Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

ΤΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΕΓΑΛΟ, μὲ δυ­ὸ πα­τώ­μα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα, μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ὅ­μοι­ο μὲ τ’ ἄλ­λα σπί­τια τοῦ με­γά­λου δρό­μου καὶ μα­ζὶ ἀ­νό­μοι­ο, ξε­χω­ρι­στό. Μέ­σα του ἔ­σφυ­ζε ἡ ζω­ή: Ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βαι­ναν καὶ κα­τέ­βαι­ναν τὶς σκά­λες του, ἄ­νοι­γαν κι ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κά­θι­ζαν στὶς κα­ρέ­κλες, μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους, ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν, κοι­μοῦν­ταν. Ἄν­θρω­ποι. Μὲ χα­ρὲς καὶ μὲ λύ­πες, μὲ σκέ­ψεις, μὲ ὄ­νει­ρα.

         Καὶ κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­φυ­γε κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ἔ­νοι­κος κι ἔ­μει­νε νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ ἡ πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θέ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἕ­να χῶ­ρο. Ἡ σκό­νη ἄρ­χι­σε νὰ κα­θί­ζει στρώ­μα­τα στρώ­μα­τα στὰ πα­τώ­μα­τα καὶ στοὺς τοί­χους, στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Ὁ ἀ­έ­ρας βρῆ­κε κά­ποι­ες τρύ­πες, τὶς με­γά­λω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ  πο­λὺ κι ἄρ­χι­σε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι, κά­νον­τας νὰ σα­λεύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουρ­τι­νά­κι ποὺ ἀ­πό­μει­νε ξε­χα­σμέ­νο σὲ κά­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο.

        Ὥ­σπου κά­πο­τε ἤρ­θα­νε τὰ τέ­ρα­τα μὲ τὰ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια. Μουγ­κρί­ζον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ρί­χνου­νε κομ­μά­τι κομ­μά­τι τὸ σπί­τι τῆς σιω­πῆς. Ἔ­κα­μαν ἕ­να με­γά­λο σω­ρὸ ἀ­πὸ πέ­τρες καὶ χῶ­μα, ἀ­πὸ σπα­σμέ­να ξύ­λα καὶ κε­ρα­μί­δια  – κι ἔ­φυ­γαν μὲ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α. Στὴ θέ­ση τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ ἔ­μει­νε τὸ τί­πο­τα. Δυ­ὸ με­γά­λοι ὄ­ρο­φοι κε­νοῦ. Τά που­λιὰ ποὺ εἴ­χα­νε τρο­μά­ξει ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν μη­χα­νῶν ἀ­να­θάρ­ρε­ψαν καὶ ξα­νάρ­θα­νε στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Κοί­τα­ζαν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­στε­κε ψη­λὸ τὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο σπί­τι κι ἀ­πο­ρού­σα­νε. Δει­λὰ πε­τά­ξα­νε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ βάλ­θη­καν νὰ δι­α­σχί­ζουν τὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο ὁ­ρι­ζόν­τια καὶ κά­θε­τα, χω­ρὶς νὰ συ­ναν­τοῦν κα­νέ­να ἐμ­πό­διο. Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, λοι­πόν. Τὸ κε­νὸ εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ στὴ θέ­ση τοῦ ἀλ­λο­τι­νοῦ σπι­τιοῦ.

        Στὸ δρό­μο περ­νοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι καί ξαφ­νι­ά­ζον­ταν, μὰ εἴ­χα­νε τό­σες δου­λει­ὲς καὶ σκο­τοῦ­ρες ποὺ ἀ­μέ­σως ξε­χνοῦ­σαν ὅ,τι εἴ­δα­νε. Πέ­ρα­σε κι ὁ ποι­η­τὴς κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βα­θὺ πό­νο, για­τὶ δὲν ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ ἔ­λει­πε, μὰ ἕ­να ἀ­κό­μη κομ­μά­τι τῆς πο­λι­τεί­ας, ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ἴ­διας του τῆς ψυ­χῆς. Πῆ­ρε τρυ­φε­ρὰ τὴν εἰ­κό­να του, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λο­τε καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε στὸ βυ­θὸ τῆς μνή­μης, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει, σὰν ἀρ­χαῖ­ο ναυά­γιο ἡ πο­λι­τεί­α τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων.

        Τώ­ρα τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου σοῦ δεί­χνει μὲ κυ­νι­σμὸ τὸ βου­βὸ σω­ρὸ τῶν ἐ­ρει­πί­ων καὶ βε­βαι­ώ­νει, μὲ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη λο­γι­κή του τὴ νί­κη τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου: Δυ­ὸ κο­λό­νες ποὺ δὲ στη­ρί­ζου­νε κα­μιὰ καγ­κε­λό­πορ­τα, μιὰ σκά­λα ποὺ δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Ὅ­λα νε­κρά.

        Κά­πο­τε ὅ­μως, στὶς ὧ­ρες τῆς βα­θειᾶς νύ­χτας, οἱ δυ­ὸ πε­σμέ­νοι ὄ­ρο­φοι τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ στή­νον­ται πά­λι στὴ θέ­ση τους, ἀ­έ­ρι­νοι, κι ἀρ­χί­ζει μέ­σα τους ἡ κί­νη­ση τῶν ἴ­σκι­ων. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, ἀ­κού­γον­ται ἀν­θρώ­πι­νες κου­βέν­τες, ἐ­νῶ ἀ­πό κά­ποι­ο πιά­νο στά­ζουν ἀρ­γά, ρεμ­βα­στι­κὰ οἱ νό­τες στὸν κόρ­φο τῆς νύ­χτας. Ἄν ἀ­νοί­ξεις τό­τε τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κι ἀ­νε­βεῖς τὴ σκά­λα θὰ βρε­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μιὰ πόρ­τα. Θὰ ση­κώ­σεις τὸ χάλ­κι­νο ἐ­πί­θυ­ρο χε­ρά­κι καὶ θὰ χτυ­πή­σεις μιά, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές. Θ’ ἀ­κού­σεις τὰ βή­μα­τα ἐ­κεί­νου ποὺ θά ’ρ­θει νὰ σοῦ ἀ­νοί­ξει καὶ θὰ βρε­θεῖς στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ὅ­που ἡ κό­ρη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας θὰ σὲ κε­ρά­σει, μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ μη­τέ­ρα. Κι ἐ­σὺ θὰ δι­στά­ζεις ν’ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι καὶ νὰ τὸ πά­ρεις, για­τὶ τὸ ξέ­ρεις πὼς ὅ­λα ὅ­σα βλέ­πεις κι ἀ­κοῦς εἶ­ναι φα­σμα­τι­κά, γεν­νή­μα­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς μα­γι­κῆς νύ­χτας. Κι ὅ­ταν ἀγ­γί­ξεις τὸ πι­α­τά­κι μὲ τὸ βύσ­σι­νο, θὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­λα κι ἐ­σὺ θὰ βρε­θεῖς νὰ στέ­κε­σαι στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς σκά­λας ποὺ δὲν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Καὶ τό­τε θ’ ἀ­κού­σεις ἕ­να σι­γα­νὸ κλά­μα, ποὺ ἴ­σως νά ’­ναι καὶ δι­κό σου. Ἕ­να κλά­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ περ­νᾶ ἀ­νε­πί­στρο­φα καὶ γιὰ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σω­ρι­ά­ζον­ται μέ­σα μας, κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καὶ μᾶς πνί­γουν. Καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει.

 

  

Πη­γή: Πρώτη γραπτὴ δημοσίευση.

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Βίντεο: Τὸ βρά­δυ τῆς 27-09-1995 ὁ ποι­η­τὴς Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης δι­άβα­σε σ’ ἕ­να δη­μό­σιο δρώ­με­νο τὸ δι­ή­γη­μά του “Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐ­ρει­πί­ου” μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο ἀρ­χον­τι­κὸ στὴ γω­νί­α Τσόν­του Βάρ­δα καὶ Ἡ­ρώ­ων Πο­λυ­τε­χνεί­ου στὰ Χα­νιά. Σή­με­ρα ὑ­ψώ­νε­ται στὴ θέ­ση του πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τὸ δρώ­με­νο ἔ­γι­νε λί­γο πρὶν ἀρ­χί­σουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς. Λή­ψη: Λε­ω­νί­δας Μα­νω­λι­κά­κης. Ἰ­δέ­α καὶ εἰ­κα­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη: Γι­ῶρ­γος Κου­νά­λης, ζω­γρά­φος. Πα­ρα­χώ­ρη­ση: Ἀγ­γε­λι­κὴ Κα­ρα­θα­νά­ση-Μα­νου­σά­κη. Τὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ βίν­τεο ποὺ μνη­μει­ώ­νει τὴν ζων­τα­νὴ πα­ρου­σία τοῦ Γιώρ­γη Μα­νου­σά­κη ἀ­να­με­τα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­ο­πτι­κὸ σταθ­μὸ «Κρή­τη».

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: