Δημοσθένης Βουτυρᾶς: Ό γκρεμός

 

 

Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς

 

Ὁ γκρε­μός

 

ΗΛΙΟΣ ἔ­γερ­νε στὴ δύ­ση καὶ ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­χε γί­νει ψυ­χρὸς καὶ δυ­να­τός. Ἀλ­λ’ αὐ­τοὶ εἶ­χαν λη­σμο­νη­θεῖ, εἴ­χα­νε χα­θεῖ μὲς στὴν ἀ­γά­πη τους. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ θεί­ου του, ποὺ αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε, κα­θὼς ἔ­λε­γε, σὰ μαῦ­ρο σύν­νε­φο πά­νω ἀ­π’ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη φύ­ση, καὶ τὴ χον­τρὴ φω­νή του σὰ φω­νὴ βρον­τῆς, δὲν εἶ­χε φα­νεῖ στὸ νοῦ του νὰ τὸν ἐ­νο­χλή­σει. Βρι­σκό­τα­νε στὸν πα­ρά­δει­σό του, ποὺ τό­σο, τό­σον και­ρὸ ὀ­νει­ρο­πο­λοῦ­σε σὰ δι­ωγ­μέ­νος ἄγ­γε­λος.

         Κον­τά τους ἕ­νας γκρε­μὸς ἤ­τα­νε, ἕ­να βά­ρα­θρο τρο­με­ρό, κλει­σμέ­νο ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ καὶ τὴν ἄλ­λη ἀ­πὸ δυ­ὸ ἀ­πό­το­μα βου­νά, ὅ­μοι­α μὲ τοί­χους σω­στούς. Καὶ γιὰ νὰ πε­ρά­σει κα­νεὶς στὸ ἀν­τί­θε­το μέ­ρος, ὅ­ταν δὲν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ βου­νό, ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει ἀπ’ ἕ­να πέ­ρα­σμα ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὸ ἕ­να ἀπ’ τὰ βου­νά, μιὰ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς, ποὺ ἔ­φερ­νε πρῶ­τα σὲ μέ­ρος πλα­τύ­τε­ρο, ὅ­που βρι­σκό­τα­νε μιὰ σπη­λί­τσα σὰ σταθ­μός. Καὶ ἀ­π’ ἐ­κεῖ, ἴ­σο, στε­νὸ πά­λι, τὸ μο­νο­πά­τι ἔ­βγαι­νε στὸ ἀν­τί­θε­το μέ­ρος, ὅπου κυ­πα­ρίσ­σια, πεῦ­κα καὶ χλό­η πρα­σί­νι­ζαν…

        Μιὰ βρύ­ση ἔ­τρε­χε κά­που κεῖ ἀ­π’ τὰ πλά­για του βου­νοῦ, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο νε­ρό, καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δεῖ καὶ νὰ τὸ ἀ­κού­σει κα­λὰ κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­φτα­νε στὴ σπη­λί­τσα, νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ τρα­γου­δι­στὰ στὸ βά­ρα­θρο.

        Κι ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε στὴ δύ­ση.

        Ξαφ­νι­κὰ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε μα­κριὰ λί­γο.

        — Μὲ φω­νά­ζουν!… τοῦ εἶ­πε αὐ­τὴ καὶ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὴν ἀγ­κα­λιά του.

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­χεν ἀ­κού­σει.

        — Ὄ­χι… Ἐ­γὼ δὲν ἄ­κου­σα.

        — Ναί, ναί! Θά ‘­ναι ἡ Ἑ­λέ­νη!

        — Πή­γαι­νε λοι­πόν, στα­μά­τη­σέ την! Πές της ὅ­τι πῆ­γες πε­ρί­πα­το…

        Πά­λι ἡ φω­νή.

        Τὴν ἄ­κου­σε τώ­ρα κι αὐ­τός. Ἤ­τα­νε γυ­ναι­κεί­α.

        Ἡ ἐ­ξα­δέρ­φη του προ­χώ­ρη­σε νὰ φύ­γει γρή­γο­ρα, ὅ­ταν μιὰ φω­νὴ χον­τρή, ἄν­τρι­κια, ἀ­κού­στη­κε.

        —Ὁ πα­τέ­ρας!… ἔ­κα­νε καὶ στα­μά­τη­σε κί­τρι­νη, κοί­τα­ξε τὸν ἐ­ξά­δερ­φό της, ἔ­πει­τα κι­νή­θη­κε μὲ ὁρ­μὴ κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας, ἐ­νῶ αὐ­τὸς ζα­λι­σμέ­νος ὁρ­μοῦ­σε, μὴ βρί­σκον­τας ἄλ­λο μέ­ρος νὰ φύ­γει, νὰ κρυ­φτεῖ, πα­ρὰ τὴ σπη­λί­τσα, ὁρ­μοῦ­σε στὸ μο­νο­πά­τι ποὺ κά­τω τὸ βά­ρα­θρο σὰ γι­γάν­τιο στό­μα ἀ­νοι­χτὸ ποὺ πα­ρα­μο­νεύ­ει βρι­σκό­τα­νε, λη­σμο­νών­τας τὸν κίν­δυ­νο…

        Κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴ σπη­λί­τσα καὶ χώ­θη­κε μέ­σα στοὺς θά­μνους ποὺ τὴν τρι­γύ­ρι­ζαν. Κι ἀπ’ ἐ­κεῖ τό­τε κοί­τα­ξε. Εἶ­δε ἔ­ρη­μο τὸ δρό­μο, στὴ γω­νιὰ τῆς μάν­τρας τὸ κυ­πα­ρίσ­σι, ἕ­να με­γά­λο, ψη­λό, νὰ κου­νᾶ τὰ κλα­διά του σὰ νὰ μι­λοῦ­σε μό­νο του.

        Ἔ­μει­νε κεῖ γιὰ λί­γο κρυμ­μέ­νος καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸ δρό­μο, τὴ γω­νιὰ τῆς μάν­τρας κι ὅ­λο πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ φα­νεῖ κά­ποι­ος. Τί­πο­τα ὅμω­ς· αὐ­τὴ ἡ ἐξα­δέρ­φη του θὰ τὰ εἶ­χε δι­ορ­θώ­σει.

        Κι ὁ ἄ­νε­μος δυ­νά­μω­νε.

        Τὸ κυ­πα­ρίσ­σι σά­λευ­ε. Κου­νοῦ­σε τὴν κο­ρυ­φή του σὰ νὰ ἔ­λε­γε κά­τι στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που, ποὺ προ­βάλ­λα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ μαν­τρό­τοι­χο, κι εἶ­χε θυ­μώ­σει.

        Τώ­ρα σκέ­φτη­κε τὸ βά­ρα­θρο καὶ πῶς θὰ περ­νοῦ­σε.

        — Μπά, θὰ πε­ρά­σω! εἶ­πε παίρ­νον­τας ὕ­φος ἀ­μέ­ρι­μνο, ἐ­νῶ ἡ καρ­διὰ του χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά.

        Ἡ ἐξα­δέρ­φη του τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς αὔ­ριο θὰ ἐρ­χό­τα­νε στὴν πό­λη, στὸ σπί­τι τὸ συγ­γε­νι­κὸ ποὺ ἔ­με­νε αὐ­τός. Καὶ θὰ ἐρ­χό­τα­νε μὲ μό­νη τὴ μη­τέ­ρα της καὶ τὸ ἀ­δερ­φά­κι της.

        Ἡ καρ­διά του χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ πο­λὺ καὶ θέ­λη­σε νὰ πι­στέ­ψει πὼς ἦ­ταν ἀπ’ τὴ χα­ρὰ ποὺ θά ‘­βλε­πε πά­λι τὴν ἐ­ξα­δέρ­φη του, ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, καὶ δὲν εἶ­χε προ­χω­ρή­σει πο­λύ, στα­μά­τη­σε.

        Εἶ­δε τὸ βά­θος, τὸ βά­θος, καὶ κά­τω δι­έ­κρι­νε ἡ μα­τιά του, ὅ­σο γρή­γο­ρα κι ἂν πέ­ρα­σε, δι­έ­κρι­νε τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς ζώ­ου, ξε­ρα­μέ­νο πτῶ­μα, ποὺ ἔ­δει­χνε τὰ δόν­τια του.

        Ὁ ἥ­λιος ψη­λὰ κόν­τευ­ε νὰ χα­θεῖ πί­σω ἀπ’ ἕ­να μα­κρι­νὸ ψη­λὸ βου­νό, μαῦ­ρο βου­νό· ἕ­νας κό­ρα­κας μὲ κρωγ­μὸ πέ­ρα­σε.

        Πά­ει, πά­ει! Θὰ πέ­σω! σκέ­φτη­κε.

        Θέ­λη­σε νὰ δώ­σει καρ­διὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­βη­ξε, κά­τι πῆ­γε νὰ τρα­γου­δή­σει, ἀλ­λ’ ἔ­σβη­σε εὐ­θύς. Τοῦ φά­νη­κε τὸ βά­ρα­θρο νὰ τὸν ἔ­σερ­νε, νὰ τὸν ρου­φοῦ­σε μὲ δύ­να­μη μα­γι­κή, δι­α­βο­λι­κή.

        — Δὲν μπο­ρῶ! εἶ­πε.

        Κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε στὸ στῆ­θος του τό­τε, φό­βος τρε­λὸς τὸν ἅρ­πα­ξε καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ὁρ­μή­σει καὶ νὰ κολ­λή­σει στὰ βρά­χια τοῦ ἀ­πό­το­μου βου­νοῦ γιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ ἀπ’ τὸ σύρ­σι­μο.

        Κι ἔ­τσι αἰ­σθα­νό­τα­νε νὰ τὸν σέρ­νει τὸ βά­ρα­θρο μὲ με­γά­λη δύ­να­μη, νὰ τὸν ρου­φᾶ, νὰ θέ­λει νὰ τὸν ξε­κολ­λή­σει ἀ­π’ τὰ βρά­χια ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ.

        Εἶ­χε κλεί­σει τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴ βλέ­πει, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι, γιὰ μιὰ στιγ­μή, αἰ­στάν­θη­κε ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ πέ­σει, ν’ ἀ­φε­θεῖ στὸ βά­ρα­θρο, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σει ἀπ’ τὸ βά­σα­νο.

        Πε­ρά­σα­νε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια.

        Ἡ σκέ­ψη πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α ποὺ τοῦ δί­νει ὁ Θε­ός, για­τὶ ἀ­γα­πᾶ τὴν ἐ­ξα­δέρ­φη του, τοῦ ἦρ­θε. Κι ἄρ­χι­σε νὰ προ­σεύ­χε­ται:

        — Θε­ού­λη μου, Θε­ου­λά­κη μου, βο­ή­θη­σέ με καὶ θὰ πά­ψω νὰ τὴν ἀ­γα­πῶ, θὰ πά­ψω! Σοῦ τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι! Βο­ή­θα με… Νὰ βγῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ, νὰ βγῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ… Βο­ή­θα με… Ἡ κα­η­μέ­νη ἡ μά­να μου, ὁ πα­τέ­ρας μου! Θε­ου­λά­κη μου, ἔ­λα, βο­ή­θα με… Ἐ­γὼ θὰ πά­ψω…Ἔ­πα­ψα, ἔ­πα­ψα!… Δὲν τὴν ἐ­πι­θυ­μῶ πιά… Ἄν­θρω­πος εἶ­μαι, ἔ­φται­ξα…

        Καὶ σὰ νὰ συ­νῆρ­θε ἀ­πὸ τὸ φό­βο του λί­γο, σὰ νὰ πῆ­ρε δύ­να­μη μ’ αὐ­τὴ τὴν προ­σευ­χή, ἄρ­χι­σε σι­γά, κολ­λη­τὰ στὰ βρά­χια νὰ περ­νᾶ.

        Ὁ ἥ­λιος, κρυμ­μέ­νος σχε­δὸν πί­σω ἀ­π’ τὸ βου­νό, τοῦ φά­νη­κε νὰ τὸν κοι­τά­ζει, παί­ζον­τας ψη­λὰ τὶς ἀ­κτί­νες του σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὸ πέ­ρα­σμά του.

        Ὁ ἱ­δρὼς ὁ κρύ­ος ποὺ εἶ­χε χυ­θεῖ στὸ σῶ­μα του, στὸ μέ­τω­πό του κρύ­ω­νε πο­λὺ πο­λὺ ἀπ’ τὸν ψυ­χρὸ ἀ­έ­ρα.

         Ἄ, λί­γα βή­μα­τα ἀ­κό­μα…

        Καὶ τὰ πεῦ­κα κου­νού­σα­νε τὸ χον­τρό τους κε­φά­λι σὰ νὰ τοῦ λέγα­νε: Ἔ­λα, ἔ­λα! Θάρ­ρος… κά­νε γρή­γο­ρα…

        Ἐ­πι­τέ­λους! Βγῆ­κε, πά­τη­σε…

        — Ἄχ! ἔ­κα­νε καὶ προ­χώ­ρη­σε τρι­κλί­ζον­τας ἴ­σα­με τὰ πεῦ­κα, ὅ­που κι ἔ­πε­σε.

        Θέ­λη­σε τό­τε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸ Θε­ὸ γιὰ τὴ βο­ή­θεια ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ μιὰ χα­ρὰ ἡ­δο­νι­κὴ χύ­θη­κε στὸ νοῦ του καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ τὸ λη­σμο­νή­σει. Θυ­μή­θη­κε τὰ φι­λή­μα­τα τῆς ἐ­ξα­δέρφης του, τὰ κόκ­κι­να χεί­λια της καὶ ποὺ αὔ­ριο θὰ ἐρ­χό­τα­νε στὸ συγ­γε­νι­κό τους σπί­τι!

 

 

Πηγή: Ἅπαντα, τόμος Β΄, Τριανταδύο διηγήματα, Ζωὴ ἀρρωστεμένη καὶ ἄλλα διηγήματα, ἐκδ. Δελφίνι 1999. Πρωτοδημοσιεύτηκε τὸ 1921.

 

Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς: (Κωνσταντινούπολη, 1872-Ἀθήνα, 1954). Σημαντικός δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τοῦ Μεσοπολέμου, τὸ ἔργο του ἀσχολείται κυρίως μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀπόκληρους. Πρωτοεμφανίζεται μὲ τὸ διήγημα Λαγκᾶς τὸ 1901, τὸ Ἀργό ξημέρωμα τὸ 1950 ἦταν τὸ τελευταῖο του βιβλίο.

 

Διαφημίσεις