Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Στὴ γέφυρα

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Στὴ γέφυρα

(An der Brücke)

 

ΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΡΑΜΜΑΤΑ στὰ πό­δια καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τέ­τοι­ο πό­στο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ κά­θο­μαι. Τί πό­στο; Με­τρῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ περ­νοῦν ἀ­π’ τὴν και­νού­ρια γέ­φυ­ρα. Τὸ χαί­ρον­ται νὰ μπο­ροῦν ν’ ἀ­πο­δεί­ξουν τὴν ἀ­ξι­ο­σύ­νη τους μὲ νού­με­ρα, ξε­τρε­λαί­νον­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νού­σιο Τί­πο­τα, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ με­ρι­κὰ ψη­φί­α, καὶ ὅ­λη μέ­ρα, ναί, ὅ­λη μέ­ρα πη­γαί­νει τὸ ἄ­λα­λο στό­μα μου σὰν μη­χα­νι­σμὸς ρο­λο­γιοῦ ποὺ κα­τα­γρά­φει τὸ ἕ­να ψη­φί­ο με­τὰ τὸ ἄλ­λο γιὰ νὰ τοὺς χα­ρί­σει κα­τὰ τὸ βρά­δυ τὸ θρί­αμ­βο ἑ­νὸς ἀ­ριθ­μοῦ.

         Τὰ πρό­σω­πά τους λάμ­πουν σὰν τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­νω τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­σο δὲ με­γα­λύ­τε­ρος ὁ ἀ­ριθ­μός, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο λάμ­πουν ἐ­κεῖ­νοι, ἔ­χον­τας πλέ­ον ἕ­να λό­γο νὰ ξα­πλώ­σουν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι τους. Πῶς ἀλ­λι­ῶς, ἀ­φοῦ πολ­λὲς χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πων περ­νοῦν κα­θη­με­ρι­νῶς ἀ­πὸ τὴν και­νού­ρια τους γέ­φυ­ρα;

        Κι ὅ­μως, οἱ στα­τι­στι­κές τους δὲν εὐ­στα­θοῦν. Νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ δὲν ἀ­λη­θεύ­ουν. Εἶ­μαι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος, ἂν καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ προ­κα­λῶ στοὺς ἄλ­λους τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ εὐ­συ­νεί­δη­του.

        Κα­τὰ βά­θος μὲ χα­ρο­ποι­εῖ νὰ κα­τα­πί­νω ποῦ καὶ ποῦ κα­νέ­ναν πε­ρα­στι­κό, ἐ­νῶ ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος συμ­πό­νια, τοὺς χα­ρί­ζω με­ρι­κούς. Κρα­τῶ τὴν τύ­χη τους στὰ χέ­ρια μου. Ὅ­ταν εἶ­μαι ὀρ­γι­σμέ­νος ἢ δὲν ἔ­χω νὰ κά­νω τσι­γά­ρο, τοὺς δί­νω μό­νο τὸ μέ­σο ὅ­ρο, ἴ­σως καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ μέ­σο ὅ­ρο. Ὅ­ταν πά­λι ἡ καρ­διά μου ἀ­γαλ­λιᾶ καὶ εἶ­μαι χα­ρού­με­νος, ἐ­πι­τρέ­πω στὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α μου νὰ με­του­σι­ω­θεῖ σὲ ἀ­ριθ­μοὺς πεν­τα­ψή­φιους. Καὶ εἶ­ναι τό­τε τό­σο εὐ­τυ­χεῖς! Μοῦ ἁρ­πά­ζουν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια, μὲ χτυ­ποῦν ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ τὰ μά­τια τους λάμ­πουν. Δὲν ἔ­χουν ἰ­δέ­α! Καὶ με­τὰ ρί­χνον­ται στοὺς πολ­λα­πλα­σια­σμοὺς καὶ τὶς δι­αι­ρέ­σεις καὶ τὶς πο­σο­στο­ποι­ή­σεις καὶ ξέ­ρω ’­γὼ τί ἄλ­λο. Λο­γα­ριά­ζουν πό­σοι ἄν­θρω­ποι περ­νοῦν ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα κά­θε λε­πτὸ καὶ πό­σοι θὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει ἀ­π’ αὐ­τὴ σὲ δέ­κα χρό­νια. Ἀ­γα­ποῦν τὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, λα­τρεύ­ουν τὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Κι ὅ­μως, νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἰ­σχύ­ουν…

        Σὰν περ­νᾶ ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη
—καὶ περ­νᾶ δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­με­ρη­σί­ως—, τό­τε ἡ καρ­διά μου στα­μα­τᾶ. Ὁ ἀ­κού­ρα­στος χτύ­πος τῆς καρ­διᾶς μου ἁ­πλῶς παύ­ει, ἕ­ως ὅ­του ἐ­κεί­νη στρί­ψει στὴν ἀ­λέ­α καὶ χα­θεῖ. Καὶ ὅ­λους, ὅ­σοι τυ­χαί­νει νὰ περ­νοῦν στὸ με­τα­ξύ, τοὺς ἀ­πο­σι­ω­πῶ. Αὐ­τὰ τὰ δύο λε­πτὰ ἀ­νή­κουν σ’ ἐ­μέ­να, εἶ­ναι δι­κά μου καὶ δὲν τοὺς ἐ­πι­τρέ­πω νὰ μοῦ τὰ πά­ρουν. Καὶ τὸ βρά­δυ πά­λι, κα­θὼς ἐ­κεί­νη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­π’ τὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, κα­θὼς ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου προ­σπερ­νᾶ τὸ στό­μα μου —αὐ­τὸ τὸ στό­μα ποὺ συ­νε­χῶς με­τρᾶ καὶ με­τρᾶ—, στα­μα­τᾶ καὶ πά­λι ἡ καρ­διά μου κι ἐ­γὼ ἀρ­χί­ζω ξα­νὰ νὰ με­τρῶ μο­νά­χα σὰν τὴ χά­σω ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Καὶ ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ πε­ρά­σουν σὲ αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς τὰ λε­πτὰ ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­φλά μου μά­τια, δὲν περ­νοῦν στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν. Ἄν­δρες-σκι­ές, γυ­ναῖ­κες-σκι­ές, ἀ­νύ­παρ­κτες ὀν­τό­τη­τες ποὺ δὲ θὰ βα­δί­σουν πο­τὲ στὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν…

        Φῶς φα­νά­ρι πὼς τὴν ἀ­γα­πῶ. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως δὲ γνω­ρί­ζει τί­πο­τα κι οὔ­τε θὰ ἤ­θε­λα νὰ τὸ μά­θει. Δὲν πρέ­πει κὰν νὰ δι­α­νο­η­θεῖ κα­τὰ τί ἀ­παί­σιο τρό­πο ἀλ­λοι­ώ­νει τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς· ἀν­τι­θέ­τως, πρέ­πει νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­θώ­α κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη καὶ μὲ τὰ μα­κριὰ κα­στα­νά της μαλ­λιὰ καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα πό­δια της νὰ συ­νε­χί­σει νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο καὶ νὰ παίρ­νει γε­ρὸ φι­λο­δώ­ρη­μα. Τὴν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο, τὴν ἀ­γα­πῶ.

        Πρό­σφα­τα μοῦ ἔ­κα­ναν ἔ­λεγ­χο. Τὸ παι­δὶ ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τρᾶ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα μοῦ τὸ σφύ­ρι­ξε ἐγ­καί­ρως καὶ πρό­σε­χα ὅ­σο δὲν πά­ει ἄλ­λο. Με­τροῦ­σα μα­νι­ω­δῶς. Χι­λι­ο­με­τρη­τὴς δὲ θὰ με­τροῦ­σε κα­λύ­τε­ρα. Ὁ ἴ­διος ὁ προ­ϊ­στά­με­νος τῆς στα­τι­στι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, καὶ συ­νέ­κρι­νε ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δι­κῆς του κα­τα­μέ­τρη­σης γιὰ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη ὥ­ρα μὲ τὸ δι­κό μου ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Μοῦ ἔ­λει­πε μό­νον ἕ­νας. Πέ­ρα­σε ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη καὶ πο­τὲ μὰ πο­τὲ δὲ θὰ ἐ­πέ­τρε­πα νὰ με­τα­φερ­θεῖ τὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ κο­ρί­τσι σὲ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Αὐ­τήν, τὴ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη, δὲν τὴν πολ­λα­πλα­σιά­ζει, οὔ­τε τὴ δια­ιρεῖ κα­νείς, κα­νεὶς δὲν τὴν με­τα­τρέ­πει σὲ πο­σο­στια­ῖο Τί­πο­τα. Αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἡ καρ­διά μου ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ μέ­τρη­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν κοι­τά­ζω κα­θὼς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ καὶ στὸ παι­δὶ ἀ­πέ­ναν­τι ποὺ με­τρά­ει τ’ αὐ­το­κί­νη­τα εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων. Ἦ­ταν γιὰ ‘μέ­να θέ­μα ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

        Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος μὲ χτύ­πη­σε ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­μαι κα­λός, πι­στὸς κι εὐ­συ­νεί­δη­τος. «Ἕ­νας λι­γό­τε­ρος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» εἶ­πε. «Εἶ­ναι στὰ ὅ­ρια τοῦ στα­τι­στι­κοῦ σφάλ­μα­τος. Θὰ ζη­τή­σω νὰ με­τα­τε­θεῖ­τε στὶς ἅ­μα­ξες.»

        Ἅ­μα­ξες; Τώ­ρα ἔ­πια­σα τὴν κα­λή! Ἅ­μα­ξες ση­μαί­νει ἀ­ρα­λί­κι δί­χως προ­η­γού­με­νο. Περ­νοῦν τὸ πο­λὺ 25 ἅ­μα­ξες τὴ μέ­ρα καὶ δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ δύ­σκο­λο νὰ περ­νᾶς στὸ ἑ­πό­με­νο νού­με­ρο κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λέ­ω: ἀ­ρα­λί­κι!

        Στὶς ἅ­μα­ξες θὰ ἦ­ταν ἐκ­πλη­κτι­κά. Με­τα­ξὺ τέσ­σε­ρις κι ὀ­χτὼ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τους στὴ γέ­φυ­ρα καὶ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πη­γαί­νω γιὰ πε­ρί­πα­το ἢ στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, νὰ τὴν κοι­τά­ζω μὲ τὶς ὧ­ρες ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ συ­νο­δεύ­ω στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἕ­ως ἑ­νὸς ση­μεί­ου, τὴ μι­κρή μου ἀ­κα­τα­μέ­τρη­τη ἀ­γα­πη­μέ­νη…

 

  

Πηγή: http://www.lehrerbarth.de/Deutsch/D10/Boell-An%20der%20Bruecke.pdf

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Διαφημίσεις

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Ἀνταπόκριση ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Ἀνταπόκριση ἀπὸ Βηθλεέμ

(Die Kunde von Bethlehem)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ γιὰ πόρ­τα δὲν ἦ­ταν πόρ­τα σω­στή: κάμ­πο­σες σα­νί­δες καρ­φω­μέ­νες ἀ­ραι­ὰ καὶ ἕ­να συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι, πι­α­σμέ­νο σὲ ἕ­να καρ­φί, νὰ κρα­τᾶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το πόρ­τας κλει­στό. Ὁ ἄν­τρας κον­το­στά­θη­κε καὶ πε­ρί­με­νε: «Εἶ­ναι ντρο­πή», ἀ­να­λο­γί­στη­κε, «νὰ γεν­νά­ει γυ­ναί­κα σὲ τέ­τοι­ο μέ­ρος». Ξε­μάγ­κω­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι ἀ­π’ τὸ καρ­φί, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα κι ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­τος ἐμ­πρὸς στὸ θέ­α­μα ποὺ ἀν­τί­κρι­σε. Τὸ βρέ­φος ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ ἄ­χυ­ρο καὶ ἡ νε­ό­τα­τη μη­τέ­ρα, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη δί­πλα του, νὰ τοῦ χα­μο­γε­λᾶ… Πί­σω, στὸν τοῖ­χο, στε­κό­ταν κά­ποι­ος, μὰ ὁ ἄν­τρας δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ οἱ βο­σκοὶ τοὺς περ­νοῦν γιὰ ἀγ­γέ­λους. Γερ­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, φο­ροῦ­σε ἕ­ναν γκρι­ζω­πὸ χι­τώ­να καὶ κρα­τοῦ­σε στὰ δυ­ό του χέ­ρια λου­λού­δια: κομ­ψά, κί­τρι­να κρί­να. Ὁ ἄν­τρας αἰ­σθάν­θη­κε τὸ φό­βο νὰ τὸν κυ­ρι­εύ­ει καὶ σκέ­φτη­κε: «Ἴ­σως ν’ ἀ­λη­θεύ­ουν τὰ ὅ­σα δι­α­δί­δουν οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη.»

         Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα της καὶ τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ φι­λι­κὴ καὶ ὅ­λο ἀ­πο­ρί­α. Ὁ νέ­ος ἄν­τρας εἶ­πε τό­τε: «Ἐ­δῶ μέ­νει ὁ μα­ραγ­κός;»

        Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. «Δὲν εἶ­ναι μα­ραγ­κός. Ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς εἶ­ναι.»

        «Δὲν πει­ρά­ζει», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, «μιὰ πόρ­τα θὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει, ἂν ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α μα­ζί του».

        «Ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α», ἀ­πάν­τη­σε ἡ Μα­ρί­α, «καὶ ξέ­ρει νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νει καὶ πόρ­τες. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε στὴ Να­ζα­ρέτ».

        Ὥ­στε ἔρ­χον­ταν λοι­πὸν ὄν­τως ἀ­π’ τὴ Να­ζα­ρέτ.

        Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια στὰ χέ­ρια κοί­τα­ξε τὸν ἄν­τρα κι εἶ­πε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι.» Ἡ φω­νή του ἠ­χοῦ­σε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­να­τρί­χια­σε, τολ­μών­τας ὡ­στό­σο αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα. Ντυ­μέ­νος στὰ γκρί­ζα, εἶ­χε ὄ­ψη ἰ­δι­αί­τε­ρα φι­λι­κή, μὰ λυ­πη­μέ­νη.

        «Στὸν Ἰ­ω­σὴφ μί­λη­σε» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. «Θὰ τὸν ξυ­πνή­σω, κοι­μᾶ­ται. Νὰ τοῦ πῶ νὰ ἔρ­θει νὰ φτιά­ξει τὴν πόρ­τα;»

        «Ναί, στὸ παν­δο­χεῖ­ο ‘Στὸν κόκ­κι­νο κα­βα­λά­ρη‘. Ἡ πόρ­τα μαγ­κώ­νει καὶ πρέ­πει νὰ τρο­χί­σει τὴν κά­σα καὶ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω ἔ­ξω μέ­χρι νὰ τὸν φω­νά­ξεις.»

        «Μπο­ρεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νεις κι ἐ­δῶ» τοῦ εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ὄ­χι, κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω.» Κοί­τα­ξε φευ­γα­λέ­α Ἐ­κεῖ­νον στὰ γκρί­ζα ποὺ τοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὴ σει­ρά του χα­μο­γε­λών­τας, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο πι­σω­πα­τών­τας κι ἔ­κλει­σε προ­σε­κτι­κὰ τὴν πόρ­τα, στε­ρε­ώ­νον­τας καὶ πά­λι τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι στὸ καρ­φί. Ἄν­τρες μὲ λου­λού­δια τὸν πα­ρα­ξέ­νευ­αν πάν­τα, ἀλ­λὰ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος οὔ­τε ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­τρα ἀ­κρι­βῶς —οὔ­τε ὅ­μως καὶ μὲ γυ­ναί­κα— κι οὔ­τε τοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νος.

        Ὅ­ταν ξε­πρό­βα­λε ὁ Ἰ­ω­σὴφ μὲ τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη στὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι εἶ­πε: «Ἔ­λα, ἀ­πὸ ’­δῶ ἀ­ρι­στε­ρά.» Προ­χώ­ρη­σαν στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μό­νο τό­τε βρῆ­κε ὁ ἄν­τρας ἐ­πι­τέ­λους τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ἤ­δη νὰ πεῖ νω­ρί­τε­ρα στὴ νέ­α γυ­ναί­κα καὶ θὰ τὸ εἶ­χε κά­νει, ἂν δὲν τὸν φό­βι­ζε ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια. «Οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη» ξε­κί­νη­σε, «λέ­νε δι­ά­φο­ρα γιὰ σᾶς». Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὅ­μως δὲν ἀ­πάν­τη­σε, εἶ­πε μό­νο: «Ἐλ­πί­ζω νὰ ἔ­χε­τε του­λά­χι­στον σκαρ­πέ­λο, για­τί ἡ λα­βὴ τοῦ δι­κοῦ μου ἔ­χει σπά­σει. Εἶ­ναι πολ­λὲς πόρ­τες;»

        «Μί­α» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας «κι ἔ­χου­με καὶ σκαρ­πέ­λο». «Ἡ ἐ­πι­σκευ­ὴ ἐ­πεί­γει. Ἔρ­χε­ται στρα­τός.»

        «Στρα­τός; Αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα; Ἄ­σκη­ση θὰ κά­νουν;»

        «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι ἄ­σκη­ση, ἀλ­λὰ φτά­νει στὴ Βη­θλε­ὲμ ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος λό­χος.» «Καὶ σὲ μᾶς» πρό­σθε­σε πε­ρή­φα­να, «σὲ μᾶς θὰ μέ­νει ὁ λο­χα­γός.» «Οἱ βο­σκοί…», δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ φρά­ση του καὶ στα­μά­τη­σε. Τὸ ἴ­διο κι ὁ Ἰ­ω­σήφ. Στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου στε­κό­ταν Ἐ­κεῖ­νος στὰ γκρί­ζα, μὲ μιὰ ἀγ­κα­λιὰ λου­λού­δια, κρί­να λευ­κά, ποὺ τὰ μοί­ρα­ζε σὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ ἴ­σα ἴ­σα περ­πα­τοῦ­σαν. Ἔρ­χον­ταν μά­λι­στα ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα παι­διὰ καὶ μη­τέ­ρες μὲ μω­ρὰ ποὺ δὲν περ­πα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ τρό­μα­ξε πο­λύ, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κό­μα σὰν εἶ­δε Ἐ­κεῖ­νον νὰ κλαί­ει. Ἡ φω­νὴ καὶ τὰ μά­τια του τὸν εἶ­χαν ἤ­δη τρο­μά­ξει, ἀλ­λὰ τὰ δά­κρυ­ά του ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ τρο­μα­χτι­κά. Χά­ι­δευ­ε τὸ στό­μα τῶν παι­διῶν, τὸ μέ­τω­πό τους, φι­λοῦ­σε τὰ βρώ­μι­κά τους χε­ρά­κια κι ἔ­δι­νε στὸ κα­θέ­να ἀ­πὸ ἕ­να κρί­νο.

        «Σ’ ἔ­ψα­χνα», εἶ­πε ὁ Ἰ­ω­σὴφ σ’ Ἐ­κεῖ­νον μὲ τὰ γκρί­ζα, «τώ­ρα δά, κα­θὼς κοι­μό­μουν, ὀ­νει­ρεύ­τη­κα…»

        «Ξέ­ρω» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. «Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.»

        Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή, μέ­χρι νὰ πε­ρά­σει κι ἕ­να πο­λὺ μι­κρό, βρώ­μι­κο κο­ρι­τσά­κι.

        «Νὰ μὴ φτιά­ξω τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ λο­χα­γὸ ποὺ ἔρ­χε­ται;»

        «Ὄ­χι, πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.» Ἄ­φη­σε τό­τε τὰ παι­διά, ἔ­πια­σε τὸν Ἰ­ω­σὴφ ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ εἶ­πε στὸν ἄν­τρα ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὣς ἐ­κεῖ: «Λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲ γί­νε­ται».

        «Ἐν­τά­ξει, δὲν πει­ρά­ζει» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Κοί­τα­ζε τοὺς δυ­ὸ ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ στά­βλο, καὶ με­τὰ στρά­φη­κε πρὸς τὸ δρό­μο ὅ­που τὰ παι­διὰ χα­ρού­με­να περ­πα­τοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μὲ τὰ με­γά­λα λευ­κά τους κρί­να. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε πί­σω του ὁ­μο­βρον­τί­α ἀ­πὸ ὁ­πλὲς ἀ­λό­γων, γύ­ρι­σε πρὸς τὰ κεῖ καὶ εἶ­δε τὸ λό­χο νὰ μπαί­νει στὴν πό­λη. «Πά­λι θὰ φά­ω βρί­σι­μο», σκέ­φτη­κε, «ἀ­φοῦ δὲν ἔ­φτια­ξα τὴν πόρ­τα».

        Τὰ παι­διὰ στέ­κον­ταν στὸ χεῖ­λος τοῦ δρό­μου κι ἔ­γνε­φαν στοὺς στρα­τι­ῶ­τες μὲ τὰ λου­λού­δια τους. Ἔ­τσι ἔ­φτα­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες στὴν Βη­θλε­έμ, καλ­πά­ζον­τας σ’ ἕ­να δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ λευ­κὰ κρί­να κι ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ σκέ­φτη­κε: «Νο­μί­ζω ὅ­τι δί­κιο ἔ­χουν οἱ βο­σκοὶ μὲ τὰ ὅ­σα λέ­νε…»

 

 

 

Πηγή: „Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen“, Heinrich Böll, Deutscher Taschenbuch Verlag, München, 2004, S. 41-44.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἐργαζομένων

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Πε­ρὶ τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἠ­θι­κοῦ τῶν ἐρ­γα­ζο­μέ­νων

(Zur Senkung der Arbeitsmoral)

 

Ε ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ κά­ποι­ας ἀ­κτῆς στὴ δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη βρί­σκε­ται ξα­πλω­μέ­νος μέ­σα στὴ βάρ­κα του καὶ χου­ζου­ρεύ­ει ἕ­νας φτω­χι­κὰ ντυ­μέ­νος ψα­ράς. Ἕ­νας κα­λον­τυ­μέ­νος του­ρί­στας ἀλ­λά­ζει τὸ φὶλμ στὴ φω­το­γρα­φι­κή του μη­χα­νὴ γιὰ νὰ ἀ­πα­θα­να­τί­σει αὐ­τὴν τὴν εἰ­δυλ­λια­κὴ εἰ­κό­να: γα­λα­νὸς ὁ οὐ­ρα­νός, πρά­σι­να τὰ νε­ρά, μὲ εἰ­ρη­νι­κά, χι­ο­νό­λευ­κα κύ­μα­τα, μαύ­ρη ἡ βάρ­κα, κόκ­κι­νος ὁ σκοῦ­φος τοῦ ψα­ρά. Κλίκ! Καὶ πά­λι: κλίκ! Φύ­λα­γε τὰ ροῦ­χα σου νὰ ἔ­χεις τὰ μι­σά, λέ­ει ὁ λα­ὸς καὶ προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψει ὁ του­ρί­στας τὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο, τρα­βά­ει καὶ τρί­τη φω­το­γρα­φί­α. Κλίκ!

         Τρί­τη καὶ φαρ­μα­κε­ρή, λέ­ει ὅ­μως ἐ­ξί­σου ὁ λα­ὸς καὶ νά ποὺ ὁ ξαφ­νι­κὸς καὶ σχε­δὸν ἐ­χθρι­κὸς ἦ­χος ξυ­πνᾶ τὸν ψα­ρὰ ἀ­π’ τὸ χου­ζού­ρε­μά του. Νυ­σταγ­μέ­νος ἀ­να­κα­θί­ζει καὶ νυ­σταγ­μέ­νος ψη­λα­φί­ζει τρι­γύ­ρω νὰ βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα του. Πρὶν προ­λά­βει ὅ­μως νὰ βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, ἤ­δη τοῦ κρα­τᾶ μὲς στὴ μού­ρη ὁ ὑ­περ­δρα­στή­ριος του­ρί­στας ἕ­να ἄλ­λο πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Μό­νο στὸ στό­μα ποὺ δὲν τοῦ ἔ­βα­λε ὁ του­ρί­στας τὸ τσι­γά­ρο. Ἀρ­κέ­στη­κε στὸ νὰ τοῦ τὸ ἀ­φή­σει στὸ χέ­ρι, καὶ κλίκ! ἀ­κού­γε­ται αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­πτή­ρας, ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴν ὑ­πέρ­με­τρα ἴ­σως εὐ­γε­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α τοῦ του­ρί­στα. Αὐ­τὴ ἡ τό­ση δά, ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­περ­βο­λὴ προ­κά­λε­σε ἕ­να ἀ­νά­μι­κτο αἴ­σθη­μα ἀ­μη­χα­νί­ας κι ἐ­κνευ­ρι­σμοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ του­ρί­στας, ὁ­μι­λῶν τὴν ντό­πια γλώσ­σα, ἐ­πι­χει­ρεῖ τώ­ρα νὰ ξε­πε­ρά­σει μὲ τὴν ἔ­ναρ­ξη μιᾶς συ­ζή­τη­σης.

        «Κα­λὴ ψα­ριὰ θὰ κά­νε­τε σή­με­ρα.»

        Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Μὰ πῶς, ἀ­φοῦ, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, ὁ και­ρὸς θὰ εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κός.» Κα­τα­φα­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Δη­λα­δὴ δὲ θὰ βγεῖ­τε γιὰ ψά­ρε­μα;» Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει καὶ πά­λι τὸ κε­φά­λι ὁ ψα­ράς, αὐ­ξά­νον­τας τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμὸ τοῦ του­ρί­στα. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ του­ρί­στας φαί­νε­ται νὰ νοι­ά­ζε­ται εἰ­λι­κρι­νὰ γιὰ τὸ κα­λό τοῦ φτω­χον­τυ­μέ­νου ψα­ρᾶ καὶ τὸν λυ­πεῖ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο μιᾶς χα­μέ­νης εὐ­και­ρί­ας.

        «Μή­πως, τό­τε, δὲν αἰ­σθά­νε­στε κα­λά;» Ὁ ψα­ρὰς ἀ­φή­νει ἐ­πι­τέ­λους κα­τὰ μέ­ρους τὴ νο­η­μα­τι­κὴ καὶ περ­νᾶ σὲ λό­γο ἀρ­θρω­μέ­νο: «Αἰ­σθά­νο­μαι ὑ­πέ­ρο­χα» ἀ­παν­τᾶ. «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα.» Ση­κώ­νε­ται καὶ τεν­τώ­νε­ται μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πό­σο κα­λὰ γυ­μνα­σμέ­νος εἶ­ναι. «Αἰ­σθά­νο­μαι κα­τα­πλη­κτι­κά.»

        Ἡ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο τοῦ του­ρί­στα γί­νε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ λυ­πη­μέ­νη καὶ ὁ ἴ­διος δὲν μπο­ρεῖ πιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἀ­πει­λεῖ νὰ τὸν κά­νει νὰ σκά­σει. Ρω­τά­ει λοι­πόν: «Μά, τό­τε, για­τί δὲ βγαί­νε­τε γιὰ ψά­ρε­μα;»

        Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἁ­πλὴ καὶ σύν­το­μη: «Για­τί τὸ ἔ­κα­να ἤ­δη σή­με­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί.»

        «Ἦ­ταν κα­λὴ ἡ ψα­ριά;»

        «Ἦ­ταν τό­σο κα­λή, ὥ­στε νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­να­βγῶ σή­με­ρα. Ἔ­πια­σα τέσ­σε­ρεις ἀ­στα­κοὺς καὶ σχε­δὸν δυ­ὸ ντου­ζί­νες σκουμ­πριά.» Ὁ ψα­ράς, ξύ­πνιος πλέ­ον γιὰ τὰ κα­λά, παίρ­νει θάρ­ρος καὶ χτυ­πά­ει στὴν πλά­τη τὸν του­ρί­στα, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ φαί­νε­ται ἔν­δει­ξη ἀ­χρεί­α­στης μέν, συγ­κι­νη­τι­κῆς δὲ ἔ­γνοι­ας.

        «Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, αὐ­τὰ φτά­νουν καὶ γι’ αὔ­ριο καὶ γιὰ με­θαύ­ριο» λέ­ει ὁ ψα­ράς, γιὰ νὰ εὐ­θυ­μή­σει λι­γά­κι τὸν ξέ­νο. «Νὰ σᾶς κε­ρά­σω ἀ­π’ τὰ δι­κά μου;» «Ναί, θὰ κα­πνί­σω ἕ­να, εὐ­χα­ρι­στῶ», ἀ­παν­τᾶ ὁ του­ρί­στας.

        Τὰ τσι­γά­ρα βρί­σκον­ται στὰ στό­μα­τα, ἀ­κού­γε­ται ἕ­να πέμ­πτο κλὶκ καὶ ὁ του­ρί­στας κα­θί­ζει στὸ χεῖ­λος τῆς βάρ­κας κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι. Ὕ­στε­ρα ἀ­φή­νει τὴ μη­χα­νὴ στὴν ἄ­κρη, ὥ­στε νὰ ἔ­χει καὶ τὰ δυ­ό του χέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, πράγ­μα ἀ­πα­ραί­τη­το προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σει στὰ λε­γό­με­νά του με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα.

        «Δὲ θέ­λω ν’ ἀ­να­μει­χθῶ στὶς προ­σω­πι­κές σας ὑ­πο­θέ­σεις», ξε­κι­νᾶ, «ἀλ­λὰ φαν­τα­στεῖ­τε νὰ βγαί­να­τε γιὰ ψά­ρε­μα σή­με­ρα καὶ δυ­ὸ καὶ τρεῖς, ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρές, πι­ά­νον­τας τρεῖς, τέσ­σε­ρις, πέν­τε, ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ δέ­κα ντου­ζί­νες σκουμ­πριά. Μό­νο αὐ­τὸ σᾶς λέ­ω, φαν­τα­στεῖ­τε το!» Ὁ ψα­ρὰς γνέ­φει μὲ τὸ κε­φά­λι.

         «Κι ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα» συ­νε­χί­ζει ὁ του­ρί­στας, «ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ αὔ­ριο καὶ με­θαύ­ριο, ναί, κά­θε μέ­ρα, εὐ­νο­ϊ­κὴ γιὰ τὸ ψά­ρε­μα, θὰ πη­γαί­να­τε δυ­ό, τρεῖς ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς γιὰ ψά­ρε­μα. Ξέ­ρε­τε τί θὰ γι­νό­ταν;» Ὁ ψα­ρὰς κου­νά­ει ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι.

        «Τὸ ἀρ­γό­τε­ρο σὲ ἕ­ναν χρό­νο θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε μη­χα­νὴ γιὰ τὴ βάρ­κα, σὲ δυ­ὸ χρό­νια μιὰ δεύ­τε­ρη βάρ­κα, σὲ τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα χρό­νια θὰ μπο­ρού­σα­τε ἴ­σως ν’ ἀ­γο­ρά­σε­τε με­γα­λύ­τε­ρο κα­ΐ­κι, μὲ δυ­ὸ βάρ­κες ἢ ἕ­να κα­ΐ­κι θὰ εἴ­χα­τε φυ­σι­κὰ με­γα­λύ­τε­ρες ψα­ρι­ές, μιὰ μέ­ρα θὰ εἴ­χα­τε δυ­ὸ κα­ΐ­κια, θά…» Ἀ­πὸ τὸν τό­σο ἐν­θου­σια­σμὸ χά­θη­κε πρὸς στιγ­μὴν ἡ φω­νή του, ἀλ­λὰ τὸ ξε­πέ­ρα­σε καὶ συ­νέ­χι­σε: «Θὰ χτί­ζα­τε μί­α μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη μὲ δι­κά σας ψυ­γεῖ­α, ἴ­σως με­τὰ μιὰ βι­ο­τε­χνί­α γιὰ κα­πνι­στὰ ψά­ρια, ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ πα­στά, θὰ πε­τού­σα­τε τρι­γύ­ρω μὲ τὸ ἰ­δι­ω­τι­κό σας ἑ­λι­κό­πτε­ρο γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τὰ κο­πά­δια ψα­ρι­ῶν καὶ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σε­τε μὲ ἀ­σύρ­μα­το τὰ κα­ΐ­κια σας ποῦ νὰ τὰ βροῦν, θὰ μπο­ρού­σα­τε ν’ ἀ­πο­κτή­σε­τε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα γιὰ τὸ σο­λο­μὸ καὶ ν’ ἀ­νοί­ξε­τε ἑ­στι­α­τό­ριο, νὰ ἐ­ξά­γε­τε ἀ­στα­κοὺς στὴ Γαλ­λί­α χω­ρὶς δι­α­με­σο­λα­βη­τὲς ἐμ­πό­ρους, με­τά…» καὶ πά­λι χά­θη­κε ἡ φω­νή του ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο του ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὴ φό­ρα ποὺ εἶ­χε πά­ρει.

        Κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος μιὰ θλί­ψη ὣς τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς του καὶ τὴ χα­ρὰ τῶν δι­α­κο­πῶν του νὰ ἔ­χει πά­ει πε­ρί­πα­το, κοι­τά­ζον­τας νο­σταλ­γι­κὰ τὸ νε­ρὸ νὰ κυ­λά­ει εἰ­ρη­νι­κά, τὸ ἴ­διο νε­ρὸ ὅ­που χα­ρι­τω­μέ­να χο­ρο­πη­δοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ψά­ρια, προ­σπα­θεῖ νὰ συ­νε­χί­σει: «Καὶ τό­τε…» Ποῦ ν’ ἀρ­θρώ­σει ὅ­μως λέ­ξη πα­ρα­πέ­ρα, μὲς στὴν τό­ση συγ­κί­νη­ση.

        Ὁ ψα­ρὰς τὸν χτυ­πᾶ στὴν πλά­τη ὅ­πως χτυ­ποῦ­με τὰ παι­διὰ ὅ­ταν στρα­βο­κα­τα­πιοῦν.

        «Τό­τε τί;» ρω­τά­ει σι­γα­νά.

         «Τό­τε», λέ­ει ὁ του­ρί­στας μὲ ἀ­νεί­πω­το ἐν­θου­σια­σμό, «τό­τε θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ κά­θε­στε ἥ­συ­χος ἐ­δῶ στὸ λι­μά­νι, νὰ χου­ζου­ρεύ­ε­τε στὸν ἥ­λιο καὶ ν’ ἀ­γναν­τεύ­ε­τε τὴ θά­λασ­σα.»

        «Μὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς κά­νω καὶ τώ­ρα», ἀ­παν­τᾶ ὁ ψα­ράς, «κά­θο­μαι ἥ­συ­χος στὸ λι­μά­νι καὶ χου­ζου­ρεύ­ω. Τὸ ‘κλίκ’ σας μό­νο μ’ ἐ­νό­χλη­σε.»

 

        Ἔ­χον­τας πά­ρει πλέ­ον τὸ μά­θη­μά του, ὁ του­ρί­στας ἔ­φυ­γε σκε­πτι­κός. Βλέ­πε­τε, πρὶν πί­στευ­ε κι ὁ ἴ­διος ὅ­τι δού­λευ­ε, προ­κει­μέ­νου μιὰ μέ­ρα νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὴ δου­λεύ­ει. Ἔ­τσι, δὲν ἔ­μει­νε μέ­σα του οὔ­τε ἴ­χνος συμ­πό­νιας γιὰ τὸ φτω­χον­τυ­μέ­νο ψα­ρά· μό­νο μιὰ μι­κρὴ δό­ση ζή­λειας.

 

 

 

Πηγή: http://www.uni-flensburg.de/asta/pol_kultur_anekdote.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ἠθοποιοί: Τό­μας Χάι­ντσε (Tho­mas Hein­ze, του­ρί­στας), Χέλ­μουτ Ρούλ (Hel­mut Rühl, ψα­ράς). Σκη­νο­θε­σία: Μπά­στιαν Μπρόκ­μαν (Ba­sti­an Brοck­mann), Γιού­λια Χίρς-Χόφ­μαν (Ju­lia Hirsch-Hoff­mann). Παραγωγή: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms), Στέ­φαν Μάρ­τιν (Ste­fan Mar­tin). Δ/νση πα­ρα­γω­γῆς: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms).

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Λίγα λόγια γιὰ τὸν ἑαυτό μου

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Λί­γα λό­για γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου

(Über mich selbst) 

 

ΕΝΝΗΘΗΚΑ στὴν Κο­λω­νί­α, ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Ρῆ­νος, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νος ἀ­π’ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ τὸν θέ­λουν χα­ρι­τω­μέ­νο πο­τα­μά­κι ἕ­ως τὰ μι­σά, φαρ­δαί­νει καί, δι­α­σχί­ζον­τας μιὰν ἀ­πέ­ραν­τη πε­διά­δα, κα­τα­λή­γει στὴν ὁ­μί­χλη τῆς Βό­ρειας Θά­λασ­σας· ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ ὅ­που ἡ ἐγ­κό­σμια ἐ­ξου­σί­α πο­τὲ δὲν ἐ­λή­φθη πραγ­μα­τι­κὰ στὰ σο­βα­ρά, ἡ δὲ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι εἴ­θι­σται νὰ θε­ω­ρεῖ­ται στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­μα­νῶν· ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ ὅ­που πῆ­ραν τὸν Χίτ­λερ μὲ τὶς γλά­στρες καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σαν εὐ­θαρ­σῶς τὸν Γκέ­ρινγκ, τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ αὐ­τὸν λι­μο­κον­τό­ρο ποὺ κα­τά­φερ­νε μέ­σα σὲ μί­α ὥ­ρα νὰ πα­ρου­σια­στεῖ μὲ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς στο­λὲς – ἐ­γώ, μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λα παι­διὰ τῆς Κο­λω­νί­ας, στε­κό­μα­σταν κα­τὰ πα­ρά­τα­ξη σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να δι­ά­δρο­μο, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο πέ­ρα­σε μὲ τὴν τρί­τη στο­λή, μιὰ λευ­κή, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν πό­λη· δι­αι­σθα­νό­μουν ὅ­τι ἡ πα­σί­γνω­στη εὐ­θυ­μί­α τῆς Κο­λω­νί­ας δὲν θὰ κα­τόρ­θω­νε ν’ ἀ­να­κό­ψει τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη δύ­να­μη τοῦ Κα­κοῦ· γεν­νη­μέ­νος λοι­πὸν στὴν Κο­λω­νί­α, πε­ρί­φη­μη γιὰ τὸν γοτ­θι­κὸ κα­θε­δρι­κὸ να­ό της, ἂν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο θ’ ἄ­ξι­ζε νὰ φη­μί­ζε­ται γιὰ τοὺς ρο­μα­νι­κοὺς να­ούς της· στὴν Κο­λω­νί­α, ἕ­δρα τῆς πα­λαι­ό­τε­ρης ἑ­βρα­ϊ­κῆς κοι­νό­τη­τας στὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν ὁ­ποί­α καὶ πρό­δω­σε· οὔ­τε ἡ πο­λι­τι­κὴ συ­νεί­δη­ση, οὔ­τε τὸ χι­οῦ­μορ μπό­ρε­σαν ν’ ἀ­να­κό­ψουν τὴν ἐ­πέ­λα­ση τοῦ Κα­κοῦ – ἐ­κεῖ­νο τὸ χι­οῦ­μορ, τὸ ξα­κου­στὸ ὅ­σο καὶ ὁ κα­θε­δρι­κὸς τῆς πό­λης, ποὺ εἶ­ναι τό­σο καυ­στι­κὸ στὶς δη­μό­σι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις του ἀλ­λὰ καὶ τό­σο με­γα­λει­ῶ­δες καὶ σο­φό, κά­πο­τε, στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ τοὺς δρό­μους.

         Γεν­νή­θη­κα στὴν Κο­λω­νί­α, στὶς 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ἐ­νό­σῳ ὁ πα­τέ­ρας μου —φρου­ρός— φυ­λοῦ­σε σκο­πιὰ στὴ γέ­φυ­ρα· τὴ χρο­νιὰ τοῦ πο­λέ­μου μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη πεί­να ἀ­πέ­κτη­σε τὸ ὄ­γδο­ο παι­δί του· δύο ἀ­π’ αὐ­τὰ ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἤ­δη νω­ρὶς νὰ τὰ κη­δέ­ψει· ἀ­κό­μη, ἐ­νό­σῳ κα­τα­ρι­ό­ταν τὸν πό­λε­μο καὶ τὸν αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ τρε­λό, τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἔ­δει­χνε ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἄ­γαλ­μα. «Ἐ­κεῖ πά­νω» ἔ­λε­γε «ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἱπ­πεύ­ει τὸ χάλ­κι­νο ἄ­λο­γό του κα­τευ­θυ­νό­με­νος στὴ δύ­ση, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τε­λεῖ χρέ­η ξυ­λο­κό­που στὸ Ντὸρν ἐ­δῶ καὶ και­ρό.» Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦρ­θαν πρὶν αἰ­ῶ­νες ἀ­π’ τὶς Βρε­τα­νι­κὲς Νή­σους· κα­θο­λι­κοὶ στὸ θρή­σκευ­μα, προ­τί­μη­σαν τὴν ἐ­ξο­ρί­α πα­ρὰ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας τοῦ κρά­τους ποὺ ἐ­πέ­βα­λε ὁ Ἐρ­ρί­κος ὁ V­I­II. Ἄν­θρω­ποι τῆς θά­λασ­σας, ἄ­φη­σαν πί­σω τους τὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἀ­κο­λου­θών­τας ἀ­να­πό­τα­μα τὸν Ρῆ­νο· πάν­τα προ­τι­μοῦ­σαν τὴ ζω­ὴ στὶς πό­λεις πα­ρὰ στὴν ὕ­παι­θρο καί, κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, ἔ­γι­ναν μα­ραγ­κοί. Οἱ πρό­γο­νοι ἀ­π’ τὴν πλευ­ρὰ τῆς μη­τέ­ρας μου ἦ­ταν χω­ρι­κοὶ καὶ ζυ­θο­ποι­οί: μιὰ γε­νιὰ ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι εὐ­μά­ρειας, ἡ ἑ­πό­με­νη τῆς σπα­τά­λης, ἡ με­θε­πό­με­νη τῆς φτώ­χειας κι ἀ­π’ αὐ­τὴν πά­λι νὰ ξε­πη­δοῦν οἱ ἄ­ξιοι κ.ο.κ. ἕ­ως ὅ­του ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κλῶ­νος, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γό­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου, νὰ πε­ρι­πέ­σει σὲ με­γά­λη ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α καὶ κα­τα­φρό­νια κι ἔ­τσι τὸ ὄ­νο­μα νὰ σβη­στεῖ.

        Ἡ πρώ­τη μου ἀ­νά­μνη­ση: Ὁ ἐ­πα­να­πα­τρι­ζό­με­νος στρα­τὸς τοῦ Χίν­τεμ­πουργκ, γκρί­ζος, μὲ τά­ξη, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος νὰ σέρ­νει ἄ­λο­γα καὶ κα­νό­νια μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρα­θύ­ρια μας· μὲς ἀ­π’ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας μου κοι­τοῦ­σα στὸ δρό­μο, ἀ­π’ ὅ­που περ­νοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες φά­λαγ­γες κα­τευ­θυ­νό­με­νες στὶς γέ­φυ­ρες τοῦ Ρή­νου. Ἀρ­γό­τε­ρα: τὸ ἐρ­γα­στή­ριο τοῦ πα­τέ­ρα μου: μυ­ρω­διὰ ξύ­λου, κόλ­λας, λά­κας καὶ βερ­νι­κι­ῶν, ἡ ὄ­ψη φρε­σκο­τριμ­μέ­νων σα­νί­δων, ἡ πί­σω ὄ­ψη τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος ὅ­που βρι­σκό­ταν τὸ ἐρ­γα­στή­ριο – πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, τρα­γου­δοῦ­σαν, ἔ­βρι­ζαν καὶ κρε­μοῦ­σαν σὲ σχοι­νιὰ τὴ μπου­γά­δα τους, ἀ­π’ ὅ,τι σὲ ὁ­λό­κλη­ρα χω­ριά. Ἀ­κό­μα πιὸ με­τά, οἱ βα­ρύ­γδου­πες γερ­μα­νι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες τῶν δρό­μων ὅ­που ἔ­παι­ζα, Τό­ι­τομ­πουρ­γκερ, Ἐμ­που­ρό­νεν, Βε­λέν­τα, καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση με­τα­κο­μί­σε­ων, τὸ πό­σο ἄ­ρε­σαν στὸν πα­τέ­ρα μου, τὰ με­τα­φο­ρι­κὰ ὀ­χή­μα­τα, οἱ ἐρ­γά­τες νὰ φορ­τώ­νουν καὶ νὰ πί­νουν μπύ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα μου νὰ κου­νᾶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ τὸ κε­φά­λι, κα­θὼς ἄ­φη­νε τὴν ἑ­στί­α ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σε κι ἀ­πὸ ὅ­που κα­τόρ­θω­νε νὰ βγά­ζει ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ τὸ νε­ρὸ γιὰ τὸν κα­φὲ μιὰ στιγ­μὴ μό­λις πρὶν πά­ρει βρά­ση. Πο­τὲ δὲν μεί­να­με μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν Ρῆ­νο, παί­ζα­με πά­νω σὲ σχε­δί­ες, στὶς τά­φρους πα­λι­ῶν φρου­ρί­ων, σὲ πάρ­κα, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ κη­που­ροὶ ἀ­περ­γοῦ­σαν. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῶν πρώ­των χρη­μά­των ποὺ ἔ­βγα­λα· ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀ­να­γρα­φό­με­νο πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἄ­ξιο ἑ­νὸς Ροκ­φέ­λερ: ἕ­να δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο μάρ­κα· μοῦ ἔ­φτα­σε γιὰ νὰ πά­ρω μό­λις ἕ­να γλει­φιτ­ζού­ρι· ὁ πα­τέ­ρας μου με­τέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὴν πλη­ρω­μὴ τῶν βο­η­θῶν του μὲ κα­ρο­τσά­κι· λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μάρ­κο ἀ­νέ­κτη­σε μὲν τὴν ἀ­ξί­α του, σώ­θη­καν δὲ καὶ οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δε­κά­ρες· οἱ συμ­μα­θη­τές μου μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σαν στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, οἱ γο­νεῖς τους ἦ­ταν ἄ­νερ­γοι· δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­περ­γί­ες, κόκ­κι­νες ση­μαῖ­ες παν­τοῦ, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μὲ τὸ πο­δή­λα­το, στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­π’ τὶς πιὸ πυ­κνο­κα­τοι­κη­μέ­νες γει­το­νι­ὲς τῆς πό­λης· με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια, οἱ ἄ­νερ­γοι τα­κτο­ποι­ή­θη­καν: ἄλ­λοι ὄρ­γα­να τῆς τά­ξε­ως, ἄλ­λοι στρα­τι­ῶ­τες, ἄλ­λοι δή­μιοι, ἄλ­λοι ἐρ­γά­τες σὲ σκα­λω­σι­ὲς – οἱ ὑ­πό­λοι­ποι με­τα­φέρ­θη­καν σὲ στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης· οἱ στα­τι­στι­κὲς ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ταν, τὸ γερ­μα­νι­κὸ μάρ­κο ἔ­ρε­ε πλέ­ον ἄ­φθο­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς τῶν ὀ­φει­λῶν, ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, κα­θὼς —ἄν­τρες πιὰ ἀ­πὸ και­ρό— προ­σπα­θού­σα­με νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σου­με τὸ Κα­κό, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ βρί­σκου­με τὸ σω­στὸ τύ­πο· τὸ πο­σὸ τοῦ πό­νου ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο γιὰ τοὺς λί­γους μό­νο ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­στη­καν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ὡς φταῖ­χτες· ἔ­μει­νε ἕ­να ὑ­πό­λοι­πο ποὺ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ.

        Ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὸ γρά­ψι­μο τὸ ἤ­θε­λα ἀ­νέ­κα­θεν, τὸ προ­σπά­θη­σα ἤ­δη νω­ρίς, ἀλ­λὰ τὰ λό­για τὰ σω­στὰ τὰ βρῆ­κα ἀρ­γό­τε­ρα μό­νον.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ το Ἀρχεῖο Χάινριχ Μπαὶλ (Hein­rich Böll Archiv) στὴ σε­λί­δα:
http://www.heinrich-boell.de/HeinrichBoellUebermich.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης: Ἄφεριμ Ὄμπαση

 

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης

 

Ἄ­φε­ριμ Ὄμπαση!

 

ΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ τῆς μαύ­ρης τρο­μο­κρα­τί­ας, ὅ­ταν ὁ πα­σὰς τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου ἤ­θε­λε νὰ δώ­σει δί­και­ον εἰς τὸν μᾶλ­λον ἔ­νο­χον τῶν Τούρ­κων, τὸν συλ­λη­φθέν­τα ἐ­π’ αὐ­το­φώ­ρω, δι’ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε κα­κούρ­γη­μα, ἀ­πέ­στελ­λεν ὡς αὐ­το­σχέ­διον ἀ­να­κρι­τὴν ἕ­να μο­νό­φθαλ­μον ἀ­ρά­πην δε­κα­νέ­α, φέ­ρον­τα ἐ­πι­δει­κτι­κῶς καὶ ὡς τίτ­λον τι­μῆς τὸ ὄ­νο­μα Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­σης. Καὶ ὁ ἀ­να­κρι­τὴς με­τ’ ὀ­λί­γον ἐ­πέ­στρε­φε μὲ τό­σον τρα­νὰς ἀ­πο­δεί­ξεις πε­ρὶ τῆς ἀ­θω­ότη­τος τοῦ κα­κούρ­γου καὶ τῆς ἐ­νο­χῆς τοῦ θύ­μα­τος, ὥ­στε ὁ πα­σὰς καγ­χά­ζων διὰ τὰς εὐ­φυ­εῖς ἐ­πι­νοί­ας τοῦ ἀ­πε­σταλ­μέ­νου του ἐ­πα­νε­λάμ­βα­νεν εἰς αὐ­τὸν διὰ χι­λι­ο­στὴν φο­ράν: «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», δη­λα­δή: «Εὖ­γε δε­κα­νέ­α!».

 

*

 

         Οἱ Χρι­στια­νοί, τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­το τὸ φό­βη­τρον, ἀ­πε­κά­λουν αὐ­τόν, ἰ­δι­αι­τέ­ρως, Στρα­βα­ρά­πην. Ἀ­λί­μο­νον ὅ­μως καὶ τρι­σα­λί­μο­νον εἰς ἐ­κεῖ­νον ποὺ δὲν ἐ­προ­ση­κώ­νε­το κα­τὰ τὴν δι­ά­βα­σίν του, δὲν τὸν ἐ­χαι­ρέ­τι­ζεν εὐ­σε­βά­στως καὶ δὲν τὸν προ­σε­φώ­νει διὰ τοῦ τίτ­λου τοῦ συμ­βο­λί­ζον­τος τὰς τό­σας κα­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν κα­κουρ­γί­ας του. Καὶ ὅ­ταν ὁ γέ­ρων Μυ­ρό­βλη­τος, με­τα­βαί­νων με­τὰ με­σημ­βρί­αν τοῦ Πά­σχα εἰς τὸν να­ὸν τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­νᾶ, ὅ­που ἐ­τε­λεῖ­το ἡ δευ­τέ­ρα Ἀ­νά­στα­σις, εἶ­δεν ἔ­ξαφ­να ἐ­νώ­πιόν του τὸν Στρα­βα­ρά­πην, ἠ­σθάν­θη μὲν κρύ­ον φό­βον, ἀλ­λ’ ὑ­πε­κρί­θη ἀ­πά­θειαν, καὶ ἀλ­λά­ξας δι­εύ­θυν­σιν εἰ­σῆλ­θεν εἰς πα­ρα­κει­μέ­νην στε­νω­πόν. Μό­λις ὅ­μως ἐ­προ­χώ­ρη­σε βή­μα­τά τι­να, ἤ­κου­σε νὰ τὸν κρά­ζουν:

        «Ἔ, ἀ­φέν­τη! τοῦ λό­γου σου μι­λῶ…».

        Ἐ­στρά­φη καὶ εὑ­ρέ­θη πρὸ τοῦ σπεύ­σαν­τος Στρα­βα­ρά­πη.

        «Κά­νεις μου μιὰ χά­ρη;».

        «Ἂν περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου, Ἀ­φε…».

        «.. ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», συ­νε­πλή­ρω­σε σαρ­κα­στι­κῶς οὗ­τος.

        «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!», ἐ­πα­νέ­λα­βεν ὁ Μυ­ρό­βλη­τος.

        «Ἡ χά­ρη πού σοῦ ζη­τῶ δὲν εἶ­ναι με­γά­λη. Εἶ­ναι καὶ με­γά­λο μι­στό. Ξέ­ρεις ἐ­γὼ τσ’ ἀ­γα­πῶ τσὴ Χρι­στια­νοὺς καὶ ἂν δὲν ἐ­βα­φτί­στη­κα ἀ­κό­μη εἶ­ναι για­τί δὲν ηὗ­ρα νο­νό. Γί­νε­σαι νο­νός μου;».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἀ­νά­δο­χος τοῦ Στρα­βα­ρά­πη! Θὰ ἐ­γέ­λα ἂν δὲν ἠ­σθά­νε­το ρί­γος ἐ­πὶ τῆς ρά­χε­ως καὶ κο­πτό­με­να τὰ γό­να­τά του.

        «Μὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ βι­ά­ζο­μαι. Τώ­ρα ξέ­ρεις τί ἤ­θε­λα;», ἐ­ξη­κο­λού­θη­σεν. «Ἀ­λή­θεια πῶς δι­α­βά­ζου­νε τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο τούρ­κι­κα σή­με­ρα;».

        «Ἀ­λή­θεια».

        «Νὰ λοι­πὸν τί θέ­λω. Μή μοῦ τὸ ἀρ­νη­θεῖς», προ­σέ­θη­κε θω­πεύ­ων τὴν λα­βὴν τῆς σπά­θης του, «ἔ­τσι νὰ δεῖς κα­λὴ Ἀ­νά­στα­ση. Ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ πά­ω ἀ­κό­μη στὸν Ἅ­γιο Μη­νᾶ για­τί εἶ­μαι ἀ­βά­φτι­στος· μὰ τό ‘­χω τά­ξι­μο νὰ πᾶ­νε σκιὰς τὰ ροῦ­χα μου, καὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὸ  εὐ­αγ­γέ­λιο.  Τὰ πᾶς τοῦ λό­γου σου;».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἵ­στα­το σι­ω­πῶν καὶ ἀ­γνο­ῶν τί ν’ ἀ­πο­κρι­θεῖ. Στα­γό­νας ἱ­δρῶ­τος ἠ­σθά­νε­το ἐ­πὶ τοῦ με­τώ­που του. Ὁ Στρα­βα­ρά­πης ἀ­να­μέ­νων ἀ­πάν­τη­σιν ἐ­θώ­πευ­ε τὴν σπά­θην του, προ­σή­λω­νε τὸν ὀ­ξὺν ὀ­φθαλ­μὸν ἐ­πὶ τοῦ θύ­μα­τος καὶ ἀ­νοί­γων εἰς ψευ­δὲς μει­δί­α­μα τὰ πα­χέ­α χεί­λη, ἐ­πι­δεί­κνυ­ε τοὺς λευ­κούς του ὀ­δόν­τας.

        «Ἔ­λα τώ­ρα», εἶ­πε, «τοῦ λό­γου σου μὲ λυ­πᾶ­σαι πὼς ἂν τὰ πά­ρεις θ’ ἀ­πο­μεί­νω γδυ­μνὸς καὶ θὰ κρυ­ο­λο­γή­σω. Κα­λὸς ποὺ εἶ­σαι… Μὰ δὲν μὲ μέ­λει ἐ­μέ­να. Βά­ζω ἐ­γὼ τὰ δι­κά σου. Ἔ­λα, βγά­νε νὰ βγά­νω…».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἀ­νέ­πνευ­σεν. Ἐν­νό­η­σεν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ τῆς ἐν­δυ­μα­σί­ας καὶ οὐ­χὶ πε­ρὶ τῆς ζω­ῆς του. Ἀλ­λὰ καὶ πά­λιν ἡ συ­νεί­δη­σίς του ἐ­ξη­γέρ­θη διὰ τὸ ἀ­δί­κη­μα, καὶ ναὶ μὲν οὐ­δὲ λέ­ξιν ἐ­πρό­φε­ρεν, ἀ­πέ­μει­νεν ὅ­μως ἐ­πί τι­νας στιγ­μὰς ἐλ­πί­ζων τυ­χαί­αν τι­νὰ βο­ή­θειαν, ἄ­γνω­στον πό­θεν, ἀ­φοῦ ὁ δρό­μος ἦ­το ἔ­ρη­μος καὶ δι­ώ­κτης του ὁ Στρα­βα­ρά­πης.

        Οὗ­τος ὅ­μως με­τ’ ἀ­στρα­πια­ίας τα­χύ­τη­τας εἶ­χεν ἐκ­δυ­θεῖ ἤ­δη τὸ στίλ­βον ἐκ ρυ­πα­ρό­τη­τος στρα­τι­ω­τι­κόν του ζι­πό­νι μὲ τὰ κοκ­κι­νο­βα­φῆ σειρά­δια, ἐ­ξε­τύ­λι­ξε τὴν κα­τα­σχι­σμέ­νην ὁ­μοι­ό­χρω­μον ζώ­νην καὶ ἔ­τει­νεν αὐ­τὰ πρὸς τὸν Μυ­ρό­βλη­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ος, σκε­πτό­με­νος νὰ εὕ­ρει τρό­πον ἀ­πο­φυ­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν σα­κού­λαν μὲ τὰ χρή­μα­τά του.

        «Γιὰ πα­ρά­δες μὴ μοῦ μι­λή­σεις. Σοῦ ‘­πα πὼς τό ‘­χω τά­ξι­μο. Ἔ­χει δὲν ἔ­χει γρό­σα τὸ πα­ρα­δο­σά­κου­λό σου ἄ­φη­σέ το μέ­σα στὸ ζι­πό­νι σου. Στὴν τσέ­πη τοῦ δι­κοῦ μου, ποὺ θὰ φο­ρέ­σεις τώ­ρα, δὲ θέ­λω νὰ μπεῖ ξέ­νο δί­κιο… Κι ἐ­γὼ ὅ,τι ἔ­χω», προ­σέ­θη­κε κρού­ων τὴν βω­βὴν τσέ­πην τοῦ γε­λε­κιοῦ του, «μέ­σα θὰ τ’­ἀ­φή­σω…».

        Ὁ Μυ­ρό­βλη­τος ἐ­πεί­σθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ πλή­ρους λη­στεί­ας. Ἐ­χα­μή­λω­σε τοὺς ὀ­φθαλ­μούς, πα­ρε­τή­ρη­σεν ἀ­πο­χαι­ρε­τί­ζων ἀ­πὸ ἐ­πά­νω ἕ­ως κά­τω τὴν ὡ­ραί­αν ἐν­δυ­μα­σί­αν, ποὺ πρὸ ἑνὸς τε­τάρ­του εἶ­χε πρω­το­φο­ρέ­σει.

        Καὶ χω­ρὶς λέ­ξιν νὰ προ­φέ­ρει ἤρ­χι­σεν ἐ­πί­σης ἐκ­δυ­ό­με­νος εἰς τὸ μέ­σον τοῦ δρό­μου…

        «Ἐ­μᾶς στὸ τζα­μί μας πα­πού­τσια δὲν μπαί­νου­νε μέ­σα. Μὰ ἐ­σεῖς φο­ρεῖ­τε. Ἔ­λα… βά­λε τὰ δι­κά μου ν’ ἀ­κού­σουν κι αὐ­τὰ εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἔ­λα τώ­ρα καὶ τὰ φέ­σα μας. Τὸ δι­κό μου εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρο, μὰ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴ σὲ βα­ραί­νει ποὺ θὰ τὸ βα­στᾶς στὴ χέ­ρα σου. Μπρά­βο. Ὅ­λα τ’ ἀλ­λά­ξα­με. Τί ἄ­δι­κο νὰ μὴν μπο­ροῦ­με ν’ ἀλ­λά­ξο­με καὶ τὰ μά­τια νὰ δεῖ καὶ τὸ δι­κό μου τὸ μο­νά­κρι­βο ἐκ­κλη­σιά…».

        Καὶ μὲ τὸν φρι­κώ­δη του αὐ­τὸν ἀ­στε­ϊ­σμόν, ὅ­στις ἐπά­γω­σεν αὐ­τό­χρη­μα τὸν Μυ­ρό­βλη­τον, ὁ Στρα­βα­ρά­πης ἐ­ξερ­ρά­γη εἰς γέ­λω­τας, πα­ρα­τη­ρῶν τὸ πε­λιδ­νὸν πρό­σω­πον καὶ τὴν ἐ­λε­ει­νὴν κα­τά­στα­σιν τοῦ εἰς δε­κα­νέ­α με­ταμ­φι­ε­σθέν­τος ἄ­τυ­χους γέ­ρον­τος. Καὶ τοῦ εἶ­πε θω­πεύ­ων χλευ­α­στι­κῶς τὴν λευ­κὴν αὐ­τοῦ γε­νειά­δα:

        «Ἀ­φε­ρὶμ Ὄμ­πα­ση!».

 

 

Πηγή: Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης, Ὁμογάλακτος ἀδελφός της καὶ ἄλλα δι­η­γή­ματα, ἐπιμέλεια Ἐ. Χ. Γονατᾶς, Ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα, 1988.

 

Ἰωάννης Μ. Δαμβέργης: (Ἡράκλειο Κρήτης, 1862-1938) Δημοσιογράφος, διηγηματογράφος καὶ ποιητής. Ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῶν ἀγώνων γιὰ τὴν ἕνωση τὴς Κρήτης μὲ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Σπούδασε Νομικά. Διηύθυνε τὰ περιοδικὰ Ἐβδομάς καὶ Πάτρια. Πρῶτο του βιβλίο: Οἱ Κρῆτες μου (1898), καὶ τελευταῖο: Τὰ τραγούδια τῆς ἀγάπης (1927).

 

Χάιρο Ἀνίμπαλ Νίνιο (Jairo Aníbal Niño): Ἱστορία τῆς ἄμμου

 

 

Χά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño)

 

Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄμ­μου

(H­i­s­t­o­r­ia De La A­r­e­na)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ ἡ πό­λη ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Μὲ τὸ πρό­σω­πο ν’ ἀν­τι­κρί­ζει τὴν ἔ­ρη­μο καὶ τὰ πό­δια βυ­θι­σμέ­να στὴν ἄμ­μο, ὅ­λοι συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν ὅ­τι γιὰ τριά­ντα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, ζοῦ­σαν μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμό.

 

 

Πη­γή: A­v­a­n­z­a­n­d­o­a­t­i­e­n­t­as.b­l­o­g­s­p­ot.c­om

 

X­ά­ι­ρο ­νίμ­παλ Νί­νιο (J­a­i­ro A­n­í­b­al N­i­ño). (Μο­νι­κου­ι­ρά, Κο­λομ­βί­α, 5 Σε­πτεμ­βρί­ου 1941-Μπογ­κο­τά, Κο­λομ­βί­α, 30 Αὐ­γού­στου 2010). Ζω­γρά­φος, ποι­η­τής, δρα­μα­τουρ­γὸς καὶ πε­ζο­γρά­φος ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὸν χῶ­ρο τῆς παι­δι­κῆς καὶ νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Co­mplu­ten­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ «Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ» (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Ξένια Παπαδημητρίου: Τὸ σκυλὶ τοῦ τσαγκάρη

 

 

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου

 

Τὸ σκυ­λὶ τοῦ τσαγ­κά­ρη

 

Π’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ τοῦ μπά­νιου ἄ­κου­γε τὶς στά­λες ποὺ ἔ­πε­φταν πά­νω στὸ στέ­γα­στρο τρυ­πών­τας τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ. Μὰ τί στὰ κομ­μά­τια, ἔ­βρε­χε τώ­ρα; Τεν­τώ­θη­κε νὰ δεῖ ἔ­ξω, ὄ­χι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ὅ­λα κα­τά­λευ­κα, κι ὁ θό­ρυ­βος τοῦ νε­ροῦ ἦ­ταν τὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­λει­ω­νε. Δὲν ἦ­ταν ἔ­τσι ἡ βρο­χή, τό ’­ξε­ρε, ἐ­κεί­νη κά­νει ἕ­να κού­φιο μουρ­μου­ρη­τὸ σὰν ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς καλ­πα­σμοῦ κά­που μα­κριά. Πλύ­θη­κε κα­λὰ μέ­χρι τ’ αὐ­τιά. Ἔ­τρι­ψε τὸ γέ­ρι­κο πη­γού­νι του, κα­λὰ ἦ­ταν, τὸ γέ­νι μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει ἄλ­λη μιὰ μέ­ρα πρὶν τὸ ξύ­ρι­σμα. Ντύ­θη­κε, ὅ­λα μάλ­λι­να, ἀ­πὸ τὴ φα­νέ­λα, ὣς τὶς κάλ­τσες, που­λό­βερ, παν­τε­λό­νι καὶ κα­πό­το κι ἔ­βα­λε τὶς γα­λό­τσες του, ἐ­κεῖ­νες πού ’χε γιὰ τὸ χι­ό­νι. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­το, μὰ δὲν τὸ κα­βά­λη­σε. Τὰ με­ταλ­λι­κὰ χε­ρού­λια του ἔ­στε­καν ἀγ­κυ­λω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Κοί­τα­ξε τὸ σκύ­λο. Ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε καὶ δί­χως κου­βέν­τα ἔ­κα­νε προ­σπά­θεια νὰ ση­κω­θεῖ. Τοῦ πό­να­γαν ὅ­λα του τὰ κόκ­κα­λα κι αὐ­τοῦ τοῦ ζων­τα­νοῦ, πῶς γε­ρά­σα­με ἔ­τσι… Ὁ σκύ­λος μπῆ­κε στὴ γραμ­μὴ ν’ ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ πο­δή­λα­το. Ἀ­σπρό­μαυ­ρος μὲ κά­τι ἀ­δι­ά­φο­ρες βοῦ­λες καὶ μὲ κορ­μὶ λα­πα­δι­α­σμέ­νο καὶ σκευ­ρω­μέ­νο ἀ­π’ τὰ χρό­νια. Τὴ μυ­τε­ρὴ μου­σού­δα ρυ­μουλ­κοῦ­σε θαρ­ρεῖς μιὰ νο­ε­ρὴ κλω­στὴ ποὺ τρά­βα­γε τὸ πο­δή­λα­το μὲ κό­πο.

         Ἡ ἡ­συ­χί­α τοῦ χι­ο­νιοῦ ἤ­τα­νε που­που­λέ­νια. Μιὰ γυ­α­λά­δα σὰν ἀ­πὸ πε­τρά­δια ἀ­να­κλοῦ­σε ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς καμ­πύ­λες ποὺ συ­νό­δευ­αν τὸν ἴ­σιο δρό­μο. Οἱ γα­λό­τσες βυ­θί­ζον­ταν μέ­σα στὸ χι­ό­νι κι ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα ἕ­να ἁ­πα­λὸ χρὰτς χράτς, σὰν νὰ ἔ­κο­βες τὴ χάρ­τι­νη ἀ­θω­ό­τη­τα στὰ δύο. Τὰ φα­λα­κρὰ δέν­τρα εἶ­χαν γί­νει κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα μὲ τὶς ἁ­πα­λὲς πι­νε­λι­ὲς τοῦ χι­ο­νιοῦ καὶ τὸν ὑ­πό­λευ­κο πά­γο ποὺ τοὺς κεν­τοῦ­σε τὰ κλω­νά­ρια. Νι­κοῦ­σε τὴ βα­ρύ­τη­τα, ναί, τὸ χι­ό­νι γι’ αὐ­τὸ σὲ ἀ­πο­γεί­ω­νε, τό­σο λε­πτό, τό­σο φί­νο σκέ­πα­ζε τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἀ­σχή­μι­ες, στρώ­νον­τας ἕ­ναν νέ­ο δρό­μο νυ­φι­κὸ ποὺ σὲ προ­σκα­λοῦ­σε νὰ πα­τή­σεις πά­νω του. Ἕ­να παγ­κά­κι μὲ στρογ­γυ­λε­μέ­νες ἀ­κμές, στέ­γες ποὺ μοιά­ζαν μὲ σπι­τά­κια ἀ­πὸ ζά­χα­ρη, κι ἕ­νας κα­θά­ριος οὐ­ρα­νὸς ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ σκο­τοῦ­ρες, βά­σα­να καὶ λά­θη, ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βά­δι­ζε ὁ­λο­μό­να­χος πρὸς τὴ λύ­τρω­ση. Εἶ­χαν τσού­ξει τὰ μά­τια τοῦ τσαγ­γά­ρη κα­θὼς περ­πά­τα­γε κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε σὲ κεί­νη τὴ ἄ­σπρη λι­μνο­θά­λασ­σα ἀ­πὸ λευ­κό. Ἔ­κα­νε κρύ­ο, μὰ τὸ τσαγ­γά­ρι­κο ἦ­ταν πιὰ κον­τά. Μιὰ μέ­ρα θὰ ἔ­κλει­νε κι αὐ­τὸ σὰν ἔ­κλει­νε ἐ­κεῖ­νος τὰ μά­τια, σκέ­φτη­κε. Δὲν εἶ­χε ἀ­φή­σει κα­νέ­ναν πί­σω του γιὰ νὰ πα­ρα­δώ­σει τὴ σκυ­τά­λη. Μέ­χρι τώ­ρα θὰ εἶ­χε μπα­λώ­σει καὶ λου­στρά­ρει θαρ­ρεῖς ἑ­κα­τομ­μύ­ρια πα­πού­τσια. Τό­σα, ποὺ ἂν τὰ στοί­βα­ζες ὅ­λα μα­ζί, θὰ ἔ­φτια­χναν πύρ­γο μὲ ἐ­ξώ­πορ­τα. Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τῶν δερ­μά­των, τῶν πελ­μά­των καὶ τῆς κόλ­λας φυ­λα­κί­ζον­ταν σή­με­ρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν πα­χιὰ στρώ­ση χι­ο­νιοῦ. Ἔ­φτα­σε. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ πο­δή­λα­το, γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ στό­ρι τοῦ μα­γα­ζιοῦ, κι εἶ­δε πὼς ὁ σκύ­λος δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ δε­κα­ε­φτὰ χρό­νια ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ γέ­ρου τοῦ τι­νά­χτη­κε ἡ καρ­διά. Ξε­κί­νη­σε ἀν­τί­στρο­φα γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Τὰ δι­κά του ἴ­χνη ὑ­πήρ­χα­νε μο­νά­χα, τῆς γα­λό­τσας. Κι ἔ­τσι πῆ­ρε τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς βα­δί­ζον­τας πά­νω στὰ ἴ­δια βή­μα­τα συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ ἕ­να πι­σω­γύ­ρι­σμα στὰ δι­κά σου πα­τή­μα­τα ποὺ κα­λεῖ­σαι νὰ τὰ ξα­να­πε­ρά­σεις. Καὶ νά, ὁ σκύ­λος, κεί­τον­ταν ἐ­κεῖ, στὰ μέ­σα της δι­α­δρο­μῆς. Ἀ­σπρό­μαυ­ρος μὲ κά­τι ἀ­δι­ά­φο­ρες βοῦ­λες καὶ σῶ­μα ἄ­ψυ­χο. Ὁ τσαγ­γά­ρης τὸν σή­κω­σε στὰ χέ­ρια καὶ ξα­να­πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ μα­γα­ζί, ἀ­κο­λου­θών­τας γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὰ ἴ­δια του τὰ ἴ­χνη.

 

     Φε­βρουά­ριος 2010

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές καὶ Ὥς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.