Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Δήλωση εἰσοδήματος

 

 

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (D­i­no B­u­z­z­a­ti)

 

Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος

(D­i­c­h­i­a­r­a­z­i­o­ne d­el r­e­d­d­i­to)

 

ΙΑ ΔΕΣ, ἔ­φτα­σε ἕ­να χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­φο­ρί­α» εἶ­πε ἡ σύ­ζυ­γος στὸν δι­κη­γό­ρο Μέν­σο­λα.

«Θὰ εἶ­ναι γιὰ τὴ δή­λω­ση τοῦ εἰ­σο­δή­μα­τος, δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α, πά­λι κα­λὰ ποὺ ξέ­ρω τὸν Δι­ευ­θυν­τή.»

         «Φρόν­τι­σε» εἶ­πε ἡ σύ­ζυ­γος «νὰ τὴ βγά­λεις κα­θα­ρή».

        «Μεῖ­νε ἥ­συ­χη. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἔ­κα­να με­ρι­κὰ κολ­πά­κια ποὺ οὔ­τε ὁ δι­ά­ο­λος…»

        Τὴν ἴ­δια μέ­ρα πῆ­γε στὴν Ἐ­φο­ρί­α. Πε­ρί­με­νε μό­νο μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ταν τοῦ εἶ­παν νὰ πε­ρά­σει, ὁ Μέν­σο­λα ἔ­μει­νε κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νος. Στὴ θέ­ση τοῦ συ­νη­θι­σμέ­νου κα­λο­συ­νά­του καὶ βο­λι­κοῦ δι­ευ­θυν­τῆ κα­θό­ταν ἕ­νας ξε­ρα­κια­νὸς τύ­πος μὲ γυα­λιὰ καὶ ὕ­που­λο ὕ­φος.

        «Πε­ρά­στε, πα­ρα­κα­λῶ, κα­θί­στε» εἶ­πε. «Ἐ­σεῖς εἶ­στε, λοι­πόν, ὁ δι­κη­γό­ρος Μέν­σο­λα…» (ὁ ἄλ­λος ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά), «δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ἑ­ται­ρεί­ας εἰ­σα­γω­γῶν-ἐ­ξα­γω­γῶν Σιακ. Ἐ­δῶ ἔ­χω τὴ φο­ρο­λο­γι­κή σας δή­λω­ση… χμ… χμ… Ἔ­χε­τε δη­λώ­σει εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, σω­στά; (ὁ Μέν­σο­λα συμ­φώ­νη­σε). Λοι­πόν, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής… Μοῦ ’ρ­χε­ται νὰ βά­λω τὰ γέ­λια.

        Καὶ πράγ­μα­τι ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια.

        «Μὰ για­τί, γιὰ ποι­ὸ λό­γο;» ἔ­κα­νε ὁ Μέν­σο­λα, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­να­χαι­τί­σει τὴν ἐ­φόρ­μη­ση, «σᾶς δι­α­βε­βαι­ῶ, πὼς ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο λά­θος αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι τῆς τά­ξης τῶν δέ­κα-εἴ­κο­σι χι­λιά­δων λι­ρῶν, ὄ­χι ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο…»

        «Εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια; Σὲ πε­ρί­ο­δο κρί­σης ὅ­πως ἡ πα­ροῦ­σα, κι ἐ­σεῖς θέ­λε­τε νὰ μὲ πεί­σε­τε πὼς ἔ­χε­τε κερ­δί­σει τό­σα πολ­λά; Λί­γη κοι­νὴ λο­γι­κή, κύ­ρι­ε! Ἂς δε­χτοῦ­με πὼς σκο­τω­θή­κα­τε στὴ δου­λειά, ἂς δε­χτοῦ­με πὼς εἴ­χα­τε καὶ τύ­χη… ἀλ­λὰ ὄ­χι εἴ­κο­σι τρί­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια! Μᾶς φλο­μώ­σα­τε στὸ ψέ­μα.»

        «Ἐ­ξο­χό­τα­τε, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… Εἶ­στε ἄ­δι­κος. Ἀ­κοῦ­στε τὰ νού­με­ρα καὶ θὰ πει­στεῖ­τε… Μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α μὲ τὰ ὀρ­γα­νι­κὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τὸν Μά­ι­ο καὶ τὰ συμ­βό­λαι­α ποὺ εἶ­χα κλεί­σει προ­η­γου­μέ­νως μὲ εὐ­νό­η­σαν τρο­με­ρά. Εἴ­τε τὸ πι­στεύ­ε­τε εἴ­τε ὄ­χι, ἀ­πέ­φε­ραν ὀ­χτὼ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μο­νο­μιᾶς… Κι ἔ­πει­τα μὴν ξε­χνᾶ­τε τὰ φι­στί­κια! Καὶ ἡ αὔ­ξη­ση τῆς τι­μῆς τῶν αὐ­γῶν; Ξέ­ρε­τε πό­σο ἦ­ταν τὸ ἀ­κα­θά­ρι­στο κέρ­δος; Ἑ­ξῆν­τα ὀ­χτώ!»

        «Τί πράγ­μα ἑ­ξῆν­τα ὀ­χτώ;»

        «Ζε­στὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο, ἀ­γα­πη­τέ μου Δι­ευ­θυν­τά.»

        «Μὰ γιὰ κάν­τε μου τὴ χά­ρη! Μᾶς περ­νᾶ­τε γιὰ ἀ­γα­θούς; Βάλ­τε το κα­λὰ στὸ μυα­λό σας. Μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δεί­ξω λί­γη κα­τα­νό­η­ση (καὶ μου­τζού­ρω­νε κά­τι ἀ­ριθ­μοὺς σ’ ἕ­να χαρ­τί), ὁ­ρί­στε, νὰ σᾶς ἐ­πι­τρέ­ψω νὰ δη­λώ­σε­τε φο­ρο­λο­γη­τέ­ο εἰ­σό­δη­μα τρι­ῶν, τεσ­σά­ρων, ἂς ποῦ­με τρει­σή­μι­σι ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων…»

        Ὁ δι­κη­γό­ρος ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος κα­τά­χλο­μος.

        «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, ἐ­ξο­χό­τα­τε, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ μοῦ τὸ κά­νε­τε αὐ­τό! Θέ­λε­τε νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψε­τε; Δὲν ξέ­ρω τί ἄλ­λο νὰ σᾶς πῶ… Ἐ­λά­τε, πλη­σιά­στε στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ρίξ­τε μιὰ μα­τιὰ κά­τω στὸ δρό­μο σ’ ἐ­κεῖ­νο ἐ­κεῖ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ναί, μά­λι­στα, ἐ­κεῖ­νο τὸ κόκ­κι­νο, τὸ με­γά­λο… εἶ­ναι Μπέν­τλε­ϊ, τε­λευ­ταῖ­ο μον­τέ­λο… Ξέ­ρε­τε πό­σο μοῦ στοί­χι­σε; Ἐν­νι­ά­μι­σι, φίλ­τα­τε δι­ευ­θυν­τά μου… Καὶ ἡ γυ­ναί­κα μου κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ Κάν­τι­λακ…»

        «Καὶ τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο δύ­σκο­λο νὰ δα­νει­στεῖ­τε δυ­ὸ αὐ­το­κί­νη­τα! Δὲ θὰ μοῦ μά­θε­τε ἐ­σεῖς, ἐ­μέ­να, τὰ κόλ­πα… Ξέ­ρω πῶς γί­νε­ται νὰ γρά­ψεις στὸ ὄ­νο­μά σου αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἀ­νή­κει σὲ ἄλ­λον…»

        «Μὰ τὸ γκόλφ, τὸ γκὸλφ ποὺ ἐγ­και­νί­α­σα τὸν Αὔ­γου­στο στὴ βί­λα μου στὸ Λαμ­πι­ό­νε!­.­.. Θὰ δι­α­βά­σα­τε στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, ἐλ­πί­ζω, θὰ εἴ­δα­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες… Ὀ­γδόν­τα μί­α τρύ­πες! Ποι­ὸς ἔ­χει γκὸλφ μὲ 81 τρύ­πες; Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πι­στεύ­ε­τε πὼς μοῦ στοί­χι­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πό…»

        «Φτά­νει, ἀρ­κε­τά…» καὶ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ὄρ­θω­σε τὸ γι­γαν­τι­αῖο ἀ­νά­στη­μά του γιὰ νὰ δεί­ξει πὼς ἡ συ­νο­μι­λί­α εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. «Εἶ­πα τρει­σή­μι­σι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια… Χαί­ρε­τε, κύ­ρι­ε… Καὶ ντρο­πή σας!»

  

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975, σσ. 30-31.

 

D­i­no B­u­z­z­a­ti (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­ψε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑ­πτὰ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑ­ξῆν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔ­χει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γω τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁ­ποί­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς καὶ τὴν ἀ­να­τρέ­πουν.

 

Ὁ 'Ιταλὸς συγγραφέας Ντίνο Μπουτζάτι (1906-1972)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Πρώ­τη της με­τά­φρα­ση, Ἡ σει­ρή­να καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ πιὸ πρόσφατη, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).