Παναγιώτης Κουσαθανᾶς: Ἡ σινιόρα Ντιότιμα

 

 

Παναγιώτης Κουσαθανᾶς

 

Ἡ σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα

 

ΙΧΑΛΙΖΕΙ. Ξέ­νος ἀ­πό­ψε ὁ Ἀ­να­στά­σης στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο με­τὰ τό­σων χρό­νων ἀ­που­σί­α ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται προ­τοῦ πλα­γιά­σει πό­σων συμ­πτώ­σε­ων κα­τά­λη­ξη εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ πό­σων συμ­πτώ­σε­ων κα­τά­λη­ξη εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Θυ­μω­μέ­νος ποὺ ὅ­λα ἐ­δῶ ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χα­ρά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὶς ἀ­ρά­δες μὲ τὸ πε­λε­κη­μέ­νο καὶ τ’ ἀ­πε­λέ­κη­το γρά­ψι­μό του. Δὲν θὰ τολ­μή­σει νὰ τὶς σκί­σει εἶ­ναι τὸ μό­νο χει­ρο­πια­στὸ πράγ­μα μὲ τὸ νη­σὶ ποὺ τε­μα­χί­ζε­ται καὶ που­λι­έ­ται. Ὅ­λα τ’ ἄλ­λα κα­πνός ;τί κι ἂν ἦ­ταν κά­πο­τε μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα σύ­ζυ­γος τοῦ Ἰ­τα­λοῦ με­γα­λο­δι­κη­γό­ρου Ντα­λέγ­κρι κι ἕ­να ἄ­βγαλ­το παλ­λη­κα­ρά­κι σ’ ἕ­να σπί­τι ποὺ κι αὐ­τὸ που­λή­θη­κε; «— Ἂν εἶ­χα σπου­δαγ­μέ­νη τὴ Μου­σι­κή» σκέ­φτε­ται βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ ροῦ­χα του «θά ’­γρα­φα ἕ­να τρα­γού­δι καὶ θά ’­μουν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἂν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι κά­ποι­α χεί­λη θὰ τὸ σι­γο­τρα­γου­δοῦ­σαν· ἂς ἐλ­πί­σω του­λά­χι­στο πὼς θὰ βρε­θοῦν δι­α­βα­τά­ρι­κα μά­τια νὰ ρί­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ σῆ­μα ποὺ χτί­ζω με­σο­στρα­τὶς μὲ τὸ ζύ­γι τῆς λέ­ξης».

         Πε­λα­γω­μέ­νος πα­ρα­μι­λᾶ ξα­να­ρω­τών­τας τὴν πιὸ τε­τριμ­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας τὴν πιὸ ἄ­χρη­στη «—;Τί εἶ­μαι; ;τί εἴ­μα­στε;» κι ὅ­πως πάν­τα κα­τα­λή­γει «—Τί­πο­τα δὲν ξέ­ρο­με αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μό­νη βε­βαι­ω­μέ­νη δι­α­πί­στω­ση ;εἶ­μαι τὰ ὄ­νει­ρα τὸ βλέμ­μα ἡ φω­νὴ ἡ θλί­ψη κι ἡ χα­ρά μου ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς λέ­με ἡ “προ­σω­πι­κό­τη­τα” ὁ “ἐ­σω­τε­ρι­κὸς κό­σμος” μου ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται σ’ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο τὸ φθαρ­τὸ σῶ­μα-σῆ­μα ποὺ νο­μί­ζο­με ὅ­τι μᾶς ὑ­πα­κού­ει; τὸ σαρ­κί­ο δι­α­λύ­ε­ται καὶ μὲ τὴ σει­ρά του συμ­πα­ρα­σύ­ρει τὴν “προ­σω­πι­κό­τη­τα” στὸ χῶ­μα στὸν ἀ­γέ­ρα στὸν ἥ­λιο στὸ νε­ρό».

        Πᾶ­νε χρό­νια ποὺ ἡ Ντι­ό­τι­μα ἔ­χει ἐ­ξο­φλή­σει τὴν ὀ­φει­λὴ ποὺ ὅ­λοι χρω­στᾶ­με κι ὁ Ἀ­να­στά­σης νι­ώ­θει πὼς ἡ σει­ρὰ τῆς δι­κῆς του πλη­ρω­μῆς (νὰ πλη­ρώ­σει καὶ νὰ πλη­ρω­θεῖ) ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα φτά­νει. Ἡ σι­νι­ό­ρα ποὺ ἀ­κό­μα τα­ξι­δεύ­ει πλη­σί­στια στὴ θύ­μη­σή του θὰ συμ­πα­ρα­συρ­θεῖ τό­τε θὰ δι­α­λυ­θεῖ γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά – ὁ­ρι­στι­κὰ κι ἀ­με­τά­κλη­τα. «—Δὲν πρό­κει­ται γι’ ἀν­τα­γω­νι­σμὸ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα ἢ ἀν­ταρ­σί­α» συλ­λο­γι­έ­ται «καὶ καμ­μιᾶς πλευ­ρᾶς ἡ μά­χη δὲν εἶ­ναι χα­μέ­νη ἢ κερ­δι­σμέ­νη· ἴ­σως αὐ­τὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ δι­και­ώ­σει τὴ ζω­ὴ εἶ­ναι νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σο­με ὀ­λι­γαρ­κεῖς ἀλ­λὰ πλού­σιοι τὸν βι­ο­λο­γι­κό μας κύ­κλο ξε­δι­ψών­τας τὸν ἑ­αυ­τό μας καὶ τὸν συν­τα­ξι­δι­ώ­τη μας ὅ­πως ἡ βρο­χὴ τὸ χῶ­μα· ὕ­στε­ρα νὰ πα­ρα­με­ρί­σο­με κό­σμια ἀ­νε­πί­λη­πτα καὶ εἰ­ρη­νι­κὰ γιὰ νὰ πά­ρει σει­ρὰ κι ἄλ­λος».

        Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴ σκέ­ψη καὶ βλέ­πει τὰ χέ­ρια του νὰ ξι­φουλ­κοῦν ἀ­κού­ει τὴ φω­νή του ἔ­ξαλ­λη σχε­δὸν ἀ­γνώ­ρι­στη νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται γιὰ κά­τι μὲ κό­πο ξε­χα­σμέ­νο «—Ὁ ἄν­θρω­πος πο­ρεύ­ε­ται στὴ ζω­ὴ μα­θη­τευ­ό­με­νος ἀλ­λὰ ἀ­νε­πί­δε­κτος μα­θή­σε­ως νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἐ­ρω­το­τρο­πεῖ μὲ τὴν ἄ­στα­τη ἀ­θα­να­σί­α!» φω­νά­ζει βλο­συ­ρὸς μει­δι­ών­τας σαρ­κα­στι­κὰ «—Γιὰ κοί­τα­ξε τί ἀ­νά­πο­δες σκέ­ψεις φέρ­νει ἡ ἀ­να­πό­λη­ση εὐ­τυ­χι­σμέ­νων στιγ­μῶν ἀλ­λὰ ;πῶς ἀλ­λι­ῶς γί­νε­ται νὰ μα­λα­κώ­σεις σὰν τὸ ζυ­μά­ρι ἂν δὲν μα­θη­τέ­ψεις ἂν δὲν πλη­γώ­σεις καὶ πλη­γω­θεῖς;» Ἐ­ὰν τὸν ἔ­βλε­πε κα­νεὶς ἔ­τσι ὁ­λό­γυ­μνο τώ­ρα νὰ χει­ρο­νο­μεῖ μπρο­στὰ στὴ φθι­νο­πω­ρι­νὴ ψύ­χρα ποὺ εἰ­σβάλ­λει μὲ τὴ βρο­χὴ ἀ­πὸ τὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα θὰ σι­γου­ρευ­ό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι θε­ό­μουρ­λος ὡ­στό­σο ὁ Ἀ­να­στά­σης νι­ώ­θει χω­ρὶς νὰ τὸ ἀρ­θρώ­νει ὅ­τι ἕ­νας εἶ­ναι ὁ τρό­πος: Νὰ πι­σω­γυ­ρί­σο­με στὸ κα­τώ­φλι ποὺ μᾶς ἔ­φε­ρε γυ­μνοὺς ἀπ’ τὸ σκο­τά­δι στὴν ἀ­να­το­λὴ καὶ νὰ τὸ δρα­σκε­λί­σο­με πά­λι γυ­μνοί – πρὸς τὴ δύ­ση.

        Ἀ­να­πη­δᾶ ξαφ­νι­α­σμέ­νος κα­θὼς ὁ ἀ­γέ­ρας κλεί­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν πόρ­τα μ’ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο γδοῦ­πο σφρα­γί­ζον­τας τε­λε­σί­δι­κα ὅ,τι εἶ­χε μεί­νει ὣς τώ­ρα ἀ­νοι­χτό. Εἶ­ναι βέ­βαι­ος ὅ­τι καὶ τὰ ἀ­πο­ψι­νὰ ὄ­νει­ρα δὲν θά ’­ναι ἄλ­λο ἀ­πὸ πα­ραρ­ρίμ­μα­τα ὅ­σων ἔ­ζη­σε τρα­που­λό­χαρ­τα ποὺ τ’ ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ σκο­τά­δι τοῦ ὕ­πνου καὶ τὰ σκορ­πί­ζει ὁ ἄ­νε­μος τῆς ζω­ῆς. Ψά­χνει νὰ βρεῖ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ θὰ συμ­πα­ρα­σύ­ρει καὶ τὸν ἴ­διο πα­να­πεῖ ποὺ τὸν σκέ­φτε­ται κι ἀ­θέ­λη­τα θὰ τὸν δι­α­λύ­σει ὅ­ταν με­τὰ τὸν Ἀ­να­στά­ση φύ­γει μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τός. Κα­νέ­ναν δὲν βρί­σκει. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια χτὲς ποὺ ἡ σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα τὸν ἔ­γδυ­νε ἀρ­γὰ τε­λε­τουρ­γι­κὰ κι αὐ­τὸς κά­θε φο­ρὰ κοκ­κί­νι­ζε σὰν νά ’­ταν ἡ πρώ­τη ἦ­ταν σύν­το­μα σὰν τὸ τρα­γού­δι ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ γρά­ψει. «—Ὄ­χι δὲν εἶ­ναι σκλη­ρὴ ἡ ζω­ὴ ἐ­πει­δὴ τὴν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­μα­στε» ἀ­να­φω­νεῖ λὲς καὶ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε μό­λις τώ­ρα «εἶ­ναι σκλη­ρὴ ἐ­πει­δὴ ξε­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­σο εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ ἀ­κό­μα».

        Κα­τά­κο­πος νυ­σταγ­μέ­νος πλα­γιά­ζει ἐ­πι­τέ­λους. Τὸ πρω­το­βρό­χι δρι­μώ­νει βάλ­θη­κε νὰ ξυ­πνή­σει τὸ νη­σὶ ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­κά­ρω­μα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ δυ­ὸ ἀ­κό­μα βρο­χὲς κι ἡ γῆς θὰ μαλ­λιά­σει με­θυ­σμέ­νη. «Μιὰ τό­ση δὰ στα­γό­να φθι­νο­πω­ρι­νῆς βρο­χῆς» εὔ­κο­λα γί­νε­ται κα­τα­κλυ­σμὸς ἔ­χουν δί­κιο οἱ ποι­η­τές. Ἄλ­λο δὲν μέ­νει λοι­πὸν πα­ρὰ ἕ­τοι­μος γιὰ τὸ δρα­σκέ­λι­σμα νὰ συμ­μα­χή­σει γα­λί­φι­κα μὲ τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο τῆς τυ­χαι­ό­τη­τας ποὺ δυ­να­στεύ­ει τὸν βί­ο. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἁλ­μυ­ρὲς ἢ γλυ­κὲς ἂν κι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ λί­γα τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν τε­μα­χί­ζον­ται δὲν κλέ­βον­ται οὔ­τε που­λι­οῦν­ται γί­νον­ται χο­ὲς ὅ­ταν δρα­σκε­λί­σεις τὸ κα­τώ­φλι τοῦ Ὕ­πνου χο­ὲς ποὺ τὶς ρου­φᾶ σὰν τὴ βρο­χὴ ἀ­χόρ­τα­γο τὸ σῶ­μα-χῶ­μα μὲ τὴ δι­κή του ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴ δι­κή του ἄ­πο­ψη γιὰ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

  

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Πα­να­γι­ώ­της Κου­σα­θα­νᾶς (Μύ­κο­νος, 1945). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος καὶ με­λε­τη­τὴς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τοῦ γε­νέ­θλιου τό­που του. Βρα­βεῖ­ο Μα­ρί­ας Πέρ. Ράλ­λη (1980) καὶ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (2003). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α βι­βλία του ποὺ ἐκ­δό­θη­καν εἶ­ναι: Λου­δο­βί­κος Ρου­σέλ, Πα­ρα­μύ­θια τῆς Μυ­κό­νου (Ἴν­δι­κτος καὶ Δῆ­μος Μυ­κό­νου 2007) καὶ Λο­ξὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τε­λει­ώ­νουν μὲ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό (Ἴν­δι­κτος 2009).

  

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: