Ρεζὶ Ζωφρέ (Régis Jauffret): Συνάντηση σὲ τρομοκρατικὴ ἐπίθεση

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Συ­νάν­τη­ση σὲ τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση

(R­e­n­c­o­n­t­re d­a­ns un a­t­t­e­n­t­at)

 

ΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΜΕ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης, ὅ­ταν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε με­τα­ξύ μας, βρε­θή­κα­με στὸ ἴ­διο βα­γό­νι τοῦ με­τρό. Ἡ ἔ­κρη­ξη μᾶς ἔ­ρι­ξε τὸν ἕ­ναν πά­νω στὸν ἄλ­λον, καὶ χά­σα­με τὶς αἰ­σθή­σεις μας καὶ οἱ δυ­ό. Νο­ση­λευ­τή­κα­με σὲ νο­σο­κο­μεῖ­α τῶν λον­δρέ­ζι­κων προ­α­στί­ων, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τῶν μι­λί­ων τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Εἶ­χα σο­βα­ρὰ ἐγ­καύ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο καὶ χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου μά­τι καὶ νὰ βά­λουν στὴ θέ­ση του ἕ­να ψεύ­τι­κο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μοῦ ἔ­δω­σαν, μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ σα­κού­λα, τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα τὸ πρω­ι­νὸ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας.

         Με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὴ Γαλ­λί­α, καὶ πρὶν τὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια, σκά­λι­σα αὐ­τὰ τὰ ρά­κη, ποὺ οἱ δι­α­σῶ­στες εἶ­χαν κό­ψει καὶ ἀ­φαι­ρέ­σει ἀ­πὸ πά­νω μου μ’ ἕ­να ψα­λί­δι. Ξα­να­βρῆ­κα τὴν ἀτ­ζέν­τα μου, τὴν μα­γνη­τι­κὴ κάρ­τα ποὺ ξε­κλεί­δω­νε τὸ δω­μά­τιό μου στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῆς C­a­r­d­i­n­g­t­on S­t­r­e­et, κι ἕ­να κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο σκού­ρου χρώ­μα­τος, ποὺ ἀρ­χι­κὰ θε­ώ­ρη­σα πὼς ἦ­ταν τὸ δι­κό μου. Ὅ­μως, κα­θὼς τὸ ἔ­φε­ρα πιὸ κον­τὰ στὸ φῶς μιᾶς λάμ­πας, πρό­σε­ξα ὅ­τι ἦ­ταν σκοῦ­ρο μπλὲ καὶ ὄ­χι μαῦ­ρο. Ἡ συν­δρο­μὴ δὲν εἶ­χε λή­ξει, ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ τη­λε­φω­νῶ κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ ἕ­να παι­δι­κό μου φί­λο, ποὺ ζοῦ­σε στὴν Αὐ­στρα­λί­α, καὶ νὰ τοῦ δι­η­γοῦ­μαι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἄ­κου­γα στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ ἔ­βρι­σκα στὶς δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­σε­λί­δες τοῦ Ἴν­τερ­νετ.

 

        Ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεί­νη μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Θὰ δι­έ­κο­πτε τὴ συν­δρο­μὴ μό­λις ἔ­κλει­νε τὸ τη­λέ­φω­νο, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε πρῶ­τα νὰ ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ ἀ­λή­τη ποὺ τῆς εἶ­χε κλέ­ψει τὸ κι­νη­τό της καὶ τὸ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ὁ λο­γα­ρια­σμὸς εἶ­χε φτά­σει στὶς πέν­τε χι­λιά­δες λί­ρες, στοὺς τρει­σή­μι­σι μῆ­νες ποὺ εἶ­χαν χρεια­στεῖ γιὰ νὰ ὑ­πο­στεῖ μιὰ ἐ­πέμ­βα­ση στὰ πό­δια της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ μπο­ρέ­σει νὰ περ­πα­τή­σει καὶ πά­λι μιὰ μέ­ρα.

        — Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ.

        Τῆς εἶ­πα ὅ­τι κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης εἶ­χα πε­ρά­σει πολ­λὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Σὰν νὰ γλύ­κα­νε. Μι­λών­τας, ἀ­να­κα­λύ­ψα­με σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­τι εἴ­χα­με ζή­σει τὸ ἴ­διο δρά­μα. Ἐ­κεί­νη μά­λι­στα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη τῆς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης εἶ­χε προ­σέ­ξει πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου ἕ­να μαῦ­ρο κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­μως, λί­γες ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ τὸ εἶ­χε κλέ­ψει κά­ποι­α νο­σο­κό­μα ἢ κά­ποι­ος εἰ­δι­κευ­ό­με­νος για­τρός, ὅ­σο ἐ­κεί­νη κοι­μό­ταν.

        Τὸ πε­πρω­μέ­νο μᾶς εἶ­χε ἑ­νώ­σει τὴν ὥ­ρα μιᾶς ἔ­κρη­ξης. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μὴν τοῦ ἐ­ναν­τι­ω­θοῦ­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­σπεύ­σου­με τὰ πράγ­μα­τα. Ὁρ­κι­στή­κα­με νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με σὲ ἕ­να τό­πο πιὸ ἥ­συ­χο, νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με καὶ νὰ μὴ χω­ρί­σου­με πο­τέ.

        — Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α.

        Τῆς ἀ­πάν­τη­σα πὼς ναί.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (G­a­l­l­i­m­a­rd, 2007).

 

R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et (Μασ­σα­λί­α, 1955). Γάλ­λος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος (H­i­s­t­o­i­r­és d’ a­m­ο­ur, C­l­é­m­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.­). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆ­ρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce C­u­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ων ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: