Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Πρότυπον Φυτοκομεῖον: Ὁ Κινέζος

 

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου

 

Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον: Ὁ Κι­νέ­ζος

 

Ε­ΦΥ­ΤΡΩ­ΣΕ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ ἂν τὸ «πράγ­μα» ἐ­κεῖ­νο ἦ­ταν βρέ­φος, ἔ­φη­βος, ἄν­τρας ἢ γέ­ρος – στὴν ἀρ­χὴ ἢ στὸ τέ­λος τοῦ γή­ρα­τος. Ἕ­να πρω­ὶ οἱ κα­τα­στη­μα­τάρ­χες τοῦ ὡ­ραί­ου Βό­λου, κα­θὼς ξε­κλεί­δω­ναν τὰ μα­γα­ζιὰ τῆς Ἑρ­μοῦ, δι­α­πί­στω­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη καὶ τα­ρα­χὴ πὼς στὸ στε­νά­κι τοῦ Κου­τσί­να, λί­γο πιὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἐμ­πο­ρι­κὰ τῶν Βα­ροὺχ καὶ Ἀ­βδελ­λᾶ, σὲ μιὰ πα­λιά, ἐ­ρει­πω­μέ­νη ἀ­πο­θή­κη, χρό­νια κλει­στή, ἔ­τρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θά­νοι­χτη πόρ­τα μιὰ ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φή:

 

ΠΡΟ­ΤΥ­ΠΟΝ ΦΥ­ΤΟ­ΚΟ­ΜΕΙ­ΟΝ,

Δεν­δρύλ­λια Ἐ­ξω­τι­κά,

Ὁ Κι­νέ­ζος.

 

         Τὴν ἔκ­πλη­ξη δι­α­δέ­χτη­κε, ὅ­πως πάν­τα, ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Ὁ μαρ­μά­ρι­νος ντου­σε­μὲς τῆς Ἑρ­μοῦ δι­έ­δω­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὴν ἀλ­λό­κο­τη εἴ­δη­ση σ’ ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε ἔμ­πο­ρος στὴν Ἑρ­μοῦ, ἐ­κεί­νη τὴ συν­νε­φι­α­σμέ­νη μέ­ρα τοῦ ’­50, ποὺ νὰ μὴν ἔ­ρι­ξε μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ Κι­νέ­ζου· ὄ­χι ἀ­σφα­λῶς χω­ρὶς μιὰ δό­ση ἱ­ε­ρῆς ἀ­γα­νά­κτη­σης γιὰ τὸ θρά­σος τοῦ ἀ­να­το­λί­τη μὲ τ’ ἀ­κά­θαρ­τα πνευ­μό­νια νὰ ἀ­να­πνεύ­σει τὸ λα­γα­ρι­σμέ­νο ἀ­έ­ρα μιᾶς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί γύ­ρευ­ε ἕ­νας Κι­νέ­ζος μά­γος στὴν ὀρ­θό­δο­ξη κοι­νω­νί­α μας; Τί σή­μαι­νε ἐ­κεί­νη ἡ πα­ρά­ξε­νη ἐ­πι­γρα­φή; Τὸ φυ­το­κο­μεῖ­ο του ὡ­στό­σο πε­ρί­με­νε πε­λά­τες. Ἰ­δοὺ τὸ πρό­σχη­μα γιὰ μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸ βά­θος. Ὅ­ταν ὅ­λος ὁ Βό­λος πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ φυ­τώ­ριο τοῦ Κι­νέ­ζου, ὑ­ψώ­θη­κε σὰν κα­πνὸς πά­νω ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες τῶν ἀρ­χον­τι­κῶν τῆς πό­λης, ἡ ἴ­δια ἀ­πο­ρί­α: Ποι­ός μπα­γα­πόν­της ἦ­ταν ὁ ἀ­σιά­της αὐ­τὸς ποὺ ἤ­ξε­ρε τρό­πους νὰ σμι­κρύ­νει τὶς δι­α­στά­σεις τῶν φυ­τῶν, γυ­ρί­ζον­τας δέν­τρα μὲ κορ­μοὺς ἐκ Θε­οῦ γι­γάν­τιους, σὲ τρο­μα­κτι­κὲς μι­νι­α­τοῦ­ρες στρε­βλω­μέ­νες σὲ δα­κτυ­λι­δέ­νιους δί­σκους; Πῶς ὁ Πρω­τέ­ας αὐ­τὸς ἄλ­λα­ζε ὄ­ψεις στὸ λε­πτό, ἀ­πὸ βρέ­φος σὲ ἔ­φη­βο, ἀ­πὸ ἄν­δρα σὲ γέ­ρο; Ὅ­μως οἱ εὐ­προ­σάρ­μο­στες ἀ­παν­τή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν μπο­ροῦν ὑ­πο­κα­θι­στών­τας νὰ ἐ­κτο­πί­σουν τὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα μυ­στι­κὰ τοῦ κό­σμου. Ἁ­πλῶς, κου­ρα­σμέ­νοι ὅ­πως εἴ­μα­στε, κοι­μό­μα­στε μὲ τὸ στα­νιό, σὰν τοὺς φα­κί­ρη­δες, σὲ κο­τρώ­νια ἐ­πά­νω πού, θέ­λου­με δὲ θέ­λου­με, συμ­φω­νοῦ­με πὼς εἶ­ναι τά­χα στρώ­μα­τα που­που­λέ­νια. Συ­νη­θί­σα­με πιά. Ὁ Κι­νέ­ζος ἤ­ξε­ρε πὼς ἡ δύ­να­μή του ἀν­τλοῦ­σε τὴν ἰ­σχύ της ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἐ­τού­τη τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση λοι­πὸν δὲν ἄρ­γη­σε κα­θό­λου· ἀν­τί­θε­τα, σύν­το­μα πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε κα­νο­νι­κὸς ἔμ­πο­ρος τῆς Ἑρ­μοῦ· πού, ἀλ­λί­μο­νο, ἄ­νο­μος στό­χος του ἦ­ταν νὰ ἔρ­θει μιὰ νύ­χτα σὲ συ­ναλ­λα­γὴ μὲ τὸ δι­ά­βο­λο – νὰ που­λή­σει τὴν ψυ­χή του μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα μί­α τέ­λεια συρ­ρί­κνω­ση, σὰν ἐ­κεί­νη ποὺ ἐ­κμη­δε­νί­ζει χω­ρὶς νὰ κα­ταρ­γεῖ τὸ δαι­μό­νιο πνεῦ­μα του. Ἡ πο­λι­τεί­α φρίτ­τει ἀ­κό­μα. Τί συ­νέ­βη; Ἂς μι­λή­σουν τὰ γε­γο­νό­τα. Κά­ποι­α μέ­ρα μιὰ ἀ­φί­σα εἰ­δο­ποι­οῦ­σε πὼς ὁ Κι­νέ­ζος εἶ­χεν ἕ­τοι­μη μιὰ τέ­λεια φυ­το­κο­μι­κὴ δη­μι­ουρ­γί­α, ἕ­να δεν­δρύλ­λιο ἀ­ό­ρα­το στὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι. Προ­σκα­λοῦ­σε μά­λι­στα τοὺς πο­λί­τες νὰ πα­ρα­στοῦν τὴν ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τοῦ ἔρ­γου. Πράγ­μα­τι ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ ξη­μέ­ρω­σε ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Τὴν ὥ­ρα τῆς χα­ραυ­γῆς μιὰ ἀ­νυ­πό­μο­νη ἡ­λι­α­χτί­δα, ξε­στρα­τί­ζον­τας ἡ ἀ­νό­η­τη ἀ­πὸ τὸ ντου­σε­μὲ τῆς Ἑρ­μοῦ, ρί­χτη­κε τρε­χά­λα στὸ στε­νὸ τοῦ Κι­νέ­ζου. Και­ρο­φυ­λα­κτών­τας τὸ κα­κὸ τὴν ἅρ­πα­ξε στὰ νύ­χια του. Τρε­λὴ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ κι ἔ­γι­νε κου­βά­ρι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ψό­φια κου­λου­ρι­α­σμέ­νη γά­τα, στὰ κε­ρα­μί­δια τοῦ Ἀ­βδελ­λᾶ. Δυ­ὸ δεν­δρύλ­λια ψη­λώ­νον­τας καὶ γκρε­μί­ζον­τας στὸ λε­πτὸ τὴ στέ­γη τοῦ φυ­το­κο­μεί­ου, ἄρ­χι­ζαν νὰ θρο­ΐ­ζουν ἀ­συρ­ρί­κνω­τα στὸν οὐ­ρα­νό. Τὰ ἑ­λι­κο­ει­δῆ δεν­δρύλ­λια, ποὺ συ­στρέ­φον­ταν σὰ φί­δια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, σπι­θα­μια­ῖα τὴν προ­η­γού­με­νη ἀ­κρι­βῶς, εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ὕ­ψος καὶ φυ­σι­κὲς δι­α­στά­σεις. Δί­πλα στὰ γι­γάν­τια δέν­τρα, ρι­ζω­μέ­να στὸ ὑ­πέ­δα­φος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, ἕ­να δι­σκά­κι σὰ δα­χτυ­λί­δι, μὲ ἐ­λά­χι­στο χῶ­μα, δί­χως κά­ποι­ο φυ­τὸ ὁ­ρα­τό, ἔ­φε­ρε τὴ φρι­χτὴ ἐ­πι­γρα­φή: «Ἰ­δοὺ ἐ­γώ, ἕ­να τέ­λει­ο μπον­ζά­ϊ». Πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­λα­βαν τὶς γνω­στὲς δι­α­στά­σεις, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­λοι πὼς στὸ ἀ­στέ­γα­στο φυ­το­κο­μεῖ­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή. Ὁ Κι­νέ­ζος εἶ­χε χα­θεῖ. Ὅ­λοι ἔ­κα­ναν τὴ σκέ­ψη πὼς ὁ δαί­μο­νας αὐ­τὸς εἶ­χε με­του­σι­ω­θεῖ ὁ ἴ­διος σὲ ἄ­ϋ­λο μπον­ζά­ϊ. Ὄ­χι ἄ­δι­κα ἴ­σως. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ὅ­ταν ἡ πό­λη ξε­πά­τω­σε τὰ δύ­ο δέν­τρα, οἱ ξυ­λο­κό­ποι ὑ­πο­στή­ρι­ξαν πὼς στοὺς φλοι­οὺς ψη­λά­φη­σαν ἀ­νά­γλυ­φες κά­ποι­ες τε­ρα­τώ­δεις μορ­φὲς ποὺ θύ­μι­ζαν μά­σκες νε­κροῦ. Με­τὰ τὴν κο­πὴ τῶν δέν­τρων ἡ πο­λι­τεί­α βυ­θί­στη­κε σὲ μιὰν ἀ­πο­χαύ­νω­ση ποὺ δια­ρκεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Φρόν­τι­σε ὡ­στό­σο νὰ με­τα­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ φυ­το­κο­μεῖ­ο τοῦ Κι­νέ­ζου στὰ πα­νε­πι­στη­μια­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια τὸ μα­γι­κὸ δι­σκά­κι, —«ἕ­ναν καβ­βα­λι­στι­κὸν δα­κτύ­λιον, ὅ­στις εἶ­χε φέ­ρει τὴν ψυ­χὴν ἐ­κεί­νου τοῦ Ἀ­σιά­τη Γύ­γη εἰς δη­μι­ουρ­γι­κὴν συ­νεύ­ρε­σιν μὲ τὸ ἀρ­χέ­γο­νον, αἰ­ώ­νιον οὐ­δέν»­,— ἔ­τσι σχο­λί­α­σαν οἱ ραβ­βί­νοι Βα­ροὺχ καὶ Ἀ­βδελ­λὰς τὴ με­τα­φο­ρὰ στὴ Συ­να­γω­γή τους, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα τὸ Ἀ­νώ­τα­το Ἐκ­παι­δευ­τι­κό μας Ἵ­δρυ­μα ἐ­πέ­μει­νε στὴν ἄ­πο­ψη πὼς κά­ποι­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση θὰ εἶ­χε καὶ τοῦ­το τὸ μυ­στή­ριο.

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέκ­δο­τη συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Πρό­τυ­πον Φυ­το­κο­μεῖ­ον. Πρώ­τη δημοσί­ε­ση.

 

Α.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸν Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κε­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Διαφημίσεις