Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Ἄτολμος

 

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Ἄ­τολ­μος

 

ΕΣ ΝΑ Μ’ΑΓΓΙΞΕΙΣ; θέ­λεις; πό­τε τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κοι­τά­ζον­τάς τον κα­τα­πρό­σω­πο μὲ κά­τι μά­τια γε­μά­τα νε­ρὸ σὰν νέ­κταρ μυ­στι­κῆς πη­γῆς καὶ πό­τε ἄ­γρια, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ χέ­ρι σὰν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἡ ἴ­δια της ἕ­να μα­χαί­ρι πά­νω στὸ βυ­ζί της, νά, ἐ­δῶ πιά­σε κα­η­μέ­νε, τοῦ ‘λέ­γε, τί πε­ρι­μέ­νεις, τί ἀρ­γεῖς, τί σκέ­ψη χρει­ά­ζε­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τί κό­πο, κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε εἰ­σέ­τι ἄ­βου­λος, δει­λός, τρε­μά­με­νος μέ­σα του, ἀ­να­πο­φά­σι­στος, σὰν ἐ­χθρὸς στὸν πό­λε­μο ἔ­με­νε, νὰ σκο­τώ­σει ἢ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἐγ­γύ­τα­τα βρι­σκό­ταν καὶ ἱ­κέ­τευ­ε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του, δί­βου­λος ἔ­νοι­ω­θε, δι­συ­πό­στα­τος γιὰ κεί­νη τὴν πρά­ξη, δὲ νο­γοῦ­σε πῶς γί­νον­ται αὐ­τὰ τὰ αἵ­μα­τα, πῶς ση­κώ­νε­ται τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα ν’ ἀγ­γί­ξει τὸ ἄλ­λο σῶ­μα, τί δυ­νά­μεις ὁ­δη­γοῦν, πα­ρορ­μοῦν ἀ­πὸ βα­θιά, ποι­ά ἡ ἀρ­χή, ποι­ό τὸ τε­τέ­λε­σται, κι ἂν ἐ­κεί­νη πα­ρω­δοῦ­σε σ’ ἕ­να φρι­χτὸ παι­χνί­δι ἐ­ξον­τώ­σε­ως, σὲ μιὰ μοί­ρα ἀ­λύ­γι­στη, ἀ­γύ­ρι­στη ἀ­πὸ πα­λιά, πῶς θά ‘βρι­σκε ξα­νὰ τὸν ὁ­λό­κλη­ρο ἑ­αυ­τό του, τὸ ὁ­λό­κλη­ρο χέ­ρι του, πῶς θὰ κοί­τα­ζε τὸν κό­σμο ξέ­νοια­στα, τὸ χέ­ρι του δὲν θὰ ἦ­ταν πιὰ δι­κό του, πα­ρὰ σὰν μιὰ σφρα­γί­δα ἀ­νε­ξί­τη­λη θά ‘με­νε πά­νω στὸ δι­κό της σῶ­μα, ἀ­πο­τύ­πω­μα καυ­τὸ σὲ μιὰ ξέ­νη σάρ­κα, ἂχ θὰ ἔ­χα­νε τὸ χέ­ρι του διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξου­σί­α, ἕ­νας μο­νό­χειρ θὰ ἦ­ταν, ἕ­νας ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος κου­λός, θὰ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ ἡ θ υ σ ί α.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ τέ­χνη. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Σεν­τό­νια τῆς ἀ­γρύ­πνιας (Ποι­ή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, 2006).

 

Εἰκό­να: Χέ­ρι στὸ στῆθος. Ἡμί­γλυ­φο ἔνθε­το σὲ πλα­κό­στρω­το τῆς πε­ριοχῆς τῶν «κόκ­κινων φα­να­ριῶν» τοῦ Ἄμστερ­νταμ.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: