Ὄλγα Φουντέα: Dogfish

 

 

 

λγα Φουντέα

Dogfish

 

Ο ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ στὸ πά­τω­μα. Τὸ εἴ­χα­με κλει­σμέ­νο στὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν ζευ­γα­ρώ­σει. Πέ­ρυ­σι εἶ­χε γεν­νή­σει 8 κου­τά­βια. Εἶ­χα βο­η­θή­σει τὴν μα­μὰ νὰ πᾶ­με νὰ τὰ πε­τά­ξου­με στὸ βάλ­το. Ἕ­να ἕ­να τὰ πε­τά­γα­με κι αὐ­τὰ βού­λιαζαν, μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκού­ρα ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί θὰ τοὺς συ­νέ­βαι­νε, μπο­ροῦ­σα νὰ ὑ­πο­θέ­σω, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­δι­α­φά­νεια δὲν σὲ ἄ­φη­νε νὰ δεῖς πῶς θὰ κα­τέ­λη­γαν.

         Μπο­ρεῖ νὰ γί­νον­ταν ψά­ρια, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­βγα­ζαν λέ­πια καὶ πτε­ρύ­για καὶ νὰ κο­λυμ­ποῦ­σαν, δὲν πει­ρά­ζει ποὺ ἦ­ταν τυ­φλά, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν σκο­τει­νὰ στὸ βάλ­το, δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ βλέ­πουν, μό­νο νὰ μά­θουν νὰ ἀ­να­πνέ­ουν μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ σκυ­λιά, βέ­βαι­α, ἦ­ταν σκυ­λιὰ καὶ τὰ ψά­ρια ψά­ρια, πο­τὲ δὲν εἶ­χα δεῖ ἕ­να ψά­ρι νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται καὶ νὰ γί­νε­ται σκύ­λος, οὔ­τε τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ μπο­ρεῖ, ἁ­πλῶς, νὰ μὴν εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει οἱ ἀ­πα­ραί­τη­τες συν­θῆ­κες. Τί­πο­τα δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­χρι νὰ γί­νει. «Ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χον­ται τὰ ψά­ρια, μα­μά;»

        Τὸ σκυ­λί μας δὲν πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ποὺ δὲν τὸ ἀ­φή­να­με νὰ βγεῖ ἔ­ξω. Ἦ­ταν κα­λὸ σκυ­λὶ καὶ δὲν μᾶς κρα­τοῦ­σε κα­κί­α ποὺ τοῦ εἴ­χα­με πά­ρει τὰ παι­διά του. Τὸ λέ­γα­με «σκυ­λί», δὲν εἶ­χε ὄ­νο­μα, τῆς μα­μᾶς δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν τὰ ὀ­νό­μα­τα στὰ ζῶ­α, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ ἀν­θρω­πο­ποι­οῦ­με, ἔ­τσι τὸ φω­νά­ζα­με «σκυ­λί». «Σκυ­λί» κι ὄ­χι «σκύ­λα», για­τί «σκύ­λα» ἦ­ταν κα­κὴ λέ­ξη. Κα­θό­ταν στὸ χα­λὶ στὸ δω­μά­τιό μου μὲ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα καὶ μὲ μά­τια τό­σο ὑ­γρὰ λὲς καὶ κο­λυμ­ποῦ­σαν σὲ ἀ­μνια­κὸ ὑ­γρό. Τὸ πά­τω­μα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ σκοῦ­ρο φτη­νὸ ξύ­λο καὶ μὲ δυ­σκο­λί­α ἔ­βλε­πες τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ αἷ­μα τῆς πε­ρι­ό­δου. Ἡ μα­μὰ μοῦ εἶ­χε ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ ξα­πλώ­νω στὸ πά­τω­μα γιὰ νὰ μὴν λε­ρώ­σω τὰ ροῦ­χα μου. Οὔ­τε κάλ­τσες μὲ ἄ­φη­νε νὰ φο­ρά­ω. Τὸ αἷ­μα θὰ ἔ­φευ­γε μό­λις ἔ­πλε­να τὰ πό­δια μου χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ τρί­ψει, ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ ροῦ­χα. «Σκυ­λί, ἔ­λα ἐ­δῶ.»

        Ἔ­τρω­γε ὅ,τι τρώ­γα­με κι ἐ­μεῖς. Ἐ­γὼ πο­λὺ συ­χνὰ δὲν τε­λεί­ω­να τὸ φα­γη­τό μου, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν ἄν­τε­χα αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τοῦ κο­ρε­σμοῦ στὸ στο­μά­χι μου. Ἔ­βα­ζα τὸ πιά­το στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­τρω­γε τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα, πολ­λὰ ἢ λί­γα. Μιὰ μέ­ρα ἡ μα­μὰ μα­γεί­ρε­ψε ψά­ρια, ὀ­κτὼ ψά­ρια με­τρί­ου με­γέ­θους, τὰ τη­γά­νι­σε μὲ τὰ μά­τια ἀ­νοι­χτά. Ἤ­μουν σί­γου­ρη ὅ­τι τὰ εἶ­χε ψα­ρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ βάλ­το, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τὰ πα­πού­τσια της ἦ­ταν λα­σπω­μέ­να καὶ ἡ ἄ­κρη τοῦ φου­στα­νιοῦ της λε­κι­α­σμέ­νη λὲς καὶ εἶ­χε πέ­σει σὲ βρω­μό­νε­ρα. Τὴν φαν­τα­ζό­μουν μέ­σα στὸν βάλ­το νὰ κρα­τά­ει ἕ­να δί­χτυ γιὰ πε­τα­λοῦ­δες καὶ νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ πιά­σει τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. Ἴ­σως τὰ βα­τρά­χια τῆς μαρ­τύ­ρη­σαν ποῦ βρί­σκον­ταν. Ἦ­ταν ἐ­πι­δέ­ξια ἡ μα­μά μου, ἔ­πια­ναν τὰ χέ­ρια της, ὅ­ταν σὲ χτυ­ποῦ­σε δὲν ἤ­θε­λες νὰ στα­μα­τή­σει πο­τέ. «Μα­μά, πει­νά­ω.»

        Μοῦ σέρ­βι­ρε δυ­ὸ σκυ­λό­ψα­ρα στὸ πιά­το κι ἐ­γὼ μὲ δυ­σκο­λί­α ἔ­φα­γα με­ρι­κὲς μπου­κι­ές. Ἦ­ταν νό­στι­μα, ἀλ­λὰ τὸ στό­μα μου ἦ­ταν στε­γνὸ καὶ πο­νοῦ­σαν οἱ ρί­ζες τῶν δον­τι­ῶν μου. Μό­λις τε­λεί­ω­σαν ὅ­λοι, πῆ­ρα ὅ,τι πε­ρίσ­σε­ψε ἀ­πὸ τὰ πιά­τα τους, τὸ κα­θά­ρι­σα ἀ­πὸ τὰ κό­κα­λα καὶ τὸ ἔ­δω­σα στὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ φά­ει. Κά­θι­σα μα­ζί του ὥ­ρα πολ­λὴ καὶ τὸ κοι­τοῦ­σα στὰ μά­τια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­το. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ φά­ει. Τὸ θε­ώ­ρη­σα προ­σβλη­τι­κό. Για­τί δὲν ἤ­θε­λε τὰ παι­διά του; Ἂν δὲν τὰ ἔ­τρω­γε, θὰ τὰ πε­τά­γα­με στὰ σκου­πί­δια, τί εἴ­δους μη­τέ­ρα ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ σκυ­λὶ ποὺ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψα­με τὰ παι­διά του κι αὐ­τὸ τὰ ἀ­γνο­οῦ­σε; «Μα­μά, νὰ βγά­λω τὸ σκυ­λὶ γιὰ κα­τού­ρη­μα;»

        Τὸ πῆ­ρα ἀ­πὸ τὸ λου­ρὶ καὶ προ­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ βάλ­το. Στα­μα­τή­σα­με ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ καὶ πρὶν προ­λά­βει κὰν νὰ κα­του­ρή­σει, πῆ­ρα μί­α πέ­τρα στὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ χτύ­πη­σα στὸ κε­φά­λι. Ἔ­τσι ζα­λι­σμέ­νο ὅ­πως ἦ­ταν δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ τὸ σύ­ρω μέ­σα στὸ νε­ρό. Τώ­ρα θὰ γι­νό­ταν κι αὐ­τὸ σκυ­λό­ψα­ρο. Γύ­ρι­σα σπί­τι νι­ώ­θον­τας με­γά­λη κού­ρα­ση. Μά­ζε­ψα μα­ξι­λά­ρια ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς γω­νι­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ, ὀ­κτὼ στὸν ἀ­ριθ­μό, τὰ το­πο­θέ­τη­σα κυ­κλι­κὰ στὸ κρε­βά­τι μου κι ἐ­γὼ κοι­μή­θη­κα στὸ κέν­τρο. «Τί κά­νουν στὰ παι­διὰ ποὺ βρέ­χουν τὸ κρε­βά­τι τους;»

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ὄλγα Αἰκατερίνη Φουντέα (Ἀθήνα 1978). Σπούδασε Χρηματιστηριακὰ καὶ Ἐπικοινωνία στὸ Ἀμερικάνικο Κολλέγιο. Μετεῖχε στὸ ἐργαστήριο δημιουργικῆς γραφῆς τῆς Χριστιάνας Λαμπρινίδη ἀπὸ τὸ 2006 μέχρι τὸ 2009.

 

Είκόνα: Francisco Goya, Σκύλος ποὺ πνίγεται σὲ κινούμενη ἄμμο (1820)

 

Διαφημίσεις

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

ΤΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΕΓΑΛΟ, μὲ δυ­ὸ πα­τώ­μα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα, μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ὅ­μοι­ο μὲ τ’ ἄλ­λα σπί­τια τοῦ με­γά­λου δρό­μου καὶ μα­ζὶ ἀ­νό­μοι­ο, ξε­χω­ρι­στό. Μέ­σα του ἔ­σφυ­ζε ἡ ζω­ή: Ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βαι­ναν καὶ κα­τέ­βαι­ναν τὶς σκά­λες του, ἄ­νοι­γαν κι ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κά­θι­ζαν στὶς κα­ρέ­κλες, μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους, ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν, κοι­μοῦν­ταν. Ἄν­θρω­ποι. Μὲ χα­ρὲς καὶ μὲ λύ­πες, μὲ σκέ­ψεις, μὲ ὄ­νει­ρα.

         Καὶ κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­φυ­γε κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ἔ­νοι­κος κι ἔ­μει­νε νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ ἡ πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θέ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἕ­να χῶ­ρο. Ἡ σκό­νη ἄρ­χι­σε νὰ κα­θί­ζει στρώ­μα­τα στρώ­μα­τα στὰ πα­τώ­μα­τα καὶ στοὺς τοί­χους, στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Ὁ ἀ­έ­ρας βρῆ­κε κά­ποι­ες τρύ­πες, τὶς με­γά­λω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ  πο­λὺ κι ἄρ­χι­σε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι, κά­νον­τας νὰ σα­λεύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουρ­τι­νά­κι ποὺ ἀ­πό­μει­νε ξε­χα­σμέ­νο σὲ κά­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο.

        Ὥ­σπου κά­πο­τε ἤρ­θα­νε τὰ τέ­ρα­τα μὲ τὰ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια. Μουγ­κρί­ζον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ρί­χνου­νε κομ­μά­τι κομ­μά­τι τὸ σπί­τι τῆς σιω­πῆς. Ἔ­κα­μαν ἕ­να με­γά­λο σω­ρὸ ἀ­πὸ πέ­τρες καὶ χῶ­μα, ἀ­πὸ σπα­σμέ­να ξύ­λα καὶ κε­ρα­μί­δια  – κι ἔ­φυ­γαν μὲ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α. Στὴ θέ­ση τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ ἔ­μει­νε τὸ τί­πο­τα. Δυ­ὸ με­γά­λοι ὄ­ρο­φοι κε­νοῦ. Τά που­λιὰ ποὺ εἴ­χα­νε τρο­μά­ξει ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν μη­χα­νῶν ἀ­να­θάρ­ρε­ψαν καὶ ξα­νάρ­θα­νε στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Κοί­τα­ζαν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­στε­κε ψη­λὸ τὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο σπί­τι κι ἀ­πο­ρού­σα­νε. Δει­λὰ πε­τά­ξα­νε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ βάλ­θη­καν νὰ δι­α­σχί­ζουν τὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο ὁ­ρι­ζόν­τια καὶ κά­θε­τα, χω­ρὶς νὰ συ­ναν­τοῦν κα­νέ­να ἐμ­πό­διο. Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, λοι­πόν. Τὸ κε­νὸ εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ στὴ θέ­ση τοῦ ἀλ­λο­τι­νοῦ σπι­τιοῦ.

        Στὸ δρό­μο περ­νοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι καί ξαφ­νι­ά­ζον­ταν, μὰ εἴ­χα­νε τό­σες δου­λει­ὲς καὶ σκο­τοῦ­ρες ποὺ ἀ­μέ­σως ξε­χνοῦ­σαν ὅ,τι εἴ­δα­νε. Πέ­ρα­σε κι ὁ ποι­η­τὴς κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βα­θὺ πό­νο, για­τὶ δὲν ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ ἔ­λει­πε, μὰ ἕ­να ἀ­κό­μη κομ­μά­τι τῆς πο­λι­τεί­ας, ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ἴ­διας του τῆς ψυ­χῆς. Πῆ­ρε τρυ­φε­ρὰ τὴν εἰ­κό­να του, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λο­τε καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε στὸ βυ­θὸ τῆς μνή­μης, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει, σὰν ἀρ­χαῖ­ο ναυά­γιο ἡ πο­λι­τεί­α τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων.

        Τώ­ρα τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου σοῦ δεί­χνει μὲ κυ­νι­σμὸ τὸ βου­βὸ σω­ρὸ τῶν ἐ­ρει­πί­ων καὶ βε­βαι­ώ­νει, μὲ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη λο­γι­κή του τὴ νί­κη τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου: Δυ­ὸ κο­λό­νες ποὺ δὲ στη­ρί­ζου­νε κα­μιὰ καγ­κε­λό­πορ­τα, μιὰ σκά­λα ποὺ δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Ὅ­λα νε­κρά.

        Κά­πο­τε ὅ­μως, στὶς ὧ­ρες τῆς βα­θειᾶς νύ­χτας, οἱ δυ­ὸ πε­σμέ­νοι ὄ­ρο­φοι τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ στή­νον­ται πά­λι στὴ θέ­ση τους, ἀ­έ­ρι­νοι, κι ἀρ­χί­ζει μέ­σα τους ἡ κί­νη­ση τῶν ἴ­σκι­ων. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, ἀ­κού­γον­ται ἀν­θρώ­πι­νες κου­βέν­τες, ἐ­νῶ ἀ­πό κά­ποι­ο πιά­νο στά­ζουν ἀρ­γά, ρεμ­βα­στι­κὰ οἱ νό­τες στὸν κόρ­φο τῆς νύ­χτας. Ἄν ἀ­νοί­ξεις τό­τε τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κι ἀ­νε­βεῖς τὴ σκά­λα θὰ βρε­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μιὰ πόρ­τα. Θὰ ση­κώ­σεις τὸ χάλ­κι­νο ἐ­πί­θυ­ρο χε­ρά­κι καὶ θὰ χτυ­πή­σεις μιά, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές. Θ’ ἀ­κού­σεις τὰ βή­μα­τα ἐ­κεί­νου ποὺ θά ’ρ­θει νὰ σοῦ ἀ­νοί­ξει καὶ θὰ βρε­θεῖς στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ὅ­που ἡ κό­ρη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας θὰ σὲ κε­ρά­σει, μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ μη­τέ­ρα. Κι ἐ­σὺ θὰ δι­στά­ζεις ν’ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι καὶ νὰ τὸ πά­ρεις, για­τὶ τὸ ξέ­ρεις πὼς ὅ­λα ὅ­σα βλέ­πεις κι ἀ­κοῦς εἶ­ναι φα­σμα­τι­κά, γεν­νή­μα­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς μα­γι­κῆς νύ­χτας. Κι ὅ­ταν ἀγ­γί­ξεις τὸ πι­α­τά­κι μὲ τὸ βύσ­σι­νο, θὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­λα κι ἐ­σὺ θὰ βρε­θεῖς νὰ στέ­κε­σαι στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς σκά­λας ποὺ δὲν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Καὶ τό­τε θ’ ἀ­κού­σεις ἕ­να σι­γα­νὸ κλά­μα, ποὺ ἴ­σως νά ’­ναι καὶ δι­κό σου. Ἕ­να κλά­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ περ­νᾶ ἀ­νε­πί­στρο­φα καὶ γιὰ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σω­ρι­ά­ζον­ται μέ­σα μας, κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καὶ μᾶς πνί­γουν. Καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει.

 

  

Πη­γή: Πρώτη γραπτὴ δημοσίευση.

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Βίντεο: Τὸ βρά­δυ τῆς 27-09-1995 ὁ ποι­η­τὴς Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης δι­άβα­σε σ’ ἕ­να δη­μό­σιο δρώ­με­νο τὸ δι­ή­γη­μά του “Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐ­ρει­πί­ου” μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο ἀρ­χον­τι­κὸ στὴ γω­νί­α Τσόν­του Βάρ­δα καὶ Ἡ­ρώ­ων Πο­λυ­τε­χνεί­ου στὰ Χα­νιά. Σή­με­ρα ὑ­ψώ­νε­ται στὴ θέ­ση του πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τὸ δρώ­με­νο ἔ­γι­νε λί­γο πρὶν ἀρ­χί­σουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς. Λή­ψη: Λε­ω­νί­δας Μα­νω­λι­κά­κης. Ἰ­δέ­α καὶ εἰ­κα­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη: Γι­ῶρ­γος Κου­νά­λης, ζω­γρά­φος. Πα­ρα­χώ­ρη­ση: Ἀγ­γε­λι­κὴ Κα­ρα­θα­νά­ση-Μα­νου­σά­κη. Τὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ βίν­τεο ποὺ μνη­μει­ώ­νει τὴν ζων­τα­νὴ πα­ρου­σία τοῦ Γιώρ­γη Μα­νου­σά­κη ἀ­να­με­τα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­ο­πτι­κὸ σταθ­μὸ «Κρή­τη».

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Τὸ εἴδωλο

 

 

Ντιν­τι­ Ντε­νὶνκ (D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx)

 

Τὸ εἴ­δω­λο

(Le r­e­f­l­et)

 

ΑΝΤΑ ΕΤΟΙΜΟΣ νὰ φω­νά­ξει, νὰ βρί­σει, νὰ σὲ στο­λί­σει! Πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ξε­σποῦ­σαν ἄ­φθο­νες οἱ βρι­σι­ές. Τὸ γου­ρού­νι, τὸ σκου­πί­δι, ὁ φα­σί­στας… Ἀ­δύ­να­τον νὰ ἀν­τέ­ξεις δι­α­φο­ρε­τι­κά. Μπρο­στά του ὑ­πο­κλί­σεις, χαι­ρε­τοῦ­ρες, κα­λοὶ τρό­ποι, κο­λα­κεῖ­ες. Καὶ ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση μό­λις διά­βαι­ναν τὴν πόρ­τα. Μά­θαι­ναν νὰ χα­μο­γε­λοῦν στὸ κε­νὸ σφίγ­γον­τας τὰ δόν­τια. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν τὸν πρῶ­το και­ρό, ὅ­ταν ἔμ­παι­ναν στὴ δού­λε­ψή του, δε­λε­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ μι­σθὸ τῶν χι­λί­ων δο­λα­ρί­ων μὲ φα­γη­τὸ καὶ στέ­γη… Τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πλη­σιά­σουν κοι­τά­ζον­τάς τους μὲ κεῖ­νο τὸ νε­κρὸ βλέμ­μα του καὶ ἀ­πί­θω­νε τὰ χέ­ρια του πά­νω στὸ πρό­σω­πό τους, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν χει­λι­ῶν, τὴν ἐ­πί­πε­δη μύ­τη, τὴν ὑ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος, τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά. Στὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ἄρ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει γε­μά­τος ἀ­πο­στρο­φή.

         —Που­τά­νας γιοί, πε­τάξ­τε τον ἔ­ξω, εἶ­ναι μαῦ­ρος.

        Ὁ ἀν­θρω­πά­κος τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ.

        —Μὰ ὄ­χι, κύ­ρι­ε, σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι…

        Ἦ­ταν ὅ­μως ἀ­νώ­φε­λο. Ἔ­φευ­γε γε­μά­τος πί­κρα, μ’ ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν ἑ­κα­τὸ δο­λα­ρί­ων κολ­λη­μέ­νο στὸ στό­μα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν εἶ­χε σκα­που­λά­ρει καὶ τί εἴ­δους φρί­κη πε­ρί­με­νε τὰ ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­να θύ­μα­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς.

        Ὁ τυ­φλὸς ἔ­με­νε σ’ ἕ­να κά­στρο χτι­σμέ­νο στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Γου­έ­στγουντ καὶ ὅ­λη ἡ γύ­ρω κοι­νό­τη­τα ζοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τάρ­κεια στὴν πε­ρι­ο­χή, καλ­λι­ερ­γών­τας στά­ρι, ψή­νον­τας ψω­μί, ἐ­κτρέ­φον­τας ζῶ­α. Ὁ γέ­ρος ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μί­α μό­νο πο­λυ­τέ­λεια: τὴν ὄ­πε­ρα καὶ τὶς ἄ­σπρες τρα­γου­δί­στρι­ες ποὺ ἔ­φερ­νε στὸ τέ­λος κά­θε βδο­μά­δας καὶ οἱ ὁ­ποῖ­ες τρα­γου­δοῦ­σαν μὲ στεν­τό­ρεια φω­νὴ καὶ ὀρ­θά­νοι­χτα πα­ρά­θυ­ρα, προ­κα­λών­τας πα­νι­κὸ στὸν ὀρ­νι­θώ­να.

        Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν κοι­μό­ταν κα­θό­λου, λὲς καὶ τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του τὸν ἀ­πήλ­λασ­σε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση. Οἱ ἄν­θρω­ποί του ὄ­φει­λαν νὰ τοῦ δεί­χνουν κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λο τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο πλή­ρη ὑ­πο­τα­γή. Ὁ για­τρὸς ζοῦ­σε μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θει χά­ρη στὰ κο­κτέ­ιλ μὲ βά­λιουμ καὶ λα­ξο­τα­νὶλ ποὺ κα­τά­πι­νε πρω­ί, με­ση­μέ­ρι καὶ βρά­δυ. Ὁ γέ­ρος ἔ­νιω­θε μιὰ νο­ση­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸν παι­δεύ­ει, ἀμ­φι­σβη­τών­τας τὶς δι­α­γνώ­σεις του καὶ ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὰ πα­ρα­σκευ­ά­σμα­τά του. Αὐ­τὲς οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ὅ­μως δὲν ἐμ­πό­δι­σαν τὸν για­τρὸ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σει τὸν ἀ­σθε­νῆ του γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη μιᾶς νέ­ας θε­ρα­πεί­ας ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τὴν ὅ­ρα­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες τυ­φλῶν. Ὁ τυ­φλὸς προ­σέ­λα­βε μιὰ ντου­ζί­να ἐ­ρευ­νη­τὲς γιὰ νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σουν ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ μέ­θο­δος δὲν ὄ­φει­λε τί­πο­τε στοὺς μαύ­ρους.

        Φώ­να­ξαν τὸν δι­α­πρε­πῆ χει­ροῦρ­γο καὶ τὴ μο­νά­δα του, κά­νον­τας με­γά­λα ἔ­ξο­δα. Ὁ γέ­ρος ξά­πλω­σε εὐ­χα­ρί­στως πά­νω στὸ μπι­λιά­ρδο καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε χά­ρη στὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ πεν­θο­τάλ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ βα­θὺ σκο­τά­δι κι ἔ­μει­νε τρεῖς μα­κρό­συρ­τες μέ­ρες μὲ τὸ κε­φά­λι δε­μέ­νο, ἀ­γνο­ών­τας ἂν τὰ μά­τια του ἔ­βλε­παν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ ὄ­χι τὰ βλέ­φα­ρά του.

        Ὁ χει­ροῦρ­γος ἔ­βγα­λε ἐ­πι­τέ­λους τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους. Ὁ γέ­ρος ἄ­νοι­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὰ μά­τια κι ἔ­βγα­λε μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γή. Ἕ­νας μαῦ­ρος μὲ τρο­μα­κτι­κὴ ὄ­ψη στε­κό­ταν ἀν­τί­κρυ του. Στρά­φη­κε στὸν χει­ροῦρ­γο τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

        —Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Δι­ῶξ­τε τον ἀ­πὸ ἐ­δῶ…

        Ὁ για­τρὸς ποὺ ἔ­πλε­νε τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τὸν πλη­σί­α­σε ἤ­ρε­μα, τὸν ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι στὸν ὦ­μο καὶ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ κοι­τά­ξει ὁ­λό­ι­σια μπρο­στά του.

        —Τό­τε θὰ πρέ­πει νὰ βγεῖ­τε ἐ­σεῖς ἔ­ξω… Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χε­τε μπρο­στά σας, κύ­ρι­ε, ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­θρέ­φτης: κι αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ εἴ­δω­λό σας.

 

  

Πη­γή: D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx, M­a­in c­o­u­r­a­n­te, ed. V­e­r­d­i­er, V­e­n­d­o­me, σσ. 37-38. 

 

D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx (S­a­i­nt-D­e­n­is, 27 Ἀ­πρι­λί­ου 1949 ). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ N­a­z­is d­a­ns le m­e­t­ro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Πεντικιούρ-Πετιγκρί

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

 .

Πεντικιοὺρ-Πετιγκρί

 .

ΜΟΡΦΟ…καὶ τί μάρ­κα εἴ­πα­τε πῶς εἶ­ναι; Ρώ­τη­σε ρου­φών­τας τὴ μύ­τη της ἡ Μά­γδα χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια ἀ­π’ τὴ δου­λειά της .

         —Πε­κι­νου­ά, χρυ­σή μου, ρά­τσας Πε­κι­νου­ά, τό­νι­σε τὶς λέ­ξεις ἐ­πι­δει­κτι­κὰ ἡ Ντιά­να καὶ ἄ­φη­σε τὸ δε­ξί της πέλ­μα νὰ χα­λα­ρώ­σει στὴν χού­φτα τῆς Μά­γδας ποὺ τὸ ἔ­τρι­βε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ μὲ­ς στὸ ζε­στὸ νε­ρό.

        Τὸ κα­φε­τὶ σκυ­λά­κι μό­λις κα­τά­λα­βε ὅ­τι μι­λοῦν γι’ αὐ­τό, γούρ­λω­σε κι ἄλ­λο τὰ μά­τια πρό­βα­λε ἐ­πι­βλη­τι­κὰ τὸν προ­γνα­θι­σμό του καὶ κοί­τα­ξε ἐ­χθρι­κὰ τὴν λε­κά­νη, ἔ­σκυ­ψε, μύ­ρι­σε καὶ τί­να­ξε τὴ μού­ρη του ξι­νι­σμέ­να. Ἡ Μά­γδα ἔ­τρι­βε μὲ εἰ­δι­κὴ ἐ­λα­φρό­πε­τρα τὶς χα­ρα­κω­μέ­νες φτέρ­νες τῆς πε­λά­τισ­σας καὶ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε μιὰ τὰ χον­τρὰ κορ­δό­νια τῶν φλε­βῶν στὶς γάμ­πες της, ποὺ ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ βά­ρος κόν­τευ­αν ν’ ἀ­νοί­ξουν καὶ νὰ κα­τρα­κυ­λή­σουν τὰ μπλα­βι­α­σμέ­να ζου­μιά τους μὲ­ς στὴν λε­κά­νη, καὶ μιὰ τὴν μαλ­λια­ρὴ σβού­ρα ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε σὰν φυ­σε­ρὸ καὶ σά­λι­ω­νε ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά της σκορ­πί­ζον­τας ὁ­λό­γυ­ρα τρί­χες καὶ σκό­νη. Ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὴ στὰ ζῶ­α, καὶ τὸ εἶ­χε πεῖ. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ κά­θε εἴ­κο­σι μέ­ρες —κα­θ’ ὅ­τι τα­κτι­κὴ πε­λά­τισ­σα ἡ Ντιά­να— παι­ζό­ταν ἡ ἴ­δια σκη­νή, ἡ ἀ­ναί­σθη­τη κυ­ρί­α μ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε τὸ πρό­βλη­μα κου­βα­λοῦ­σε μα­ζί της τὸ μι­κρὸ τρι­χω­τὸ σα­τα­νὰ γιὰ νὰ τὴν παι­δέ­ψει. Καὶ τώ­ρα ἡ μύ­τη της τὴν γαρ­γα­λοῦ­σε ἀ­νυ­πό­φο­ρα ἀλ­λὰ μὲ τὰ χέ­ρια μὲ­ς στὶς σα­που­νά­δες ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ ξυ­στεῖ. Προ­σπά­θη­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι ἄλ­λο, θυ­μή­θη­κε ἕ­να ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸν Τα­χυ­δρό­μο τῆς Κυ­ρια­κῆς γιὰ τοὺς βου­δι­στὲς μο­να­χούς, πὼς ὅ­ταν δι­α­λο­γί­ζον­ται, λέ­ει, δὲν τοὺς ἀ­πο­σπᾶ κα­νεὶς καὶ τί­πο­τα τὴν προ­σο­χή. Πῆ­ρε τὴ μι­κρὴ φαλ­τσέ­τα κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­φαι­ρεῖ προ­σε­κτι­κὰ τοὺς πε­ριτ­τοὺς κά­λους, ἀ­να­στε­ναγ­μοὶ ἀ­να­κού­φι­σης ἀ­κού­γον­ταν ψη­λὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να, ἔ­ξυ­νε τὰ ξέ­φτια γύ­ρω ἀπ’ τὰ πε­τσά­κια, καὶ …ἂχ νὰ ἔ­ξυ­νε καὶ τὴ μύ­τη της… τί φο­βε­ρὴ φα­γού­ρα! Ἔ­κα­νε νὰ πιά­σει πά­λι τὴν κου­βέν­τα μή­πως ξε­χα­στεῖ.

        —Ὥ­στε Πε­κι­νου­ὰ, εἴ­πα­τε, … πο­λὺ χα­ρι­τω­μέ­νο, καὶ ποῦ τὸ βρή­κα­τε;

        —Μὰ τί συ­ζη­τᾶς τώ­ρα, αὐ­τὰ τὰ σκυ­λιὰ δὲν τὰ βρί­σκεις ἔ­τσι ὁ­που­δή­πο­τε, ὁ Λά­κης μου δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλὸ Πε­κι­νου­ά, εἶ­ναι πα­λιὰ γνή­σια ρά­τσα, ἀ­πὸ εὐ­γε­νι­κὸ σό­ι, ἔ­χει καὶ Πε­τιγ­κρί, γι’ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι νὰ τὸν ἀ­φή­σω σὲ κα­νέ­ναν καὶ τὸν ἔ­χω πάν­το­τε μα­ζί μου.

        —Ἄ, μά­λι­στα, εἶ­πε ἡ Μά­γδα καὶ ξα­νά­σκυ­ψε στὴ λε­κά­νη, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ μι­κρὸς σί­φου­νας τί­να­ζε τὴν οὐ­ρά του ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά της.

        Τὸ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ φτέρ­νι­σμα τῆς σκυμ­μέ­νης Μά­γδας, σή­κω­σε μιὰ μι­κρὴ τρι­κυ­μί­α στὸ λε­ρω­μέ­νο νε­ρὸ τῆς κί­τρι­νης λε­κά­νης, ἔ­κα­νε τὸ Πε­κι­νου­ὰ ν’ ἀ­να­πη­δή­σει καὶ μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια του καὶ νὰ αἰ­ω­ρη­θεῖ γιὰ λί­γο στὸν ἀ­έ­ρα σὰν μαλ­λια­ρὸ τό­πι πρὶν ξα­να­σκά­σει τρο­μαγ­μέ­νο στὸ φθαρ­μέ­νο μω­σα­ϊ­κό, καὶ τὴν κυ­ρί­α Ντιά­να νὰ κλω­τσή­σει τε­λι­κὰ τὴν λε­κά­νη καὶ τὸ λα­μὲ πα­σου­μά­κι της στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­γδας σφί­χτη­καν πά­νω στὴ φαλ­τσέ­τα ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ σύ­σπα­ση τοῦ κορ­μιοῦ της. Ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­στρα­πια­ία, τὸ δε­ξὶ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τῆς κυ­ρί­ας Ντιά­νας ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­κε σχε­δὸν ταυ­τό­χρο­να μὲ τὰ στα­γο­νί­δια τοῦ φτερ­νί­σμα­τος. Ὁ πε­ρί­ερ­γος Λά­κης ἔ­τρε­ξε φρε­νά­ρον­τας στὶς χυ­μέ­νες σα­που­νά­δες νὰ δεῖ τί ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη, ἅρ­πα­ξε λαί­μαρ­γα τὸ δα­χτυ­λά­κι κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε φου­ρι­ό­ζος ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ τζα­μό­πορ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ.

.

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Νικοπούλου Ἡρώ (Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).

 

Ραφαέλε Λὰ Κάπρια (Raffaele La Capria): Ἰαπωνικὰ ἄνθη

 

 

Ρα­φα­έ­λε Λὰ Κά­πρια (Raffaele La Capria)

 

Ἰ­α­πω­νι­κὰ ἄν­θη

(Fiori giapponesi)

 

ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Φαν­τα­σί­α ἀ­πὸ Χαρ­τὶ» πω­λοῦν­ταν χι­λιά­δες πράγ­μα­τα φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ χαρ­τί, κου­τιὰ κά­θε χρώ­μα­τος καὶ δι­ά­στα­σης, τε­τρά­δια μὲ  φαν­τα­χτε­ρὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα, πό­στερ ὑ­πέ­ρο­χα ποὺ κρε­μιοῦν­ται στὸν τοῖ­χο, κα­πέ­λα, φο­ρε­σι­ές, χαρ­τα­ε­τοί, μά­σκες, καρ­να­βα­λί­στι­κες ντουν­τοῦ­κες κι οἱ ἐκ­πλή­ξεις δὲν τε­λει­ώ­νουν πο­τέ. Σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς πάγ­κους ἕ­νας ἄν­τρας μὲ τὰ μά­τια τρα­βηγ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω σὰν δυ­ὸ μαῦ­ρα εἰ­σα­γω­γι­κὰ κά­νει νό­η­μα στὸ κο­ρι­τσά­κι νὰ πλη­σιά­σει. Ἐ­κεί­νη σφίγ­γον­τας τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα προ­σεγ­γί­ζει δι­στα­κτι­κὰ στὸν πάγ­κο. Ὁ ἄν­τρας τῆς δεί­χνει τρί­α μι­κρὰ κο­χύ­λια πού ’­χουν τὰ χεί­λη σφρα­γι­σμέ­να κι ἔ­πει­τα τῆς λέ­ει «Κοί­τα!» καὶ τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν σὲ ἕ­να πο­τή­ρι ποὺ ξε­χει­λί­ζει ἀ­πὸ νε­ρό. Βυ­θι­σμέ­να στὸ νε­ρὸ τὰ κο­χύ­λια ἀ­νοί­γουν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ χεί­λη τους, κά­τι σὰν νὰ τὰ σπρώ­χνει ἀ­πὸ μέ­σα, ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα καὶ νά­ ‘το ἀ­να­δύ­ε­ται ἕ­να ἄν­θος ζων­τα­νὸ ποὺ ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­νοί­γει καὶ δι­α­στέ­λ­λε­ται, ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐ­πά­νω στὸ μί­σχο, ἐ­νῶ τὰ πέ­τα­λα ἀ­νοί­γουν κι ἁ­πλώ­νον­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, μέ­χρι ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πο­τή­ρι. Ἡ μι­κρού­λα μα­γεύ­τη­κε. «Μα τί εἶ­ναι;»

         «Ἰ­α­πω­νι­κ ἄν­θη»

         «Ἰ­α­πω­νι­κ ἄν­θη; Τί ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι!»

         «Δν τὰ κα­τα­φέρ­νουν ν’ ἀ­νοί­ξουν ὅ­λα, βλέ­πεις;»

         «Για­τί;»

         «Ποις ξέ­ρει. Εἶ­ναι λου­λού­δια ἀ­πὸ χαρ­τί. Κά­ποι­ο ἔρ­χε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­ποι­ο ὄ­χι.»

         «Α­τ ἐ­δῶ φαί­νε­ται ἀ­λη­θι­νό!»

         «Κι ἀ­νοί­γουν γιὰ σέ­να.»

         «Γι μέ­να;»

         «Α­νοί­γουν γιὰ τὸν κα­θέ­να μὲ τρό­πο δι­α­φο­ρε­τι­κό, σὰν νὰ εἶ­ναι ὁ κα­θέ­νας τὸ νε­ρὸ ποὺ τὰ πε­ρι­έ­χει.»

         «Τ θέ­λω! Μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζεις μπαμ­πὰ τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ ἄν­θη;»

         «Πά­ρ’­ τα καὶ βά­λ’­ τα στὸ δω­μά­τιό σου καὶ θὰ δεῖς ποὺ ἀ­πό­ψε τὴ νύ­χτα θ’ ἀν­θί­σουν.»

         «Λοι­πόν, θὰ μοῦ τὰ πά­ρεις;»

         Τὰ κοι­τά­ζει κι ὁ πα­τέ­ρας, ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α ποὺ δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ συγ­κρα­τή­σει. Σή­με­ρα τὸ βρά­δυ ἡ μι­κρού­λα ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο οὐρ­λι­ά­ζον­τας. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει τί τῆς συμ­βαί­νει ὅ­ταν σπα­ρά­ζει ἔ­τσι. Συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ κεῖ­νον, τὴ στιγ­μὴ ποὺ κά­θε ἀ­κίν­δυ­νο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς κά­μα­ρης ὅ­που κοι­μό­ταν, ἔ­μοια­ζε νὰ φου­σκώ­νει. Καὶ  με­γά­λω­νε μέ­σα του σὰν ἰ­α­πω­νι­κὸ ἄν­θος, τὸ Ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο Πράγ­μα, τὸ ὑ­περ­βο­λι­κό, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ βρί­σκει τὸν ἀ­παι­τού­με­νο χῶ­ρο, πο­τέ, μή­τε καὶ μέ­σα στὴ φαν­τα­σί­α. Κι ἔ­τσι σπρώ­χνο­ν­τας τὸ ἀ­πέ­βαλ­λε ἀ­πὸ μέ­σα του ρί­χνον­τάς το στὴν ἄ­βυσ­σο, σβῶ­λος ἀ­πὸ σκο­τά­δι στὸ σκο­τά­δι, κα­θὼς ἕ­να οὐρ­λια­χτὸ ζων­τά­νευ­ε, ἀ­γνώ­ρι­στο, θη­ρι­ῶ­δες, τὸ οὐρ­λια­χτό του, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του ἅρ­παγ­μα. Μέ­χρι ποὺ κά­ποι­ος ἔ­τρε­χε θο­ρυ­βη­μέ­νος, προ­λα­βαί­νον­τας ἴ­σα-ἴ­σα νὰ τὸν σώ­σει, κι ἄ­να­βε τὸ πορ­τα­τὶφ στὸ κο­μο­δί­νο. Τὸ με­τρη­μέ­νο φῶς τῆς λάμ­πας δι­έ­λυ­ε τὸ σκο­τά­δι δη­μι­ουρ­γών­τας κα­τα­πρα­ϋν­τι­κὲς σκι­ὲς γύ­ρω ἀ­π’ τὸ κρεβ­βά­τι. Τὸ κα­λὸ καὶ δί­και­ο φῶς ποὺ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε γιὰ νὰ δεῖ ποῦ κα­τα­λή­γουν τὰ μπρά­τσα καὶ τὰ πό­δια, ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σει σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ἢ ἕ­να τρα­πέ­ζι τὰ ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς ποὺ τὸν ἐ­πα­νέ­φε­ραν στὴ θέ­ση του στὸν κό­σμο.

         Ὅ­λα αὐ­τὰ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ τοῦ πα­τέ­ρα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­νῶ ἡ μι­κρού­λα τὸν ρώ­τα­γε «Λοι­πὸν θὰ μοῦ τὰ πά­ρεις;» Κι ἐ­κεῖ­νος ψά­χνει στὰ μά­τια τῆς κό­ρης ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κεί­νη τὴ λα­θραί­α κι ἄ­πια­στη νυ­χτε­ρι­νὴ ζω­ή, ὁ­πό­ταν κι αὐ­τὴ αἰ­σθά­νε­ται ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα μό­νη. Μὰ τί­πο­τα δὲν φα­νε­ρώ­νει ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ ὑ­γρὸ κε­χριμ­πά­ρι, θαμ­πὸ καὶ μα­ζὶ ἰλ­λιγ­γι­ῶ­δες, μα­γε­μέ­νο μπρο­στὰ σὲ τοῦ­τα τὰ λου­λού­δια ποὺ ἀν­θί­ζουν μὲ τρό­πο δια­φο­ρε­τι­κὸ γιὰ τὸν κα­θέ­ναν.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Raffaele La Capria, Fiori giapponezi (1979).

 

Raffaele La Capria (Νά­πο­λη τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1922). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὸς ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὰ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο Tre romanzi di una giornata (1982, Einaudi, Torino).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μὲς καὶ Ὥ­ς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Νατάσα Κεσμέτη: Ἀγνώστων Μαρτύρων

 

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη

 

Ἀ­γνώ­στων Μαρ­τύ­ρων

 

Ι ΑΞΙΟΜΝΗΜΟΝΕΥΤΟ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ δρό­μος; 

Τὸ πὼς ἡ Σού­λα σπί­τω­σε ἕ­ναν πο­λὺ νε­ώ­τε­ρό της καὶ ἦρ­θε μιὰ φο­ρὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του μὲ σκοῦ­ρα κί­τρι­να κε­ριὰ καὶ ἔ­κα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι τὴν κη­δεία του; Τὸ πὼς πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς τὴν πα­ρά­τη­σε καὶ αὐ­τὴ ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ρή­μα­ξε ; 

         Ἢ πὼς στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη του, ἡ ἄλ­λη Σού­λα, στὰ χρό­νια ποὺ τὴν χτύ­πη­σε γιὰ τὰ κα­λὰ τὸ ζά­χα­ρο στὸ κε­φά­λι, ἔ­βγαι­νε τσί­τσι­δη στὸ μπαλ­κό­νι; Ἡ ἴ­δια Σού­λα ποὺ ἄλ­λο­τε, ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὴν μπλὲ μπέρτα τῆς ἀ­δελ­φῆς τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ, νό­μι­ζες πὼς ἀ­νέ­μι­ζε μπροστά σου τὰ φτε­ρά του κα­νέ­νας ἱ­πτά­με­νος τα­ξί­αρ­χος ἢ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ στρα­τη­γά­ρα. 

        Ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το πὼς ὁ δρό­μος ἦ­ταν γε­μά­τος Σοῦ­λες; Κι ἕ­ναν νε­α­ρό, Σού­λη τὸν ἔ­λε­γαν κι αὐ­τόν.

        R­o­t­t­en R­o­ad δὲν ἦ­ταν πάν­τως. Ὁ s­ir W.G­o­l­d­i­ng —νὰ πεῖς πὼς κα­τοί­κη­σε κά­πο­τε κι ἔ­γρα­ψε τὸ F­r­ee F­a­ll— δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’­ τὰ μέ­ρη πο­τέ. Κά­ποι­α Σού­λα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε κά­νει κα­νέ­να ἐ­ξώ­γα­μο ἀλ­λὰ στὸ σύ­νο­λο ὄ­χι: Σα­πι­σμέ­νος Δρό­μος, δὲν ἦ­ταν.

        Ἁ­πλῶς οἱ Σοῦ­λες πε­ρισ­σεύ­α­νε, ὅ­πως ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα λυ­ώ­νουν οἱ πά­γοι πε­ρισ­σεύ­ουν ἐ­κεῖ­να τὰ που­λιὰ μὲ τὸ πα­ρό­μοι­ο ὄ­νο­μα καὶ  μὲ τὶς ἀ­σύλ­λη­πτες σὲ τα­χύ­τη­τα καὶ ἐμ­βέ­λεια κα­τα­δύ­σεις.

        Οἱ Σοῦ­λες τοῦ δρό­μου ἔ­κα­ναν δι­ά­φο­ρες πτή­σεις. Ἄλ­λη πῆ­γε μα­κρι­νὰ τα­ξί­δια, ἄλ­λη ξε­νι­τεύ­τη­κε σὲ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α, ἄλ­λη ἔ­φυ­γε ξαφ­νι­κά. Ὅ­λες φυ­σι­κά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, πῆ­ραν τὸν δρό­μο ποὺ δὲν ἔ­χει γυ­ρι­σμό.

        Αὐ­τὸς ὅ­μως, οὕ­τως ἡ ἄλ­λως, σκά­βε­ται ἀ­κα­ρια­ῖα, χα­ρά­ζε­ται ἢ στρώ­νε­ται φαρ­δὺς πλα­τὺς αἰφ­νι­δι­α­στι­κὰ καὶ στὶς λε­ω­φό­ρους καὶ στὶς Ἐ­θνι­κὲς καὶ στ’ ­ἀ­δι­έ­ξο­δα σο­κά­κια καὶ σὲ κά­θε δρο­μί­σκο, μό­νοπά­τι ἡ χα­μό­δρο­μο ὅ­που ὁ στό­μας, μᾶλ­λον ἡ χο­ά­νη τοῦ Ἔν­τβαρ Μοὺνκ με­γα­λώ­νει καὶ ἀ­νοί­γει, ἀ­νοί­γει καὶ ἀ­νοί­γει δί­χως τέ­λος, ἀ­πὸ ἕ­να βι­δω­μέ­νο κά­που ἀ­ό­ρα­το δράπανο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, γιὰ νὰ μὴν εἴ­μα­στε κι ἄ­δι­κοι, οὔ­τε ὁ ἴ­διος,  του­τέ­στιν μὲ σάρ­κα καὶ ὀ­στὰ ὁ Μοὺνκ δι­ῆλ­θεν πο­τὲ τὴν Ἀ­γνώστων Μαρ­τύ­ρων. Ἐ­κτὸς κι ἄν .­..ἀλλὰ ἂς μὴ μπερ­δευ­τοῦ­με μὲ πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νες εἰ­κα­σί­ες.

        Τί ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το εἶ­χε λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νος ὁ δρό­μος;  Ἀ­κό­μα καὶ τὸ ὄ­νο­μά του δο­ξά­ζει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α.

        Ἦ­σαν οἱ Σοῦ­λες μάρ­τυ­ρες; Ἄγνωστο.

                                                                    

Καλοκαίρι 2010

 

 

 Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Στὴβ Χίμμερ (Steve Himmer): Ἕνα σύγχρονο διήγημα

 

 

Στὴβ Χίμ­μερ (Steve Himmer)

 

Ἕνα σύγχρονο διήγημα

(A Modern Short Story)

 

ΝΑΣ ΙΔΙΟΤΡΟΠΟΣ, ὡ­στό­σο πι­στευ­τός, ἥ­ρω­ας πα­ρου­σι­ά­στη­κε μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νὰ προ­σελ­κύ­σει τὴ συμ­πά­θεια καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν ἀ­να­γνω­στῶν. Ὁ ἥ­ρω­ας ζοῦ­σε σὲ ἕ­να κό­σμο γνώ­ρι­μο στὸ κοι­νό του, ὑ­πὸ συν­θῆ­κες ὄ­χι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­πὸ τὶς δι­κές τους. Ὁ ἥ­ρω­ας αὐ­τὸς ἦ­ταν ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀ­πό­ψεις ἕ­νας κα­λὸς ἄν­θρω­πος ἀλ­λὰ τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες καὶ οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νες στὴ ζω­ὴ καὶ στὴν ἐ­πο­χή μας. Ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­ας αὐ­τὸς συ­νάν­τη­σε ἀ­πρό­βλε­πτες ἀλ­λὰ ὄ­χι ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα δυ­σχε­ρεῖς κα­τα­στά­σεις μὲ τὴ μορ­φὴ μιᾶς ἀ­σή­μαν­της δι­α­τά­ρα­ξης τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ρου­τί­νας, ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν ἐ­πα­νε­κτί­μη­ση μιᾶς πε­ρί­πλο­κης ἀ­πό­φα­σης ποὺ εἶ­χε πά­ρει στὸ πα­ρελ­θόν. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­πό­φα­ση εὐ­θυ­νό­ταν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ γιὰ τὸ ὅ­τι ὁ ἥ­ρω­ας εἶ­χε φτά­σει στὴ θέ­ση ποὺ κα­τεῖ­χε στὴν πα­ροῦ­σα πε­ρί­ο­δο, πι­θα­νῶς μὲ τὴ μορ­φὴ ἑ­νὸς ἔ­ρω­τα ἢ μιᾶς δου­λειᾶς. Τὸ ἂν ἡ ἀ­πό­φα­ση ποὺ εἶ­χε πά­ρει στὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πῆρ­ξε σω­στὴ ἢ ὄ­χι πα­ρέ­με­νε ἀμ­φί­βο­λο, πα­ρό­τι ὁ ἥ­ρω­ας ἔ­νι­ω­θε κα­τὰ πο­λὺ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μὲ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­πό­φα­σής του καὶ τὶς εὐ­και­ρί­ες ποὺ αὐ­τὴ δη­μι­ούρ­γη­σε. Στὸ τέ­λος, πο­λὺ λί­γα ἄλ­λα­ξαν στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ κα­τά­στα­ση τοῦ ἥ­ρω­α. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἔ­μει­νε μὲ ἕ­να αἴ­σθη­μα θε­τι­κῆς ἂν καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νης ἀ­νά­πτυ­ξης καὶ ἀ­πέ­φυ­γε τὸ αἰ­ω­ρού­με­νο αἴ­σθη­μα ἀ­να­λή­θειας ποὺ συ­νο­δεύ­ει ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ κα­νο­νι­κὸ τέ­λος στὴ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φί­α.

 

 

Πη­γή: Τὸ πα­ρὸν δι­ή­γη­μα βρί­σκε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α B­r­e­v­i­ty & E­c­ho, An A­n­t­h­o­l­o­gy of S­h­o­rt S­h­o­rt S­t­o­r­i­es, A­b­i­g­a­il B­e­c­k­el & K­a­t­h­l­e­en R­o­o­n­ey, e­ds., R­o­se M­e­t­al P­r­e­ss, B­r­o­o­k­l­i­ne, MA, 2006.

 

S­t­e­ve H­i­m­m­er. Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­δά­σκει στὸ Κολ­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τῆς Βο­στώ­νης καὶ ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Necessary Fiction, ἡ ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­ει ἕ­να και­νού­γιο δι­ή­γη­μα κά­θε Τε­τάρ­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.