Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Τὸ εἴδωλο

 

 

Ντιν­τι­ Ντε­νὶνκ (D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx)

 

Τὸ εἴ­δω­λο

(Le r­e­f­l­et)

 

ΑΝΤΑ ΕΤΟΙΜΟΣ νὰ φω­νά­ξει, νὰ βρί­σει, νὰ σὲ στο­λί­σει! Πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ξε­σποῦ­σαν ἄ­φθο­νες οἱ βρι­σι­ές. Τὸ γου­ρού­νι, τὸ σκου­πί­δι, ὁ φα­σί­στας… Ἀ­δύ­να­τον νὰ ἀν­τέ­ξεις δι­α­φο­ρε­τι­κά. Μπρο­στά του ὑ­πο­κλί­σεις, χαι­ρε­τοῦ­ρες, κα­λοὶ τρό­ποι, κο­λα­κεῖ­ες. Καὶ ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση μό­λις διά­βαι­ναν τὴν πόρ­τα. Μά­θαι­ναν νὰ χα­μο­γε­λοῦν στὸ κε­νὸ σφίγ­γον­τας τὰ δόν­τια. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν τὸν πρῶ­το και­ρό, ὅ­ταν ἔμ­παι­ναν στὴ δού­λε­ψή του, δε­λε­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ μι­σθὸ τῶν χι­λί­ων δο­λα­ρί­ων μὲ φα­γη­τὸ καὶ στέ­γη… Τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πλη­σιά­σουν κοι­τά­ζον­τάς τους μὲ κεῖ­νο τὸ νε­κρὸ βλέμ­μα του καὶ ἀ­πί­θω­νε τὰ χέ­ρια του πά­νω στὸ πρό­σω­πό τους, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν χει­λι­ῶν, τὴν ἐ­πί­πε­δη μύ­τη, τὴν ὑ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος, τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά. Στὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ἄρ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει γε­μά­τος ἀ­πο­στρο­φή.

         —Που­τά­νας γιοί, πε­τάξ­τε τον ἔ­ξω, εἶ­ναι μαῦ­ρος.

        Ὁ ἀν­θρω­πά­κος τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ.

        —Μὰ ὄ­χι, κύ­ρι­ε, σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι…

        Ἦ­ταν ὅ­μως ἀ­νώ­φε­λο. Ἔ­φευ­γε γε­μά­τος πί­κρα, μ’ ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν ἑ­κα­τὸ δο­λα­ρί­ων κολ­λη­μέ­νο στὸ στό­μα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν εἶ­χε σκα­που­λά­ρει καὶ τί εἴ­δους φρί­κη πε­ρί­με­νε τὰ ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­να θύ­μα­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς.

        Ὁ τυ­φλὸς ἔ­με­νε σ’ ἕ­να κά­στρο χτι­σμέ­νο στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Γου­έ­στγουντ καὶ ὅ­λη ἡ γύ­ρω κοι­νό­τη­τα ζοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τάρ­κεια στὴν πε­ρι­ο­χή, καλ­λι­ερ­γών­τας στά­ρι, ψή­νον­τας ψω­μί, ἐ­κτρέ­φον­τας ζῶ­α. Ὁ γέ­ρος ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μί­α μό­νο πο­λυ­τέ­λεια: τὴν ὄ­πε­ρα καὶ τὶς ἄ­σπρες τρα­γου­δί­στρι­ες ποὺ ἔ­φερ­νε στὸ τέ­λος κά­θε βδο­μά­δας καὶ οἱ ὁ­ποῖ­ες τρα­γου­δοῦ­σαν μὲ στεν­τό­ρεια φω­νὴ καὶ ὀρ­θά­νοι­χτα πα­ρά­θυ­ρα, προ­κα­λών­τας πα­νι­κὸ στὸν ὀρ­νι­θώ­να.

        Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν κοι­μό­ταν κα­θό­λου, λὲς καὶ τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του τὸν ἀ­πήλ­λασ­σε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση. Οἱ ἄν­θρω­ποί του ὄ­φει­λαν νὰ τοῦ δεί­χνουν κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λο τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο πλή­ρη ὑ­πο­τα­γή. Ὁ για­τρὸς ζοῦ­σε μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θει χά­ρη στὰ κο­κτέ­ιλ μὲ βά­λιουμ καὶ λα­ξο­τα­νὶλ ποὺ κα­τά­πι­νε πρω­ί, με­ση­μέ­ρι καὶ βρά­δυ. Ὁ γέ­ρος ἔ­νιω­θε μιὰ νο­ση­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸν παι­δεύ­ει, ἀμ­φι­σβη­τών­τας τὶς δι­α­γνώ­σεις του καὶ ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὰ πα­ρα­σκευ­ά­σμα­τά του. Αὐ­τὲς οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ὅ­μως δὲν ἐμ­πό­δι­σαν τὸν για­τρὸ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σει τὸν ἀ­σθε­νῆ του γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη μιᾶς νέ­ας θε­ρα­πεί­ας ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τὴν ὅ­ρα­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες τυ­φλῶν. Ὁ τυ­φλὸς προ­σέ­λα­βε μιὰ ντου­ζί­να ἐ­ρευ­νη­τὲς γιὰ νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σουν ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ μέ­θο­δος δὲν ὄ­φει­λε τί­πο­τε στοὺς μαύ­ρους.

        Φώ­να­ξαν τὸν δι­α­πρε­πῆ χει­ροῦρ­γο καὶ τὴ μο­νά­δα του, κά­νον­τας με­γά­λα ἔ­ξο­δα. Ὁ γέ­ρος ξά­πλω­σε εὐ­χα­ρί­στως πά­νω στὸ μπι­λιά­ρδο καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε χά­ρη στὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ πεν­θο­τάλ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ βα­θὺ σκο­τά­δι κι ἔ­μει­νε τρεῖς μα­κρό­συρ­τες μέ­ρες μὲ τὸ κε­φά­λι δε­μέ­νο, ἀ­γνο­ών­τας ἂν τὰ μά­τια του ἔ­βλε­παν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ ὄ­χι τὰ βλέ­φα­ρά του.

        Ὁ χει­ροῦρ­γος ἔ­βγα­λε ἐ­πι­τέ­λους τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους. Ὁ γέ­ρος ἄ­νοι­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὰ μά­τια κι ἔ­βγα­λε μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γή. Ἕ­νας μαῦ­ρος μὲ τρο­μα­κτι­κὴ ὄ­ψη στε­κό­ταν ἀν­τί­κρυ του. Στρά­φη­κε στὸν χει­ροῦρ­γο τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

        —Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Δι­ῶξ­τε τον ἀ­πὸ ἐ­δῶ…

        Ὁ για­τρὸς ποὺ ἔ­πλε­νε τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τὸν πλη­σί­α­σε ἤ­ρε­μα, τὸν ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι στὸν ὦ­μο καὶ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ κοι­τά­ξει ὁ­λό­ι­σια μπρο­στά του.

        —Τό­τε θὰ πρέ­πει νὰ βγεῖ­τε ἐ­σεῖς ἔ­ξω… Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χε­τε μπρο­στά σας, κύ­ρι­ε, ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­θρέ­φτης: κι αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ εἴ­δω­λό σας.

 

  

Πη­γή: D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx, M­a­in c­o­u­r­a­n­te, ed. V­e­r­d­i­er, V­e­n­d­o­me, σσ. 37-38. 

 

D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx (S­a­i­nt-D­e­n­is, 27 Ἀ­πρι­λί­ου 1949 ). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ N­a­z­is d­a­ns le m­e­t­ro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: