὰ σπεύ­σεις. Πρὶν ξη­με­ρώ­σει.­..

        .­.. Αὐ­τὰ εἶ­ναι μο­νό­λο­γος —φυ­σι­κά— ἐ­κεί­νου, ποὺ χρω­στά­ει τοῦ Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη.

        Γυ­ρί­ζει λοι­πὸν νὰ δεῖ στὸ σκο­τά­δι τί εἶ­ναι ἐ­δῶ μέ­σα δι­κό του. Στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, ἔ­χει κρύ­ψει τὴ μο­να­δι­κὴ βα­λίτ­ζα ἀ­πὸ χαρ­τό­νι. Χω­ροῦν ἐ­κεῖ τὰ ροῦ­χα του. Τὰ ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα θὰ δε­θοῦν χω­ρι­στὰ σὲ ἕ­να δέ­μα. Τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀ­νάγ­κη μά­λι­στα νὰ ἀ­φή­σει με­ρι­κὰ ἀ­σή­μαν­τα. Νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­π’ τὶς «ἀ­να­μνή­σεις», ἀ­πὸ τὶς με­λαγ­χο­λί­ες ποὺ ὁ­ρι­σμέ­να μπι­χλιμ­πί­δια σέρ­νουν μα­ζί τους. Προ­χω­ρεῖ λί­γα βή­μα­τα. Ἀ­νά­βει ἕ­να σπίρ­το. Στὸ τρε­μού­λια­σμα τῆς φλό­γας, νο­μί­ζει πὼς εἶ­δε ἔ­ξαφ­να, σὲ ἀλ­λό­κο­τη στά­ση, κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, τὸν ἴ­διον τὸν ἑ­αυ­τόν του, σὰν κλέ­φτη. Προ­χω­ρεῖ ἀ­κό­μη. Σκυ­φτός, ψη­λα­φών­τας, βρί­σκει τὴ βα­λίτ­ζα.­.. Κά­τι ἀ­κού­ει: ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της φυ­σά­ει, ξε­φυ­σά­ει πάν­το­τε ρυθ­μι­κά. Κι ὅ­μως κά­τι ἀ­κού­στη­κε. Ἐ­πι­στρέ­φει γορ­γά, δί­χως θό­ρυ­βο, στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τώ­ρα προ­σέ­χει στὸ δρό­μο, νι­ώ­θει πὼς πρέ­πει νὰ προ­σέ­ξει στὸ βά­θος, πρὸς τὰ χω­ρά­φια. Πε­ρι­μέ­νει ἀ­νή­συ­χος.­..

        Εἶ­ναι πο­λὺ φυ­σι­κό. Κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θει. Δι­α­βά­της ἢ νυ­κτο­φύ­λα­κας, πλη­σιά­ζει.­.. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται λοι­πὸν σι­γὰ-σι­γὰ μὲ τὸ φό­βο μὴ γί­νει ἀν­τι­λη­πτός. Ξα­να­πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Με­τρά­ει τά­χα τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα: ἕ­να, δύο, τρί­α.­.. ἕ­ως τὰ ἑ­ξήν­τα. Ἀ­κού­γε­ται κα­θα­ρά, κα­θα­ρὰ ὁ βη­μα­τι­σμός.­.. Στα­μά­τη­σε. Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, στα­μά­τη­σε.

        Ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί. Ὡ­σὰν νὰ τὸν ἔ­βα­λαν ἐ­πί­τη­δες. Μὰ βέ­βαι­α, μὰ βέ­βαι­α!­.­..

        Ὅ­μοι­α μὲ τοῦ­τον, ἀ­μέ­τρη­τοι, σὲ κά­θε γω­νιά, σὲ κά­θε στρο­φὴ δρό­μου, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ βου­νό, κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ λι­μά­νια, σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες, σ’ ὅ­λες τὶς πο­λι­τεῖ­ες, κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μές, ἀ­πρό­σκλη­τοι, θὰ ἔρ­χον­ται με­ρι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, νὰ θυ­μί­σουν στοὺς ἄλ­λους, πὼς τὰ δε­σμὰ δὲ σπᾶ­νε, πὼς ἀ­πο­δρά­σεις δὲ γί­νον­ται, πὼς στὸν κα­θέ­να δὲν εἶ­ναι βολε­τὸ νὰ κλέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τόν του.­..

        Ἀλ­λὰ τί εἶ­δε, τοῦ­τος πά­λι γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει ἐ­δῶ;

        Ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται. Ὅ­λα εἶ­ναι ἥ­συ­χα. Φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ πα­ρι­στά­νει ἔ­ξω, τὸ φύλακα.

        Ὁ ἄνθρωπος στὸ κρεβάτι τυλίγεται καλὰ μὲ τὰ σκεπάσματα· κρύβει καὶ τὸ κεφάλι. Ἔ! πρέπει νὰ τὸ φωνάξει, νὰ εἰδοποιήσει τὸν αὐτοδιόριστο φρουρό, πὼς τώρα κοιμᾶται, πὼς τώρα κοιμᾶται κι αὐτός…

        Ἡσυχία. Ἡ συνηθισμένη νυκτερινὴ ἡσυχία…

  

 

Πη­γή: Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος, Κε­φά­λια στὴ σει­ρά, Ἕν­τε­κα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Ἀ­θή­να, 1971 (Α’ ἔκ­δο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1934).

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1896-1981). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση. Ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια ἔ­ζη­σε στὴ Μασ­σα­λί­α καὶ τὸ Μι­λά­νο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1915 μὲ φου­του­ρι­στι­κὰ κεί­με­να στὰ ἰ­τα­λι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ 1917 δι­έ­κο­ψε τὶς σπου­δές του στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ κα­τε­τά­γη στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τό. Δού­λε­ψε ὡς τρα­πε­ζι­κός. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1931 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μα­κε­δο­νι­κὲς Ἡ­μέ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των: Ἡ ἡ­ρω­ι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938), Ἡ τυ­φλό­μυ­γα (Ἀ­θή­να, 1962), Ἡ συ­νέ­λευ­ση (Ἀ­θή­να, 1981) κ.ἄ. Ἐ­πί­σης τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ σα­λα­μάν­τρα (Ἀ­θή­να, 1957).

 

Διαφημίσεις