Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Στὴ γέφυρα

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Στὴ γέφυρα

(An der Brücke)

 

ΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΡΑΜΜΑΤΑ στὰ πό­δια καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τέ­τοι­ο πό­στο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ κά­θο­μαι. Τί πό­στο; Με­τρῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ περ­νοῦν ἀ­π’ τὴν και­νού­ρια γέ­φυ­ρα. Τὸ χαί­ρον­ται νὰ μπο­ροῦν ν’ ἀ­πο­δεί­ξουν τὴν ἀ­ξι­ο­σύ­νη τους μὲ νού­με­ρα, ξε­τρε­λαί­νον­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νού­σιο Τί­πο­τα, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ με­ρι­κὰ ψη­φί­α, καὶ ὅ­λη μέ­ρα, ναί, ὅ­λη μέ­ρα πη­γαί­νει τὸ ἄ­λα­λο στό­μα μου σὰν μη­χα­νι­σμὸς ρο­λο­γιοῦ ποὺ κα­τα­γρά­φει τὸ ἕ­να ψη­φί­ο με­τὰ τὸ ἄλ­λο γιὰ νὰ τοὺς χα­ρί­σει κα­τὰ τὸ βρά­δυ τὸ θρί­αμ­βο ἑ­νὸς ἀ­ριθ­μοῦ.

         Τὰ πρό­σω­πά τους λάμ­πουν σὰν τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­νω τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­σο δὲ με­γα­λύ­τε­ρος ὁ ἀ­ριθ­μός, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο λάμ­πουν ἐ­κεῖ­νοι, ἔ­χον­τας πλέ­ον ἕ­να λό­γο νὰ ξα­πλώ­σουν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι τους. Πῶς ἀλ­λι­ῶς, ἀ­φοῦ πολ­λὲς χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πων περ­νοῦν κα­θη­με­ρι­νῶς ἀ­πὸ τὴν και­νού­ρια τους γέ­φυ­ρα;

        Κι ὅ­μως, οἱ στα­τι­στι­κές τους δὲν εὐ­στα­θοῦν. Νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ δὲν ἀ­λη­θεύ­ουν. Εἶ­μαι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος, ἂν καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ προ­κα­λῶ στοὺς ἄλ­λους τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ εὐ­συ­νεί­δη­του.

        Κα­τὰ βά­θος μὲ χα­ρο­ποι­εῖ νὰ κα­τα­πί­νω ποῦ καὶ ποῦ κα­νέ­ναν πε­ρα­στι­κό, ἐ­νῶ ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος συμ­πό­νια, τοὺς χα­ρί­ζω με­ρι­κούς. Κρα­τῶ τὴν τύ­χη τους στὰ χέ­ρια μου. Ὅ­ταν εἶ­μαι ὀρ­γι­σμέ­νος ἢ δὲν ἔ­χω νὰ κά­νω τσι­γά­ρο, τοὺς δί­νω μό­νο τὸ μέ­σο ὅ­ρο, ἴ­σως καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ μέ­σο ὅ­ρο. Ὅ­ταν πά­λι ἡ καρ­διά μου ἀ­γαλ­λιᾶ καὶ εἶ­μαι χα­ρού­με­νος, ἐ­πι­τρέ­πω στὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α μου νὰ με­του­σι­ω­θεῖ σὲ ἀ­ριθ­μοὺς πεν­τα­ψή­φιους. Καὶ εἶ­ναι τό­τε τό­σο εὐ­τυ­χεῖς! Μοῦ ἁρ­πά­ζουν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια, μὲ χτυ­ποῦν ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ τὰ μά­τια τους λάμ­πουν. Δὲν ἔ­χουν ἰ­δέ­α! Καὶ με­τὰ ρί­χνον­ται στοὺς πολ­λα­πλα­σια­σμοὺς καὶ τὶς δι­αι­ρέ­σεις καὶ τὶς πο­σο­στο­ποι­ή­σεις καὶ ξέ­ρω ’­γὼ τί ἄλ­λο. Λο­γα­ριά­ζουν πό­σοι ἄν­θρω­ποι περ­νοῦν ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα κά­θε λε­πτὸ καὶ πό­σοι θὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει ἀ­π’ αὐ­τὴ σὲ δέ­κα χρό­νια. Ἀ­γα­ποῦν τὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, λα­τρεύ­ουν τὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Κι ὅ­μως, νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἰ­σχύ­ουν…

        Σὰν περ­νᾶ ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη
—καὶ περ­νᾶ δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­με­ρη­σί­ως—, τό­τε ἡ καρ­διά μου στα­μα­τᾶ. Ὁ ἀ­κού­ρα­στος χτύ­πος τῆς καρ­διᾶς μου ἁ­πλῶς παύ­ει, ἕ­ως ὅ­του ἐ­κεί­νη στρί­ψει στὴν ἀ­λέ­α καὶ χα­θεῖ. Καὶ ὅ­λους, ὅ­σοι τυ­χαί­νει νὰ περ­νοῦν στὸ με­τα­ξύ, τοὺς ἀ­πο­σι­ω­πῶ. Αὐ­τὰ τὰ δύο λε­πτὰ ἀ­νή­κουν σ’ ἐ­μέ­να, εἶ­ναι δι­κά μου καὶ δὲν τοὺς ἐ­πι­τρέ­πω νὰ μοῦ τὰ πά­ρουν. Καὶ τὸ βρά­δυ πά­λι, κα­θὼς ἐ­κεί­νη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­π’ τὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, κα­θὼς ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου προ­σπερ­νᾶ τὸ στό­μα μου —αὐ­τὸ τὸ στό­μα ποὺ συ­νε­χῶς με­τρᾶ καὶ με­τρᾶ—, στα­μα­τᾶ καὶ πά­λι ἡ καρ­διά μου κι ἐ­γὼ ἀρ­χί­ζω ξα­νὰ νὰ με­τρῶ μο­νά­χα σὰν τὴ χά­σω ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Καὶ ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ πε­ρά­σουν σὲ αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς τὰ λε­πτὰ ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­φλά μου μά­τια, δὲν περ­νοῦν στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν. Ἄν­δρες-σκι­ές, γυ­ναῖ­κες-σκι­ές, ἀ­νύ­παρ­κτες ὀν­τό­τη­τες ποὺ δὲ θὰ βα­δί­σουν πο­τὲ στὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν…

        Φῶς φα­νά­ρι πὼς τὴν ἀ­γα­πῶ. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως δὲ γνω­ρί­ζει τί­πο­τα κι οὔ­τε θὰ ἤ­θε­λα νὰ τὸ μά­θει. Δὲν πρέ­πει κὰν νὰ δι­α­νο­η­θεῖ κα­τὰ τί ἀ­παί­σιο τρό­πο ἀλ­λοι­ώ­νει τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς· ἀν­τι­θέ­τως, πρέ­πει νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­θώ­α κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη καὶ μὲ τὰ μα­κριὰ κα­στα­νά της μαλ­λιὰ καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα πό­δια της νὰ συ­νε­χί­σει νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο καὶ νὰ παίρ­νει γε­ρὸ φι­λο­δώ­ρη­μα. Τὴν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο, τὴν ἀ­γα­πῶ.

        Πρό­σφα­τα μοῦ ἔ­κα­ναν ἔ­λεγ­χο. Τὸ παι­δὶ ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τρᾶ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα μοῦ τὸ σφύ­ρι­ξε ἐγ­καί­ρως καὶ πρό­σε­χα ὅ­σο δὲν πά­ει ἄλ­λο. Με­τροῦ­σα μα­νι­ω­δῶς. Χι­λι­ο­με­τρη­τὴς δὲ θὰ με­τροῦ­σε κα­λύ­τε­ρα. Ὁ ἴ­διος ὁ προ­ϊ­στά­με­νος τῆς στα­τι­στι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, καὶ συ­νέ­κρι­νε ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δι­κῆς του κα­τα­μέ­τρη­σης γιὰ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη ὥ­ρα μὲ τὸ δι­κό μου ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Μοῦ ἔ­λει­πε μό­νον ἕ­νας. Πέ­ρα­σε ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη καὶ πο­τὲ μὰ πο­τὲ δὲ θὰ ἐ­πέ­τρε­πα νὰ με­τα­φερ­θεῖ τὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ κο­ρί­τσι σὲ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Αὐ­τήν, τὴ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη, δὲν τὴν πολ­λα­πλα­σιά­ζει, οὔ­τε τὴ δια­ιρεῖ κα­νείς, κα­νεὶς δὲν τὴν με­τα­τρέ­πει σὲ πο­σο­στια­ῖο Τί­πο­τα. Αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἡ καρ­διά μου ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ μέ­τρη­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν κοι­τά­ζω κα­θὼς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ καὶ στὸ παι­δὶ ἀ­πέ­ναν­τι ποὺ με­τρά­ει τ’ αὐ­το­κί­νη­τα εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων. Ἦ­ταν γιὰ ‘μέ­να θέ­μα ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

        Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος μὲ χτύ­πη­σε ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­μαι κα­λός, πι­στὸς κι εὐ­συ­νεί­δη­τος. «Ἕ­νας λι­γό­τε­ρος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» εἶ­πε. «Εἶ­ναι στὰ ὅ­ρια τοῦ στα­τι­στι­κοῦ σφάλ­μα­τος. Θὰ ζη­τή­σω νὰ με­τα­τε­θεῖ­τε στὶς ἅ­μα­ξες.»

        Ἅ­μα­ξες; Τώ­ρα ἔ­πια­σα τὴν κα­λή! Ἅ­μα­ξες ση­μαί­νει ἀ­ρα­λί­κι δί­χως προ­η­γού­με­νο. Περ­νοῦν τὸ πο­λὺ 25 ἅ­μα­ξες τὴ μέ­ρα καὶ δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ δύ­σκο­λο νὰ περ­νᾶς στὸ ἑ­πό­με­νο νού­με­ρο κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λέ­ω: ἀ­ρα­λί­κι!

        Στὶς ἅ­μα­ξες θὰ ἦ­ταν ἐκ­πλη­κτι­κά. Με­τα­ξὺ τέσ­σε­ρις κι ὀ­χτὼ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τους στὴ γέ­φυ­ρα καὶ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πη­γαί­νω γιὰ πε­ρί­πα­το ἢ στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, νὰ τὴν κοι­τά­ζω μὲ τὶς ὧ­ρες ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ συ­νο­δεύ­ω στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἕ­ως ἑ­νὸς ση­μεί­ου, τὴ μι­κρή μου ἀ­κα­τα­μέ­τρη­τη ἀ­γα­πη­μέ­νη…

 

  

Πηγή: http://www.lehrerbarth.de/Deutsch/D10/Boell-An%20der%20Bruecke.pdf

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Ἀνταπόκριση ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Ἀνταπόκριση ἀπὸ Βηθλεέμ

(Die Kunde von Bethlehem)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ γιὰ πόρ­τα δὲν ἦ­ταν πόρ­τα σω­στή: κάμ­πο­σες σα­νί­δες καρ­φω­μέ­νες ἀ­ραι­ὰ καὶ ἕ­να συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι, πι­α­σμέ­νο σὲ ἕ­να καρ­φί, νὰ κρα­τᾶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το πόρ­τας κλει­στό. Ὁ ἄν­τρας κον­το­στά­θη­κε καὶ πε­ρί­με­νε: «Εἶ­ναι ντρο­πή», ἀ­να­λο­γί­στη­κε, «νὰ γεν­νά­ει γυ­ναί­κα σὲ τέ­τοι­ο μέ­ρος». Ξε­μάγ­κω­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι ἀ­π’ τὸ καρ­φί, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα κι ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­τος ἐμ­πρὸς στὸ θέ­α­μα ποὺ ἀν­τί­κρι­σε. Τὸ βρέ­φος ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ ἄ­χυ­ρο καὶ ἡ νε­ό­τα­τη μη­τέ­ρα, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη δί­πλα του, νὰ τοῦ χα­μο­γε­λᾶ… Πί­σω, στὸν τοῖ­χο, στε­κό­ταν κά­ποι­ος, μὰ ὁ ἄν­τρας δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ οἱ βο­σκοὶ τοὺς περ­νοῦν γιὰ ἀγ­γέ­λους. Γερ­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, φο­ροῦ­σε ἕ­ναν γκρι­ζω­πὸ χι­τώ­να καὶ κρα­τοῦ­σε στὰ δυ­ό του χέ­ρια λου­λού­δια: κομ­ψά, κί­τρι­να κρί­να. Ὁ ἄν­τρας αἰ­σθάν­θη­κε τὸ φό­βο νὰ τὸν κυ­ρι­εύ­ει καὶ σκέ­φτη­κε: «Ἴ­σως ν’ ἀ­λη­θεύ­ουν τὰ ὅ­σα δι­α­δί­δουν οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη.»

         Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα της καὶ τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ φι­λι­κὴ καὶ ὅ­λο ἀ­πο­ρί­α. Ὁ νέ­ος ἄν­τρας εἶ­πε τό­τε: «Ἐ­δῶ μέ­νει ὁ μα­ραγ­κός;»

        Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. «Δὲν εἶ­ναι μα­ραγ­κός. Ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς εἶ­ναι.»

        «Δὲν πει­ρά­ζει», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, «μιὰ πόρ­τα θὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει, ἂν ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α μα­ζί του».

        «Ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α», ἀ­πάν­τη­σε ἡ Μα­ρί­α, «καὶ ξέ­ρει νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νει καὶ πόρ­τες. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε στὴ Να­ζα­ρέτ».

        Ὥ­στε ἔρ­χον­ταν λοι­πὸν ὄν­τως ἀ­π’ τὴ Να­ζα­ρέτ.

        Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια στὰ χέ­ρια κοί­τα­ξε τὸν ἄν­τρα κι εἶ­πε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι.» Ἡ φω­νή του ἠ­χοῦ­σε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­να­τρί­χια­σε, τολ­μών­τας ὡ­στό­σο αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα. Ντυ­μέ­νος στὰ γκρί­ζα, εἶ­χε ὄ­ψη ἰ­δι­αί­τε­ρα φι­λι­κή, μὰ λυ­πη­μέ­νη.

        «Στὸν Ἰ­ω­σὴφ μί­λη­σε» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. «Θὰ τὸν ξυ­πνή­σω, κοι­μᾶ­ται. Νὰ τοῦ πῶ νὰ ἔρ­θει νὰ φτιά­ξει τὴν πόρ­τα;»

        «Ναί, στὸ παν­δο­χεῖ­ο ‘Στὸν κόκ­κι­νο κα­βα­λά­ρη‘. Ἡ πόρ­τα μαγ­κώ­νει καὶ πρέ­πει νὰ τρο­χί­σει τὴν κά­σα καὶ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω ἔ­ξω μέ­χρι νὰ τὸν φω­νά­ξεις.»

        «Μπο­ρεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νεις κι ἐ­δῶ» τοῦ εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ὄ­χι, κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω.» Κοί­τα­ξε φευ­γα­λέ­α Ἐ­κεῖ­νον στὰ γκρί­ζα ποὺ τοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὴ σει­ρά του χα­μο­γε­λών­τας, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο πι­σω­πα­τών­τας κι ἔ­κλει­σε προ­σε­κτι­κὰ τὴν πόρ­τα, στε­ρε­ώ­νον­τας καὶ πά­λι τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι στὸ καρ­φί. Ἄν­τρες μὲ λου­λού­δια τὸν πα­ρα­ξέ­νευ­αν πάν­τα, ἀλ­λὰ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος οὔ­τε ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­τρα ἀ­κρι­βῶς —οὔ­τε ὅ­μως καὶ μὲ γυ­ναί­κα— κι οὔ­τε τοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νος.

        Ὅ­ταν ξε­πρό­βα­λε ὁ Ἰ­ω­σὴφ μὲ τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη στὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι εἶ­πε: «Ἔ­λα, ἀ­πὸ ’­δῶ ἀ­ρι­στε­ρά.» Προ­χώ­ρη­σαν στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μό­νο τό­τε βρῆ­κε ὁ ἄν­τρας ἐ­πι­τέ­λους τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ἤ­δη νὰ πεῖ νω­ρί­τε­ρα στὴ νέ­α γυ­ναί­κα καὶ θὰ τὸ εἶ­χε κά­νει, ἂν δὲν τὸν φό­βι­ζε ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια. «Οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη» ξε­κί­νη­σε, «λέ­νε δι­ά­φο­ρα γιὰ σᾶς». Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὅ­μως δὲν ἀ­πάν­τη­σε, εἶ­πε μό­νο: «Ἐλ­πί­ζω νὰ ἔ­χε­τε του­λά­χι­στον σκαρ­πέ­λο, για­τί ἡ λα­βὴ τοῦ δι­κοῦ μου ἔ­χει σπά­σει. Εἶ­ναι πολ­λὲς πόρ­τες;»

        «Μί­α» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας «κι ἔ­χου­με καὶ σκαρ­πέ­λο». «Ἡ ἐ­πι­σκευ­ὴ ἐ­πεί­γει. Ἔρ­χε­ται στρα­τός.»

        «Στρα­τός; Αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα; Ἄ­σκη­ση θὰ κά­νουν;»

        «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι ἄ­σκη­ση, ἀλ­λὰ φτά­νει στὴ Βη­θλε­ὲμ ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος λό­χος.» «Καὶ σὲ μᾶς» πρό­σθε­σε πε­ρή­φα­να, «σὲ μᾶς θὰ μέ­νει ὁ λο­χα­γός.» «Οἱ βο­σκοί…», δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ φρά­ση του καὶ στα­μά­τη­σε. Τὸ ἴ­διο κι ὁ Ἰ­ω­σήφ. Στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου στε­κό­ταν Ἐ­κεῖ­νος στὰ γκρί­ζα, μὲ μιὰ ἀγ­κα­λιὰ λου­λού­δια, κρί­να λευ­κά, ποὺ τὰ μοί­ρα­ζε σὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ ἴ­σα ἴ­σα περ­πα­τοῦ­σαν. Ἔρ­χον­ταν μά­λι­στα ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα παι­διὰ καὶ μη­τέ­ρες μὲ μω­ρὰ ποὺ δὲν περ­πα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ τρό­μα­ξε πο­λύ, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κό­μα σὰν εἶ­δε Ἐ­κεῖ­νον νὰ κλαί­ει. Ἡ φω­νὴ καὶ τὰ μά­τια του τὸν εἶ­χαν ἤ­δη τρο­μά­ξει, ἀλ­λὰ τὰ δά­κρυ­ά του ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ τρο­μα­χτι­κά. Χά­ι­δευ­ε τὸ στό­μα τῶν παι­διῶν, τὸ μέ­τω­πό τους, φι­λοῦ­σε τὰ βρώ­μι­κά τους χε­ρά­κια κι ἔ­δι­νε στὸ κα­θέ­να ἀ­πὸ ἕ­να κρί­νο.

        «Σ’ ἔ­ψα­χνα», εἶ­πε ὁ Ἰ­ω­σὴφ σ’ Ἐ­κεῖ­νον μὲ τὰ γκρί­ζα, «τώ­ρα δά, κα­θὼς κοι­μό­μουν, ὀ­νει­ρεύ­τη­κα…»

        «Ξέ­ρω» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. «Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.»

        Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή, μέ­χρι νὰ πε­ρά­σει κι ἕ­να πο­λὺ μι­κρό, βρώ­μι­κο κο­ρι­τσά­κι.

        «Νὰ μὴ φτιά­ξω τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ λο­χα­γὸ ποὺ ἔρ­χε­ται;»

        «Ὄ­χι, πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.» Ἄ­φη­σε τό­τε τὰ παι­διά, ἔ­πια­σε τὸν Ἰ­ω­σὴφ ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ εἶ­πε στὸν ἄν­τρα ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὣς ἐ­κεῖ: «Λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲ γί­νε­ται».

        «Ἐν­τά­ξει, δὲν πει­ρά­ζει» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Κοί­τα­ζε τοὺς δυ­ὸ ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ στά­βλο, καὶ με­τὰ στρά­φη­κε πρὸς τὸ δρό­μο ὅ­που τὰ παι­διὰ χα­ρού­με­να περ­πα­τοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μὲ τὰ με­γά­λα λευ­κά τους κρί­να. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε πί­σω του ὁ­μο­βρον­τί­α ἀ­πὸ ὁ­πλὲς ἀ­λό­γων, γύ­ρι­σε πρὸς τὰ κεῖ καὶ εἶ­δε τὸ λό­χο νὰ μπαί­νει στὴν πό­λη. «Πά­λι θὰ φά­ω βρί­σι­μο», σκέ­φτη­κε, «ἀ­φοῦ δὲν ἔ­φτια­ξα τὴν πόρ­τα».

        Τὰ παι­διὰ στέ­κον­ταν στὸ χεῖ­λος τοῦ δρό­μου κι ἔ­γνε­φαν στοὺς στρα­τι­ῶ­τες μὲ τὰ λου­λού­δια τους. Ἔ­τσι ἔ­φτα­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες στὴν Βη­θλε­έμ, καλ­πά­ζον­τας σ’ ἕ­να δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ λευ­κὰ κρί­να κι ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ σκέ­φτη­κε: «Νο­μί­ζω ὅ­τι δί­κιο ἔ­χουν οἱ βο­σκοὶ μὲ τὰ ὅ­σα λέ­νε…»

 

 

 

Πηγή: „Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen“, Heinrich Böll, Deutscher Taschenbuch Verlag, München, 2004, S. 41-44.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἐργαζομένων

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Πε­ρὶ τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἠ­θι­κοῦ τῶν ἐρ­γα­ζο­μέ­νων

(Zur Senkung der Arbeitsmoral)

 

Ε ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ κά­ποι­ας ἀ­κτῆς στὴ δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη βρί­σκε­ται ξα­πλω­μέ­νος μέ­σα στὴ βάρ­κα του καὶ χου­ζου­ρεύ­ει ἕ­νας φτω­χι­κὰ ντυ­μέ­νος ψα­ράς. Ἕ­νας κα­λον­τυ­μέ­νος του­ρί­στας ἀλ­λά­ζει τὸ φὶλμ στὴ φω­το­γρα­φι­κή του μη­χα­νὴ γιὰ νὰ ἀ­πα­θα­να­τί­σει αὐ­τὴν τὴν εἰ­δυλ­λια­κὴ εἰ­κό­να: γα­λα­νὸς ὁ οὐ­ρα­νός, πρά­σι­να τὰ νε­ρά, μὲ εἰ­ρη­νι­κά, χι­ο­νό­λευ­κα κύ­μα­τα, μαύ­ρη ἡ βάρ­κα, κόκ­κι­νος ὁ σκοῦ­φος τοῦ ψα­ρά. Κλίκ! Καὶ πά­λι: κλίκ! Φύ­λα­γε τὰ ροῦ­χα σου νὰ ἔ­χεις τὰ μι­σά, λέ­ει ὁ λα­ὸς καὶ προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψει ὁ του­ρί­στας τὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο, τρα­βά­ει καὶ τρί­τη φω­το­γρα­φί­α. Κλίκ!

         Τρί­τη καὶ φαρ­μα­κε­ρή, λέ­ει ὅ­μως ἐ­ξί­σου ὁ λα­ὸς καὶ νά ποὺ ὁ ξαφ­νι­κὸς καὶ σχε­δὸν ἐ­χθρι­κὸς ἦ­χος ξυ­πνᾶ τὸν ψα­ρὰ ἀ­π’ τὸ χου­ζού­ρε­μά του. Νυ­σταγ­μέ­νος ἀ­να­κα­θί­ζει καὶ νυ­σταγ­μέ­νος ψη­λα­φί­ζει τρι­γύ­ρω νὰ βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα του. Πρὶν προ­λά­βει ὅ­μως νὰ βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, ἤ­δη τοῦ κρα­τᾶ μὲς στὴ μού­ρη ὁ ὑ­περ­δρα­στή­ριος του­ρί­στας ἕ­να ἄλ­λο πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Μό­νο στὸ στό­μα ποὺ δὲν τοῦ ἔ­βα­λε ὁ του­ρί­στας τὸ τσι­γά­ρο. Ἀρ­κέ­στη­κε στὸ νὰ τοῦ τὸ ἀ­φή­σει στὸ χέ­ρι, καὶ κλίκ! ἀ­κού­γε­ται αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­πτή­ρας, ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴν ὑ­πέρ­με­τρα ἴ­σως εὐ­γε­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α τοῦ του­ρί­στα. Αὐ­τὴ ἡ τό­ση δά, ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­περ­βο­λὴ προ­κά­λε­σε ἕ­να ἀ­νά­μι­κτο αἴ­σθη­μα ἀ­μη­χα­νί­ας κι ἐ­κνευ­ρι­σμοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ του­ρί­στας, ὁ­μι­λῶν τὴν ντό­πια γλώσ­σα, ἐ­πι­χει­ρεῖ τώ­ρα νὰ ξε­πε­ρά­σει μὲ τὴν ἔ­ναρ­ξη μιᾶς συ­ζή­τη­σης.

        «Κα­λὴ ψα­ριὰ θὰ κά­νε­τε σή­με­ρα.»

        Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Μὰ πῶς, ἀ­φοῦ, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, ὁ και­ρὸς θὰ εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κός.» Κα­τα­φα­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Δη­λα­δὴ δὲ θὰ βγεῖ­τε γιὰ ψά­ρε­μα;» Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει καὶ πά­λι τὸ κε­φά­λι ὁ ψα­ράς, αὐ­ξά­νον­τας τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμὸ τοῦ του­ρί­στα. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ του­ρί­στας φαί­νε­ται νὰ νοι­ά­ζε­ται εἰ­λι­κρι­νὰ γιὰ τὸ κα­λό τοῦ φτω­χον­τυ­μέ­νου ψα­ρᾶ καὶ τὸν λυ­πεῖ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο μιᾶς χα­μέ­νης εὐ­και­ρί­ας.

        «Μή­πως, τό­τε, δὲν αἰ­σθά­νε­στε κα­λά;» Ὁ ψα­ρὰς ἀ­φή­νει ἐ­πι­τέ­λους κα­τὰ μέ­ρους τὴ νο­η­μα­τι­κὴ καὶ περ­νᾶ σὲ λό­γο ἀρ­θρω­μέ­νο: «Αἰ­σθά­νο­μαι ὑ­πέ­ρο­χα» ἀ­παν­τᾶ. «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα.» Ση­κώ­νε­ται καὶ τεν­τώ­νε­ται μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πό­σο κα­λὰ γυ­μνα­σμέ­νος εἶ­ναι. «Αἰ­σθά­νο­μαι κα­τα­πλη­κτι­κά.»

        Ἡ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο τοῦ του­ρί­στα γί­νε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ λυ­πη­μέ­νη καὶ ὁ ἴ­διος δὲν μπο­ρεῖ πιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἀ­πει­λεῖ νὰ τὸν κά­νει νὰ σκά­σει. Ρω­τά­ει λοι­πόν: «Μά, τό­τε, για­τί δὲ βγαί­νε­τε γιὰ ψά­ρε­μα;»

        Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἁ­πλὴ καὶ σύν­το­μη: «Για­τί τὸ ἔ­κα­να ἤ­δη σή­με­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί.»

        «Ἦ­ταν κα­λὴ ἡ ψα­ριά;»

        «Ἦ­ταν τό­σο κα­λή, ὥ­στε νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­να­βγῶ σή­με­ρα. Ἔ­πια­σα τέσ­σε­ρεις ἀ­στα­κοὺς καὶ σχε­δὸν δυ­ὸ ντου­ζί­νες σκουμ­πριά.» Ὁ ψα­ράς, ξύ­πνιος πλέ­ον γιὰ τὰ κα­λά, παίρ­νει θάρ­ρος καὶ χτυ­πά­ει στὴν πλά­τη τὸν του­ρί­στα, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ φαί­νε­ται ἔν­δει­ξη ἀ­χρεί­α­στης μέν, συγ­κι­νη­τι­κῆς δὲ ἔ­γνοι­ας.

        «Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, αὐ­τὰ φτά­νουν καὶ γι’ αὔ­ριο καὶ γιὰ με­θαύ­ριο» λέ­ει ὁ ψα­ράς, γιὰ νὰ εὐ­θυ­μή­σει λι­γά­κι τὸν ξέ­νο. «Νὰ σᾶς κε­ρά­σω ἀ­π’ τὰ δι­κά μου;» «Ναί, θὰ κα­πνί­σω ἕ­να, εὐ­χα­ρι­στῶ», ἀ­παν­τᾶ ὁ του­ρί­στας.

        Τὰ τσι­γά­ρα βρί­σκον­ται στὰ στό­μα­τα, ἀ­κού­γε­ται ἕ­να πέμ­πτο κλὶκ καὶ ὁ του­ρί­στας κα­θί­ζει στὸ χεῖ­λος τῆς βάρ­κας κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι. Ὕ­στε­ρα ἀ­φή­νει τὴ μη­χα­νὴ στὴν ἄ­κρη, ὥ­στε νὰ ἔ­χει καὶ τὰ δυ­ό του χέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, πράγ­μα ἀ­πα­ραί­τη­το προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σει στὰ λε­γό­με­νά του με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα.

        «Δὲ θέ­λω ν’ ἀ­να­μει­χθῶ στὶς προ­σω­πι­κές σας ὑ­πο­θέ­σεις», ξε­κι­νᾶ, «ἀλ­λὰ φαν­τα­στεῖ­τε νὰ βγαί­να­τε γιὰ ψά­ρε­μα σή­με­ρα καὶ δυ­ὸ καὶ τρεῖς, ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρές, πι­ά­νον­τας τρεῖς, τέσ­σε­ρις, πέν­τε, ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ δέ­κα ντου­ζί­νες σκουμ­πριά. Μό­νο αὐ­τὸ σᾶς λέ­ω, φαν­τα­στεῖ­τε το!» Ὁ ψα­ρὰς γνέ­φει μὲ τὸ κε­φά­λι.

         «Κι ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα» συ­νε­χί­ζει ὁ του­ρί­στας, «ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ αὔ­ριο καὶ με­θαύ­ριο, ναί, κά­θε μέ­ρα, εὐ­νο­ϊ­κὴ γιὰ τὸ ψά­ρε­μα, θὰ πη­γαί­να­τε δυ­ό, τρεῖς ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς γιὰ ψά­ρε­μα. Ξέ­ρε­τε τί θὰ γι­νό­ταν;» Ὁ ψα­ρὰς κου­νά­ει ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι.

        «Τὸ ἀρ­γό­τε­ρο σὲ ἕ­ναν χρό­νο θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε μη­χα­νὴ γιὰ τὴ βάρ­κα, σὲ δυ­ὸ χρό­νια μιὰ δεύ­τε­ρη βάρ­κα, σὲ τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα χρό­νια θὰ μπο­ρού­σα­τε ἴ­σως ν’ ἀ­γο­ρά­σε­τε με­γα­λύ­τε­ρο κα­ΐ­κι, μὲ δυ­ὸ βάρ­κες ἢ ἕ­να κα­ΐ­κι θὰ εἴ­χα­τε φυ­σι­κὰ με­γα­λύ­τε­ρες ψα­ρι­ές, μιὰ μέ­ρα θὰ εἴ­χα­τε δυ­ὸ κα­ΐ­κια, θά…» Ἀ­πὸ τὸν τό­σο ἐν­θου­σια­σμὸ χά­θη­κε πρὸς στιγ­μὴν ἡ φω­νή του, ἀλ­λὰ τὸ ξε­πέ­ρα­σε καὶ συ­νέ­χι­σε: «Θὰ χτί­ζα­τε μί­α μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη μὲ δι­κά σας ψυ­γεῖ­α, ἴ­σως με­τὰ μιὰ βι­ο­τε­χνί­α γιὰ κα­πνι­στὰ ψά­ρια, ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ πα­στά, θὰ πε­τού­σα­τε τρι­γύ­ρω μὲ τὸ ἰ­δι­ω­τι­κό σας ἑ­λι­κό­πτε­ρο γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τὰ κο­πά­δια ψα­ρι­ῶν καὶ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σε­τε μὲ ἀ­σύρ­μα­το τὰ κα­ΐ­κια σας ποῦ νὰ τὰ βροῦν, θὰ μπο­ρού­σα­τε ν’ ἀ­πο­κτή­σε­τε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα γιὰ τὸ σο­λο­μὸ καὶ ν’ ἀ­νοί­ξε­τε ἑ­στι­α­τό­ριο, νὰ ἐ­ξά­γε­τε ἀ­στα­κοὺς στὴ Γαλ­λί­α χω­ρὶς δι­α­με­σο­λα­βη­τὲς ἐμ­πό­ρους, με­τά…» καὶ πά­λι χά­θη­κε ἡ φω­νή του ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο του ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὴ φό­ρα ποὺ εἶ­χε πά­ρει.

        Κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος μιὰ θλί­ψη ὣς τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς του καὶ τὴ χα­ρὰ τῶν δι­α­κο­πῶν του νὰ ἔ­χει πά­ει πε­ρί­πα­το, κοι­τά­ζον­τας νο­σταλ­γι­κὰ τὸ νε­ρὸ νὰ κυ­λά­ει εἰ­ρη­νι­κά, τὸ ἴ­διο νε­ρὸ ὅ­που χα­ρι­τω­μέ­να χο­ρο­πη­δοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ψά­ρια, προ­σπα­θεῖ νὰ συ­νε­χί­σει: «Καὶ τό­τε…» Ποῦ ν’ ἀρ­θρώ­σει ὅ­μως λέ­ξη πα­ρα­πέ­ρα, μὲς στὴν τό­ση συγ­κί­νη­ση.

        Ὁ ψα­ρὰς τὸν χτυ­πᾶ στὴν πλά­τη ὅ­πως χτυ­ποῦ­με τὰ παι­διὰ ὅ­ταν στρα­βο­κα­τα­πιοῦν.

        «Τό­τε τί;» ρω­τά­ει σι­γα­νά.

         «Τό­τε», λέ­ει ὁ του­ρί­στας μὲ ἀ­νεί­πω­το ἐν­θου­σια­σμό, «τό­τε θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ κά­θε­στε ἥ­συ­χος ἐ­δῶ στὸ λι­μά­νι, νὰ χου­ζου­ρεύ­ε­τε στὸν ἥ­λιο καὶ ν’ ἀ­γναν­τεύ­ε­τε τὴ θά­λασ­σα.»

        «Μὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς κά­νω καὶ τώ­ρα», ἀ­παν­τᾶ ὁ ψα­ράς, «κά­θο­μαι ἥ­συ­χος στὸ λι­μά­νι καὶ χου­ζου­ρεύ­ω. Τὸ ‘κλίκ’ σας μό­νο μ’ ἐ­νό­χλη­σε.»

 

        Ἔ­χον­τας πά­ρει πλέ­ον τὸ μά­θη­μά του, ὁ του­ρί­στας ἔ­φυ­γε σκε­πτι­κός. Βλέ­πε­τε, πρὶν πί­στευ­ε κι ὁ ἴ­διος ὅ­τι δού­λευ­ε, προ­κει­μέ­νου μιὰ μέ­ρα νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὴ δου­λεύ­ει. Ἔ­τσι, δὲν ἔ­μει­νε μέ­σα του οὔ­τε ἴ­χνος συμ­πό­νιας γιὰ τὸ φτω­χον­τυ­μέ­νο ψα­ρά· μό­νο μιὰ μι­κρὴ δό­ση ζή­λειας.

 

 

 

Πηγή: http://www.uni-flensburg.de/asta/pol_kultur_anekdote.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ἠθοποιοί: Τό­μας Χάι­ντσε (Tho­mas Hein­ze, του­ρί­στας), Χέλ­μουτ Ρούλ (Hel­mut Rühl, ψα­ράς). Σκη­νο­θε­σία: Μπά­στιαν Μπρόκ­μαν (Ba­sti­an Brοck­mann), Γιού­λια Χίρς-Χόφ­μαν (Ju­lia Hirsch-Hoff­mann). Παραγωγή: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms), Στέ­φαν Μάρ­τιν (Ste­fan Mar­tin). Δ/νση πα­ρα­γω­γῆς: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms).

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Λίγα λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό μου

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Λί­γα λό­για γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου

(Über mich selbst) 

 

ΕΝΝΗΘΗΚΑ στὴν Κο­λω­νί­α, ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Ρῆ­νος, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νος ἀ­π’ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ τὸν θέ­λουν χα­ρι­τω­μέ­νο πο­τα­μά­κι ἕ­ως τὰ μι­σά, φαρ­δαί­νει καί, δι­α­σχί­ζον­τας μιὰν ἀ­πέ­ραν­τη πε­διά­δα, κα­τα­λή­γει στὴν ὁ­μί­χλη τῆς Βό­ρειας Θά­λασ­σας· ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ ὅ­που ἡ ἐγ­κό­σμια ἐ­ξου­σί­α πο­τὲ δὲν ἐ­λή­φθη πραγ­μα­τι­κὰ στὰ σο­βα­ρά, ἡ δὲ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι εἴ­θι­σται νὰ θε­ω­ρεῖ­ται στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­μα­νῶν· ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ ὅ­που πῆ­ραν τὸν Χίτ­λερ μὲ τὶς γλά­στρες καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σαν εὐ­θαρ­σῶς τὸν Γκέ­ρινγκ, τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ αὐ­τὸν λι­μο­κον­τό­ρο ποὺ κα­τά­φερ­νε μέ­σα σὲ μί­α ὥ­ρα νὰ πα­ρου­σια­στεῖ μὲ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς στο­λὲς – ἐ­γώ, μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λα παι­διὰ τῆς Κο­λω­νί­ας, στε­κό­μα­σταν κα­τὰ πα­ρά­τα­ξη σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να δι­ά­δρο­μο, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο πέ­ρα­σε μὲ τὴν τρί­τη στο­λή, μιὰ λευ­κή, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν πό­λη· δι­αι­σθα­νό­μουν ὅ­τι ἡ πα­σί­γνω­στη εὐ­θυ­μί­α τῆς Κο­λω­νί­ας δὲν θὰ κα­τόρ­θω­νε ν’ ἀ­να­κό­ψει τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη δύ­να­μη τοῦ Κα­κοῦ· γεν­νη­μέ­νος λοι­πὸν στὴν Κο­λω­νί­α, πε­ρί­φη­μη γιὰ τὸν γοτ­θι­κὸ κα­θε­δρι­κὸ να­ό της, ἂν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο θ’ ἄ­ξι­ζε νὰ φη­μί­ζε­ται γιὰ τοὺς ρο­μα­νι­κοὺς να­ούς της· στὴν Κο­λω­νί­α, ἕ­δρα τῆς πα­λαι­ό­τε­ρης ἑ­βρα­ϊ­κῆς κοι­νό­τη­τας στὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν ὁ­ποί­α καὶ πρό­δω­σε· οὔ­τε ἡ πο­λι­τι­κὴ συ­νεί­δη­ση, οὔ­τε τὸ χι­οῦ­μορ μπό­ρε­σαν ν’ ἀ­να­κό­ψουν τὴν ἐ­πέ­λα­ση τοῦ Κα­κοῦ – ἐ­κεῖ­νο τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ ξα­κου­στὸ ὅ­σο καὶ ὁ κα­θε­δρι­κὸς τῆς πό­λης, ποὺ εἶ­ναι τό­σο καυ­στι­κὸ στὶς δη­μό­σι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις του ἀλ­λὰ καὶ τό­σο με­γα­λει­ῶ­δες καὶ σο­φό, κά­πο­τε, στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ τοὺς δρό­μους.

         Γεν­νή­θη­κα στὴν Κο­λω­νί­α, στὶς 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ἐ­νό­σῳ ὁ πα­τέ­ρας μου —φρου­ρός— φυ­λοῦ­σε σκο­πιὰ στὴ γέ­φυ­ρα· τὴ χρο­νιὰ τοῦ πο­λέ­μου μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη πεί­να ἀ­πέ­κτη­σε τὸ ὄ­γδο­ο παι­δί του· δύο ἀ­π’ αὐ­τὰ ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἤ­δη νω­ρὶς νὰ τὰ κη­δέ­ψει· ἀ­κό­μη, ἐ­νό­σῳ κα­τα­ρι­ό­ταν τὸν πό­λε­μο καὶ τὸν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ τρε­λό, τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἔ­δει­χνε ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἄ­γαλ­μα. «Ἐ­κεῖ πά­νω» ἔ­λε­γε «ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἱπ­πεύ­ει τὸ χάλ­κι­νο ἄ­λο­γό του κα­τευ­θυ­νό­με­νος στὴ δύ­ση, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τε­λεῖ χρέ­η ξυ­λο­κό­που στὸ Ντὸρν ἐ­δῶ καὶ και­ρό.» Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦρ­θαν πρὶν αἰ­ῶ­νες ἀ­π’ τὶς Βρε­τα­νι­κὲς Νή­σους· κα­θο­λι­κοὶ στὸ θρή­σκευ­μα, προ­τί­μη­σαν τὴν ἐ­ξο­ρί­α πα­ρὰ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας τοῦ κρά­τους ποὺ ἐ­πέ­βα­λε ὁ Ἐρ­ρί­κος ὁ V­I­II. Ἄν­θρω­ποι τῆς θά­λασ­σας, ἄ­φη­σαν πί­σω τους τὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἀ­κο­λου­θών­τας ἀ­να­πό­τα­μα τὸν Ρῆ­νο· πάν­τα προ­τι­μοῦ­σαν τὴ ζω­ὴ στὶς πό­λεις πα­ρὰ στὴν ὕ­παι­θρο καί, κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, ἔ­γι­ναν μα­ραγ­κοί. Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τῆς μη­τέ­ρας μου ἦ­ταν χω­ρι­κοὶ καὶ ζυ­θο­ποι­οί: μιὰ γε­νιὰ ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι εὐ­μά­ρειας, ἡ ἑ­πό­με­νη τῆς σπα­τά­λης, ἡ με­θε­πό­με­νη τῆς φτώ­χειας κι ἀ­π’ αὐ­τὴν πά­λι νὰ ξε­πη­δοῦν οἱ ἄ­ξιοι κ.ο.κ. ἕ­ως ὅ­του ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κλῶ­νος, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γό­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου, νὰ πε­ρι­πέ­σει σὲ με­γά­λη ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α καὶ κα­τα­φρό­νια κι ἔ­τσι τὸ ὄ­νο­μα νὰ σβη­στεῖ.

        Ἡ πρώ­τη μου ἀ­νά­μνη­ση: Ὁ ἐ­πα­να­πα­τρι­ζό­με­νος στρα­τὸς τοῦ Χίν­τεμ­πουργκ, γκρί­ζος, μὲ τά­ξη, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος νὰ σέρ­νει ἄ­λο­γα καὶ κα­νό­νια μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρα­θύ­ρια μας· μὲς ἀ­π’ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας μου κοι­τοῦ­σα στὸ δρό­μο, ἀ­π’ ὅ­που περ­νοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες φά­λαγ­γες κα­τευ­θυ­νό­με­νες στὶς γέ­φυ­ρες τοῦ Ρή­νου. Ἀρ­γό­τε­ρα: τὸ ἐρ­γα­στή­ριο τοῦ πα­τέ­ρα μου: μυ­ρω­διὰ ξύ­λου, κόλ­λας, λά­κας καὶ βερ­νι­κι­ῶν, ἡ ὄ­ψη φρε­σκο­τριμ­μέ­νων σα­νί­δων, ἡ πί­σω ὄ­ψη τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος ὅ­που βρι­σκό­ταν τὸ ἐρ­γα­στή­ριο – πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, τρα­γου­δοῦ­σαν, ἔ­βρι­ζαν καὶ κρε­μοῦ­σαν σὲ σχοι­νιὰ τὴ μπου­γά­δα τους, ἀ­π’ ὅ,τι σὲ ὁ­λό­κλη­ρα χω­ριά. Ἀ­κό­μα πιὸ με­τά, οἱ βα­ρύ­γδου­πες γερ­μα­νι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες τῶν δρό­μων ὅ­που ἔ­παι­ζα, Τό­ι­τομ­πουρ­γκερ, Ἐμ­που­ρό­νεν, Βε­λέν­τα, καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση με­τα­κο­μί­σε­ων, τὸ πό­σο ἄ­ρε­σαν στὸν πα­τέ­ρα μου, τὰ με­τα­φο­ρι­κὰ ὀ­χή­μα­τα, οἱ ἐρ­γά­τες νὰ φορ­τώ­νουν καὶ νὰ πί­νουν μπύ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα μου νὰ κου­νᾶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ τὸ κε­φά­λι, κα­θὼς ἄ­φη­νε τὴν ἑ­στί­α ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σε κι ἀ­πὸ ὅ­που κα­τόρ­θω­νε νὰ βγά­ζει ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ τὸ νε­ρὸ γιὰ τὸν κα­φὲ μιὰ στιγ­μὴ μό­λις πρὶν πά­ρει βρά­ση. Πο­τὲ δὲν μεί­να­με μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν Ρῆ­νο, παί­ζα­με πά­νω σὲ σχε­δί­ες, στὶς τά­φρους πα­λι­ῶν φρου­ρί­ων, σὲ πάρ­κα, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ κη­που­ροὶ ἀ­περ­γοῦ­σαν. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῶν πρώ­των χρη­μά­των ποὺ ἔ­βγα­λα· ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀ­να­γρα­φό­με­νο πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἄ­ξιο ἑ­νὸς Ροκ­φέ­λερ: ἕ­να δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο μάρ­κα· μοῦ ἔ­φτα­σε γιὰ νὰ πά­ρω μό­λις ἕ­να γλει­φιτ­ζού­ρι· ὁ πα­τέ­ρας μου με­τέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὴν πλη­ρω­μὴ τῶν βο­η­θῶν του μὲ κα­ρο­τσά­κι· λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μάρ­κο ἀ­νέ­κτη­σε μὲν τὴν ἀ­ξί­α του, σώ­θη­καν δὲ καὶ οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δε­κά­ρες· οἱ συμ­μα­θη­τές μου μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σαν στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, οἱ γο­νεῖς τους ἦ­ταν ἄ­νερ­γοι· δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­περ­γί­ες, κόκ­κι­νες ση­μαῖ­ες παν­τοῦ, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μὲ τὸ πο­δή­λα­το, στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­π’ τὶς πιὸ πυ­κνο­κα­τοι­κη­μέ­νες γει­το­νι­ὲς τῆς πό­λης· με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια, οἱ ἄ­νερ­γοι τα­κτο­ποι­ή­θη­καν: ἄλ­λοι ὄρ­γα­να τῆς τά­ξε­ως, ἄλ­λοι στρα­τι­ῶ­τες, ἄλ­λοι δή­μιοι, ἄλ­λοι ἐρ­γά­τες σὲ σκα­λω­σι­ὲς – οἱ ὑ­πό­λοι­ποι με­τα­φέρ­θη­καν σὲ στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης· οἱ στα­τι­στι­κὲς ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ταν, τὸ γερ­μα­νι­κὸ μάρ­κο ἔ­ρε­ε πλέ­ον ἄ­φθο­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς τῶν ὀ­φει­λῶν, ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, κα­θὼς —ἄν­τρες πιὰ ἀ­πὸ και­ρό— προ­σπα­θού­σα­με νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σου­με τὸ Κα­κό, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ βρί­σκου­με τὸ σω­στὸ τύ­πο· τὸ πο­σὸ τοῦ πό­νου ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο γιὰ τοὺς λί­γους μό­νο ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­στη­καν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ὡς φταῖ­χτες· ἔ­μει­νε ἕ­να ὑ­πό­λοι­πο ποὺ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ.

        Ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὸ γρά­ψι­μο τὸ ἤ­θε­λα ἀ­νέ­κα­θεν, τὸ προ­σπά­θη­σα ἤ­δη νω­ρίς, ἀλ­λὰ τὰ λό­για τὰ σω­στὰ τὰ βρῆ­κα ἀρ­γό­τε­ρα μό­νον.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ το Ἀρχεῖο Χάινριχ Μπαὶλ (Hein­rich Böll Archiv) στὴ σε­λί­δα:
http://www.heinrich-boell.de/HeinrichBoellUebermich.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης: Ἄφεριμ Ὄμπαση

 

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης

 

Ἄ­φε­ριμ Ὄμπαση!

 

ΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ τῆς μαύ­ρης τρο­μο­κρα­τί­ας, ὅ­ταν ὁ πα­σὰς τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου ἤ­θε­λε νὰ δώ­σει δί­και­ον εἰς τὸν μᾶλ­λον ἔ­νο­χον τῶν Τούρ­κων, τὸν συλ­λη­φθέν­τα ἐ­π’ αὐ­το­φώ­ρω, δι’ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε κα­κούρ­γη­μα, ἀ­πέ­στελ­λεν ὡς αὐ­το­σχέ­διον ἀ­να­κρι­τὴν ἕ­να μο­νό­φθαλ­μον ἀ­ρά­πην δε­κα­νέ­α, φέ­ρον­τα ἐ­πι­δει­κτι­κῶς καὶ ὡς τίτ­λον τι­μῆς τὸ ὄ­νο­μα Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­σης. Καὶ ὁ ἀ­να­κρι­τὴς με­τ’ ὀ­λί­γον ἐ­πέ­στρε­φε μὲ τό­σον τρα­νὰς ἀ­πο­δεί­ξεις πε­ρὶ τῆς ἀ­θω­ότη­τος τοῦ κα­κούρ­γου καὶ τῆς ἐ­νο­χῆς τοῦ θύ­μα­τος, ὥ­στε ὁ πα­σὰς καγ­χά­ζων διὰ τὰς εὐ­φυ­εῖς ἐ­πι­νοί­ας τοῦ ἀ­πε­σταλ­μέ­νου του ἐ­πα­νε­λάμ­βα­νεν εἰς αὐ­τὸν διὰ χι­λι­ο­στὴν φο­ράν: «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», δη­λα­δή: «Εὖ­γε δε­κα­νέ­α!».

 

*

 

         Οἱ Χρι­στια­νοί, τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­το τὸ φό­βη­τρον, ἀ­πε­κά­λουν αὐ­τόν, ἰ­δι­αι­τέ­ρως, Στρα­βα­ρά­πην. Ἀ­λί­μο­νον ὅ­μως καὶ τρι­σα­λί­μο­νον εἰς ἐ­κεῖ­νον ποὺ δὲν ἐ­προ­ση­κώ­νε­το κα­τὰ τὴν δι­ά­βα­σίν του, δὲν τὸν ἐ­χαι­ρέ­τι­ζεν εὐ­σε­βά­στως καὶ δὲν τὸν προ­σε­φώ­νει διὰ τοῦ τίτ­λου τοῦ συμ­βο­λί­ζον­τος τὰς τό­σας κα­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν κα­κουρ­γί­ας του. Καὶ ὅ­ταν ὁ γέ­ρων Μυ­ρό­βλη­τος, με­τα­βαί­νων με­τὰ με­σημ­βρί­αν τοῦ Πά­σχα εἰς τὸν να­ὸν τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­νᾶ, ὅ­που ἐ­τε­λεῖ­το ἡ δευ­τέ­ρα Ἀ­νά­στα­σις, εἶ­δεν ἔ­ξαφ­να ἐ­νώ­πιόν του τὸν Στρα­βα­ρά­πην, ἠ­σθάν­θη μὲν κρύ­ον φό­βον, ἀλ­λ’ ὑ­πε­κρί­θη ἀ­πά­θειαν, καὶ ἀλ­λά­ξας δι­εύ­θυν­σιν εἰ­σῆλ­θεν εἰς πα­ρα­κει­μέ­νην στε­νω­πόν. Μό­λις ὅ­μως ἐ­προ­χώ­ρη­σε βή­μα­τά τι­να, ἤ­κου­σε νὰ τὸν κρά­ζουν:

        «Ἔ, ἀ­φέν­τη! τοῦ λό­γου σου μι­λῶ…».

        Ἐ­στρά­φη καὶ εὑ­ρέ­θη πρὸ τοῦ σπεύ­σαν­τος Στρα­βα­ρά­πη.

        «Κά­νεις μου μιὰ χά­ρη;».

        «Ἂν περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου, Ἀ­φε…».

        «.. ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», συ­νε­πλή­ρω­σε σαρ­κα­στι­κῶς οὗ­τος.

        «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», ἐ­πα­νέ­λα­βεν ὁ Μυ­ρό­βλη­τος.

        «Ἡ χά­ρη πού σοῦ ζη­τῶ δὲν εἶ­ναι με­γά­λη. Εἶ­ναι καὶ με­γά­λο μι­στό. Ξέ­ρεις ἐ­γὼ τσ’ ἀ­γα­πῶ τσὴ Χρι­στια­νοὺς καὶ ἂν δὲν ἐ­βα­φτί­στη­κα ἀ­κό­μη εἶ­ναι για­τί δὲν ηὗ­ρα νο­νό. Γί­νε­σαι νο­νός μου;».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἀ­νά­δο­χος τοῦ Στρα­βα­ρά­πη! Θὰ ἐ­γέ­λα ἂν δὲν ἠ­σθά­νε­το ρί­γος ἐ­πὶ τῆς ρά­χε­ως καὶ κο­πτό­με­να τὰ γό­να­τά του.

        «Μὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ βι­ά­ζο­μαι. Τώ­ρα ξέ­ρεις τί ἤ­θε­λα;», ἐ­ξη­κο­λού­θη­σεν. «Ἀ­λή­θεια πῶς δι­α­βά­ζου­νε τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο τούρ­κι­κα σή­με­ρα;».

        «Ἀ­λή­θεια».

        «Νὰ λοι­πὸν τί θέ­λω. Μή μοῦ τὸ ἀρ­νη­θεῖς», προ­σέ­θη­κε θω­πεύ­ων τὴν λα­βὴν τῆς σπά­θης του, «ἔ­τσι νὰ δεῖς κα­λὴ Ἀ­νά­στα­ση. Ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ πά­ω ἀ­κό­μη στὸν Ἅ­γιο Μη­νᾶ για­τί εἶ­μαι ἀ­βά­φτι­στος· μὰ τό ‘­χω τά­ξι­μο νὰ πᾶ­νε σκιὰς τὰ ροῦ­χα μου, καὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὸ  εὐ­αγ­γέ­λιο.  Τὰ πᾶς τοῦ λό­γου σου;».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἵ­στα­το σι­ω­πῶν καὶ ἀ­γνο­ῶν τί ν’ ἀ­πο­κρι­θεῖ. Στα­γό­νας ἱ­δρῶ­τος ἠ­σθά­νε­το ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που του. Ὁ Στρα­βα­ρά­πης ἀ­να­μέ­νων ἀ­πάν­τη­σιν ἐ­θώ­πευ­ε τὴν σπά­θην του, προ­σή­λω­νε τὸν ὀ­ξὺν ὀ­φθαλ­μὸν ἐ­πὶ τοῦ θύ­μα­τος καὶ ἀ­νοί­γων εἰς ψευ­δὲς μει­δί­α­μα τὰ πα­χέ­α χεί­λη, ἐ­πι­δεί­κνυ­ε τοὺς λευ­κούς του ὀ­δόν­τας.

        «Ἔ­λα τώ­ρα», εἶ­πε, «τοῦ λό­γου σου μὲ λυ­πᾶ­σαι πὼς ἂν τὰ πά­ρεις θ’ ἀ­πο­μεί­νω γδυ­μνὸς καὶ θὰ κρυ­ο­λο­γή­σω. Κα­λὸς ποὺ εἶ­σαι… Μὰ δὲν μὲ μέ­λει ἐ­μέ­να. Βά­ζω ἐ­γὼ τὰ δι­κά σου. Ἔ­λα, βγά­νε νὰ βγά­νω…».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἀ­νέ­πνευ­σεν. Ἐν­νό­η­σεν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ τῆς ἐν­δυ­μα­σί­ας καὶ οὐ­χὶ πε­ρὶ τῆς ζω­ῆς του. Ἀλ­λὰ καὶ πά­λιν ἡ συ­νεί­δη­σίς του ἐ­ξη­γέρ­θη διὰ τὸ ἀ­δί­κη­μα, καὶ ναὶ μὲν οὐ­δὲ λέ­ξιν ἐ­πρό­φε­ρεν, ἀ­πέ­μει­νεν ὅ­μως ἐ­πί τι­νας στιγ­μὰς ἐλ­πί­ζων τυ­χαί­αν τι­νὰ βο­ή­θειαν, ἄ­γνω­στον πό­θεν, ἀ­φοῦ ὁ δρό­μος ἦ­το ἔ­ρη­μος καὶ δι­ώ­κτης του ὁ Στρα­βα­ρά­πης.

        Οὗ­τος ὅ­μως με­τ’ ἀ­στρα­πια­ίας τα­χύ­τη­τας εἶ­χεν ἐκ­δυ­θεῖ ἤ­δη τὸ στίλ­βον ἐκ ρυ­πα­ρό­τη­τος στρα­τι­ω­τι­κόν του ζι­πό­νι μὲ τὰ κοκ­κι­νο­βα­φῆ σειρά­δια, ἐ­ξε­τύ­λι­ξε τὴν κα­τα­σχι­σμέ­νην ὁ­μοι­ό­χρω­μον ζώ­νην καὶ ἔ­τει­νεν αὐ­τὰ πρὸς τὸν Μυ­ρό­βλη­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ος, σκε­πτό­με­νος νὰ εὕ­ρει τρό­πον ἀ­πο­φυ­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν σα­κού­λαν μὲ τὰ χρή­μα­τά του.

        «Γιὰ πα­ρά­δες μὴ μοῦ μι­λή­σεις. Σοῦ ‘­πα πὼς τό ‘­χω τά­ξι­μο. Ἔ­χει δὲν ἔ­χει γρό­σα τὸ πα­ρα­δο­σά­κου­λό σου ἄ­φη­σέ το μέ­σα στὸ ζι­πό­νι σου. Στὴν τσέ­πη τοῦ δι­κοῦ μου, ποὺ θὰ φο­ρέ­σεις τώ­ρα, δὲ θέ­λω νὰ μπεῖ ξέ­νο δί­κιο… Κι ἐ­γὼ ὅ,τι ἔ­χω», προ­σέ­θη­κε κρού­ων τὴν βω­βὴν τσέ­πην τοῦ γε­λε­κιοῦ του, «μέ­σα θὰ τ’­ἀ­φή­σω…».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἐ­πεί­σθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ πλή­ρους λη­στεί­ας. Ἐ­χα­μή­λω­σε τοὺς ὀ­φθαλ­μούς, πα­ρε­τή­ρη­σεν ἀ­πο­χαι­ρε­τί­ζων ἀ­πὸ ἐ­πά­νω ἕ­ως κά­τω τὴν ὡ­ραί­αν ἐν­δυ­μα­σί­αν, ποὺ πρὸ ἑνὸς τε­τάρ­του εἶ­χε πρω­το­φο­ρέ­σει.

        Καὶ χω­ρὶς λέ­ξιν νὰ προ­φέ­ρει ἤρ­χι­σεν ἐ­πί­σης ἐκ­δυ­ό­με­νος εἰς τὸ μέ­σον τοῦ δρό­μου…

        «Ἐ­μᾶς στὸ τζα­μί μας πα­πού­τσια δὲν μπαί­νου­νε μέ­σα. Μὰ ἐ­σεῖς φο­ρεῖ­τε. Ἔ­λα… βά­λε τὰ δι­κά μου ν’ ἀ­κού­σουν κι αὐ­τὰ εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἔ­λα τώ­ρα καὶ τὰ φέ­σα μας. Τὸ δι­κό μου εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρο, μὰ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴ σὲ βα­ραί­νει ποὺ θὰ τὸ βα­στᾶς στὴ χέ­ρα σου. Μπρά­βο. Ὅ­λα τ’ ἀλ­λά­ξα­με. Τί ἄ­δι­κο νὰ μὴν μπο­ροῦ­με ν’ ἀλ­λά­ξο­με καὶ τὰ μά­τια νὰ δεῖ καὶ τὸ δι­κό μου τὸ μο­νά­κρι­βο ἐκ­κλη­σιά…».

        Καὶ μὲ τὸν φρι­κώ­δη του αὐ­τὸν ἀ­στε­ϊ­σμόν, ὅ­στις ἐπά­γω­σεν αὐ­τό­χρη­μα τὸν Μυ­ρό­βλη­τον, ὁ Στρα­βα­ρά­πης ἐ­ξερ­ρά­γη εἰς γέ­λω­τας, πα­ρα­τη­ρῶν τὸ πε­λιδ­νὸν πρό­σω­πον καὶ τὴν ἐ­λε­ει­νὴν κα­τά­στα­σιν τοῦ εἰς δε­κα­νέ­α με­ταμ­φι­ε­σθέν­τος ἄ­τυ­χους γέ­ρον­τος. Καὶ τοῦ εἶ­πε θω­πεύ­ων χλευ­α­στι­κῶς τὴν λευ­κὴν αὐ­τοῦ γε­νειά­δα:

        «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!».

 

 

Πηγή: Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης, Ὁμογάλακτος ἀδελφός της καὶ ἄλλα δι­η­γή­ματα, ἐπιμέλεια Ἐ. Χ. Γονατᾶς, Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα, 1988.

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης: (Ἡράκλειο Κρήτης, 1862-1938) Δημοσιογράφος, διηγηματογράφος καὶ ποιητής. Ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῶν ἀγώνων γιὰ τὴν ἕνωση τὴς Κρήτης μὲ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Σπούδασε Νομικά. Διηύθυνε τὰ περιοδικὰ Ἐβδομάς καὶ Πάτρια. Πρῶτο του βιβλίο: Οἱ Κρῆτες μου (1898), καὶ τελευταῖο: Τὰ τραγούδια τῆς ἀγάπης (1927).

 

Χάιρο Ἀνίμπαλ Νίνιο (Jairo Aníbal Niño): Ἱστορία τῆς ἄμμου

 

 

Χά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño)

 

Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄμ­μου

(H­i­s­t­o­r­ia De La A­r­e­na)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ ἡ πό­λη ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Μὲ τὸ πρό­σω­πο ν’ ἀν­τι­κρί­ζει τὴν ἔ­ρη­μο καὶ τὰ πό­δια βυ­θι­σμέ­να στὴν ἄμ­μο, ὅ­λοι συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν ὅ­τι γιὰ τριά­ντα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, ζοῦ­σαν μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμό.

 

 

Πη­γή: A­v­a­n­z­a­n­d­o­a­t­i­e­n­t­as.b­l­o­g­s­p­ot.c­om

 

X­ά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño). (Μο­νι­κου­ι­ρά, Κο­λομ­βί­α, 5 Σε­πτεμ­βρί­ου 1941-Μπογ­κο­τά, Κο­λομ­βί­α, 30 Αὐ­γού­στου 2010). Ζω­γρά­φος, ποι­η­τής, δρα­μα­τουρ­γὸς καὶ πε­ζο­γρά­φος ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὸν χῶ­ρο τῆς παι­δι­κῆς καὶ νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Co­mplu­ten­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Ξένια Παπαδημητρίου: Τὸ σκυλὶ τοῦ τσαγκάρη

 

 

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου

 

Τὸ σκυ­λὶ τοῦ τσαγ­κά­ρη

 

Π’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ τοῦ μπά­νιου ἄ­κου­γε τὶς στά­λες ποὺ ἔ­πε­φταν πά­νω στὸ στέ­γα­στρο τρυ­πών­τας τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ. Μὰ τί στὰ κομ­μά­τια, ἔ­βρε­χε τώ­ρα; Τεν­τώ­θη­κε νὰ δεῖ ἔ­ξω, ὄ­χι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ὅ­λα κα­τά­λευ­κα, κι ὁ θό­ρυ­βος τοῦ νε­ροῦ ἦ­ταν τὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­λει­ω­νε. Δὲν ἦ­ταν ἔ­τσι ἡ βρο­χή, τό ’­ξε­ρε, ἐ­κεί­νη κά­νει ἕ­να κού­φιο μουρ­μου­ρη­τὸ σὰν ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς καλ­πα­σμοῦ κά­που μα­κριά. Πλύ­θη­κε κα­λὰ μέ­χρι τ’ αὐ­τιά. Ἔ­τρι­ψε τὸ γέ­ρι­κο πη­γού­νι του, κα­λὰ ἦ­ταν, τὸ γέ­νι μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει ἄλ­λη μιὰ μέ­ρα πρὶν τὸ ξύ­ρι­σμα. Ντύ­θη­κε, ὅ­λα μάλ­λι­να, ἀ­πὸ τὴ φα­νέ­λα, ὣς τὶς κάλ­τσες, που­λό­βερ, παν­τε­λό­νι καὶ κα­πό­το κι ἔ­βα­λε τὶς γα­λό­τσες του, ἐ­κεῖ­νες πού ’χε γιὰ τὸ χι­ό­νι. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­το, μὰ δὲν τὸ κα­βά­λη­σε. Τὰ με­ταλ­λι­κὰ χε­ρού­λια του ἔ­στε­καν ἀγ­κυ­λω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Κοί­τα­ξε τὸ σκύ­λο. Ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε καὶ δί­χως κου­βέν­τα ἔ­κα­νε προ­σπά­θεια νὰ ση­κω­θεῖ. Τοῦ πό­να­γαν ὅ­λα του τὰ κόκ­κα­λα κι αὐ­τοῦ τοῦ ζων­τα­νοῦ, πῶς γε­ρά­σα­με ἔ­τσι… Ὁ σκύ­λος μπῆ­κε στὴ γραμ­μὴ ν’ ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ πο­δή­λα­το. Ἀ­σπρό­μαυ­ρος μὲ κά­τι ἀ­δι­ά­φο­ρες βοῦ­λες καὶ μὲ κορ­μὶ λα­πα­δι­α­σμέ­νο καὶ σκευ­ρω­μέ­νο ἀ­π’ τὰ χρό­νια. Τὴ μυ­τε­ρὴ μου­σού­δα ρυ­μουλ­κοῦ­σε θαρ­ρεῖς μιὰ νο­ε­ρὴ κλω­στὴ ποὺ τρά­βα­γε τὸ πο­δή­λα­το μὲ κό­πο.

         Ἡ ἡ­συ­χί­α τοῦ χι­ο­νιοῦ ἤ­τα­νε που­που­λέ­νια. Μιὰ γυ­α­λά­δα σὰν ἀ­πὸ πε­τρά­δια ἀ­να­κλοῦ­σε ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς καμ­πύ­λες ποὺ συ­νό­δευ­αν τὸν ἴ­σιο δρό­μο. Οἱ γα­λό­τσες βυ­θί­ζον­ταν μέ­σα στὸ χι­ό­νι κι ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα ἕ­να ἁ­πα­λὸ χρὰτς χράτς, σὰν νὰ ἔ­κο­βες τὴ χάρ­τι­νη ἀ­θω­ό­τη­τα στὰ δύο. Τὰ φα­λα­κρὰ δέν­τρα εἶ­χαν γί­νει κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα μὲ τὶς ἁ­πα­λὲς πι­νε­λι­ὲς τοῦ χι­ο­νιοῦ καὶ τὸν ὑ­πό­λευ­κο πά­γο ποὺ τοὺς κεν­τοῦ­σε τὰ κλω­νά­ρια. Νι­κοῦ­σε τὴ βα­ρύ­τη­τα, ναί, τὸ χι­ό­νι γι’ αὐ­τὸ σὲ ἀ­πο­γεί­ω­νε, τό­σο λε­πτό, τό­σο φί­νο σκέ­πα­ζε τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἀ­σχή­μι­ες, στρώ­νον­τας ἕ­ναν νέ­ο δρό­μο νυ­φι­κὸ ποὺ σὲ προ­σκα­λοῦ­σε νὰ πα­τή­σεις πά­νω του. Ἕ­να παγ­κά­κι μὲ στρογ­γυ­λε­μέ­νες ἀ­κμές, στέ­γες ποὺ μοιά­ζαν μὲ σπι­τά­κια ἀ­πὸ ζά­χα­ρη, κι ἕ­νας κα­θά­ριος οὐ­ρα­νὸς ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ σκο­τοῦ­ρες, βά­σα­να καὶ λά­θη, ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βά­δι­ζε ὁ­λο­μό­να­χος πρὸς τὴ λύ­τρω­ση. Εἶ­χαν τσού­ξει τὰ μά­τια τοῦ τσαγ­γά­ρη κα­θὼς περ­πά­τα­γε κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε σὲ κεί­νη τὴ ἄ­σπρη λι­μνο­θά­λασ­σα ἀ­πὸ λευ­κό. Ἔ­κα­νε κρύ­ο, μὰ τὸ τσαγ­γά­ρι­κο ἦ­ταν πιὰ κον­τά. Μιὰ μέ­ρα θὰ ἔ­κλει­νε κι αὐ­τὸ σὰν ἔ­κλει­νε ἐ­κεῖ­νος τὰ μά­τια, σκέ­φτη­κε. Δὲν εἶ­χε ἀ­φή­σει κα­νέ­ναν πί­σω του γιὰ νὰ πα­ρα­δώ­σει τὴ σκυ­τά­λη. Μέ­χρι τώ­ρα θὰ εἶ­χε μπα­λώ­σει καὶ λου­στρά­ρει θαρ­ρεῖς ἑ­κα­τομ­μύ­ρια πα­πού­τσια. Τό­σα, ποὺ ἂν τὰ στοί­βα­ζες ὅ­λα μα­ζί, θὰ ἔ­φτια­χναν πύρ­γο μὲ ἐ­ξώ­πορ­τα. Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τῶν δερ­μά­των, τῶν πελ­μά­των καὶ τῆς κόλ­λας φυ­λα­κί­ζον­ταν σή­με­ρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν πα­χιὰ στρώ­ση χι­ο­νιοῦ. Ἔ­φτα­σε. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ πο­δή­λα­το, γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ στό­ρι τοῦ μα­γα­ζιοῦ, κι εἶ­δε πὼς ὁ σκύ­λος δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ δε­κα­ε­φτὰ χρό­νια ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ γέ­ρου τοῦ τι­νά­χτη­κε ἡ καρ­διά. Ξε­κί­νη­σε ἀν­τί­στρο­φα γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Τὰ δι­κά του ἴ­χνη ὑ­πήρ­χα­νε μο­νά­χα, τῆς γα­λό­τσας. Κι ἔ­τσι πῆ­ρε τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς βα­δί­ζον­τας πά­νω στὰ ἴ­δια βή­μα­τα συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­να πι­σω­γύ­ρι­σμα στὰ δι­κά σου πα­τή­μα­τα ποὺ κα­λεῖ­σαι νὰ τὰ ξα­να­πε­ρά­σεις. Καὶ νά, ὁ σκύ­λος, κεί­τον­ταν ἐ­κεῖ, στὰ μέ­σα της δι­α­δρο­μῆς. Ἀ­σπρό­μαυ­ρος μὲ κά­τι ἀ­δι­ά­φο­ρες βοῦ­λες καὶ σῶ­μα ἄ­ψυ­χο. Ὁ τσαγ­γά­ρης τὸν σή­κω­σε στὰ χέ­ρια καὶ ξα­να­πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ μα­γα­ζί, ἀ­κο­λου­θών­τας γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὰ ἴ­δια του τὰ ἴ­χνη.

 

     Φε­βρουά­ριος 2010

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές καὶ Ὥς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Γιελένα Σβάρτς (Елена Шварц): Ἄβακας στὸ νερό

 

 

Γι­ε­λέ­να Σβαρτς (Е­л­е­на Ш­в­а­рц)

 

Ἄ­βα­κας στὸ νε­ρό

(­ Г­р­и­ф­е­л­ь­н­ая д­о­с­ка на в­о­де)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ τοῦ Μά­η, τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς Ἡ­μέ­ρας τῆς Νί­κης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ μαυ­ρο­βε­λου­δέ­νι­ες φλα­μου­ρι­ὲς ἅ­πλω­ναν ἕ­ναν ἀ­νά­λα­φρο πρά­σι­νο κα­πνὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τοῦ Θε­ρι­νοῦ Κή­που, κα­τέ­πλευ­σαν στὸν Νέ­βα με­ρι­κὰ ὑ­πέ­ρο­χα σκά­φη.

         Κα­τα­δρο­μι­κά, ἀν­τι­τορ­πι­λι­κά, ἀ­κό­μα κι ἕ­να ἱ­στι­ο­φό­ρο.

        Ὡ­στό­σο, κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν μὲ μά­γε­ψε τό­σο, ὅ­σο ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο, τὸ τέ­λεια δελ­φι­νί­σιο σῶ­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἁ­πλω­νό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Κῆ­πο, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ σκου­ρόγ­κρι­ζο τό­ξο τῆς ρά­χης του βρι­σκό­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐ­δῶ καὶ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ λεί­ψει πο­τέ.

        Ἡ ἐ­πί­πε­δη, ψη­λὴ γέ­φυ­ρά του ἦ­ταν σὰν ἕ­νας ἄ­βα­κας, ποὺ πρό­βαλ­λε κα­τα­με­σῆς στὸ νε­ρό, θαρ­ρεῖς γιὰ κά­ποι­α μα­θη­τού­δια. Ὅ­μως μα­θη­τού­δια δὲν ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε δά­σκα­λος, ἕ­νας Ντερ­ζά­βιν, ποὺ νὰ γλι­στρά­ει στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ βι­ά­ζε­ται νὰ χα­ρά­ξει πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὴν «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» του(1). Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, χά­ρη σ’ αὐ­τήν, ὁ Νέ­βας κυ­λοῦ­σε ἤ­δη σὰν τὸ «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ» ἢ σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ «τρε­χού­με­νο νε­ρό»(2), ποὺ πάν­τα βρί­σκει μα­θη­τές.

        Ὁ ἄ­βα­κας ἐ­ξεῖ­χε στὴ μέ­ση τοῦ Νέ­βα, σὰν πρό­κλη­ση, γιὰ τρεῖς πε­ρί­που μέ­ρες, κι ἔ­πει­τα τὰ νε­ρὰ ἐ­πού­λω­σαν τὴν πλη­γή τους στὸ μέ­ρος ὅ­που μέ­χρι πρό­τι­νος βρι­σκό­ταν.

        Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μέ­νουν οὐ­λές, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸν ἀ­να­πνέ­ει κά­ποι­α ψυ­χή.

 

 

(1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Μὲ τὶς φρά­σεις «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» καί, στὴ συ­νέ­χεια, «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ», ἡ Σβάρτς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ἄ­τιτ­λο ὀ­κτά­στι­χο ποὺ ὁ Γκα­βρί­λα Ντερ­ζά­βιν συ­νέ­θε­σε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1816, τρεῖς μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, πά­νω σὲ μιὰ μα­θη­τι­κὴ πλά­κα (ἄ­βα­κα). Σὲ ὅ­λες τὶς με­τα­θα­νά­τι­ες ἐκ­δό­σεις τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν». Ἐ­νί­ο­τε, ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Στὸ ἐ­φή­με­ρο».

 

(2) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἡ φρά­ση «τρε­χού­με­νο νε­ρό» πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἕ­βδο­μη στρο­φὴ τοῦ κρυ­πτι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ». Εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς ὅ­τι ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς «Ὠ­δῆς τοῦ κον­τυ­λιοῦ» ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ τὸν Μαν­τελ­στὰμ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν.

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Γι­ε­λέ­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Σβάρτς (Е­л­е­на А­н­д­р­е­е­в­на Ш­в­а­рц) (Λε­νιν­γκράτ, 17 Μα­ΐ­ου 1948 – Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 11 Μαρ­τί­ου 2010). Ρω­σί­δα ποι­ή­τρια, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἡ­γε­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τῆς ἀ­νε­πί­ση­μης πο­λι­τι­στι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Λε­νιν­γκρὰτ κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970. Σπού­δα­σε γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα στὴ Φι­λο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λε­νιν­γκράτ, ἐ­νῶ τὸ 1971 ὁ­λο­κλή­ρω­σε δι’ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας τὴ Θε­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου, Μου­σι­κῆς καὶ Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας τῆς γε­νέ­τει­ράς της. Ἐ­πὶ πολ­λὰ ἔ­τη ἐ­ξέ­δι­δε τὸ ἔρ­γο της στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση μό­νο σὲ αὐ­το­εκ­δό­σεις (σα­μιζ­ντάτ) καί, ἐ­νί­ο­τε, μὲ ψευ­δώ­νυ­μο. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐ­ξέ­δι­δε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ρω­σι­κῆς δι­α­σπο­ρᾶς. Εἶ­ναι κά­το­χος πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν βρα­βεί­ων. Τὸ 2002 ἐκ­δό­θη­καν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τέσ­σε­ρις τό­μοι μὲ μιὰ ἐ­κλο­γὴ τοῦ ἔρ­γου της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Μάνος Καλπαδάκης: Μαραθώνιος

 

 

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης

 

Μα­ρα­θώ­νιος

 

ΟΙ­ΜΗ­ΣΟΥ. Στὸ σκο­τά­δι ὅ­λα φω­τί­ζον­ται. Ὅ­ταν σκαρ­φα­λώ­σεις στὸ ἄ­σπρο σύν­νε­φο, οἱ τραυ­μα­τι­ο­φο­ρεῖς θὰ ἔ­χουν μα­ζέ­ψει τοὺς πε­σόν­τες ἀ­πὸ τὸ πε­δί­ο τῆς μά­χης. Τὸ πλῆ­θος θὰ συρ­ρέ­ει στὰ κα­τα­στή­μα­τα γιὰ τὶς ἐ­τή­σι­ες ἐκ­πτώ­σεις καὶ τὸ Μα­ρά­κι μας θὰ ἔ­χει τὴν πρώ­τη ἐ­ρω­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α του. Πι­στεύ­ω σὲ μί­α, ἁ­γί­α καὶ κα­θο­λι­κὴ ἀλ­λα­γὴ ποὺ θὰ ἀλ­λά­ξει τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κό­σμου. Ἦρ­θε ὁ και­ρὸς τῶν φαν­τα­σμά­των. Στά­σου μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης θὰ σοῦ ἀ­παν­τή­σει μὲ χί­λιους πυ­ρο­βο­λι­σμοὺς τῶν δι­κῶν σου ἀν­θρώ­πων.

         Για­τί οἱ δί­και­οι πρέ­πει νὰ σβή­νουν σι­ω­πη­λά; Οἱ πο­λι­τι­κοὶ προ­βάλ­λουν τὶς ἀ­θλη­τι­κὲς ἐ­πι­δό­σεις τους καὶ οἱ ἀ­θλη­τὲς τὶς πο­λι­τι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες τους. Σὰν φτά­σεις ἐ­κεῖ ψη­λά, ξέ­ρω πὼς θὰ φω­νά­ξεις γε­μά­τος πε­ρη­φά­νια: «Εἶ­μαι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά!» Ἀλ­λὰ τό­τε γυ­ρί­ζον­τας πί­σω σου θὰ δεῖς νὰ σέρ­νεις σει­ρὰ τὰ κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ κον­σερ­βο­κού­τια.

        Πό­σο ἀ­χόρ­τα­γα κα­τα­βρο­χθί­ζουν τὰ παι­διὰ τοῦ Ἀ­δὰμ τὶς σάρ­κες τους γιὰ νὰ νι­ώ­σουν τὸν ὑ­πέρ­τα­το θρί­αμ­βο τοῦ ἐ­γώ τους!

        Θά ‘­θε­λα νὰ τρέ­ξω τὸ νέ­ο ἀ­τέ­λει­ω­το Μα­ρα­θώ­νιο καὶ φτά­νον­τας στὸ τέρ­μα νὰ φω­νά­ξω γε­μά­τος γνώ­ση: «Νι­κη­θή­κα­με!»

        Κι ἐ­κεῖ ξα­πλώ­νον­τας στὸ ἔ­δα­φος ν’ ἀ­φουγ­κρά­ζου­μαι τὸ νι­κη­φό­ρο πο­δο­βο­λη­τὸ Ἐ­κεί­νου ποὺ ἔρ­χε­ται.

        Ξυ­πνά­ω μὲ τὴν πα­ρά­ξε­νη γεύ­ση τῆς σι­τε­μέ­νης ἐλ­πί­δας.

  

 

Πη­γή: Δα­νει­κὰ το­πί­α, Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1988.

 

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης (Ἀ­θή­να, 1936). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1963 ἕ­ως τὸ 1998 ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­πλω­μα­τι­κὸς στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἐ­ξέ­δω­σε τὰ βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φη­μά­των: Δα­νει­κὰ το­πί­α, Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1988, Στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες, Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1993.

 

Φω­το­γρα­φί­α: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Ἡ ἐπι­στροφὴ τοῦ Μα­ρα­θω­νο­δρό­μου. 28ος Κλα­σι­κός Μα­ρα­θώ­νιος Ἀθηνῶν. 2500 χρό­νια ἀπὸ τὴν Μά­χη τοῦ Μα­ρα­θώ­να.

 

Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 10-11-2010.

 

Ἀλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Ὁ κλέφτης

 

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος

 

Ὁ κλέ­φτης

 

ΣΥΧΙΑ: ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη νυ­χτε­ρι­νὴ ἡ­συ­χί­α. Α­κού­γε­ται μο­νά­χα, ἀ­π’ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, ὁ ἄλ­λος συγ­κά­τοι­κος ποὺ στε­νά­ζει καὶ ξε­φυ­σά­ει στὸν ὕ­πνο του. Εἶ­ναι σὲ ὅ­λα του ἀ­νυ­πό­φο­ρος, τοῦ­τος ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­κα­λαί­σθη­τα χον­τρὸς καὶ κα­κο­βαλ­μέ­νος προ­κα­λεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ζεῖ ἔ­τσι, τυ­χαῖα, δί­χως σκο­πό, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται τὴ νύ­χτα. Εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος, ἕ­νας τι­πο­τέ­νιος ὑ­παλ­λη­λί­σκος, σὲ δη­μό­σιο γρα­φεῖο· κα­θό­λου δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος γι’ αὐ­τό. Φυ­σι­κὰ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρί­σει, πε­ρι­μαν­τρώ­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του σ’ ἕ­να στε­νό, πο­λὺ στε­νὸ κύ­κλο, κι ὄ­χι μό­νο δὲν τολ­μά­ει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πε­ρι­φέ­ρεια, μὰ προ­σπα­θεῖ ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει σι­μώ­τε­ρα στὸ κέν­τρο. Ἂν ἤ­ξε­ρε πὼς κά­θε νύ­χτα, στὴν ἀ­πό­λυ­τη γύ­ρω ἡ­συ­χία, αὐ­τὸς μο­νά­χα ἀ­κού­γε­ται, θὰ τρό­μα­ζε ξαφ­νι­α­σμέ­νος, ἀ­πο­κτών­τας —ἴ­σως γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ— τὴ συ­ναί­σθη­ση πὼς ὑ­πάρ­χει.­..

         Ὅ­ταν βρί­σκε­σαι μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ζεῖς μιὰ ξέ­νη ζω­ή. Τὶς νυ­χτε­ρι­νὲς ὅ­μως τοῦ­τες ὧ­ρες ὁ κα­θέ­νας κλεί­νε­ται στὸν ἑ­αυ­τόν του.­.. Στὸ κά­τω-κά­τω κι ἡ τό­ση μο­να­ξιὰ κα­ταν­τά­ει ἐ­νο­χλη­τι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Κοι­τᾶς νὰ βρεῖς μιὰ δι­έ­ξο­δο, κά­που νὰ προ­ση­λώ­σεις τὴ σκέ­ψη. Αἴφ­νης, κου­ρα­σμέ­νος νὰ πλη­ρεῖς, μό­νος ὁ ἴ­διος, τὸ κε­νό, σοῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ με­τρή­σεις πό­σες φο­ρὲς σ’ ἕ­να λε­πτὸ θὰ στε­νά­ξει ἐ­κεῖ­νος: νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖς μὲ τὸν δι­πλα­νό σου.

        Ὀ­νει­ρο­πο­λών­τας, ὅ­λα μπο­ρεῖς νὰ τὰ βά­λεις στὸ νοῦ. Ἔ­τσι εἶ­ναι πι­θα­νό, ἐν­τε­λῶς πι­θα­νό, αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ νὰ στεί­λεις μή­νυ­μα στὸ γεί­το­να, πὼς γιὰ ἐ­πεί­γου­σα ὑ­πό­θε­ση τὸν ζη­τᾶς ἐ­δῶ.

        Θὰ ἔρ­θει ἀ­πο­ρών­τας, μ’ ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μι­κρὰ βαθου­λά του μά­τια.

        —Κύ­ρι­ε Στέ­φα­νε Βε­ρι­ώ­τη – θὰ τοῦ πεῖς. —Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ σᾶς.

        Στὴν ἀρ­χὴ θὰ τρο­μά­ξει. Ὕ­στε­ρα ἴ­σως γε­λά­σει εἰ­ρω­νι­κά, θυ­μω­μέ­νος τά­χα.

        —Καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε κα­λύ­τε­ρα —θὰ ἀ­παν­τή­σει— καὶ δὲν μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­τε τὰ χρή­μα­τα ποὺ σᾶς δά­νει­σα, πᾶ­νε δυ­ὸ μῆ­νες;

        —Μά­λι­στα κύ­ρι­ε. Βε­ρι­ώ­τη· ἀ­πο­φά­σι­σα ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ σᾶς. Μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρε­τε.

        Ὁ ἄν­θρω­πος θὰ μεί­νει ἄ­φω­νος, τσα­κι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —Πῶς εἴ­πα­τε;

        —Κι ὁ­ρί­στε τὰ χρή­μα­τά σας.­..

        Αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο εἶ­ναι βέ­βαι­α τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Για­τὶ τὰ χρή­μα­τα μπο­ρεῖ νὰ τὰ φαν­τά­ζε­ται κα­νείς, μὰ δὲν τὰ βρί­σκει μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ δύ­σκο­λο τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο.­..

        Ὡ­στό­σο ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της θὰ ἔρ­θει αὔ­ριο ἐ­δῶ, ἀ­πρό­σκλη­τος. Θὰ χτυ­πή­σει δυ­να­τὰ καὶ θὰ μπεῖ χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς τὸ πρω­ί: εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α προ­θε­σμί­α.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει τέ­τοι­ο βά­ρος πά­νω του, μή­τε νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λή­σει μπο­ρεῖ, μή­τε τοῦ εἶ­ναι ὑ­πο­φερ­τὸ νὰ ἀ­κού­ει τὸν ἄλ­λον, ποὺ φυ­σά­ει καὶ ξε­φυ­σά­ει, με­τρών­τας σὰν ρο­λό­ι, τὸ χρό­νο ποὺ περ­νά­ει. Ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς, κό­σμος καὶ κο­σμά­κης χρω­στά­ει, κι ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει πό­σοι ὀ­φεί­λουν αὔ­ριο, νω­ρὶς-νω­ρίς, νὰ πλη­ρώ­σουν. Δὲν εἶ­ναι πρω­τά­κου­στο πα­ρό­μοιο πε­ρι­στα­τι­κό. Τὸ ἀ­στεῖ­ο σὲ τού­τη τὴν πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι πὼς βρί­σκον­ται τώ­ρα οἱ δυ­ό τους, τό­σο κον­τά: ἕ­νας με­σότοι­χος μο­νά­χα τοὺς χω­ρί­ζει. Θὰ μπο­ροῦ­σε —αὐ­τὸς ποὺ εἶ­ναι ἀ­π’ ἐ­δῶ— νὰ χτυ­πή­σει καὶ νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἄλ­λο. Νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ θύ­ρα, νὰ πε­ρά­σει στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο· ὅ­λοι ξέ­ρουν πὼς ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της δὲν κλει­δώ­νε­ται. Θὰ τὸν ση­κώ­σει λοι­πὸν καὶ θὰ τοῦ πεῖ ξά­στε­ρα:

        —Δὲν τὰ ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα· ὄ­χι, δὲν τὰ ἔ­χω.

        Καὶ δὲ θὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­π’ ἐ­κεῖ ἕ­ως ὅ­του λά­βει μιὰ νέ­α πα­ρά­τα­ση. Θὰ τὸν ἀ­πει­λή­σει στὸ τέ­λος. Θὰ ζη­τή­σει νὰ τοῦ πά­ρει τὸ χαρ­τὶ ποὺ ὑ­πό­γρα­ψε· τὸ ἔ­χει, βέ­βαι­α κά­που κρυμ­μέ­νο.­..

        Εἶ­ναι νὰ τρο­μά­ζεις μὲ τέ­τοι­ες σκέ­ψεις.

        Κι ὅ­μως ἐ­ξα­νί­στα­μαι ὅ­ταν ἕ­νας Στέ­φα­νος Βερι­ώ­της, ἕ­νας γε­λοῖ­ος, χον­τρο­φτι­αγ­μέ­νος ἄν­θρω­πος, εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­πει­λεῖ μὲ κα­ταγ­γε­λί­ες γιὰ ἀ­πά­τη καὶ πα­ρό­μοι­α.­.. Κι αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο κοι­μᾶ­ται τώ­ρα σὰν κτῆ­νος, ὅ­πως πάν­τα.

        Ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, βρί­σκε­ται ἐ­δῶ. Κοι­τά­ζει ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τὸ μαῦ­ρο πα­ρα­πέ­τα­σμα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ξέ­ρει πὼς ἀν­τί­κρυ εἶ­ναι ἕ­να πε­ρι­βό­λι· πὼς τὸ ὕ­ψος ἀ­π’ τὸ δρό­μο σὲ τοῦ­το τὸ μο­νό­ρο­φο σπί­τι δὲν περ­νά­ει τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο. Πὼς σ’ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ μπεῖ καὶ νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­νας κοι­νὸς κλέ­φτης, ἕ­νας κα­κο­η­θέ­στα­τος λω­πο­δύ­της δὲν τὸ ἔ­χει τί­πο­τε νὰ πη­δή­σει σὲ τοῦ­το, ὅ­πως καὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.­..

        Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν κοι­μᾶ­ται, ση­κώ­νε­ται λοι­πόν, νὰ δεῖ τί γί­νε­ται ἔ­ξω. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι ἔ­ρη­μος· τὰ φα­νά­ρια ὣς πέ­ρα ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­που ἀρ­χί­ζουν τὰ χω­ρά­φια, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ὣς ποὺ χά­νον­ται, εἶ­ναι σὰν φρου­ροὶ βαλ­μέ­νοι νὰ μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἀ­κι­νη­σί­α τῶν σπι­τι­ῶν. Στὸ πε­ρι­βό­λι, ἀ­πέ­ναν­τι, μαν­τεύ­εις τὰ δέν­τρα. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νή· μή­τε φεγ­γά­ρι μή­τε ἀ­στρο­φεγ­γιά. Θὰ ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο, σὲ αὐ­τὴ τὴν κό­χη νὰ ρεμ­βά­ζεις· ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ σι­γο­τρα­γου­δή­σεις ἕ­να σκο­πό.­.. Ὅ­μως εἶ­σαι βέ­βαι­ος πὼς μό­λις ἀ­κού­σεις τὸν ψί­θυ­ρο τῆς φω­νῆς σου, ὁ ἴ­διος θὰ χλευά­σεις.

        Μο­νά­χα τὸ φύ­ση­μα καὶ τὸ ξε­φύ­ση­μα τοῦ γεί­το­να βρί­σκον­ται στὴ θέ­ση τους. Ἔ­χουν ἕ­να ρυθ­μό, ἕ­ναν τό­νο ποὺ συμ­φω­νεῖ ἐ­ξαί­σια μὲ τὴν ὥ­ρα, τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὴν ἁ­πλω­μέ­νη παν­τοῦ νάρ­κη. Ἂν στὸ πε­ρι­βό­λι ἀν­τί­κρυ ἀ­κου­γό­ταν του­λά­χι­στον ἕ­νας γρύ­λος.­.. Ναί: ὅ­λα θὰ ἄλ­λα­ζαν. Φαί­νε­ται ὅ­μως πὼς ἀ­πό­ψε πρέ­πει ν’ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της.

        Ἀ­λή­θεια, πε­ρί­ερ­γη τού­τη ἡ στιγ­μή. Ὁ ἕ­νας ξύ­πνιος ἐ­δῶ. Κι ὁ ἄλ­λος, ὁ δα­νει­στής, μα­κά­ριος τό­σο κον­τά, τό­σο κον­τά, σ’ ἕ­να δρό­μο τῆς με­γά­λης πό­λης. Καὶ ἡ με­γά­λη πό­λη εἶ­ναι ἕ­νας κόκ­κος τό­σος δά, ἀ­φάν­τα­στα τό­ση δὰ στὴ γῆ.­.. Καὶ ἡ γῆ ἄλ­λος κόκ­κος στὸ στε­ρέ­ω­μα καὶ τὰ λοι­πὰ καὶ τὰ λοι­πά.­..

        Ἐν­τού­τοις ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­πο­κτοῦν μιὰν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα τρα­γι­κὴ σύ­στα­ση ἂν τὰ σκε­φτεῖς σφι­χτο­δε­μέ­να μὲ τὴ σκη­νή, ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει αὔ­ριο.­..

        Ὡ­ραῖ­α! Καὶ ποι­ός σὲ ἐμ­πο­δί­ζει λοι­πόν; Ποι­ός σὲ κρα­τά­ει; Βλέ­πεις μέ­σα σου μιὰ τελ­μα­τω­μέ­νη ζω­ή, μιὰ ἀ­κα­τά­παυ­στη κι ἀ­νώ­φε­λη πά­λη. Τὰ πάν­τα δί­χως σκο­πό. Μιὰ ἀ­στεῖ­α μα­ται­ο­πο­νί­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὰ ἀ­φή­σεις, νὰ τὰ ξε­γρά­ψεις. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

        Εἶ­ναι κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, ἀ­π’ τὸ βου­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὸ βου­νὸ ἀ­νοί­γον­ται ἄλ­λοι δρό­μοι. Ἔρ­χον­ται τὰ λι­μά­νια, τὰ πλοῖα.­.. Για­τί νὰ μα­ραί­νε­σαι ἐ­δῶ, νὰ πα­λεύ­εις κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ χρή­μα­τα ποὺ δα­νεί­στη­κες, σπα-τα­λι­ών­τας ἀ­συ­νεί­δη­τα τὴ ζω­ή, τὴ μιά, τὴ μο­να­δι­κὴ ζω­ή, στὸ χα­τή­ρι τοῦ κά­θε Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη;

        Νὰ φύ­γεις. Θὰ σώ­σεις ἔ­τσι καὶ τὸν ἑ­αυ­τόν σου, ποὺ ἴ­σα­με τώ­ρα μοί­ρα­σες, κομ­μα­τά­κια, στὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­νὸς καὶ τοῦ ἄλ­λου, κα­ταν­τών­τας νὰ μὴν ἔ­χεις δι­κό σου, πα­ρὰ τὸν κα­η­μὸ πὼς δὲν ἀ­πέ­μει­νε μή­τε ἕ­να ψί­χου­λο ἀ­δι­ά­θε­το, γιὰ νὰ τὸ σε­βα­στεῖ ἕ­νας τυ­χαῖ­ος παλι­αν­θρω­πά­κος.

        Πρέ­πει νὰ σπεύ­σεις. Πρὶν ξη­με­ρώ­σει.­..

        .­.. Αὐ­τὰ εἶ­ναι μο­νό­λο­γος —φυ­σι­κά— ἐ­κεί­νου, ποὺ χρω­στά­ει τοῦ Στέ­φα­νου Βε­ρι­ώ­τη.

        Γυ­ρί­ζει λοι­πὸν νὰ δεῖ στὸ σκο­τά­δι τί εἶ­ναι ἐ­δῶ μέ­σα δι­κό του. Στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, ἔ­χει κρύ­ψει τὴ μο­να­δι­κὴ βα­λίτ­ζα ἀ­πὸ χαρ­τό­νι. Χω­ροῦν ἐ­κεῖ τὰ ροῦ­χα του. Τὰ ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα θὰ δε­θοῦν χω­ρι­στὰ σὲ ἕ­να δέ­μα. Τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀ­νάγ­κη μά­λι­στα νὰ ἀ­φή­σει με­ρι­κὰ ἀ­σή­μαν­τα. Νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­π’ τὶς «ἀ­να­μνή­σεις», ἀ­πὸ τὶς με­λαγ­χο­λί­ες ποὺ ὁ­ρι­σμέ­να μπι­χλιμ­πί­δια σέρ­νουν μα­ζί τους. Προ­χω­ρεῖ λί­γα βή­μα­τα. Ἀ­νά­βει ἕ­να σπίρ­το. Στὸ τρε­μού­λια­σμα τῆς φλό­γας, νο­μί­ζει πὼς εἶ­δε ἔ­ξαφ­να, σὲ ἀλ­λό­κο­τη στά­ση, κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, τὸν ἴ­διον τὸν ἑ­αυ­τόν του, σὰν κλέ­φτη. Προ­χω­ρεῖ ἀ­κό­μη. Σκυ­φτός, ψη­λα­φών­τας, βρί­σκει τὴ βα­λίτ­ζα.­.. Κά­τι ἀ­κού­ει: ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὁ Στέ­φα­νος Βε­ρι­ώ­της φυ­σά­ει, ξε­φυ­σά­ει πάν­το­τε ρυθ­μι­κά. Κι ὅ­μως κά­τι ἀ­κού­στη­κε. Ἐ­πι­στρέ­φει γορ­γά, δί­χως θό­ρυ­βο, στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τώ­ρα προ­σέ­χει στὸ δρό­μο, νι­ώ­θει πὼς πρέ­πει νὰ προ­σέ­ξει στὸ βά­θος, πρὸς τὰ χω­ρά­φια. Πε­ρι­μέ­νει ἀ­νή­συ­χος.­..

        Εἶ­ναι πο­λὺ φυ­σι­κό. Κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θει. Δι­α­βά­της ἢ νυ­κτο­φύ­λα­κας, πλη­σιά­ζει.­.. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται λοι­πὸν σι­γὰ-σι­γὰ μὲ τὸ φό­βο μὴ γί­νει ἀν­τι­λη­πτός. Ξα­να­πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Με­τρά­ει τά­χα τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα: ἕ­να, δύο, τρί­α.­.. ἕ­ως τὰ ἑ­ξήν­τα. Ἀ­κού­γε­ται κα­θα­ρά, κα­θα­ρὰ ὁ βη­μα­τι­σμός.­.. Στα­μά­τη­σε. Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, στα­μά­τη­σε.

        Ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί. Ὡ­σὰν νὰ τὸν ἔ­βα­λαν ἐ­πί­τη­δες. Μὰ βέ­βαι­α, μὰ βέ­βαι­α!­.­..

        Ὅ­μοι­α μὲ τοῦ­τον, ἀ­μέ­τρη­τοι, σὲ κά­θε γω­νιά, σὲ κά­θε στρο­φὴ δρό­μου, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὰ χω­ρά­φια, καὶ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ βου­νό, κεῖ­θε ἀ­π’ τὰ λι­μά­νια, σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες, σ’ ὅ­λες τὶς πο­λι­τεῖ­ες, κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μές, ἀ­πρό­σκλη­τοι, θὰ ἔρ­χον­ται με­ρι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, νὰ θυ­μί­σουν στοὺς ἄλ­λους, πὼς τὰ δε­σμὰ δὲ σπᾶ­νε, πὼς ἀ­πο­δρά­σεις δὲ γί­νον­ται, πὼς στὸν κα­θέ­να δὲν εἶ­ναι βολε­τὸ νὰ κλέ­ψει τὸν ἑ­αυ­τόν του.­..

        Ἀλ­λὰ τί εἶ­δε, τοῦ­τος πά­λι γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει ἐ­δῶ;

        Ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται. Ὅ­λα εἶ­ναι ἥ­συ­χα. Φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ πα­ρι­στά­νει ἔ­ξω, τὸ φύλακα.

        Ὁ ἄνθρωπος στὸ κρεβάτι τυλίγεται καλὰ μὲ τὰ σκεπάσματα· κρύβει καὶ τὸ κεφάλι. Ἔ! πρέπει νὰ τὸ φωνάξει, νὰ εἰδοποιήσει τὸν αὐτοδιόριστο φρουρό, πὼς τώρα κοιμᾶται, πὼς τώρα κοιμᾶται κι αὐτός…

        Ἡσυχία. Ἡ συνηθισμένη νυκτερινὴ ἡσυχία…

  

 

Πη­γή: Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος, Κε­φά­λια στὴ σει­ρά, Ἕν­τε­κα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Ἀ­θή­να, 1971 (Α’ ἔκ­δο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1934).

 

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1896-1981). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση. Ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια ἔ­ζη­σε στὴ Μασ­σα­λί­α καὶ τὸ Μι­λά­νο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1915 μὲ φου­του­ρι­στι­κὰ κεί­με­να στὰ ἰ­τα­λι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ 1917 δι­έ­κο­ψε τὶς σπου­δές του στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ κα­τε­τά­γη στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τό. Δού­λε­ψε ὡς τρα­πε­ζι­κός. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1931 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μα­κε­δο­νι­κὲς Ἡ­μέ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των: Ἡ ἡ­ρω­ι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938), Ἡ τυ­φλό­μυ­γα (Ἀ­θή­να, 1962), Ἡ συ­νέ­λευ­ση (Ἀ­θή­να, 1981) κ.ἄ. Ἐ­πί­σης τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ σα­λα­μάν­τρα (Ἀ­θή­να, 1957).