Κώστας Λαχᾶς: Εἰς μνήμην

 

 

Κώ­στας Λα­χᾶς

 

Εἰς μνή­μην

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ τοῦ ἐ­κλι­πόν­τος σὲ πλαί­σιο ἔ­κτα­κτης λε­πτουρ­γι­κῆς τέ­χνης πά­νω σὲ σκοῦ­ρο κα­φέ, σχε­δὸν μαῦ­ρο τρα­πέ­ζι. Ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα, ἐ­πί­τη­δες ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα, μὲ δυ­σφο­ρί­α στο­λί­ζουν γυ­ά­λι­νο ἀν­θο­δο­χεῖ­ο.

         Κυ­ρια­κὴ Μα­ΐ­ου καὶ πε­ρί­με­ναν, ἴ­σως, κά­πως ἀλ­λοι­ῶς νὰ πε­ρά­σουν τὴν ἥ­με­ρα. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λίβα­νου δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν πρέ­που­σα ἀ­τμό­σφαι­ρα. Σκη­νο­θε­σί­α ἐ­πι­με­λής. Ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ πο­λὺ ἀ­γά­πη­σε ὁ με­τα­στὰς το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ συγ­κί­νη­ση. Μιὰ Κα­λη­μέ­ρα —που­λὶ σὲ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο— ἔρ­γο ξυ­λουρ­γι­κῆς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ τι­μώ­με­νος θὰ ἀ­πη­σχό­λη­σε, ὑ­πο­θέ­τω, πολ­λὲς ὧ­ρες τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν «τε­χνι­κῶν». Μιὰ ἐ­τα­ζέ­ρα μὲ τρί­α ἄ­νι­σα ἐ­πί­πε­δα κόν­τρα πλα­κέ, φι­λο­ξε­νεῖ τώ­ρα μπου­κα­λά­κι μὲ κο­λώ­νια —πρό­βλε­ψις γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο— ἔ­χει τὴν καρ­διά της ἡ κυ­ρί­α Ἐ­λευ­θε­ρί­α.

        Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι μὲ ἀ­νά­λο­γο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση ἔκ­φρα­ση. Πα­ρα­λυ­μέ­νο τὸ κά­τω χεῖ­λος, πε­σμέ­νη ἡ κά­τω σια­γών, δι­α­βλέ­πεις ἤ­δη γω­νί­ες ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ τοῦ στό­μα­τος. Τὸ βλέμ­μα σχε­δὸν ἀ­πλα­νές. Ὅ­λα αὐ­τὰ σὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν πά­ρει ἐ­λα­φρὰ κλί­ση πρός, τὰ δε­ξιά. Τὰ πό­δια στὸ ὕ­ψος τῶν ἀ­στρα­γά­λων, συμ­πλέ­κον­ται. Τὰ χέ­ρια σὲ ἀ­το­νί­α ἢ σὲ μο­νό­το­νη μη­χα­νι­κὴ κί­νη­ση.

        Μοι­ρο­λο­γῆ­τρες, ἐ­πὶ τού­του κα­λε­σμέ­νες, πῆ­ραν θέ­ση ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τι­μῆς ἕ­νε­κεν πιὸ κον­τὰ στὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ εἰ­κο­νι­ζό­με­νου. Ἄλ­λω­στε αὐ­τὸ θὰ βο­η­θή­σει σὲ συγ­κι­νη­τι­κώ­τε­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Ρω­τοῦν: Για­τί τό ‘­κα­νες αὐ­τό· κι ἀ­κό­μα: Ποῦ βρί­σκον­ται τὰ μα­τά­κια σου, τὰ χει­λά­κια σου, κι ἂν συ­νάν­τη­σε τὸν Ἀν­τρό­νι­κο. Ἦ­ταν πα­τέ­ρας τοῦ μνη­μο­νευ­ο­μέ­νου ὁ Ἀν­τρό­νι­κος ποὺ χά­θη­κε στοὺς Ἁ­γί­ους Σα­ράν­τα. Τώ­ρα κα­μα­ρώ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ ὁ πλα­νό­διος φω­το­γρά­φος πέ­τυ­χε νὰ τὴν μον­τά­ρει ἔ­τσι ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ­δη­γεῖ ἀ­ε­ρο­πλά­νο. Μό­νο ποὺ κά­τω κά­τω δι­α­κρί­νον­ται οἱ γκέ­τες του. Πάν­τως καὶ πρι­ο­νά­κια ἔ­χει γύ­ρω γύ­ρω, σὲ σχῆ­μα καρ­διᾶς, καὶ κά­ποι­ους στί­χους δι­α­βά­ζεις στὸ πλαί­σιο:

        Λά­βε κορ­μὶ χω­ρὶς ψυ­χὴ

        καὶ σῶ­μα δί­χως αἷ­μα

        λά­βε καὶ τὴ φω­το­γρα­φί­α μου

        γιὰ νὰ θυ­μᾶ­σαι ἐ­μέ­να.

Οἱ μοι­ρο­λο­γῆ­τρες συ­νε­χί­ζουν τοὺς κο­πε­τοὺς καὶ μα­ζὶ τὶς ἐ­ρω­τή­σεις πάν­τα. Καὶ μὲ τὸ δί­κιο τους, για­τὶ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ δελ­τί­ο μᾶς ἄ­φη­σε, τό­τε, ἀ­πλη­ρο­φό­ρη­τους. Βέ­βαι­α, βρί­σκουν πὼς ἦ­ταν κα­λὸ παι­δί, ἔ­ξυ­πνος, καὶ πὼς δὲν πα­ρέ­λει­πε νὰ πο­τί­ζει κά­θε πρω­ὶ τοὺς αὐ­το­φυ­εῖς κρί­νους τῆς αὐ­λῆς.

        Μιὰ κυ­ρί­α δι­α­πι­στώ­νει πὼς ὁ και­ρὸς ἔ­στρω­σε, σὲ πεῖ­σμα τοῦ με­τε­ω­ρο­λο­γι­κοῦ δελ­τί­ου εἰ­δή­σε­ων, καὶ πὼς οἱ τρι­αν­τα­φυλ­λι­ές της προ­ο­δέ­ψα­νε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Ἀ­πο­φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ κα­στα­νό­χω­μα ποὺ που­λᾶ­νε στὴ γω­νί­α Κο­μνη­νῶν-Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κό. Μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα, κο­πέλ­λα με­τρᾶ τὰ κε­φά­λια. Τὰ δά­χτυ­λά της κον­τυ­λο­φό­ροι ποὺ κα­τα­γρά­φουν τοὺς πα­ρόν­τες. Προ­φα­νῶς κα­φε­δά­κι. Σι­χαί­νο­μαι τὸν κα­φὲ καὶ σ’ αὐ­τὸ φταί­ει ἡ πεν­θοῦ­σα ποὺ δὲν κα­τα­φέρ­νει τὸ ψή­σι­μό του. Ὅ­μως ἐ­πι­μέ­νει κά­θε πρώ­τη τοῦ μη­νὸς νὰ μοῦ λέ­ει: Ἕ­να κα­φε­δά­κι; Ἔ­τσι, εὐ­τυ­χῶς ποὺ ἡ κυ­ρί­α Ἐ­λευ­θε­ρί­α δὲν εἶ­χε και­ρό, για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ κλαί­ει.

        Ὁ κα­φὲς ἦρ­θε. Ζη­τή­σα­με «ἄ­φε­ση ἁ­μαρ­τι­ῶν», «γαῖ­αν ἐ­λα­φράν» καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α. Σι­ω­πή.­.. Ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ὁ θαρ­ρα­λέ­ος ποὺ θὰ κά­νει τὴν ἀρ­χή. Ὕ­στε­ρα ρου­φηξι­ές, θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὰ φλυτ­ζά­νια, λί­γα ψί­χου­λα στὰ σκοῦ­ρα —ὣς ἐ­πὶ τὸ πλεί­στον— ἐν­δύ­μα­τα τῶν κα­λε­σμέ­νων. Ὁ ἄλ­λος γιὸς τῆς νοι­κο­κυ­ρᾶς μου βρί­σκει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­σκε­δά­σει τὴν ἀ­νί­α πα­ρα­κα­θη­μέ­νης του. Αἰ­σθά­νε­ται εὐ­τυ­χὴς ποὺ στὴ γε­νι­κὴ κα­τά­θλι­ψη βρί­σκει τὴ χα­ρά.

 

        Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα στὴν Αἰ­σχύ­λου 9 ὅ­λα ζοῦν ὅ­πως καὶ χτές, ὅ­πως καὶ προ­χτές, ὅ­πως θὰ ζή­σουν κι αὔ­ριο.

        Οἱ φοι­τη­ταὶ ἑ­τοι­μά­ζον­ται γιὰ τὴν ἐ­ξε­τα­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, δι­α­σκε­δά­ζον­τας πό­τε πό­τε μὲ τὴ σκαν­τα­λιά­ρα γει­τό­νισ­σα, οἱ θα­μῶ­νες τοῦ κα­φε­νεί­ου ζη­τᾶ­νε τρί­το γιὰ πρέ­φα καὶ στὸ θε­ρι­νὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο οἱ κα­ουμ­πό­υ­δες ψά­χνουν τὸ χα­μέ­νο θη­σαυ­ρό…

 

 

Πη­γή: Κώ­στας Λαχᾶς, Πε­δί­ον ὀσφρή­σε­ως, Β΄ ἔκδο­ση, ἐκδ. Ὕψι­λον, Ἀθή­να, 1985 (Α’ ἔκδο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1964).

 

Κώ­στας Λαχᾶς (Κά­τω Θε­ο­δω­ρά­κι Νο­μοῦ Κιλ­κίς, 1936). Μελέ­τη, δι­ή­γη­μα, ζω­γρα­φι­κή. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμφα­νί­στη­κε τὸ 1964. Ἀπὸ τὸ 1982 ἕως τὸ 1986 δι­η­ύ­θυ­νε τὴν γκα­λερὶ «Κο­χλί­ας» στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των Πε­δί­ον ὀσφρή­σε­ως (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1964).

 

Διαφημίσεις

Τζοὰν Ἄβαλον (Joanne Avallon): Ἡ ἱστορία ποὺ προσπαθοῦσες νὰ γράψεις

 

 

Τζο­ὰν Ἄ­βα­λον (Joanne Avallon)

 

Ἡ ἱστορία ποὺ προσπαθοῦσες νὰ γράψεις

(The History You’ve been Trying to Write)

 

Ο ΜΠΡΑΤΣΟ καὶ ἡ πα­λά­μη σου τι­νά­ζον­ται ἐν­στι­κτω­δῶς πρὸς τὰ πί­σω, πα­ρό­τι δὲν ἔ­χουν πο­τὲ στὸ πα­ρελ­θὸν κά­νει πα­ρό­μοι­α κί­νη­ση, ἐ­πει­δὴ ἡ δί­χρο­νη πρω­τό­το­κή σου γρά­πω­σε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸν μη­ρό σου μὲ τοὺς κο­φτε­ροὺς καὶ λευ­κοὺς κο­πτῆ­ρες της καὶ σὲ ἐκ­πλήσ­σει ποὺ βρί­σκεις τὸ μπρά­τσο σου σὲ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, ἀ­φοῦ ἐ­σὺ ἤ­σουν ποὺ ἔν­τυ­νες τὶς κοῦ­κλες της γιὰ νὰ μὴ φαί­νον­ται σὰν νὰ κρυ­ώ­νουν, ἀλ­λὰ τὰ δόν­τια της βυ­θί­ζον­ται ἀ­κό­μα πιὸ βα­θιὰ καὶ πα­ρα­δό­ξως σοῦ κα­θα­ρί­ζουν κά­θε σκέ­ψη ἀ­πὸ τὸ μυα­λό σου, ὅ­πως τὸν πα­τέ­ρα σου νὰ σὲ ἀ­πο­κα­λεῖ «ἀ­νό­η­τη σκύ­λα» ὅ­ταν ἤ­σουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ ἄ­φη­σες τὸ πο­δή­λα­τό σου ἔ­ξω στὴ βρο­χή, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­σο συγ­κλο­νι­στι­κὸ ἦ­χο τοῦ δέρ­μα­τος ποὺ χτυ­πά­ει σὲ δέρ­μα καὶ ὅ­λως πε­ρι­έρ­γως καὶ κά­τι πού σοῦ εἶ­πε ἡ θεί­α σου γιὰ ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρὰ ποὺ ὁ παπ­πούς σου χτύ­πη­σε τὸν πα­τέ­ρα σου στὸ αὐ­τὶ τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει αἷ­μα ἀ­πὸ τὸ τύμ­πα­νό του – ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γά­πη ποὺ νι­ώ­θεις καὶ γιὰ τοὺς δυ­ὸ αὐ­τοὺς ἄν­δρες, φεύ­γουν ἀ­πὸ μέ­σα σου τό­σο γρή­γο­ρα ποὺ κα­τα­λα­βαί­νεις γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὸ χέ­ρι σου— τὴ φρά­ση «τὰ βλέ­πω ὅ­λα κόκ­κι­να» καὶ τὸ μό­νο πράγ­μα ἀ­νά­με­σα στὸ χέ­ρι σου καὶ στὸ παι­δί σου εἶ­ναι ἡ ἀ­δύ­να­μη εὐ­φυΐ­α σου ποὺ κά­θε­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη σὲ κά­ποι­α γω­νί­α, ὥ­στε προ­τοῦ τὸ χέ­ρι σου χτυ­πή­σει τὸν τρυ­φε­ρὸ μη­ρό της, τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἶ­χες φι­λή­σει πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτά, ὅ­ταν τῆς ἄλ­λα­ζες τὴν πά­να, καὶ προ­τοῦ οὐρ­λιά­ξει, ἡ κό­ρη σου σὲ κοι­τά­ζει ἀρ­χι­κὰ μὲ δυ­σπι­στί­α κι ἔ­πει­τα μὲ ἀ­πό­λυ­τη κα­τα­νό­η­ση, λὲς καὶ γνώ­ρι­ζε ἴ­σως ἀ­νέ­κα­θεν αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι μὲ τρό­μο, ὅ­πως δὲν ἔ­χεις ἀ­να­ρω­τη­θεῖ πο­τὲ ἄλ­λο­τε, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ προ­σπα­θοῦ­σες νὰ γρά­ψεις.

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Brevity & Echo, An Anthology of Short Short Stories, Abigail Beckel & Kathleen Rooney, eds., Rose Metal Press, Brookline, MA, 2006.

 

Τζο­ὰν Ἄ­βα­λον (Joanne Avallon). Ἔλα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κό της τί­τλο στὴ Δη­μιουρ­γικὴ Γραφὴ ἀπὸ τὸ κολ­λέ­γιο Ἔμερ­σον τὸ 1966. Εἶναι ἀνε­ξάρ­τη­τη συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Μπέ­βερ­λι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.

 

Νάγια Κουτρουμάνη: Underground

 

 

Νάγια Κουτρουμάνη

 

Underground

 

­ΤΑΝ Α­ΠΟ­ΓΕΥ­ΜΑ, ὅ­ταν μὲ ἔ­θα­ψαν. Προ­σπά­θη­σα νὰ πά­ρω ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νά­σες μπο­ροῦ­σα, ἀλ­λὰ τὰ χώ­μα­τα μὲ σκέ­πα­σαν καὶ βυ­θί­στη­κα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ βρέ­χει. Τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε γύ­ρω μου, πά­νω μου, μέ­σα μου. Μοῦ μι­λοῦ­σε. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, γλυ­κέ μου. Γρή­γο­ρα θὰ ξα­να­δεῖς τὸ φῶς». Ναί, κα­λά. Δὲν ἤ­θε­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους πα­ρη­γο­ρι­ές. Ἤ­μουν θαμ­μέ­νος γιὰ πάν­τα σ’ ἕ­ναν ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ τά­φο, χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, μέ­σα σὲ μιὰ ἡ­συ­χί­α ποὺ μὲ τρέ­λαι­νε.

         Εἶ­πα ἡ­συ­χί­α; Λά­θος! Τώ­ρα ποὺ ἀ­χρη­στεύ­τη­κε ἡ ὅ­ρα­ση καὶ ὀ­ξύν­θη­κε ἡἀ­κο­ή, κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἕ­να σω­ρὸ πράγ­μα­τα συ­νέ­βαι­ναν ἐ­δῶ κά­τω. Πρῶ­τα ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς πο­δο­βο­λη­τό. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μυρ­μήγ­κια ἔ­σκα­βαν κα­τα­κόμ­βες, με­τέ­φε­ραν πο­λε­μο­φό­δια, ἱ­κα­νο­ποι­οῦ­σαν τὴ βα­σί­λισ­σα. Με­τὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ σύρ­σι­μο ἀ­πὸ τὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­ψα­χναν νὰ βροῦν τρο­φή. Ἔ­ψα­χναν νὰ βροῦν ἐ­μέ­να. Καὶ με­τὰ ἦ­ταν κά­τι ἄλ­λο. Κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ προσ­δι­ο­ρί­σω, κά­τι ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα μου. Σὰν νὰ πρη­ζό­μου­να, σὰν νὰ ἔ­σκα­ζε τὸ δέρ­μα μου. Ἦ­ταν τρο­μα­χτι­κό. Μιὰ ἀ­σθέ­νεια τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἡ ἀρ­ρώ­στια τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων.

        Κά­θε μέ­ρα ἄ­κου­γα φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν κό­σμο πά­νω ἀ­πὸ τὰ χώ­μα­τα. Πα­τοῦ­σαν πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο μου μὲ τὶς βα­ρι­ές τους γα­λό­τσες καὶ γέ­λα­γαν. Τὰ γου­ρού­νια! Θά ‘θε­λα νὰ ξέ­ρω τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν βρι­σκόν­του­σαν στὴ θέ­ση μου. Ἡ μό­νη εὐ­χά­ρι­στη ὥ­ρα ἦ­ταν τὸ δρο­σε­ρὸ νε­ρὸ τῆς βρο­χῆς ποὺ μὲ μού­σκευ­ε ὣς τὸ κό­κα­λο καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός. Καὶ ἡ φω­νή του, βάλ­σα­μο στὴ σκο­τει­νή μου ὕ­παρ­ξη: «Γρή­γο­ρα θὰ δεῖς τὸ φῶς. Λί­γες μέ­ρες ἀ­πο­μέ­νουν.»

        Τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες ποὺ ἔ­κα­να δι­ά­λο­γο μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­να­ρω­τι­ό­μου­να τί στὸ δι­ά­ο­λο ἔ­κα­να καὶ μοῦ ἄ­ξι­ζε μιὰ τέ­τοι­α τι­μω­ρί­α. Ἀ­κό­μα καὶ δο­λο­φό­νος νὰ ἤ­μου­να, θὰ μὲ κά­θι­ζαν στὴν ἠ­λε­κτρι­κὴ κα­ρέ­κλα καὶ ὅ­λα θὰ τέ­λει­ω­ναν σὲ μιὰ στιγ­μή. Αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο ὅ­μως δὲν εἶ­χε τέ­λος. Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος μέ­σα στὸ σκο­τά­δι τῆς γῆς.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἄ­κου­σα τὴ φω­νή. Ἕ­να κο­ρι­τσί­στι­κο κλά­μα ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ δε­ξιά μου. Κά­ποι­α ἄλ­λη ψυ­χὴ ἦ­ταν θαμ­μέ­νη ἐ­κεῖ. Ἴ­σως πιὸ βα­θιά, ἴ­σως πιὸ σκο­τει­νά. Μή­πως ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸ Θε­ὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ χει­ρό­τε­ρα;

        «Εἶ­ναι κα­νεὶς ἐ­κεῖ;» φώ­να­ξα. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. «Μ’ ἀ­κοῦ­τε; Σᾶς ἔ­χουν θά­ψει κι ἐ­σᾶς;»

        Ἕ­να πνι­χτὸ νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­κού­στη­κε. Τέν­τω­σα τ’ αὐ­τιά μου. «Βο­ή­θεια!» φώ­να­ξε κα­θα­ρὰ τώ­ρα μιὰ γυ­ναί­κα. «Μ’ ἀ­κού­ει κα­νείς;»

        «Ναί! Σᾶς ἀ­κού­ω», οὔρ­λια­ξα μὲ λα­χτά­ρα. «Δὲν εἶ­στε μό­νη. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ἐ­δῶ. Δί­πλα σας». Κι αὐ­τὸ τὸ δί­πλα σας μοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ συ­νε­χί­σω νὰ ἐλ­πί­ζω. Για­τὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι δι­πλὰ δυ­να­τὸς καὶ γιὰ κεί­νη.

        «Τὸ δέρ­μα μου» κλα­ψού­ρι­σε. «Σκά­ει τὸ δέρ­μα μου!»

        «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε. Συμ­βαί­νει αὐ­τό. Πρέ­πει νὰ κά­νε­τε ὑ­πο­μο­νή. Ἄ­κου­σα ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ μᾶς βγά­λουν!» Προ­σπά­θη­σα νὰ κά­νω τὴ φω­νή μου ὅ­σο πιὸ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μπο­ροῦ­σα καὶ νὰ πι­στέ­ψω κι ἐ­γὼ στὶς φῆ­μες. «Τὸ μό­νο ποὺ πρέ­πει νὰ κά­νε­τε εἶ­ναι νὰ μὴν κου­νι­έ­στε, ὥ­στε νὰ μὴν κα­τα­λά­βουν τὰ σκου­λή­κια ὅ­τι βρί­σκε­στε ἐ­κεῖ. Κα­τα­λά­βα­τε; Εἶ­ναι μό­νο θέ­μα χρό­νου. Κρα­τη­θεῖ­τε!»

        Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τῆς εἶ­χα δώ­σει ἐλ­πί­δες. Δὲν ἔ­κλαι­γε πιά. Πό­σο θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ. Νὰ τὴ σφί­ξω ἐ­πά­νω μου. Ἀλ­λὰ τὸ χῶ­μα ἦ­ταν πυ­κνὸ κι ἐ­γὼ τρο­με­ρὰ ἀ­δύ­να­μος.

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­σε λυ­τρω­τι­κὰ ἐ­πά­νω μου. «Αὔ­ριο», μοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Αὔ­ριο, βγαί­νεις. Μιὰ βρα­διὰ ἀ­κό­μη». Ἄχ, καὶ νὰ εἶ­χε δί­κιο. «Θὰ βγεῖ κι ἐ­κεί­νη;» ρώ­τη­σα, ἀλ­λὰ δὲν πῆ­ρα ἀ­πάν­τη­ση.

        «Μ’ ἀ­κοῦ­τε;» τῆς φώ­να­ξα. «Βγαί­νου­με αὔ­ριο. Δε­σποι­νίς;» Τί­πο­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ σα­γό­νια τῆς κό­λα­σης. Ἕ­να σκου­λή­κι ἔ­τρω­γε κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ δε­ξιά μου. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν δί­και­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χα­θεῖ ἔ­τσι ἡ μο­να­δι­κή μου φί­λη. Δαγ­κώ­θη­κα, σφί­χτη­κα, κό­κα­λα καὶ μύ­ες πό­νε­σαν τό­σο ποὺ μοῦ κό­πη­κε ἡ ἀ­να­πνο­ὴ καὶ ἄ­φη­σα μιὰ κραυ­γή, ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ γου­ρού­νια ἐ­πά­νω τὸ ἄ­κου­σαν καὶ τοὺς κό­πη­κε τὸ γέ­λιο.

        Καὶ τό­τε ἔ­σκα­σα. Ἕ­να πρά­σι­νο ὑ­λι­κὸ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα μου καὶ σὰν στή­λη προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὰ πά­νω μὲ ὁρ­μή. Ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­το. Ἀν­τὶ νὰ πε­θαί­νω, ψή­λω­να. Πε­τά­χτη­κα πά­νω ἀ­π’ τὸ χῶ­μα. Μό­νο με­ρι­κὰ ἑ­κα­το­στά. Ὅ­μως ἔ­βλε­πα καὶ πά­λι τὸν ἥ­λιο. Ἕ­να χέ­ρι μὲ ἄγ­γι­ξε. «Κοί­τα μπαμ­πά, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το φα­σό­λι!»

        Θε­έ μου! Ἤ­μουν φα­σό­λι! Πο­τὲ δὲν θὰ πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, δὲν θὰ παν­τρευ­ό­μουν, δὲν θὰ εἶ­χα σκύ­λο ἢ αὐ­το­κί­νη­το, δὲν θὰ περ­νοῦ­σα τὰ Κυ­ρι­α­κά­τι­κα πρω­ι­νὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ σα­λό­νι νὰ δι­α­βά­ζω ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Κοί­τα­ξα τὸ λι­βά­δι γύ­ρω μου. Ὅ­που νά ‘ναι θὰ ἔ­σκα­γαν καὶ τὰ ἄλ­λα φα­σό­λια. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ φα­σό­λι στὰ δε­ξιά μου. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε τύ­χη. Του­λά­χι­στον, σκέ­φτη­κα, πέ­θα­νε χω­ρὶς νὰ μά­θει. Ποι­ὸς ξέ­ρει; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν τὸ πιὸ τυ­χε­ρὸ ἀ­π’ ὅ­λα μας.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Νά­για Κου­τρου­μά­νη (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ κα­λο­καί­ρια τοῦ 2004, 2005 καὶ 2006 πα­ρα­κο­λού­θη­σε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου, Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης, ἀν­τί­στοι­χα. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α.

 

Πάμπλο Χένρικ Λαμπίας (Pablo Henrik Llambías): Οἱ Χιβίτατς

 

 

Πάμ­πλο Χέν­ρικ Λαμ­πί­ας (P­a­b­lo H­e­n­r­ik L­l­a­m­b­í­as)

 

Ο Χι­βί­τατς

(T­he H­i­v­i­t­a­ts)

 

ΗΤΑΝ Η ΜΕΡΑ πρὶν ἐ­κεί­νη φύ­γει σὲ τα­ξί­δι – θὰ ἔ­λει­πε γιὰ τέσ­σε­ρις μῆ­νες.

 

         Τὸ ὄ­νει­ρο

 

Εἴ­χα­με πά­ει νὰ φᾶ­με ἔ­ξω. Ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να πιά­τα ποὺ ἀ­κρο­βα­τοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ ἐ­ξαί­σιο καὶ τὸ πε­νι­χρό. Ἀρ­γό­τε­ρα πή­γα­με σι­νε­μὰ καὶ εἴ­δα­με τὸ A­r­i­z­o­na D­r­e­am. Ὅ­ταν πιὰ κα­θί­σα­με ἐ­κεῖ μέ­σα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς τὴν ται­νί­α τὴν εἶ­χα ξα­να­δεῖ. Ὅ­σο ἔ­βλε­πα τὴν ται­νί­α ἀ­πο­φά­σι­σα πὼς αὐ­τὴ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α μου ται­νί­α, δὲν ἤ­θε­λα νὰ δῶ ἄλ­λες: «Ὄ­νει­ρα στὸ σκο­τά­δι», ὅ­πως λέ­νε ὅ­σοι θέ­λουν νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν μὲ λί­γη ποί­η­ση αὐ­τὸ τὸ ἐν­τρύ­φη­μα καὶ νὰ ζή­σουν τὴ ζω­ή τους ἀ­πὸ δεύ­τε­ρο χέ­ρι.

 

        Περ­πα­τή­σα­με γιὰ λί­γο στὴ βρο­χή. Τὸ φθι­νό­πω­ρο εἶ­χε ἔρ­θει νω­ρὶς θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, μὰ ὄ­χι ἐ­γώ. Ἀν­τ’ αὐ­τοῦ εἶ­πα πὼς μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ ὅ­λο πράγ­μα μὲ τὸ ὄ­νει­ρο, στὴν ται­νί­α.

        Ἦ­ταν μι πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χὴς ἀ­πει­κό­νι­ση το ὀ­νεί­ρου, εἶ­πα, καὶ ἔ­νι­ω­σα τὰ λό­για μου νὰ μπερ­δεύ­ον­ται μὲ ρή­σεις βι­βλι­ο­θη­κά­ρι­ων δε­κα­ε­τί­ας. Δὲν τὸ ἐν­νο­οῦ­σα ἔ­τσι. Αὐ­τὸ πο ἐν­νο­οῦ­σα, ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­ξη­γῶ, εἶ­ναι πς ται­νί­α ἀ­πει­κο­νί­ζει πρῶ­τα κα κύ­ρια τν ἀ­πο­κα­θή­λω­ση το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ Ὀ­νεί­ρου, ὡ­στό­σο ἀ­κο­λου­θεῖ τ εὐ­ρω­πα­ϊ­κό, T­he E­u­r­o­p­ä­i­s­he R­ê­ve: Τ ὄ­νει­ρο πε­ρὶ ἑ­νὸς τα­ξι­διοῦ πο πε­ραι­ώ­νε­ται, ἑ­νὸς χει­ρο­γρά­φου πο ἀγ­κα­λιά­ζει τ πάν­τα, πε­ρὶ τς σύν­τη­ξης το πνεύ­μα­τος, πε­ρὶ τς ἐγ­γύ­τη­τας το Θε­οῦ. «Τ ὄ­νει­ρα εἶ­ναι ὄ­μορ­φα», λέ­ει δυ­τι­κὸς κό­σμος ἀ­να­μει­γνύ­ον­τας στ συ­νη­θι­σμέ­νο του χαρ­μά­νι τ μοι­ρο­λα­τρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α μ τν εὐ­οί­ω­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό. Κι ἔ­τσι ἐ­κεῖ­νος πη­γαί­νει δι­α­κο­πὲς μᾶλ­λον στν ἐ­ρη­μιά, συν­θέ­τει ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ἔρ­γο κα βρί­σκει ἐ­ρω­μέ­νη – κι ἔ­πει­τα κα­ταρ­ρέ­ει σν ἕ­να κομ­μά­τι πα­νί. Για­τὶ ν δν ἦ­ταν αὐ­τό, τό­τε τί ἦ­ταν;

 

        «Πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ πι­στεύ­ου­με στὸ ὄ­νει­ρο» εἶ­πα ἔ­χον­τας τὴ γλυ­κε­ρί­νη τῆς χα­ρᾶς καὶ τοῦ πό­νου κά­τω ἀ­πὸ τὸ δε­ξὶ μά­τι.

 

        Ἡ γλώσ­σα τῆς ἀ­γά­πης

 

Μὲ τὸ κέ­λυ­φος ἀ­π’ τὰ μύ­δια στὸ στό­μα μου ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω στὸν ὦ­μο της. Ἔ­πε­φτε ἕ­να ἥ­συ­χο, δρο­σε­ρὸ πρω­το­βρό­χι κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μας βρά­δυ μα­ζί. Προ­σπά­θη­σα νὰ ἐ­ξη­γη­θῶ ψελ­λί­ζον­τας πὼς φο­βό­μουν τὴ γλώσ­σα ποὺ ἀρ­θρώ­νε­ται μὲ ἀ­σφα­λι­στι­κὲς δι­κλί­δες. Θ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν πνι­γεῖ ἐ­κεῖ μέ­σα, πρν προ­λά­βει ν μι­λή­σει τ γλώσ­σα τς ἀ­γά­πης, εἶ­πα χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω ἂν μί­λη­σα.  

 

        Οἱ Χι­βί­τατς

 

Εἴ­χα­με ξα­πλώ­σει στὸ κρε­βά­τι κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μας βρά­δυ. Αἰ­σθα­νό­μουν ἀ­πό­γνω­ση στὴ σκέ­ψη πὼς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἴ­χα­με σκί­σει ὁ ἕ­νας τὰ ροῦ­χα τοῦ ἄλ­λου, πὼς ἡ γλώσ­σα μου θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν θαμ­μέ­νη ἀ­νά­με­σα στὰ χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου της, πὼς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­ρω­τα μέ­χρι οἱ κα­θρέ­φτες νὰ θρυμ­μα­τι­στοῦν στὸ πά­τω­μα. Ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μας βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν τε­τρά­μη­νο, βα­σα­νι­στι­κὸ χω­ρι­σμό. Κι ἐ­μεῖς βουρ­τσί­σα­με τὰ δόν­τια μας καὶ ξα­πλώ­σα­με ἀγ­κα­λιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­με, χα­ϊ­δέ­ψα­με τὸ δέρ­μα καὶ τὰ μαλ­λιὰ ὁ ἕ­νας του ἄλ­λου, μὰ δέν… Πές μου μι ἱ­στο­ρί­α, μὲ πα­ρα­κά­λε­σε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας.  Ἐν­τά­ξει, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη. Θ σο π ἐ­κεί­νη γι Τ Κόκ­κι­να Βου­νά. Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἢ ἐ­σὺ τν ἐ­πι­νό­η­σες; ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι μι ἱ­στο­ρί­α πο θ ἐ­πι­νο­ή­σω τώ­ρα, εἶ­πα ἐ­γώ, κα­θὼς ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­λο τὸν ἄ­πλε­το χρό­νο, ποὺ τώ­ρα εἶ­χα. Ἤλ­πι­ζα πὼς θὰ ἔ­βγαι­νε μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ νό­η­μα, ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε κα­θό­λου.

        Ὅ­ταν τα­ξί­δευ­α στς ἑ­πτὰ θά­λασ­σες, ἄρ­χι­σα νὰ δι­η­γοῦ­μαι, εἶ­χα πά­ρει τν ἀ­πό­φα­ση ν φτά­σω στ Κόκ­κι­να Βου­νά, γι τ ὁ­ποῖ­α εἶ­χα ἀ­κού­σει τό­σα πολ­λά. Κά­πο­τε ἔ­πια­σα στε­ριὰ κα βρέ­θη­κα ν πε­ρι­πλα­νι­έ­μαι στς με­γά­λες πε­διά­δες, πί­σω ἀ­π’ τς ὁ­ποῖ­ες μπο­ροῦ­σα ν δ τ Κόκ­κι­να Βου­νά. 

        Στν πε­διά­δα ὑ­πῆρ­χαν με­ρι­κοὶ με­γά­λοι κά­κτοι. Ἦ­ταν ψη­λοὶ ὅ­σο ἕ­να ἑ­ξα­ώ­ρο­φο σπί­τι. Ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χε ἀ­κό­μα ἕ­νας αὐ­τό­χθων λα­ός, ο Χι­βί­τατς. Ο Χι­βί­τατς δν ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λοί, μό­νο ἕ­να μέ­τρο κα εἴ­κο­σι. Φο­ροῦ­σαν ὡ­στό­σο κά­τι τε­ρά­στια σομ­πρέ­ρο, πο τος ἔ­κα­ναν ν μοιά­ζουν μ κον­τὸ ζυ­γὸ κά­ρου μ ρό­δες,  πο ἔ­χει στη­θεῖ ὄρ­θιος κα χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ς τρα­πε­ζά­κι κή­που σ ἐ­ξο­χι­κό.

        Ο Χι­βί­τατς ἔ­με­ναν μέ­σα σ αὐ­τοὺς τος κά­κτους, ο ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν τό­σο εὐ­ρύ­χω­ροι, ὥ­στε σ κα­θέ­ναν ἀ­π’ αὐ­τοὺς μπο­ροῦ­σε ν μεί­νει μι ὁ­λό­κλη­ρη οἰ­κο­γέ­νεια. Ο Χι­βί­τατς ζοῦ­σαν πα­ράλ­λη­λα ἀ­π’ τος κά­κτους. Ἔ­τρω­γαν κά­κτους κα ἔ­πι­ναν κά­κτους. κά­θε οἰ­κο­γέ­νεια ἔ­τρω­γε κα ἔ­πι­νε τν κά­κτο μέ­σα στν ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε. κά­θε κά­κτος μπο­ροῦ­σε ν τρο­φο­δο­τή­σει μι ὁ­λό­κλη­ρη οἰ­κο­γέ­νεια γι μι ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή.  Συ­νε­πῶς ο Χι­βί­τατς δν ἔ­κα­ναν ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Μό­νο ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν κα τν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα τρι­γυρ­νοῦ­σαν ἄ­σκο­πα στν πε­διά­δα σν σβοῦ­ρες, τύ­φλα ἀ­πὸ τν εὐ­φο­ρι­κὸ χυ­μὸ το κά­κτου – πη­δι­όν­του­σαν κα ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρους Χι­βί­τατς.  

        Κά­πο­τε ἦρ­θε στν πε­διά­δα ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ συ­νερ­γεῖ­ο γι ν γυ­ρί­σει μι ται­νί­α σχε­τι­κὰ μ τν συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἀ­γώ­να ἐ­πι­βί­ω­σης τν Χι­βί­τατς, μ κα­θὼς ο Χι­βί­τατς δν ἔ­κα­ναν ἄλ­λο στ ζω­ὴ τος ἀ­π’ τ ν τρῶ­νε τ σπί­τι στ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­ναν κα κα­τό­πιν ν πη­γαί­νουν σ και­νού­ριο, πά­λι ν τρι­γυρ­νοῦν ἄ­σκο­πα στ πε­διά­δα ν πη­δι­οῦν­ται κα ν κά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρους Χι­βί­τατς, ναί, ἔ­τσι τ συ­νερ­γεῖ­ο τ μά­ζε­ψε γρή­γο­ρα κα γύ­ρι­σε πί­σω.

        Ἀρ­γό­τε­ρα τ συ­νερ­γεῖ­ο ἐ­πέ­στρε­ψε στν πε­διά­δα, ἀ­φοῦ ὁ κό­σμος ἤ­θε­λε τώ­ρα ν ἀ­κού­σει τος συ­ναρ­πα­στι­κοὺς μύ­θους κα τς τε­λε­τουρ­γί­ες πε­ρὶ τς ἁ­πλό­τη­τας κα τς ὁ­μό­νοι­ας πο λε­γό­ταν πς χα­ρα­κτή­ρι­ζε τος Χι­βί­τατς. σκη­νο­θέ­της εἶ­χε δι­α­βά­σει κά­τι γι τ συ­ναρ­πα­στι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α τν ἰν­διά­νων τς Βο­ρεί­ου Ἀ­με­ρι­κῆς κα ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος πς ο Χι­βί­τατς θ εἶ­χαν ἀ­νά­λο­γες ἱ­στο­ρί­ες, τς ὁ­ποῖ­ες θ μπο­ροῦ­σε ν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει στν ται­νί­α του. Ὡ­στό­σο δν εἶ­χαν. Δν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε μί­α ἱ­στο­ρί­α γι τν Θε­ὸ το Ἥ­λιου, γι τ μη­τέ­ρα γ γι τν πα­νοῦρ­γο σκί­ου­ρο, ἔ­τσι τ συ­νερ­γεῖ­ο πῆ­ρε πι­κρα­μέ­νο τ δρό­μο τς ἐ­πι­στρο­φῆς.

 

        Οὔ­τε ἐ­μέ­να μ ἐν­δι­έ­φε­ραν ο Χι­βί­τατς, ἤ­θε­λα μό­νο ν πε­ρά­σω ἀ­πέ­ναν­τι στ Κόκ­κι­να Βου­νά.  

 

Με­σο­λά­βη­σε μιὰ μι­κρὴ παύ­ση, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­γὼ κοί­τα­ζα τρι­γύ­ρω γε­νι­κὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα. Ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει; ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη. Ναί, ἀ­πάν­τη­σα.

 

 

Πη­γή: A­n­t­o­l­o­gi af D­a­n­sk K­o­r­t­p­r­o­sa, Ἐ­πι­μέ­λεια J­e­p­pe B­r­i­x­v­o­ld καὶ H­a­ns O­t­to J­ø­r­g­e­n­s­en, Ἐκ­δό­σεις F­o­r­f­a­t­t­e­r­ne og D­a­n­s­k­l­æ­r­e­r­f­o­r­e­n­i­n­g­en, 1998. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 1996.

 

P­a­b­lo H­e­n­r­ik L­l­a­m­b­í­as (Ἄλ­μπορκ, Δα­νί­α, 1964). Γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Δα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Ἀρ­γεν­τί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1996 μὲ μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ἔ­χει γρά­ψει σει­ρὰ μυ­θι­στο­ρη­μά­των κα­θὼς καὶ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ τὸ φθι­νό­πω­ρο τοῦ 2009 ἔ­γι­νε πρύ­τα­νης τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Συγ­γρα­φι­κῆς Τέ­χνης τῆς Κο­πεγ­χά­γης.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ δα­νέ­ζι­κα:

Εὔ­η Ξη­ρο­με­ρί­τη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Μη­χα­νι­κὸς Πε­ρι­βάλ­λον­τος στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο τῆς Κρή­της. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ δα­νέ­ζι­κα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Κο­πεγ­χά­γη.

  

Γιῶργος Ρωμανός: Χνούδι στὰ δάχτυλα

 

 

Γι­ῶρ­γος Ρω­μα­νός

 

Χνού­δι στὰ δά­χτυ­λα

 

ΥΠΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ νὰ τρυ­πώ­νει στὶς γρί­λι­ες. Ὅ­λο γραμ­μές, λε­πί­δια φω­τει­νά, στὰ ἔ­πι­πλα, στὸ κρε­βά­τι, στὸ πρό­σω­πό του τὸ ἴ­διο. Ἄ­σπρο αἷ­μα ἔ­τρε­χε γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια του. Ἀ­κό­μα ἔ­κλει­ναν τὰ βλέ­φα­ρά του, με­τα­ξὺ ὕ­πνου καὶ ξύ­πνου. Τὸ κε­φά­λι του βα­ρύ, χάλ­κι­νο. Τό ’­νι­ω­θε ἴ­διο μὲ πα­λιὸ λυ­χνά­ρι, νὰ βγά­ζει κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του ἀ­φτί, ἔ­τσι ὅ­πως ξά­πλω­νε μο­νό­παν­τα. Ἀ­πὸ κεῖ μέ­σα πρό­βα­λε ἡ μορ­φὴ μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἦ­ταν ἡ Βα­λέ­ρια. Ἡ με­λα­ψὴ μου­λά­τα ὑ­πη­ρέ­τρια τῶν φί­λων του, ποὺ τὸν εἶ­χαν φι­λο­ξε­νή­σει πρὶν χρό­νια πολ­λὰ στὴ Βρα­ζι­λί­α. Συ­χνὰ πυ­κνὰ τὴν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν, τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ νό­μι­ζε πὼς θὰ ξυ­πνοῦ­σε καὶ θὰ τὴν ἔ­βλε­πε νὰ κά­θε­ται στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τὸν ἔ­λου­ζε κρύ­ος ἱ­δρώ­τας, μή­πως τὴ δοῦν νὰ τρι­γυρ­νά­ει ἐ­κεῖ, ἡ γυ­ναί­κα του, οἱ τέσ­σε­ρις κό­ρες του, τὰ πε­θε­ρι­κά του, ποὺ μπαι­νό­βγαι­ναν μὲ δι­κό τους κλει­δὶ στὸ σπί­τι.

         Τὰ ζε­στὰ με­ση­μέ­ρια στὸ Παγ­κρά­τι, ὅ­που εἶ­χαν ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ με­τὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη ἐ­κεί­νη με­τα­νά­στευ­ση καὶ τὴν ἐ­πι­στρο­φή τους στὴν πα­τρί­δα, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται. Ἡ με­τά­στα­ση τοῦ ὀ­νεί­ρου ἄρ­χι­ζε, μὲ τὴν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἐ­κεί­νη αἴ­σθη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου κό­σμου καὶ συ­νε­χι­ζό­ταν μὲ τοὺς με­ση­με­ρι­ά­τι­κους χαυ­νω­τι­κοὺς ἤ­χους τοῦ δρό­μου.

        Μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἀ­σφάλ­του ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τους, ποὺ μα­λά­κω­νε ζυ­μά­ρι μὲ τὸν ἥ­λιο καὶ γυ­ά­λι­ζε, ὅ­πως ἡ μα­κριὰ ὑ­γρὴ γραμ­μὴ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἄρ­χι­ζε ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς Βα­λέ­ριας καὶ ἔ­τρε­χε στὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ κορ­μιοῦ της. Τὴν εἶ­χε κρυ­φο­κοι­τά­ξει πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ τὴ γραμ­μή, ὅ­ταν ξυ­πό­λη­τος, ξα­ναμ­μέ­νος γιὰ νε­ρό, ἔ­λε­γε…, ἀ­κο­λου­θών­τας τὰ γυ­μνὰ δρο­σε­ρὰ πλα­κά­κια τοῦ δι­α­δρό­μου πρὸς τὴν κου­ζί­να τοῦ σπι­τιοῦ. Ἀ­πό­το­μα ἔ­στρι­βε ἀ­ρι­στε­ρά, κα­τέ­βαι­νε τὴ μι­κρὴ ξύ­λι­νη σκά­λα καὶ ἀ­πὸ τὴν πάν­τα μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα, ποὺ ἐ­κεί­νη ἐ­πί­τη­δες δὲν τὴν ἔ­κλει­νε, ἔ­βλε­πε τὴν Βα­λέ­ρια. Κοι­μό­ταν μι­σό­γυ­μνη τὸν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου· μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα.

        Ἔ­τσι καὶ σή­με­ρα, μὲ τοῦ­το τὸ ὄ­νει­ρο, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ σῶ­μα του καὶ χί­λια μί­λια μα­κριὰ πή­γαι­νε νὰ τὴ συ­ναν­τή­σει. Κα­τέ­βη­κε πά­λι μιὰ σκά­λα, λου­σμέ­νος στὸ ἄ­σπρο αἷ­μα, τὸν ἱ­δρώ­τα του ποὺ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ τοῦ ἥ­λιου εἶ­χε ἁ­πλώ­σει στὸ μέ­τω­πό του, ἔ­στρι­ψε κα­τὰ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα κι ἐ­κεῖ κο­κά­λω­σε. Ἡ Βα­λέ­ρια χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κόκ­κι­νη, αἱ­μά­τι­νη βρο­χή. Τὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο εἶ­χε με­ταλ­λά­ξει σὲ το­πί­ο, ζε­στό, κο­χλα­στό. Παν­τοῦ φυ­τὰ ὀρ­γι­ώ­δη φύ­τρω­ναν ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, σκορ­πών­τας ἤ­χους, τρι­ζο­βο­λών­τας φύλ­λα καὶ μί­σχους μὲ ἐκ­πλη­κτι­κὴ τα­χύ­τη­τα.

        Σι­γὰ σι­γὰ τὸ κορ­μὶ τῆς κο­πέ­λας γέ­μι­ζε χνού­δι πε­τα­λού­δας. Κί­τρι­νες με­γά­λες βοῦ­λες, μαῦ­ρες γραμ­μές, γα­λά­ζιο χρῶ­μα, δι­έ­τρε­χαν ὣς τὶς ἄ­κρες τὰ δά­χτυ­λα–φτε­ρά.

        Ἀ­νά­με­σα σὲ ὑ­δρα­τμοὺς ὁ­μί­χλης, κοι­λιὰ καὶ πό­δια ἑ­νώ­θη­καν σὲ ἕ­να σω­λη­νω­τὸ αἰ­δοῖ­ο, μυ­θι­κοῦ ἐν­τό­μου, γυ­ναί­κας ὡ­στό­σο. Ξαφ­νι­κὰ πέ­τα­ξε καὶ ἦρ­θε ἐ­πά­νω του. Τὴν ἔ­νι­ω­σε. Μιὰ χνου­δω­τὴ χρυ­σα­λί­δα. Τὰ χεί­λη της κόλ­λη­σαν στὰ δι­κά του. Μιὰ γλώσ­σα, ἐ­λα­τή­ριο ρο­λο­γιοῦ ποὺ ξε­τυ­λί­χτη­κε, ἔ­στα­ζε χυ­μὸ λου­λου­δι­ῶν βα­θιὰ στὸ λα­ρύγ­γι του. Τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του ρου­φή­χτη­κε σὲ ὑ­γρὸ κα­νά­λι. Σπά­ρα­ξε τὸ σπέρ­μα του, σ’ ἕ­ναν ὀρ­γα­σμὸ πα­ρά­ξε­νο. Τὰ κύ­μα­τα ἀ­πα­νω­τά. Σχε­δὸν τὸ ἴ­διο λε­πτὸ τὸ κορ­μί της χά­θη­κε ἀ­πὸ πά­νω, ἀ­πὸ γύ­ρω, ἀ­πὸ μέ­σα του. Ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θε τὶς δο­νή­σεις της. Αὐ­τὴ ὅ­μως δὲν ὑ­πῆρ­χε που­θε­νά.

        Ξύ­πνη­σε.

        Τὸ δω­μά­τιο ἄ­δει­ο.

        Παν­τοῦ, ἀ­κό­μη μιὰ πα­ρά­ξε­νη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τρο­πι­κὰ λου­λού­δια.

        Μό­νο ὅ­ταν κοί­τα­ξε τὰ χέ­ρια του, τὰ εἶ­δε βαμ­μέ­να. Βε­λού­δι­να χρυ­σο­κί­τρι­να χρώ­μα­τα σκό­νης, ἀ­π’ τὰ φτε­ρὰ μιᾶς πε­τα­λού­δας, φω­σφό­ρι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ρω­μα­νός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα, Μυ­θι­στό­ρη­μα, Δο­κί­μο. Δι­δά­σκει Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α σὲ σε­μι­νά­ρια γρα­φῆς. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1977, μὲ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος κ.ἄ. δι­η­γή­μα­τα (Προ­σπε­ρος). Ἐ­πι­με­λη­τὴς βι­βλί­ων ἀ­πὸ τὸ 1974, καὶ ἀ­πὸ τὸ 1997 ἐκ­δό­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Παν­δώ­ρα καὶ τῶν ὁ­μώ­νυ­μων ἐκ­δό­σε­ων. Ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Ὡς ζω­γρά­φος, ἔ­χει ἐκ­θέ­σει σὲ 10 ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις καὶ σὲ 45 ὁ­μα­δι­κές. Μέ­λος τοῦ Καλ­λι­τε­χνι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δος. Τε­λευ­ταί­α του βι­βλί­α: Κα­ζαμ­πλάν­κα Κα­φέ (μυ­θι­στό­ρη­μα, Ἄγ­κυ­ρα, 2008), καὶ Τὸ μαν­τί­λι τοῦ μά­γου (δι­η­γή­μα­τα, 2009).

 

Στρατῆς Μυριβήλης: Δυὸ γυναῖκες

 

 

Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης

 

Δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες

 

­ΚΕΙ­ΔΑ κα­τὰ τὸ τέρ­μα τῆς ὁ­δοῦ Σί­να, κον­τὰ στὰ πεῦ­κα τῆς γερ­μα­νι­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ γέρ­νουν τὶς δρο­σε­ρὲς φοῦν­τες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν αὐ­λό­γυ­ρο, στά­θη­κε μιὰ μι­κρὴ ἀ­νοι­χτὴ ὀμ­πρέλ­λα μέ­σα στὴν ψι­λὴ ἀ­πο­γε­μα­τι­νὴ ψι­χά­λα. Στά­θη­κε καὶ γύ­ρι­ζε χα­ρω­πή, σὰν ἕ­νας παι­δι­ά­τι­κος ἀ­νε­μό­μυ­λος ἀ­πὸ με­τα­ξω­τὸ χαρ­τί. Μιὰ ἀ­π’ ἐ­δῶ, μιὰ ἀ­π’ ἐ­κεῖ.

         Τὰ σύν­νε­φα, στα­χτιά, μαλ­λια­ρά, κρέ­μα­ζαν ἀ­κά­θαρ­τες φοῦν­τες πά­νω στὰ βου­νὰ τῆς Ἀ­θή­νας, ὁ ἀ­γέ­ρας μύ­ρι­ζε ἄ­σκη­μα καμ­μέ­νο λι­γνί­τη, ὁ ἀνη­φο­ρά­κος τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ εἴ­ταν λα­σπω­μέ­νος. Λι­γο­στοὶ δι­α­βά­τες ἀ­νέ­βαι­ναν βι­α­στι­κοί, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, τὸ για­κὰ ση­κω­μέ­νο. Ὅ­μως ἡ μι­κρὴ με­τα­ξω­τὴ ὀμ­πρέλ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε ν’ ἀν­θί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ γυ­ρί­ζει τρελ­λὰ σύρ­ρι­ζα στὸν πέ­ρι­ο­ρα* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὑ­περ­φυ­σι­κὸ λου­λού­δι τῆς χα­ρᾶς. Ἄ­λε­θε τὶς εὐ­χά­ρι­στες σκέ­ψεις καὶ μού­σκευ­ε μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­πε­φτε ὁ­λο­έ­να ἡ ψι­λὴ βρο­χὴ καὶ τιν­τί­νι­ζε στὸ τεν­τω­μέ­νο με­τά­ξι. Καὶ περ­νοῦ­σε ὁ­λο­έ­να ἡ ὥ­ρα, περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα.

        Κά­πο­τε στα­μά­τη­σε νὰ γυ­ρί­ζει. Μιὰ μι­κρὴ ἀ­πο­ρί­α, ἕ­να ψι­χου­λά­κι ἀ­νη­συ­χία. Ἔ­γει­ρε πρὸς τὰ πί­σω τ’ ὀμ­πρελ­λί­νο κι ἀ­πὸ κά­του βγῆ­κε ἕ­να μου­τρά­κι δρο­σε­ρό, γε­μά­το εὔ­θυ­μη τόλ­μη, νὰ κοι­τά­ζει κα­τα­πρό­σω­πα τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀν­τί­κρυ­σε κα­τσού­φης, σχε­δὸν ἄ­γριος, τὸ κο­ρί­τσι, ὅμως αὐ­τὸ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη, εἶ­χε μέ­σα στὴν καρ­διά του τὸν πιὸ γα­λά­ζιον οὐ­ρα­νὸ τῆς Ἀτ­τι­κῆς.

        Καὶ τ’ ὀμ­πρελ­λά­κι κα­τέ­βη­κε πά­λι, κ’ ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Κα­τό­πι τὸ δε­ξὶ σκαρ­πί­νι ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο ἕ­ναν ἀρ­γὸ ρυθ­μό. Ση­κω­νό­τα­νε στὸ τα­κού­νι καὶ ἔ­πε­φτε ἡ μύ­τη τοῦ πα­που­τσιοῦ μπρο­στά, στὸ τσι­μέν­το. Λα­φρά, κα­νο­νι­κά, ἀρ­γὰ-ἀρ­γά. Σὰ νὰ κρα­τοῦ­σε τό ρυθ­μὸ σ’ ἕ­να με­γα­λό­πρε­πο ἀν­τάτ­ζιο, ποὺ ἄ­κου­γε μὲ κα­τά­νυ­ξη ἡ καρ­διὰ τῆς μι­κρού­λας. Δὲν ἔ­κα­νε τρέλ­λες, πιὰ τ’ ὀμ­πρελ­λίνο.

        Ὅ­μως ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, περ­νοῦ­σε, ὁ οὐ­ρα­νὸς ὁ­λο­έ­να καὶ σκο­τεί­νια­ζε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βρά­δι κα­τέ­βη­κε στὸν πεφ­κώ­να, ράν­τι­ζε μὲ βρεγ­μέ­νη στά­χτη τὰ δέν­τρα, τοὺς γα­λά­ζιους βρά­χους τοῦ λό­φου, γι­ό­μι­ζε θο­λού­ρα τὶς τα­ρά­τσες. Κα­τό­πι ἄρ­χι­σε νὰ φαί­νε­ται ἡ βι­α­στι­κὴ νύ­χτα, ἄρ­χι­σε νὰ σβύ­νει τὶς γραμ­μές, ν’ ἀ­νε­κα­τεύ­ει λά­σπη στὰ χρώ­μα­τα, νὰ πα­ρα­μορ­φώ­νει τὰ ὡ­ραῖ­α σχή­μα­τα.

        Τό­τες τὸ πο­δα­ρά­κι ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἕ­ναν ἄ­τα­χτο ρυθ­μό, ὁ­λο­έ­να πιὸ ἄ­τα­χτο, τὰ ὄ­μορ­φα μα­τά­κια βύ­θι­ζαν μὲ ἀ­γω­νί­α τὴ μα­τιὰ στοὺς ἴ­σκιους τοῦ δρό­μου, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α κάλ­πα­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτω­χὸ σκαρ­πι­νά­κι ποὺ μού­σκευ­ε. Στὸ τέ­λος ἔ­πα­ψε νὰ ση­μαί­νει ὁ ρυθ­μός.

        Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ κο­ρί­τσι, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τε­λει­ώ­νει ἡ ἀ­σφαλ­τό­στρω­ση. Καὶ σὰν ἄ­να­ψαν οἱ προ­βο­λεῖς τῶν φα­να­ρι­ῶν του πά­νω της, κά­τω ἀ­πὸ τὸ ὀμ­πρελ­λί­νο πρό­βα­λε ἕ­να προ­σω­πά­κι δυ­στυ­χι­σμέ­νο, λυ­πη­μέ­νο ὣς στὸ θά­να­το.

        Μιὰ ὥ­ρι­μη κυ­ρί­α βγῆ­κε ἀ­πὸ τ’ ἁ­μά­ξι. Τὸ κο­ρί­τσι πλη­σί­α­σε τὸ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο κε­φα­λά­κι. Τὸ πρό­σω­πο, γυ­μνό, στά­θη­κε μέ­σα στὸ σκλη­ρὸ φῶς ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­ση­μι­ὲς τὶς χον­τρὲς ψι­χάλες ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸν το­μέ­α τοῦ προ­βο­λέ­α.

        Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­πε:

        — Κυ­ρί­α.­.. Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε.­..

        Ἡ κυ­ρί­α στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ παι­δί. Τῆς φά­νη­κε τό­σο συμ­πα­θη­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ μι­κρού­λα μὲ τὰ ζων­τα­νὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ λε­πτὴ κα­τα­το­μή, ποὺ βγῆ­κε ντυ­μέ­νη τοὺς ἴ­σκιους καὶ τὴ δει­λία της.

        — Τί θέ­λε­τε; Ἀ­πάν­τη­σε ἐγ­κάρ­δια.

        Καὶ ἡ μι­κρού­λα πῆ­ρε θάρ­ρος καὶ ρώ­τη­σε:

        — Ἤ­θε­λα νὰ σᾶς πα­ρα­κα­λέ­σω.­.. Μή­πως ξέ­ρε­τε τί ὥ­ρα εἶ­ναι ;

        Ἡ κυ­ρί­α χα­μο­γέ­λα­σε. Σή­κω­σε τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς ἔ­δει­ξε τὸ πε­λώ­ριο καμ­πα­να­ριὸ ἀ­πὸ πά­νω της, τῆς ἔ­δει­ξε τὸ με­γά­λο ρο­λό­ϊ μὲ τὴ δι­πλὴ πλά­κα.

        — Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς πεν­τέ­μι­ση, ὅ­πως βλέ­πε­τε! εἶ­πε.

        Τὸ κο­ρί­τσι, σή­κω­σε κι αὐ­τὸ τὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ πρό­σε­ξε πὼς ἀ­πὸ πά­νω της εἴ­ταν ἕ­να τό­σο με­γά­λο ρο­λό­ϊ.

        Εἴ­τα­νε ντρο­πι­α­σμέ­νο, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «ἄχ, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε πο­λύ, κυ­ρία», ὅ­μως εἶ­πε μό­νο:

        — Εἶ­ναι πεν­τέ­μι­ση!

        Τό ‘­πε μὲ τό­σο ἀ­φε­λῆ ἀ­πο­ρί­α, (πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ ‘­ναι πεν­τέ­μι­ση) μὲ τό­ση πί­κρα! Κοί­τα­ζε σα­στι­σμέ­νη ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ψη­λά, ὥ­σπου γι­ό­μι­σαν δά­κρυ­α τὰ μα­τά­κια της καὶ δὲν ἔ­βλε­πε πιὰ τί­πο­τα. Πῶς μπο­ροῦ­σε.­.­..

        Ἡ ὥ­ρι­μη κυ­ρί­α τρά­βη­ξε τὸ δρό­μο της.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ λί­γα βή­μα­τα γύ­ρι­σε πί­σω τὸ κε­φά­λι.

        Εἶ­δε τὸ κο­ρί­τσι νὰ κοι­τά­ζει ἀ­κό­μα μὲ ἀ­γω­νί­α πρὸς τὸ χά­ος τοῦ δρό­μου, ποὺ σκο­τεί­νια­σε ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ τώ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γε τὸ φῶς τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε μιὰ με­γά­λη ἀ­πό­φα­ση νὰ τῆς δο­θεῖ ἀ­πὸ κεῖ, μιὰ λύ­ση ποὺ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ λεί­ψει ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Κα­τό­πι σή­κω­σε πά­λι τὰ μα­τιὰ πρὸς τὸ ρο­λό­ϊ καὶ τέ­λος ξε­κόλ­λη­σε ἀ­πὸ τὸν ἴ­σκιο τοῦ τοί­χου καὶ ἄρ­χι­σε νά κα­τε­βαί­νει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω στὰ βή­μα­τά της. Ὥ­σπου κα­τά­πι­ε ἡ νύ­χτα τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο σχῆ­μα τῆς κό­ρης, βού­λια­ξε στὸ σύ­θαμ­πο καὶ τὸ λου­λού­δι τῆς μι­κρῆς ὀμ­πρέλ­λας. Ἡ κυ­ρί­α χα­μο­γέ­λα­σε συμ­πο­νε­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν παι­δού­λα. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι, χα­μο­γέ­λα­σε καὶ τρά­βη­ξε τὸ δρό­μο της.

        Ὕ­στε­ρα ἡ βρο­χὴ δυ­νά­μω­σε, ἡ αὐ­λαί­α τῆς νύ­χτας ἔ­πε­σε βα­ρειά, βρεγ­μέ­νη, πά­νω στοὺς μο­να­χι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, πά­νω στὰ δέν­τρα καὶ στὰ σπί­τια μὲ τὰ κλει­στὰ πρό­σω­πα.

 

 

* τὰ πέριορα· τὰ ὅρια, τὰ σύνορα.

 

Πη­γή: περ. Πει­ρα­ϊ­κὰ Γράμ­μα­τα, ἀρ. 6, Δε­κέμ­βριος 1942, σ. 262-263.

 

Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης (Πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Εὐ­στρά­τιος Στα­μα­τό­που­λος· Συ­κα­μιὰ Λέ­σβου, 1892-Ἀ­θή­να, 1969). Πε­ζο­γρά­φος τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Πῆ­ρε μέ­ρος ὡς ἐ­θε­λον­τὴς καὶ πο­λέ­μη­σε στοὺς Βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους, στὸν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο καὶ στὴ Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α. Δού­λε­ψε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ στὴν πε­ρί­ο­δο 1938-1955 ἐρ­γά­στη­κε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βου­λῆς. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1915 μὲ τὰ δι­η­γή­μα­τα Κόκ­κι­νες ἱ­στο­ρί­ες. Γνω­στό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του τὸ Ἡ ζω­ὴ ἐν τά­φῳ (1924) ποὺ γνώ­ρι­σε πολ­λὲς ἐκ­δό­σεις μὲ δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις καὶ προ­σθῆ­κες.

 

Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg): Συνέντευξη στὸ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι

 

 

Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (F­l­o­r­i­an M­e­i­m­b­e­rg): Συ­νέν­τευ­ξη στὸ

«Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»

Μιὰ συ­νο­μι­λί­α τῆς Ἕ­λε­νας Σταγ­κου­ρά­κη μὲ τὸ δη­μι­ουρ­γὸ τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν» Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (F­l­o­r­i­an M­e­i­m­b­e­rg), γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»

 

ΣΕ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΤΟΥ ἀ­π’ τὴ δου­λειά, συ­ναν­τή­σα­με τὸν Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, προ­κει­μέ­νου νὰ τοῦ θέ­σου­με κά­ποι­α ἐ­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του. Φι­λι­κός, ἄ­νε­τος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος πλέ­ον μὲ τὸ ρό­λο του ὡς συ­νεν­τευ­ξι­α­ζό­με­νου, δέ­χτη­κε εὐ­χα­ρί­στως νὰ ἀ­παν­τή­σει τὶς ἐ­ρω­τή­σεις μας καὶ νὰ μᾶς πα­ρου­σιά­σει τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του ἀ­π’ τὴ δι­κή του σκο­πιά.

 

Ε.Σ: Πῶς βι­ώ­νε­τε τὴ σχέ­ση σας μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Ξε­κι­νή­σα­τε νὰ γρά­φε­τε, ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» συ­νι­στοῦν λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να ἢ πρό­κει­ται —του­λά­χι­στον σὲ πρῶ­το στά­διο— γιὰ κά­τι ποὺ προ­έ­κυ­ψε, μιὰ ἀ­λή­θεια ὑ­πο­συ­νεί­δη­τη;

 

Φ.Μ: Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, καὶ μά­λι­στα μ’ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ λο­γο­τε­χνί­α. Γρά­φω ἐ­πί­σης πο­λὺ στὸ πλαί­σιο τῆς δου­λειᾶς μου, ὅ­που μά­λι­στα πρέ­πει νὰ ἀ­φη­γοῦ­μαι μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ συν­το­μί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ συγ­γρα­φὴ τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν» εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­λυ­τα συ­νει­δη­τὴ προ­σπά­θειά μου νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὴν ἀ­φή­γη­ση, κα­τὰ τρό­πο σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση δι­α­φο­ρε­τι­κό. Πρό­κει­ται, ἐ­πι­πλέ­ον, γιὰ ἐ­πί­πο­νη δι­α­δι­κα­σί­α, κα­θὼς ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση μιᾶς τέ­τοι­ας ἱ­στο­ρί­ας, ἂν καὶ –ἢ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή– εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, δια­ρκεῖ πο­λὺ και­ρό. Τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα μπο­ρεῖ νὰ δο­θεῖ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μή, ὅ­μως τυ­χαί­νει ἱ­στο­ρί­ες νὰ βρί­σκον­ται στὸ στά­διο τῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν τὴν δη­μο­σί­ευ­σή τους στὸ t­w­i­t­t­er.

 

Ε.Σ: Πῶς προ­έ­κυ­ψε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες»; Προ­η­γή­θη­κε τὸ t­w­i­t­t­er ἢ ἡ ἰ­δέ­α; Τὸ μέ­σο ἢ τὰ κεί­με­να;

 

Φ.Μ: Τὰ μέ­σα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ἡ τε­χνο­λο­γι­κὴ πρό­ο­δος στὸν το­μέ­α αὐ­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ραν πάν­τα. Ἔ­τσι, γρή­γο­ρα συμ­πά­θη­σα κι ἐ­ξοι­κει­ώ­θη­κα μὲ τὸ t­w­i­t­t­er. Πρό­κει­ται γιὰ μέ­σο ποὺ πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα πα­ρα­γω­γῆς κει­μέ­νων σὲ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα μορ­φή. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χα τὴν ἰ­δέ­α νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὸ μέ­σο αὐ­τὸ γιὰ νὰ γρά­ψω λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να σ’ αὐ­τὴν τὴ νέ­α μορ­φὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων. Ἔ­τσι γεν­νή­θη­καν οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες».

 

Ε.Σ: Θε­ω­ρή­σα­τε λοι­πὸν ὅ­τι τὸ t­w­i­t­t­er προ­σφέ­ρει δυ­να­τό­τη­τες ποὺ ἄλ­λα μέ­σα δὲν προ­σφέ­ρουν; Θὰ μπο­ρού­σα­τε, μέ­σῳ αὐ­τοῦ, νὰ ἐ­πι­τύ­χε­τε στό­χους ποὺ δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­φι­κτοὶ μὲ ἄλ­λα μέ­σα;

 

Φ.Μ: Δὲν εἶ­ναι τό­σο οἱ δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μέ­σο, ὅ­σο –θὰ ἔ­λε­γα– οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ ποὺ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λει ποὺ κά­νουν τὴ δι­α­φο­ρά. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ t­w­i­t­t­er. Θε­ω­ρη­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψω κεί­με­να 140 μό­λις χα­ρα­κτή­ρων καὶ χω­ρὶς τὸ t­w­i­t­t­er. Δὲ συ­νέ­βη ὅ­μως αὐ­τό. Εἶ­ναι ὄν­τως οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ τοῦ t­w­i­t­t­er ποὺ ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­νάγ­κη, αὐ­τὴ τῆς τό­σο σύν­το­μης καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῆς ἔκ­φρα­σης.

 

Ε.Σ: Στὰ κεί­με­νά σας εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ ἐ­πιρ­ρο­ή σας ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο καὶ τὴ γλώσ­σα τῆς δι­α­φή­μι­σης ποὺ συ­νι­στᾶ τὸν πρω­τεύ­ον­τα το­μέ­α ἀ­πα­σχό­λη­σής σας. Οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» εἶ­ναι κεί­με­να πε­ρι­ε­κτι­κά, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐκ­φρα­στι­κὰ καὶ μὲ ἔν­το­νη τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ. Αἰ­σθά­νε­σθε ὄν­τως ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης; Πῶς βι­ώ­νε­τε τὴ σχέ­ση αὐ­τὴ λο­γο­τε­χνί­ας-δι­α­φή­μι­σης;

 

Φ.Μ: Θε­ω­ρῶ δε­δο­μέ­νη τὴν ἐ­πιρ­ρο­ή μου ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ἂν δὲν δι­έ­θε­τα τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὑ­πό­βα­θρο καὶ δὲν ἐρ­γα­ζό­μουν γιὰ 15 πλέ­ον χρό­νια στὸν το­μέ­α τῆς δι­α­φή­μι­σης, ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ μὴν ἔ­φτα­να πο­τὲ στὴν ἰ­δέ­α γιὰ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες». Ἐ­ξάλ­λου, στὴ δι­α­φή­μι­ση ἐ­ξί­σου, τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει κα­νεὶς ἕ­να μή­νυ­μα ὅ­σο πιὸ σύν­το­μα καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὰ γί­νε­ται. Αὐ­τὸ ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κο­στί­ζουν πο­λὺ κι ἔ­τσι πρέ­πει κα­νεὶς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει στὸν ἐ­λά­χι­στο αὐ­τὸ χρό­νο ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρεῖ. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να εἶ­ναι ὅ­τι στὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» μπο­ρῶ νὰ ἐ­φαρ­μό­σω ὅ­σα ἔ­μα­θα στὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης, τὴ σύν­το­μη δη­λα­δὴ καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἔκ­φρα­ση, χω­ρὶς ὡ­στό­σο ὑ­πο­δεί­ξεις ἀ­πὸ κά­ποι­ον πε­λά­τη ὡς πρὸς τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­γὼ ἀ­πο­φα­σί­ζω τί θὰ ἀ­φη­γη­θῶ καὶ μά­λι­στα χω­ρὶς τοὺς οἰ­κο­νο­μι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νου χαρ­το­φυ­λα­κί­ου. Αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι ἐ­λεύ­θε­ρος, μέ­σα στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμὸ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, καὶ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νω.

                       

Ε.Σ: Σὲ ἄρ­θρο τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ S­p­i­e­g­el, ὅ­που γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ βρά­βευ­σή σας μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο G­r­i­m­me 2010, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρᾶ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα ὁ ὅ­ρος «ἐ­λά­χι­στη λο­γο­τε­χνί­α» (“W­i­n­z­l­i­t­e­r­a­t­ur”­). Θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι τὰ κεί­με­νά σας συ­νι­στοῦν νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος; Ποῦ θὰ κα­τα­τάσ­σα­τε τὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» [«ti­ny ta­les»] ὡς πρὸς τὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;

 

Φ.Μ: Ὁ ἴ­διος ὁ ὅ­ρος «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» [«ti­ny ta­les»] συ­νι­στᾶ νε­ο­λο­γι­σμό, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια αὐ­το­α­να­φο­ρᾶς κι ὁ­ρι­σμοῦ. Ὁ ὅ­ρος «ἐ­­λά­­χι­­στη λο­γο­τε­χνία» [«Winz­li­te­ra­tur»] εἶ­ναι εὔ­στο­χος, ἐ­νῶ ἐ­γὼ συ­νη­θί­ζω νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­ξί­σου τὸν ὅ­ρο «ὑ­πέρ­μι­κρη λο­γο­τε­χνία» [«Mi­cro­fi­ction»]. Ὅ­σο γιὰ τὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες», δὲ θὰ τολ­μοῦ­σα νὰ ἰ­σχυ­ρι­στῶ ὅ­τι συ­νι­στοῦν νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἔκ­φρα­σης τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο χρή­σης της. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα κι αὐ­τὲς ἐ­δῶ εἶ­ναι, ἂν μὴ τί ἄλ­λο, πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­βλή­θη­κε ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες τε­χνο­λο­γί­ες.

 

Ε.Σ: Ἂς γί­νου­με λοι­πὸν πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­νοι κι ἂς πε­ρά­σου­με στὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» αὐ­τὲς κα­θαυ­τές. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τους ἐ­πι­λέ­ξα­τε τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὄ­ρο “t­i­­ny t­a­­l­es”. Μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἐ­πι­λέ­ξα­τε αὐ­τὸν τὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ καὶ για­τὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα;

 

Φ.Μ: Ὁ ὅ­ρος αὐ­τὸς προ­έ­κυ­ψε αὐ­θόρ­μη­τα, ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξα σ’ αὐ­τὸν γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους. Ἤ­θε­λα μιὰ ὀ­νο­μα­σί­α εὔ­στο­χη, «πι­α­σά­ρι­κη», ὅ,τι δη­λα­δὴ μοῦ προ­σέ­φε­ρε ἡ πα­ρή­χη­ση τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ ὄ­ρου. Ταυ­τό­χρο­να, συ­νι­στᾶ ὁ­ρι­σμὸ τοῦ πράγ­μα­τος, πε­ρι­γρά­φει αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι, πράγ­μα ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό. Τέ­λος, ἤ­θε­λα μιὰ ὀ­νο­μα­σί­α ποὺ θ’ ἀ­κου­γό­ταν εὐ­χά­ρι­στα καὶ θὰ προ­κα­λοῦ­σε ἐν­δι­α­φέ­ρον. Νο­μί­ζω ὅ­τι μὲ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ὀ­νο­μα­σί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ κα­τορ­θώ­νω νὰ ἐκ­φρά­σω αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λα.

 

Ε.Σ: Δι­α­βά­ζον­τας κα­νεὶς τὰ κεί­με­νά σας, δι­α­πι­στώ­νει τὴν τά­ση σας πρὸς ὁ­ρι­σμέ­να θέ­μα­τα, κα­θὼς πε­ρι­στρέ­φε­στε πο­λύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ παι­χνί­δι πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος, ἐ­νῶ συ­χνὰ δι­η­γῆ­στε ἐ­κρή­ξεις, ἐκ­πλή­ξεις κλπ. Ἐ­πι­λέ­γε­τε συ­νει­δη­τὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη θε­μα­το­λο­γί­α, πρό­κει­ται γιὰ προ­σω­πι­κά σας ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ γιὰ κά­τι ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­π’ τὴν ἴ­δια τὴ φύ­ση τῶν κει­μέ­νων;

 

Φ.Μ: Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἀ­παν­τή­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τῶν κει­μέ­νων. Ὡ­στό­σο, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ κύ­ριος λό­γος εἶ­ναι πὼς τέ­τοι­α «κο­σμι­κὰ» σε­νά­ρια «ἀ­πο­κά­λυ­ψης» ἐν­δεί­κνυν­ται δρα­μα­τουρ­γι­κὰ γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους κεί­με­να. Ὅ­ταν σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α τρι­ῶν προ­τά­σε­ων μπο­ρῶ νὰ κα­τα­στρέ­ψω τὴ γῆ μὲ μιὰ-δυ­ὸ λέ­ξεις, ὁ ἀ­πό­η­χος εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ,τι ἂν δι­η­γι­ό­μουν μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρία ἀ­γά­πης. Ἔ­τσι, τό­σο μέ­σα ἀ­π’ τὴν προ­σω­πι­κή μου ἐμ­πει­ρία, ὅ­σο καὶ ἀ­π’ τὰ σχό­λια ποὺ ἀ­πο­κο­μί­ζω, ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι τέ­τοι­α σε­νά­ρια κα­τα­στρο­φο­λο­γί­ας προ­σφέ­ρον­ται γιὰ τό­σο σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Πρό­κει­ται, λοι­πόν, γιὰ συ­νει­δη­τὴ ἐ­πι­λο­γή. Ὅ­σο γιὰ τὸ παι­χνί­δι πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος, τὸ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ὡς μέ­σο, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­η­γη­θῶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρελ­θὸν ἐκ νέ­ου καὶ νὰ δώ­σω ὑ­πό­στα­ση σὲ σε­νά­ρια ποὺ εἶ­ναι μὲν φαν­τα­στι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σαν δὲ —ἔ­στω καὶ θε­ω­ρη­τι­κά— νὰ ἰ­σχύ­ουν. Ἔ­τσι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἐ­ξη­γῶ τὸ χα­μό­γε­λο τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς μιὰ προ­σπά­θειά της νὰ κα­τα­πνί­ξει ἕ­να αὐ­θόρ­μη­το γέ­λιο.

 

Ε.Σ: Τί θὰ λέ­γα­τε σὲ ὅ­σους βλέ­πουν στὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» σας μιὰ «ἀ­πει­λὴ» γιὰ τὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;

 

Φ.Μ: Δὲ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» συ­νι­στοῦν ἀ­πει­λὴ γιὰ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, οὔ­τε γιὰ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γε­νι­κό­τε­ρα. Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­καν ἀ­π’ τὶς νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες, ὑ­πά­γον­ται ὡ­στό­σο σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο κι ἀ­κο­λου­θοῦν τοὺς δι­κούς τους κα­νό­νες. Ἡ τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση εἶ­ναι γε­γο­νός, βρί­σκει δι­ε­ξό­δους σὲ ὅ,τι μᾶς πε­ρι­βάλ­λει καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴν πα­ρα­βλέ­ψου­με.

 

         Ντύσσελντορφ, 09.08.2010 / Ἀθήνα, 27.08.2010

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἡ συ­νέ­ντευ­ξη δό­θη­κε προ­φο­ρικὰ ἀ­πὸ τὸν γερ­μα­νὸ συγ­γρα­φέα στὴ με­τα­φρά­στρια στὶς 09.08.2010 στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ.

 

Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg). Γεν­νή­θη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α τὸ 1975. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­δῶ καὶ 15 χρό­νια στὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης κι ἀ­να­λαμ­βά­νει πλέ­ον με­γά­λες δι­α­φη­μι­στι­κὲς καμ­πά­νι­ες ὡς καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς σὲ δι­ά­φο­ρες ἑ­ται­ρεῖ­ες. Γνω­στὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες κι ὀρ­γα­νι­σμοὶ ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει πε­λά­τες του καὶ τοῦ ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ πλῆ­θος δι­ε­θνῶν βρα­βεί­ων. Πρό­σφα­τα τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖο Grimme Online Award 2010 γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νη πλατ­φόρ­μα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Σύν­το­μα μά­λι­στα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς σὲ αὐ­το­τε­λῆ τό­μο. Ὁ Μά­ιμ­περγκ ζεῖ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὸ γιὸ του στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ τῆς Γερ­μα­νί­ας. (Ἱ­στο­σε­λί­δα Μά­ιμ­περγκ: www.florian-meimberg.com )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.  

 

******* 

 

[Ἡ συ­νέ­ντευ­ξη δό­θη­κε προ­φο­ρικὰ στὶς 09.08.2010 στὸ Ντύσ­σελ­ντορ­φ καὶ ἀπο­μα­γνη­το­φω­νή­θη­κε. Ἀκο­λου­θεῖ τὸ γερ­μα­νικὸ πρω­τό­τυ­πο:
 
Ein Interview mit dem Erfinder der „Tiny_tales“,
Florian Meimberg
 
Während seiner Pause von der Arbeit, haben wir Florian Meimberg getroffen, um ihm einige Fragen über seine „Tiny_tales“ zu stellen. Freundlich, locker und an die Interviews gewöhnt hat er gern unsere Fragen beantwortet und uns seine „Tiny_tales“ von seiner Seite präsentiert.
 
Elena Stagkouraki: Welche ist Ihre Beziehung zur Literatur? Schreiben Sie, indem es Ihnen bewusst ist, dass Ihre Texte literarische Werke sind oder handelt es sich eher um ein –wenigstens am Anfang– unbewusstes Handeln?
Florian Meimberg: Ich habe schon immer gern geschrieben, aber auch nicht fiktional. Ich schreibe viel auch im Rahmen meines Berufs (ich bin im Haupberuf Regisseur für Werbung und Muiskvideos, also für kurze Formate, wo man sehr verdichtet erzählen muss). Ich habe also immer schon gern geschrieben, aber noch dazu geht es hier natürlich um eine bewusste Handlung. So dauert es oft sehr lang, bis eine Tiny_tale fertig ist und veröffentlicht wird. Ich habe auch viele in Bearbeitungsstadium, aber es kann lange dauern, bis sie fertig bearbeitet und „gekurzt“ sind.
 
Elena Stagkouraki: Wie sind Sie auf die Idee gekommen, so kurze Texte zu verfassen? Was kam eigentlich zuerst? Twitter oder die Texte? Das Medium oder die Idee?
Florian Meimberg: Ich habe mich immer für Media interessiert, insbesondere für Twitter, weil es einfach ein Medium ist, das ein spannendes und interessantes Format bietet. Irgendwann hatte ich tatsächlich die Idee und habe es dann gleich probiert, auf Twitt-Länge Fiktion zu schreiben. Das war der Moment, dass Tiny_tales geboren wurden.
 
Elena Stagkouraki: Glauben Sie dann, Herr Meimberg, dass Twitter Möglichkeiten bietet, die von anderen Medien nicht angeboten werden? Kann man in anderen Worten durch Twitter Ziele erreichen, die durch andere Wege nicht zu erreichen sind?
Florian Meimberg: Es geht darin nicht um die Möglichkeiten, welche dieses Medium bietet, sondern eher um die Einschränkungen, die es stellt. Das ist auch das Faszinierende daran. Ich hätte, ohne dass es Twitter gäbe, auch auf die Idee kommen können, Geschichten aus 140 Zeichen zu schreiben. Bin ich aber nicht. Ich bin durch die Einschränkungen, die Twitter ausmacht, darauf gekommen und zwar durch das Gebot „fasse dich kurz“.
 
Elena Stagkouraki: Man merkt in Ihren Texten den Einfluss von der Werbung und der Werbesprache. Wenn man die Tiny_tales liest, kommt man präzisen, humorvollen und ausdrucksstarken Texten entgegen. Haben Sie den Eindruck, dass Sie von der Welt der Werbung beeinflusst wurden? Auf welcher Art? Wie erleben Sie diesen Zusammenhang zwischen Literatur und Werbung?
Florian Meimberg: Auf jeden Fall bin ich von der Werbung beeinflusst, es ist überhaupt keine Frage. Ich glaube, wenn ich dieses Background nicht hätte und über die letzten 15 Jahre im Gebiet der Werbung nicht gearbeitet hätte, wäre ich nicht auf diese Idee gekommen. Denn in der Werbung geht es darum, eine Botschaft sehr verdichtet zu erzählen. Es ist so, weil Zeit in der Werbung sehr teuer ist und einige Sekunden online viel Geld kosten. Da muss man in wenigen Sekunden möglichst viel erzählen. Das Schöne bei den Tiny_tales für mich ist, dass ich das, was ich in der Werbung gelernt habe, nämlich das verdichtete Erzählen, anwenden kann, aber ohne jede Vorgabe, ohne Briefing, ohne jeglichen Kunden. Ich kann also die Geschichten erzählen, die mich selbst interessieren, die ich selbst erzählen will, und zwar ohne Budget-Vorgaben. Ich bin also von der Angst des Budgets befreit und fühle mich trotzt der Beschränkung der 140 Zeichen frei. Ich muss mir keine Sorgen um die Kosten machen, egal ob ich eine Tiny_tale oder ein Epos schreibe. Es ist hervorragend.
 
 
Elena Stagkouraki: In dem Spiegel-Artikel, das von Ihrer Auszeichnung mit dem Online Grime Award 2010 berichtete, wurde zum ersten Mal in der deutschen Sprache der Begriff „Winzliteratur“ benutzt. Glauben Sie, dass Ihre Texte eine bestimmte und neue Literaturform darstellen? Wie würden Sie die „Tiny_tales“ bezeichnen im Bezug auf die Literatur?
Florian Meimberg: „Tiny_tales“ ist selbst ein neues Wort, selbst erklärend. „Winzliteratur“ trifft ganz gut, „Microfiction“ sag ich selbst. Wenn mich einer fragt, um was für einen Texttyp es geht, sag ich „Microfiction“. Dass es um eine neue Literaturform geht, würde ich mir gar nicht anmaßen. Ich glaube, es ist vielleicht eine neue Spielart der Literatur. Kurzgeschichten gab es vorher schon und diese hier sind eben sehr kurze Geschichten. Es ist eine neue Art der Literatur, die sich aus den neuen Medien herausentwickelt hat. Wenn es Twitter nicht gegeben hätte, wäre ich auch nicht auf die Idee gekommen, so kurze Geschichten zu schreiben.
 
 
Elena Stagkouraki: Lassen Sie uns jetzt, Herr Meimberg, etwas konkreter werden und zu den „Tiny_tales“ kommen. Könnten Sie mir etwas über den Titel erzählen? Wieso haben Sie diesen Titel ausgewählt und warum auf englisch?
Florian Meimberg: Die Idee für die Bezeichnung war spontan, aber ich habe mich schließlich aus mehreren Gründen für sie entschlossen. Das Wort „Tiny_tales“ ist griffig. Die Alliteration im englischen „tiny tales“ ist gut, es klingt schön. Gleichzeitig beschreibt es, was es ist, worum es sich dabei handelt und das fand ich auch wichtig. Die Bezeichnung sollte also auch ein bisschen selbst erklärend sein. Die Benennung sollte auch ein bisschen sympathisch und interessant klingen und ich glaube, ich habe durch den ausgewählten Titel all das erzielt.
 
Elena Stagkouraki: Wenn man Ihre Texte liest, findet man bestimmte Themen, die immer wieder vorkommen, wie zum Beispiel das Spiel mit der Vergangenheit und der Zukunft, jede Menge Explosionen und Überraschungen usw. Haben Sie bewusst eine bestimmte Thematik, handelt es sich um Themen, die Sie sowieso interessieren oder kommt es einfach so aus?
Florian Meimberg: Man kann das so pauschal nicht beantworten, aber ich glaube, dass der Hauptgrund ist, dass man mit solchen großen, apokalyptischen Szenarien besonders große dramaturgische Höhen erreichen kann. Wenn ich in den drei Sätzen mit drei Wörtern die Welt zerstöre, kann ich eine viel größere Wirkung erzielen, als wenn ich eine kleine Liebesgeschichte schreibe. Ich habe also die Erfahrung gemacht, auch beim Schreiben selbst, und durch das Feedback, das ich auf die Geschichten bekomme, dass diese große bombastische Szenarien sich gut eignen, um so eine mini-Dramaturgie zu schreiben. Das mache ich, indem es mir durchaus bewusst ist. Was das Spiel mit Vergangenheit betrifft, benutze ich es als Medium, um das Gegebene neu zu erzählen und zu zeigen, dass manche Szenarien zwar Erfindungsergebnis sind, aber (wenigstens theoretisch) wahr sein könnten. So habe ich zum Beispiel über Mona Lisa geschrieben, die angeblich dieses Lächeln hat, weil sie versucht hat, in Gelächter nicht auszubrechen.
 
Elena Stagkouraki: Was würden Sie denjenigen sagen, die Ihre Texte als eine Drohung für die Literatur betrachten und sich verunsichert fühlen?
Florian Meimberg: Ich glaube, dass „Tiny_tales“ weder für bestimmte Literaturarten, noch für die gesamte literarische Welt eine Drohung darstellen. Dabei geht es um Texte, die aus den neuen Technologien herausentwickelt wurden, aber ihren eigenen Charakter haben und bestimmte Regel befolgen. Die technologische Revolution ist Tatsache, sie findet ihren Ausdruck in mehreren Sektoren unseres Alltags und wir dürfen sie nicht übersehen.
 
Elena Stagkouraki,
Düsseldorf, den 09.08.2010  ]