Δημοσθένης Βουτυρᾶς: Ό γκρεμός

 

 

Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς

 

Ὁ γκρε­μός

 

ΗΛΙΟΣ ἔ­γερ­νε στὴ δύ­ση καὶ ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­χε γί­νει ψυ­χρὸς καὶ δυ­να­τός. Ἀλ­λ’ αὐ­τοὶ εἶ­χαν λη­σμο­νη­θεῖ, εἴ­χα­νε χα­θεῖ μὲς στὴν ἀ­γά­πη τους. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ θεί­ου του, ποὺ αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε, κα­θὼς ἔ­λε­γε, σὰ μαῦ­ρο σύν­νε­φο πά­νω ἀ­π’ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη φύ­ση, καὶ τὴ χον­τρὴ φω­νή του σὰ φω­νὴ βρον­τῆς, δὲν εἶ­χε φα­νεῖ στὸ νοῦ του νὰ τὸν ἐ­νο­χλή­σει. Βρι­σκό­τα­νε στὸν πα­ρά­δει­σό του, ποὺ τό­σο, τό­σον και­ρὸ ὀ­νει­ρο­πο­λοῦ­σε σὰ δι­ωγ­μέ­νος ἄγ­γε­λος.

         Κον­τά τους ἕ­νας γκρε­μὸς ἤ­τα­νε, ἕ­να βά­ρα­θρο τρο­με­ρό, κλει­σμέ­νο ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ καὶ τὴν ἄλ­λη ἀ­πὸ δυ­ὸ ἀ­πό­το­μα βου­νά, ὅ­μοι­α μὲ τοί­χους σω­στούς. Καὶ γιὰ νὰ πε­ρά­σει κα­νεὶς στὸ ἀν­τί­θε­το μέ­ρος, ὅ­ταν δὲν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ βου­νό, ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σει ἀπ’ ἕ­να πέ­ρα­σμα ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὸ ἕ­να ἀπ’ τὰ βου­νά, μιὰ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς, ποὺ ἔ­φερ­νε πρῶ­τα σὲ μέ­ρος πλα­τύ­τε­ρο, ὅ­που βρι­σκό­τα­νε μιὰ σπη­λί­τσα σὰ σταθ­μός. Καὶ ἀ­π’ ἐ­κεῖ, ἴ­σο, στε­νὸ πά­λι, τὸ μο­νο­πά­τι ἔ­βγαι­νε στὸ ἀν­τί­θε­το μέ­ρος, ὅπου κυ­πα­ρίσ­σια, πεῦ­κα καὶ χλό­η πρα­σί­νι­ζαν…

        Μιὰ βρύ­ση ἔ­τρε­χε κά­που κεῖ ἀ­π’ τὰ πλά­για του βου­νοῦ, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο νε­ρό, καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δεῖ καὶ νὰ τὸ ἀ­κού­σει κα­λὰ κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­φτα­νε στὴ σπη­λί­τσα, νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ τρα­γου­δι­στὰ στὸ βά­ρα­θρο.

        Κι ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε στὴ δύ­ση.

        Ξαφ­νι­κὰ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε μα­κριὰ λί­γο.

        — Μὲ φω­νά­ζουν!… τοῦ εἶ­πε αὐ­τὴ καὶ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὴν ἀγ­κα­λιά του.

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­χεν ἀ­κού­σει.

        — Ὄ­χι… Ἐ­γὼ δὲν ἄ­κου­σα.

        — Ναί, ναί! Θά ‘­ναι ἡ Ἑ­λέ­νη!

        — Πή­γαι­νε λοι­πόν, στα­μά­τη­σέ την! Πές της ὅ­τι πῆ­γες πε­ρί­πα­το…

        Πά­λι ἡ φω­νή.

        Τὴν ἄ­κου­σε τώ­ρα κι αὐ­τός. Ἤ­τα­νε γυ­ναι­κεί­α.

        Ἡ ἐ­ξα­δέρ­φη του προ­χώ­ρη­σε νὰ φύ­γει γρή­γο­ρα, ὅ­ταν μιὰ φω­νὴ χον­τρή, ἄν­τρι­κια, ἀ­κού­στη­κε.

        —Ὁ πα­τέ­ρας!… ἔ­κα­νε καὶ στα­μά­τη­σε κί­τρι­νη, κοί­τα­ξε τὸν ἐ­ξά­δερ­φό της, ἔ­πει­τα κι­νή­θη­κε μὲ ὁρ­μὴ κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας, ἐ­νῶ αὐ­τὸς ζα­λι­σμέ­νος ὁρ­μοῦ­σε, μὴ βρί­σκον­τας ἄλ­λο μέ­ρος νὰ φύ­γει, νὰ κρυ­φτεῖ, πα­ρὰ τὴ σπη­λί­τσα, ὁρ­μοῦ­σε στὸ μο­νο­πά­τι ποὺ κά­τω τὸ βά­ρα­θρο σὰ γι­γάν­τιο στό­μα ἀ­νοι­χτὸ ποὺ πα­ρα­μο­νεύ­ει βρι­σκό­τα­νε, λη­σμο­νών­τας τὸν κίν­δυ­νο…

        Κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴ σπη­λί­τσα καὶ χώ­θη­κε μέ­σα στοὺς θά­μνους ποὺ τὴν τρι­γύ­ρι­ζαν. Κι ἀπ’ ἐ­κεῖ τό­τε κοί­τα­ξε. Εἶ­δε ἔ­ρη­μο τὸ δρό­μο, στὴ γω­νιὰ τῆς μάν­τρας τὸ κυ­πα­ρίσ­σι, ἕ­να με­γά­λο, ψη­λό, νὰ κου­νᾶ τὰ κλα­διά του σὰ νὰ μι­λοῦ­σε μό­νο του.

        Ἔ­μει­νε κεῖ γιὰ λί­γο κρυμ­μέ­νος καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸ δρό­μο, τὴ γω­νιὰ τῆς μάν­τρας κι ὅ­λο πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ φα­νεῖ κά­ποι­ος. Τί­πο­τα ὅμω­ς· αὐ­τὴ ἡ ἐξα­δέρ­φη του θὰ τὰ εἶ­χε δι­ορ­θώ­σει.

        Κι ὁ ἄ­νε­μος δυ­νά­μω­νε.

        Τὸ κυ­πα­ρίσ­σι σά­λευ­ε. Κου­νοῦ­σε τὴν κο­ρυ­φή του σὰ νὰ ἔ­λε­γε κά­τι στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που, ποὺ προ­βάλ­λα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ μαν­τρό­τοι­χο, κι εἶ­χε θυ­μώ­σει.

        Τώ­ρα σκέ­φτη­κε τὸ βά­ρα­θρο καὶ πῶς θὰ περ­νοῦ­σε.

        — Μπά, θὰ πε­ρά­σω! εἶ­πε παίρ­νον­τας ὕ­φος ἀ­μέ­ρι­μνο, ἐ­νῶ ἡ καρ­διὰ του χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά.

        Ἡ ἐξα­δέρ­φη του τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς αὔ­ριο θὰ ἐρ­χό­τα­νε στὴν πό­λη, στὸ σπί­τι τὸ συγ­γε­νι­κὸ ποὺ ἔ­με­νε αὐ­τός. Καὶ θὰ ἐρ­χό­τα­νε μὲ μό­νη τὴ μη­τέ­ρα της καὶ τὸ ἀ­δερ­φά­κι της.

        Ἡ καρ­διά του χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ πο­λὺ καὶ θέ­λη­σε νὰ πι­στέ­ψει πὼς ἦ­ταν ἀπ’ τὴ χα­ρὰ ποὺ θά ‘­βλε­πε πά­λι τὴν ἐ­ξα­δέρ­φη του, ἀλ­λὰ σὲ λί­γο, καὶ δὲν εἶ­χε προ­χω­ρή­σει πο­λύ, στα­μά­τη­σε.

        Εἶ­δε τὸ βά­θος, τὸ βά­θος, καὶ κά­τω δι­έ­κρι­νε ἡ μα­τιά του, ὅ­σο γρή­γο­ρα κι ἂν πέ­ρα­σε, δι­έ­κρι­νε τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς ζώ­ου, ξε­ρα­μέ­νο πτῶ­μα, ποὺ ἔ­δει­χνε τὰ δόν­τια του.

        Ὁ ἥ­λιος ψη­λὰ κόν­τευ­ε νὰ χα­θεῖ πί­σω ἀπ’ ἕ­να μα­κρι­νὸ ψη­λὸ βου­νό, μαῦ­ρο βου­νό· ἕ­νας κό­ρα­κας μὲ κρωγ­μὸ πέ­ρα­σε.

        Πά­ει, πά­ει! Θὰ πέ­σω! σκέ­φτη­κε.

        Θέ­λη­σε νὰ δώ­σει καρ­διὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­βη­ξε, κά­τι πῆ­γε νὰ τρα­γου­δή­σει, ἀλ­λ’ ἔ­σβη­σε εὐ­θύς. Τοῦ φά­νη­κε τὸ βά­ρα­θρο νὰ τὸν ἔ­σερ­νε, νὰ τὸν ρου­φοῦ­σε μὲ δύ­να­μη μα­γι­κή, δι­α­βο­λι­κή.

        — Δὲν μπο­ρῶ! εἶ­πε.

        Κά­τι σὰ νά ‘­σπα­σε στὸ στῆ­θος του τό­τε, φό­βος τρε­λὸς τὸν ἅρ­πα­ξε καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ὁρ­μή­σει καὶ νὰ κολ­λή­σει στὰ βρά­χια τοῦ ἀ­πό­το­μου βου­νοῦ γιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ ἀπ’ τὸ σύρ­σι­μο.

        Κι ἔ­τσι αἰ­σθα­νό­τα­νε νὰ τὸν σέρ­νει τὸ βά­ρα­θρο μὲ με­γά­λη δύ­να­μη, νὰ τὸν ρου­φᾶ, νὰ θέ­λει νὰ τὸν ξε­κολ­λή­σει ἀ­π’ τὰ βρά­χια ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ.

        Εἶ­χε κλεί­σει τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴ βλέ­πει, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι, γιὰ μιὰ στιγ­μή, αἰ­στάν­θη­κε ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ πέ­σει, ν’ ἀ­φε­θεῖ στὸ βά­ρα­θρο, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σει ἀπ’ τὸ βά­σα­νο.

        Πε­ρά­σα­νε λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια.

        Ἡ σκέ­ψη πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α ποὺ τοῦ δί­νει ὁ Θε­ός, για­τὶ ἀ­γα­πᾶ τὴν ἐ­ξα­δέρ­φη του, τοῦ ἦρ­θε. Κι ἄρ­χι­σε νὰ προ­σεύ­χε­ται:

        — Θε­ού­λη μου, Θε­ου­λά­κη μου, βο­ή­θη­σέ με καὶ θὰ πά­ψω νὰ τὴν ἀ­γα­πῶ, θὰ πά­ψω! Σοῦ τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι! Βο­ή­θα με… Νὰ βγῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ, νὰ βγῶ ἀ­π’ ἐ­δῶ… Βο­ή­θα με… Ἡ κα­η­μέ­νη ἡ μά­να μου, ὁ πα­τέ­ρας μου! Θε­ου­λά­κη μου, ἔ­λα, βο­ή­θα με… Ἐ­γὼ θὰ πά­ψω…Ἔ­πα­ψα, ἔ­πα­ψα!… Δὲν τὴν ἐ­πι­θυ­μῶ πιά… Ἄν­θρω­πος εἶ­μαι, ἔ­φται­ξα…

        Καὶ σὰ νὰ συ­νῆρ­θε ἀ­πὸ τὸ φό­βο του λί­γο, σὰ νὰ πῆ­ρε δύ­να­μη μ’ αὐ­τὴ τὴν προ­σευ­χή, ἄρ­χι­σε σι­γά, κολ­λη­τὰ στὰ βρά­χια νὰ περ­νᾶ.

        Ὁ ἥ­λιος, κρυμ­μέ­νος σχε­δὸν πί­σω ἀ­π’ τὸ βου­νό, τοῦ φά­νη­κε νὰ τὸν κοι­τά­ζει, παί­ζον­τας ψη­λὰ τὶς ἀ­κτί­νες του σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὸ πέ­ρα­σμά του.

        Ὁ ἱ­δρὼς ὁ κρύ­ος ποὺ εἶ­χε χυ­θεῖ στὸ σῶ­μα του, στὸ μέ­τω­πό του κρύ­ω­νε πο­λὺ πο­λὺ ἀπ’ τὸν ψυ­χρὸ ἀ­έ­ρα.

         Ἄ, λί­γα βή­μα­τα ἀ­κό­μα…

        Καὶ τὰ πεῦ­κα κου­νού­σα­νε τὸ χον­τρό τους κε­φά­λι σὰ νὰ τοῦ λέγα­νε: Ἔ­λα, ἔ­λα! Θάρ­ρος… κά­νε γρή­γο­ρα…

        Ἐ­πι­τέ­λους! Βγῆ­κε, πά­τη­σε…

        — Ἄχ! ἔ­κα­νε καὶ προ­χώ­ρη­σε τρι­κλί­ζον­τας ἴ­σα­με τὰ πεῦ­κα, ὅ­που κι ἔ­πε­σε.

        Θέ­λη­σε τό­τε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸ Θε­ὸ γιὰ τὴ βο­ή­θεια ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ μιὰ χα­ρὰ ἡ­δο­νι­κὴ χύ­θη­κε στὸ νοῦ του καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ τὸ λη­σμο­νή­σει. Θυ­μή­θη­κε τὰ φι­λή­μα­τα τῆς ἐ­ξα­δέρφης του, τὰ κόκ­κι­να χεί­λια της καὶ ποὺ αὔ­ριο θὰ ἐρ­χό­τα­νε στὸ συγ­γε­νι­κό τους σπί­τι!

 

 

Πηγή: Ἅπαντα, τόμος Β΄, Τριανταδύο διηγήματα, Ζωὴ ἀρρωστεμένη καὶ ἄλλα διηγήματα, ἐκδ. Δελφίνι 1999. Πρωτοδημοσιεύτηκε τὸ 1921.

 

Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς: (Κωνσταντινούπολη, 1872-Ἀθήνα, 1954). Σημαντικός δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τοῦ Μεσοπολέμου, τὸ ἔργο του ἀσχολείται κυρίως μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀπόκληρους. Πρωτοεμφανίζεται μὲ τὸ διήγημα Λαγκᾶς τὸ 1901, τὸ Ἀργό ξημέρωμα τὸ 1950 ἦταν τὸ τελευταῖο του βιβλίο.

 

Διαφημίσεις

Στῆβεν Χέλλερ (Steven Heller): Ἀναπάντεχο διήγημα: τὶ κρύβει ἕνα ὄνομα

 

 

Στῆ­βεν Χέλ­λερ (Steven Heller)

 

Ἀναπάντεχο διήγημα: τὶ κρύ­βει ἕ­να ὄ­νο­μα

(Sudden fiction: What’s in a name)

 

ΔΥΣΚΟΛΙΑ ἑνὸς συγ­γρα­φέ­α καὶ συ­νά­μα τὸ ζη­τού­με­νο συ­νί­στα­ται στὴν ὀ­νο­μα­το­θε­σί­α, οὕ­τως εἰ­πεῖν τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ὀ­νο­μα­σί­ας γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε, εἴ­τε πα­λαι­ὸ εἴ­τε και­νού­ριο. Κι αὐ­τὸ για­τί ὅ­πως σί­γου­ρα κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως πι­στεύ­ει —ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ δά­χτυ­λα χο­ρεύ­ουν ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να πλη­κτρο­λό­γιο ἕ­ως ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­κουμ­πᾶ τὴ γρα­φί­δα του στὸ χαρ­τὶ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει κά­τι, ἄ­ξιο νὰ φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μά του—  εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ γνω­ρί­ζει κα­νεὶς ὁτιδήποτε, πό­σο μᾶλ­λον νὰ τὸ κα­τέ­χει, ἐ­ὰν πρῶ­τα δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σει κα­τάλ­λη­λα.

         Τό­τε, θὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν κα­νείς, τί πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν πα­ροῦ­σα συλ­λο­γὴ «ἀναπάντεχων διηγημάτων»;

        Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α ὑ­πο­δη­λώ­νει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση λο­γο­τε­χνήματα ὡ­στό­σο ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς «ἀ­να­πάν­τε­χο» δυ­να­μι­τί­ζει ἐν­δε­χο­μέ­νως τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη πε­ρὶ αὐ­το­τε­λοῦς ἀ­φη­γή­μα­τος. Ἔ­χει λοι­πὸν λό­γο ὕ­παρ­ξης μιὰ τέ­τοι­α δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση; Ἀ­σφα­λῶς, θὰ ἀ­παν­τοῦ­σα, κα­θὼς κα­τὰ τὴν προ­σω­πι­κή μου ἄ­πο­ψη δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρουν λο­γο­τε­χνήματα ποὺ δὲ δι­η­γοῦν­ται, δη­λα­δὴ δὲν ἐκ­φρά­ζουν τὴν πο­ρεί­α ἀλ­λα­γῶν ποὺ μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ ἄλ­λον τρό­πο ἔ­χουν ση­μα­σί­α, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἄλ­λων ἀ­ρε­τῶν τους, ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἡ πρω­το­τυ­πί­α κλπ. Τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­κτι­μῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­μο ἔ­χουν ὅ­λα τους κά­τι νὰ ποῦν, ἂν καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὸ «Ἕ­να ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο γιὰ τὸν Ροῦν­τολφ Γκόρ­ντον», ἔ­χουν ἔν­το­να ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα.

        Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἐ­θνι­κό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων, τὸ μό­νο ἐμ­φα­νὲς κρι­τή­ριο γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῶν δι­η­γη­μά­των αὐ­τῶν φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους. Ὡ­στό­σο, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πο­πτευ­θεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἡ ὀ­νο­μα­σί­α «ἀναπάντεχα διηγήματα» ὑ­πο­κρύ­πτει ἕ­να χα­ρα­κτή­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρα δρα­μα­τι­κό. Ἂν καὶ δείγ­μα­τα δρα­μα­τι­κοῦ λό­γου εἶ­ναι ὑ­παρ­κτὰ σὲ κά­ποι­α δι­η­γή­μα­τα αὐ­τοῦ τοῦ τό­μου, δι­α­βά­ζον­τάς τα κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λό τους, δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ στοι­χεί­ου αὐ­τοῦ αἴ­ρε­ται. Πλά­ι-πλά­ι στὴ γρή­γο­ρη καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δη ρο­ὴ τῆς «Δη­μο­φι­λοῦς μη­χα­νι­κῆς» τοῦ Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ, ὁ ἀ­να­γνώ­στης συ­ναν­τᾶ τὸ ἁ­δρό, εἰ­ρω­νι­κὸ κι εὔ­γλωτ­το ὕ­φος ἐ­ξι­στό­ρη­σης τῆς «πο­λι­τι­σμέ­νης» ἀ­πο­ξέ­νω­σης πα­τέ­ρα-γιοῦ στὴ «Συ­νάν­τη­ση ἐκ νέ­ου» τοῦ Τζὼν Τσῆ­βερς. Ἀν­τί­στοι­χα, ἡ ἀ­πο­δι­ορ­γα­νω­μέ­νη, βδε­λυ­ρή, ἑ­ω­σφο­ρι­κὴ θὰ λέ­γα­με φω­νὴ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὴν «Εὐ­χά­ρι­στη κα­τα­δί­ω­ξη» τοῦ Γκόρ­ντον Λὴς, ἀν­τι­σταθ­μί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ξέ­γνοια­στο ρυθ­μὸ καὶ τὴν πυ­κνὴ ἀ­φή­γη­ση στὶς «Κάμ­πι­ες» τοῦ Τέ­νε­σι Οὐ­ί­λιαμς. Στὸ σύ­νο­λό τους τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου ἔ­χουν νὰ ἐ­πι­δεί­ξουν εὐ­ρὺ φά­σμα μορ­φῶν καὶ ὑ­φῶν. Φαι­νο­με­νι­κὰ μπο­ρεῖ ὁ­τι­δή­πο­τε νὰ δι­εκ­δι­κή­σει τὸν τίτ­λο τοῦ «ἀ­να­πάν­τε­χου διηγήματος», ἀ­φ’ ἧς στιγ­μῆς πλη­ροῖ δύο βα­σι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις: ἀ­φε­νὸς τὴ μι­κρὴ ἔ­κτα­ση κι ἀ­φε­τέ­ρου ἕ­ναν ση­μαν­τι­κῆς διά­ρκειας καὶ ἰ­σχύ­ος ἀ­πό­η­χο.

        Κι ἂν ἀ­κό­μα ὁ ὅ­ρος «ἀναπάντεχο διήγημα» προ­κα­λεῖ ἐ­λα­φρὰ ἀ­μη­χα­νί­α, δὲν μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­βλε­φθεῖ ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς γιὰ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγεί­ρει ὁ πα­ρὼν τό­μος. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ὁ­δη­γή­σει ἡ ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη δη­μο­φι­λί­α τῶν μι­κρῶν αὐ­τῶν δι­η­γη­μά­των (ἐ­ξέ­λι­ξη ὑ­πα­γο­ρευ­ό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ ἐκ­δό­τες καὶ κοι­νὸ πα­ρὰ ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς συγ­γρα­φεῖς) στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη πιὸ στέ­ρε­ων μορ­φῶν, μορ­φῶν οἱ ὁ­ποῖ­ες, ὁ­μοί­ως μὲ τὰ «ἀναπάντεχα διηγήματα», θὰ κα­τα­φέ­ρουν κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ξε­πε­ρά­σουν τοὺς φαι­νο­με­νι­κοὺς φραγ­μούς τους καὶ νὰ πα­ρα­δώ­σουν στὸ κοι­νὸ κεί­με­να, ὄ­χι ἁ­πλῶς πο­λὺ κα­λὰ —ὅ­πως αὐ­τὰ τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου—, ἀλ­λὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά.

        Οἱ ἑ­πό­με­νες δύο δε­κα­ε­τί­ες θὰ ἔρ­θουν νὰ ἐπιβεβαιώσουν ἢ νὰ ἀ­πο­κλεί­σουν τὸ ἐν­δε­χό­με­νο αὐ­τό.

 

 

Πη­γή: Ἀπὀ τὸν τό­μο Sudden Fiction. American Short Short Stories. Edited by Robert Shapard and James Thomas, With a Frontistory by Robert Coover, And AfterWords, about the short-short story form, by forty of America’s finest writers, Gibbs-Smith Publisher, Salt lake City, 1986.

 

Steven Heller: Σύγ­χρο­νoς Ἀμε­ρι­κανὸς πε­ζο­γρά­φος, δη­μο­σί­ευ­σε τὰ μυ­θι­στό­ρη­μα: The Automotive History of Lucky Kellerman. Κα­τέ­χει τὴν ἕδρα τοῦ Δασκάλου τῶν Καλῶν Τεχνῶν στὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς στὸ Antioch University.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Μπέννυ Ἄντερσεν (Benny Andersen): Ἀπ΄τὸ σπίτι ξυστά

 

 

Μπέν­νυ Ἄν­τερ­σεν (Benny Andersen)

 

Ἀ­π’ τὸ σπί­τι ξυ­στά

(Hus forbid)

 

Ε ΞΥΠΝΑΕΙ τὸ κου­δού­νι. Πε­τά­γο­μαι πά­νω καὶ ἔ­ξω.

Ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ ἀ­στυ­νο­μι­κὴ στο­λὴ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ ξε­δι­άντροπα.

         — Ἔ­χω ἔρ­θει νὰ μα­ζέ­ψω τὴν κό­ρη σας!

         — Ἡ κό­ρη μου ἔ­χει με­τα­κο­μί­σει ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, ζεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.

        — Καὶ τό­τε ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τή; Μοῦ δεί­χνει τὴ γριὰ στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ποὺ παί­ζει τὸ We shall overcome* στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα.

        — Αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ μά­να μου.

        — Ἡ μά­να σου δὲν ἔ­χει παί­ξει πο­τὲ στὴ ζω­ή της φυ­σαρ­μό­νι­κα. Μὲ προ­σπερ­νά­ει ἀρ­γὰ καὶ μπαί­νει στὸ σπί­τι.

        — Ἕ­να λε­πτό, μὲ ποι­ό δι­καί­ω­μα…αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ σπί­τι μου!

        Θαυ­μά­σια, τὸ κα­θι­στι­κὸ δὲν μοῦ θυ­μί­ζει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα.

        Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς ἀρ­πά­ζει ἕ­να-δυ­ὸ μῆ­λα ἀ­πὸ μιὰ πι­α­τέ­λα. Μπαί­νει στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

        — Καὶ ποι­οί εἶ­ναι τό­τε αὐ­τοὶ οἱ δυ­ό; Ἕ­να νε­α­ρὸ ζευ­γά­ρι κοι­μᾶ­ται στὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι, κι οἱ δυ­ό τους γυ­μνοί. Δὲν τοὺς πρό­σε­ξα ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα. Δὲν τοὺς ἔ­χω ξα­να­δεῖ. Ἢ κά­νω λά­θος; Μή­πως συμ­με­τεῖ­χα σὲ ἐ­ρω­τι­κὸ τρί­γω­νο χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρω;

        Τὸ ζευ­γά­ρι ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ντύ­νε­ται καὶ πη­γαί­νει στὴ κου­ζί­να χω­ρὶς νὰ μᾶς προ­σέ­ξει.

        Ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­κού­γον­ται γέ­λια νε­α­ρῶν κο­ρι­τσι­ῶν.

        — Καὶ ποι­ά εἶ­ναι τό­τε αὐ­τὰ τὰ κο­ρί­τσια;

        Ἂν καὶ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὰ βλέ­πω, ξε­στο­μί­ζω βι­α­στι­κά:  — Οἱ­ ἀ­δελ­φές μου – ἐν­νο­ῶ οἱ ἀ­νι­ψι­ές μου.

        Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ πό­σο χρο­νῶν εἶ­μαι, ἂν εἶ­μαι παν­τρε­μέ­νος, χω­ρι­σμέ­νος ἢ χῆ­ρος.

        Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς πε­τά­ει τὰ μῆ­λα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, μα­κριὰ ἔ­ξω στὸ δρό­μο. Τὰ κο­ρί­τσια τρέ­χουν ξε­φω­νί­ζον­τας νὰ τὰ πιά­σουν.

        Ἀ­να­κτῶ τὴν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α μου: — Θὰ τη­λε­φω­νή­σω ἀ­μέ­σως στὸ δι­κη­γό­ρο μου!

        Ὅ­μως οἱ λέ­ξεις ποὺ τε­λι­κὰ ξε­στο­μί­ζω εἶ­ναι οἱ ἀ­κό­λου­θες: — Θὰ βά­λω ἀ­μέ­σως μπου­γά­δα! Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς κά­νει νὰ πέ­σει κά­τω, ση­κώ­νε­ται πά­λι ὄρ­θιος, πα­ρα­πα­τά­ει. — Μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὴν του­α­λέ­τα σας;

        — Νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις; Μπο­ρεῖς νὰ τὴν πά­ρεις καὶ νὰ φύ­γεις. Δὲν ξέ­ρω ποὺ εἶ­ναι, αὐ­τὸ ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι τὸ σπί­τι μου καὶ δὲν δί­νω δε­κά­ρα!

        Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς ἀρ­χί­ζει νὰ κλα­ψου­ρί­ζει: — Εἶ­μαι τό­σο μὰ τό­σο κου­ρα­σμέ­νος.

        — Κου­ρα­σμέ­νος; Ἂμ ἐ­γὼ τί εἶ­μαι, ἔρ­χε­σαι καὶ μὲ ξυ­πνᾶς στὴ μέ­ση ἑνὸς ἐ­ρω­τι­κοῦ τρι­γώ­νου ποὺ οὔ­τε κὰν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ!

        Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς βγά­ζει κλαί­γον­τας τὴ στο­λή του καὶ μοῦ τὴ δί­νει:  — Ὁ­ρί­στε, εἶ­ναι ὅ­λη δι­κή σου —  καὶ συγ­γνώ­μη…

        Πέ­φτει στὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι. Τὸν παίρ­νει ἀ­μέ­σως ὁ ὕ­πνος.

        Τὸ νε­α­ρὸ ζευ­γά­ρι ἔ­χει βά­λει μπρο­στὰ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὰ νε­α­ρὰ κο­ρί­τσια τσι­ρί­ζουν ἐν­θου­σι­α­σμέ­να καὶ πε­τᾶ­νε κου­κού­τσια στὸ κα­τό­πι τους.

        Ἡ γριὰ ἔ­χει ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ πά­νω στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα, ὅ­μως ἕ­να ἀ­δέ­σπο­το κου­κού­τσι τὴ βρί­σκει στὸ λαι­μὸ καὶ τὴ ξυ­πνά­ει. Ἀρ­χί­ζει ἀ­μέ­σως νὰ παί­ζει ἀ­π’ τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἶ­χε στα­μα­τή­σει, κά­πως πα­ρά­φω­να αὐ­τὴ τὴ φο­ρά: We shall overcome…        

        Πρὶν τὸ αὐ­το­κί­νη­το ξε­κι­νή­σει, ἡ γυ­ναί­κα κα­τε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου, μοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι καὶ κά­νει ἕ­να εἶ­δος χαι­ρε­τι­σμοῦ ἢ τὸ σῆ­μα τῆς νί­κης μὲ δύο δά­χτυ­λα.

        Ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται ἡ χθε­σι­νὴ νύ­χτα ἦ­ταν μᾶλ­λον ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα.

   

      

* Θὰ Θρι­αμ­βεύ­σου­με! Τρα­γού­δι δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας, ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ τοῦ Κι­νή­μα­τος γιὰ τὰ Πο­λι­τι­κὰ Δι­και­ώ­μα­τα στὶς Η.Π.Α. (ἀγ­γλι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο).

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο: Kortprosa 1990-2003, Ἐ­πι­μέ­λεια Max Ipsen, Ἐκ­δό­σεις Systime, 2003. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση: 2001.

 

Benny Andersen (1929). Δα­νὸς τρα­γου­δο­ποι­ός, ποι­η­τής, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Ὁ πιὸ πο­λυ­δι­α­βα­σμέ­νος, πο­λυ­τρα­γου­δι­σμέ­νος καὶ ἀ­γα­πη­μέ­νος ποι­η­τὴς τῆς Δα­νί­ας. Ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τὰ ἅ­παν­τα ποιή­­μα­τά του ἔ­χει που­λή­σει πά­νω ἀ­πὸ 100.000 ἀν­τί­τυ­πα. Μέ­λος τῆς Δα­νι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας ἀ­πὸ τὸ 1972.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ δανέζικα:

Εὔη Ξηρομερίτη (Ἀθήνα, 1979). Σπούδασε Μηχανικὸς Περιβάλλοντος στὸ Πο­λυ­τεχνεῖο τῆς Κρήτης. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ δανέζικα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κοπεγχάγη.

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Pablo Picasso.

  

Πάμπλο Έτσάρτ (Pablo Echart): Father & Son

 

 

Πάμ­πλο Ἐ­τσάρτ (P­a­b­lo E­c­h­a­rt)

 

F­a­t­h­er & S­on 

 

ΠΑΤΕΡΑΣ τοῦ εἶ­πε: «Ἄν­τε, τώ­ρα, ἔ­λα.» Τὸ ἀ­γό­ρι ξε­γλί­στρη­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­δελ­φές του, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα καὶ περ­νών­τας σβέλ­τα πά­νω ἀ­πὸ­  τὸ χει­ρό­φρε­νο καὶ τὸ λε­βι­ὲ τῶν τα­χυ­τή­των, βο­λεύ­τη­κε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια τοῦ ὁ­δη­γοῦ. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ὅ­πως κά­θε Σάβ­βα­το, τὸ τε­τρά­γω­νο ἦ­τα­ν φί­σκα ἀ­πὸ αὐ­το­κί­νη­τα, ἀλ­λὰ κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο δὲ­ν βι­α­ζό­ταν νὰ παρ­κά­ρει. Μιὰ ἀ­να­πάν­τε­χη εὐ­γνω­μο­σύ­νη κυ­ρί­ευ­σε τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ κου­ρα­σμέ­νο του πρό­σω­πο χα­λά­ρω­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο ποὺ οὔ­τε κὰν ὁ ἴ­δι­ο­ς τὸ ἀν­τι­λή­φθη­κε. Μὲ μιὰ συγ­κί­νη­ση ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἐκ­φρά­σει, συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τὴν εὐ­τυ­χί­α του πα­ρα­τη­ρών­τας —μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του— τὸ βλέμ­μα τοῦ παι­διοῦ καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο, τὴν γκρι­μά­τσα εὐ­τυ­χί­ας στὸ πρό­σω­πό του, τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ χε­ρά­κια του γαν­τζω­μέ­να στὸ τι­μό­νι, τὴ μά­ται­η προ­σπά­θεια τῶν πο­δι­ῶν του γιὰ νὰ φτά­σουν στὰ πεν­τάλ.

         Βρῆ­κα­ν μιὰ θέ­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ὁ μι­κρὸς πί­στε­ψε ὅ­τι εἶ­χε παρ­κά­ρει. Ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι καὶ ἐ­νῶ ἄλ­λα­ζε που­κά­μι­σο, ὁ πα­τέ­ρας ὡς συ­νή­θως ἔ­βα­λε νὰ ἀ­κού­σει τὰ ἠ­χο­γρα­φη­μέ­να μη­νύ­μα­τα τοῦ τη­λε­φω­νη­τῆ.

        «Μα­νου­έλ, εἶ­μαι ὁ Κάρ­λος. Πά­ρε με μό­λι­ς γυ­ρί­σεις. Στὴν τρά­πε­ζα λέ­νε ὅ­τι τὴ Δευ­τέ­ρα σοῦ κα­τά­σχουν τὸ σπί­τι.»

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía d­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

P­a­b­lo E­c­h­a­rt. Βά­σκος. Γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Να­βά­ρα. 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά: 

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. 

 

Γιάννης Σκαρίμπας: Ἡ γυναίκα τοῦ Καίσαρος!

 

 

 Γιάννης Σκαρίμπας

 

Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Καί­σα­ρος!

 

ΟΝ ΘΕΩΡΟΥΣΑΝ σο­φό. Ὁ ἴ­διος καυ­χι­ό­ταν ὅ­τι: «μὲ βλέ­πεις ἐ­μέ­να; Ἔ­χω βά­λει τὰ γυα­λιὰ σὲ Ὑ­πουρ­γούς!»

Ἔ­τσι, ἕ­να με­ση­μέ­ρι περ­νῶν­τας ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του καὶ μὴν ἔ­χον­τας τί χει­ρό­τε­ρο νὰ κά­μω, δρα­σκέ­λι­σα τὰ δυ­ὸ-τρί­α σκα­λο­πά­τια του καὶ πέ­ρα­σα ἐν­τός του. Τὸν ἦ­βρα νὰ τρώ­ει. Μὲ μπρο­στά του ἕ­να πιά­το ὀ­με­λέτ­τα (αὐ­γὰ μὲ λου­κά­νι­κα) μά­σα­ε ἀ­νό­ρε­χτα τὸ Σπαρ­τι­α­τι­κὸ τοῦ­το γεῦ­μα του, προ­φα­νῶς προ­πα­ρα­σκευ­α­σμέ­νο καὶ κρύ­ο. Ἰ­δόν­τας με: «Ἔ­λα, μοῦ κά­νει, κά­τσε. Κά­τσε νὰ μοῦ κά­μεις λι­γά­κι συν­τρο­φιά.»

         Ἔ­κα­τσα. Τή­ρα­ξα γύ­ρω-γύ­ρω τὸ δω­μά­τιο καὶ τὶς ἀ­νοι­χτὲς ἄλ­λες πόρ­τες. Μπε­κιαρ­λί­κι μύ­ρι­ζε τὸ σπί­τι του. «Ἡ Κ υ ­ρ ί α;» τὸν ρω­τά­ω.

        —Πά­ει γιὰ μπά­νιο, γιὰ μπαὶν-μίξτ μὲ τὸν κύ­ριο Σι­σῆ.

        Πράγ­μα­τι, κά­τι ἀ­κού­ον­ταν γιὰ τὶς σχέ­σεις τῆς γυ­ναί­κας του μὲ τὸν κύ­ριον αὐ­τόν. Πρὶν κάμ­πο­σα χρό­νια, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ ἴ­διος γι’ αὐ­τὴν ὅ­τι τὸν κα­τάν­τη­σε πλ ο ύ ­σ ι ­ο ν. Κι’ ἐ­γὼ τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει: «Τί μοῦ λές; Τό­σο πολ­λὴν προῖ­κα σοὔ­δω­σε;»

        —Ὄ­χι, μοῦ κά­νει τί ἰ­δέ­α! Ἀλ­λὰ πρίν, ἤ­μουν π λ ο υ σ ι­ ώ -­ τ α­ τ ο ς!

        Καὶ ξα­νά­σκυ­ψε στό φαΐ του κα­τσού­φης. Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ με­λαγ­χο­λι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ἕ­να ἀ­πέ­ναν­τι ρο­λό­ϊ τοῦ τοί­χου, λὲς πὼς (μὲ τὰ τ ί ­κ ι – τ ά κ του) μά­σα­ε μα­ζί του κι’ αὐ­τὸ αὐ­γὰ μὲ λου­κά­νι­κα! Κι’ ἄ­ξαφ­να τὸν ἀ­κῶ νὰ μοῦ λέ­ει, ἀλ­λοῦ βλέ­πον­τας: «Δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ τ ὸ  β ρ ε ῖ ς καὶ τὸ δι­κό σου φαΐ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ τὸ ἦ­βρα στὸ τρα­πέ­ζι αὐ­το­δῶ, κα­πα­κω­τὸ μ’ ἕ­ν’ ἄλ­λο πιά­το καὶ κρύ­ο..».

        Ὁ ὑ­παι­νιγ­μός, μέ­σα μ’ ἔ­τσου­ζε, ἀλ­λ’ αὐ­τὸς ἔ­με­νε ἀ­τά­ρα­χος… καὶ τρά­γος! Καὶ ὄ­χι μό­νον, ἀλ­λὰ σὰν σὲ αὐ­το­κρι­τι­κή του ἐ­κει­δά, τὸν ἄ­κου­σα νὰ μοῦ τσαμ­που­νά­ει κι’ ὅ­λας τοῦ­τα:

        «Ὅ­ταν κά­πο­τε, μοῦ λέ­ει, λο­γο­μά­χη­σα μὲ κά­ποι­ον γραμ­μα­το­ση­μο­κολ­λη­τὴ στὴ θυ­ρί­δα του (δὲν θυ­μᾶ­μαι γιὰ τί) καὶ τὸν ἔ­βρι­ζα, τοῦ συ­νι­στοῦ­σα αὐ­του­νοῦ ψ υ ­χ ρ α ι ­μ ί α!

        Καὶ μπα­κα­κό­πι­ε νε­ρὸ ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του.

        Θέ­λη­σα τό­τε νὰ τοῦ ἀν­τα­πο­δώ­σω τὸ χτύ­πη­μα: «Μπαὶν-μίξτ, ἔ» τοῦ κά­νω.

        —Εἶ­πα, μὲ τὸν κύ­ριο Σι­σῆ.

        —Οὐ­δεὶς ψό­γος!… λέ­ω. Ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Καί­σα­ρος, δὲν ἀρ­κεῖ νἆ­ναι τί­μια, ἀλ­λὰ νὰ φαί­νε­ται καὶ τέ­τοι­α.

        —«Ὤ χ  ἀ ­­δ ε ρ ­­φ έ!…» τὸν ἀ­κῶ νὰ φουρ­κί­ζε­ται. «Ἐ­μεῖς ὅ­μως δὲν εἴ­μα­στε Καί­σα­ρες γιὰ νὰ τἄ­χου­με ὅ­λα! Οἱ γυ­ναῖ­κες μας μά­λι­στα, ὄ­χι μό­νον δὲν φαί­νον­ται, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ ψο­φᾶ­νε γιὰ τι­μή! Τοὺς ἀ­ρέ­σουν τὰ μπά­νια!…»

        —Ὥ­στε, δὲν ὑ­πάρ­χου­νε καὶ τί­μι­ες γυ­ναῖ­κες; ρω­τῶ.

        —Πῶς ὑ­πάρ­χουν, ἀλ­λὰ αὐ­τὲς εἶ­ναι… πα­νά­κρι­βες! μοῦ κά­νει.

        Τὸν πε­ρι­ερ­γά­στη­κα ἄ­ναυ­δος… Ὁ­λο­φά­νε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να… θεῖ­ο τρα­γί! Μά­λι­στα δὲν ξέ­ρω πῶς, μοῦ φά­νη­κε ἐ­κει­δὰ σὰν νὰ… βέ­λα­ξε! Εἶ­χε δί­και­ο ὁ πα­λη­άν­θρω­πος καὶ μοῦ ‘ρ­χό­ταν νὰ τὸν φτύ­σω στὰ μοῦ­τρα. Μά­λι­στα, ἴ­σως γι’ αὐ­τό, δη­λα­δὴ γιὰ νὰ τὸν φτύ­σω στὰ μοῦ­τρα του, μοῦ τἄ­φε­ρε μύ­τ’ μὲ μύ­τ’ στὰ δι­κά μου! Καὶ (…ἐν ἀ­να­μο­νῇ») ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε: «Ὁ Καί­σα­ράς σου —κι ‘ αὐ­τός— εἶ­χε δί­και­ο. Καὶ ἡ Ἱ­στο­ρί­α τοῦ τὸ πλή­ρω­σε, κα­τα­τά­ξαν­τάς τον με­τα­ξὺ τῶν σο­φῶν. Τὸ δι­κό μας ὅ­μως τὸ δί­και­ο, δὲν μᾶς τὸ πλη­ρώ­νει κα­νείς. Τὸ πο­λὺ-πο­λύ, νά (γι’ αὐ­τό!…) μᾶς φτύ­νει κα­νεὶς μέ­σ’ στὰ μοῦ­τρα μας!…» (Καὶ μοῦ σί­μω­σε πιὸ πο­λὺ τὴ μου­τρά­ρα του).

        Βρὲ τὸν ἄ­θλιο! Μω­ρὲ αὐ­τὸς εἶ­ναι σο­φός, τώ­ρα σκέ­φτη­κα. «Μὰ καὶ σύ’ σαι σο­φός!» τοῦ κά­νω ἐ­κει­δά: «Δὲν ἔ­χεις βά­λει τὰ γυα­λιὰ σὲ Ὑ­πουρ­γούς;»

        —Βέ­βαι­α, μοῦ λέ­ει. Δι­α­τη­ροῦ­σα τό­τε ἕ­να κομ­ψὸ κα­τα­στη­μα­τά­κι ὀ­πτι­κῶν! (Καὶ κα­μά­ρω­σε!)

        Ἔ­μει­να ἐμ­βρόν­τη­τος! Τί Φά­ου­στ ἦ­ταν αὐ­τός, τῶν πραγ­μά­των μας; Καὶ τί ἔμ­πνευ­ση ποὺ στὴν εἶ­χα νὰ μπῶ μέ­σα; Μὲ σφουρ­λά­κι­σε πὰ στὴν πα­λά­μη του ὡς σβού­ρα του, μοὔ­κα­με τὴ γε­λοι­ο­γρα­φί­α τῆς ζω­ῆς μου! Ὤ δι­ά­ο­λε!… μοὖ­χε βά­λει καὶ κά­τι ψύλ­λους στ’ ἀ­φτιά!

        Καὶ βι­ά­στη­κα νὰ ση­κω­θῶ γιὰ νὰ τρέ­ξω…

        —Μιὰ στιγ­μή, τὸν ἀ­κῶ, μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση: Μὲ ρώ­τη­σες γιὰ τὰ γυα­λιὰ τῶν Ὑ­πουρ­γῶν καὶ σοῦ εἶ­πα. Μὲ ρώ­τη­σες γιὰ τὴ γυ­ναί­κα τοῦ Καί­σα­ρος καὶ σοῦ ἀ­πάν­τη­σα. (Καὶ φέρ­νον­τάς μου ἕ­ως τὴ μύ­τη τὸ πιά­το του): Μὲ τὴ σει­ρά μου κι’ ἐ­γὼ σὲ ρω­τῶ: Στὸ Θε­ό σου, εἶ­ναι φα­ῒ αὐ­τὸ γιὰ ἕ­ναν κε­ρα­τά;

        Ἄ χ ! κά­νω γώ, καὶ τὸ ‘­βά­νω στὰ πό­δια. Στὸ σπί­τι μου φτά­σαν­τας, ἦ­βρα τὸ τρα­πέ­ζι στρω­μέ­νο καὶ (εὐ­τυ­χο­δυ­στυ­χῶς) τὴ γυ­ναί­κα μου, ἐ­κεῖ.

 

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο: Γιά­ννης Σκα­ρίμ­πας, Σπα­ζο­κε­φα­λι­ὲς στὸν οὐ­ρα­νό, Ἀν­τι­δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γραμ­μή, Ἀ­θή­να 1978.

 

Γιά­ννης Σκα­ρίμ­πας (Παρ­νασ­σί­δα, 1883-Χαλ­κί­δα 1984). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, κρι­τι­κός, ἀ­πὸ τοὺς πρω­το­πό­ρους τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κα­η­μοὶ στὸ Γρι­πο­νή­σι (δι­η­γή­μα­τα, 1930) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ὁ πά­τερ Συ­νέ­σιος (θε­α­τρι­κό, 1980).

 

Ἄννα Σιγανοῦ: Μὲ γέννησες γύφτο, δὲν μὲ γεννοῦσες μόνο Ἀλβανό!

 

 

Ἄν­να Σι­γα­νοῦ

 

Μὲ γέν­νη­σες γύ­φτο, δὲν μὲ γεν­νοῦ­σες μό­νο Ἀλ­βα­νό!

 

                                                                                                                 Τῆς Μαί­ρης

 

ΑΝΕΞΥΠΝΟ ΜΟΥΤΡΑΚΙ, ἕν­τε­κα χρο­νῶν καὶ θαρ­ροῦ­σες πὼς ἦ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Ἕν­τε­κα χρο­νῶν καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ που­λή­σει ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα, νὰ τὰ προ­φυ­λά­ξει ἀ­πὸ τοὺς κλέ­φτες, νὰ εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τὸς στὰ ἀ­φεν­τι­κά. Ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­γράμ­μα­το, μὲ δυ­ὸ μά­τια ποὺ λάμ­πουν. Ἀλ­βα­νό­γυ­φτοι οἱ δι­κοί του φώ­λια­σαν στὴν Εὐ­ρι­πί­δου προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σουν. Αὐ­τὸς βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριὰ στὸ μα­γα­ζὶ τῆς Κλαί­ρης.

         Ἡ Κλαί­ρη! Ὄ­μορ­φη στὰ νιά­τα της, ἐμ­πό­ρισ­σα, τὸ κό­σμη­μα τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Περ­νοῦ­σε καὶ στέ­να­ζε ὁ τό­πος. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ὄ­μορ­φη, ἦ­ταν καὶ ἔ­ξυ­πνη καὶ μορ­φω­μέ­νη. Εἶ­χε μιὰ δύ­να­μη αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα, ἕ­να πά­θος. Σὰν ἄν­τρας πά­λευ­ε. Ἔ­γνοι­ες πολ­λές, τὸ μα­γα­ζί, τὸ σπί­τι, τὰ παι­διά, οἱ γο­νεῖς, τὰ ἀ­δέλ­φια, οἱ φί­λοι. Γιὰ ὅ­λους νοι­α­ζό­ταν, γιὰ ὅ­λους «κα­θά­ρι­ζε». Τὰ βρά­δια ὁ ἐ­φι­άλ­της στὸν ὕ­πνο της ἦ­ταν ἕ­να φορ­τη­γὸ κα­ρα­μέ­λες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ξε­φορ­τώ­σει μί­α-μί­α. Κά­θε κα­ρα­μέ­λα καὶ μιὰ εὐ­θύ­νη.

        Πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια. Φύ­γα­νε οἱ γο­νεῖς, τὰ ἀ­δέλ­φια. Τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν. Τα­ξι­δεύ­ουν στὰ δι­κά τους μο­νο­πά­τια. Ἔ­μει­νε μό­νη αὐ­τὴ καὶ ὁ ἄν­τρας της στὸ μα­γα­ζί. Μει­ώ­θη­καν οἱ εὐ­θύ­νες. Μει­ώ­θη­καν καὶ τὰ κου­ρά­για. Χω­ρὶς εὐ­θύ­νες καὶ ἀν­το­χὲς ἡ Κλαί­ρη εἶ­χε με­γα­λώ­σει καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν βα­ρὺ φορ­τί­ο. Δὲν ἦ­ταν γριά, για­τὶ ἄν­θρω­ποι σὰν τὴν Κλαί­ρη δὲν γερ­νοῦν. Ἡ ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν γερ­νᾶ, τὸ σῶ­μα, ὁ οἶ­κος τῆς ψυ­χῆς, κα­τὰ ποὺ λέ­νε, ἀλ­λά­ζει, φθεί­ρε­ται, πε­θαί­νει. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νη, ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη. Πά­λευ­ε μὲ νύ­χια καὶ μὲ δόν­τια.

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζὶ γιὰ νὰ ζε­στα­θεῖ μιὰ μέ­ρα τοῦ χει­μώ­να. Τὸ συμ­πό­νε­σε. Ἂς μεί­νει, εἶ­πε. Τὸ εἶ­δε ἔ­τσι ἄ­σχη­μο καὶ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο καὶ τὸ πό­νε­σε ἡ ψυ­χή της. Τὸ ἔ­στει­λε γιὰ τσι­γά­ρα.

        «Πά­ρε κά­τι καὶ γιὰ σέ­να», τοῦ εἶ­πε.

        «Δὲν θέ­λω, εὐ­χα­ρι­στῶ. Δὲν ἔ­χω ἀ­νάγ­κη τί­πο­τε», εἶ­πε τὸ μι­κρά­κι καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἄ­ναυ­δη.

        «Ἄ­σε τὴν τσάν­τα σου ἐ­δῶ. Μὴ πά­ρεις τὰ λε­φτὰ καὶ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖς;», εἶ­πε ἕ­νας πε­λά­της ποὺ βρι­σκό­τα­νε στὸ μα­γα­ζί.

        Τὸ παι­δὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ πό­νο.

        «Πή­γαι­νε ἀ­γό­ρι μου νὰ φέ­ρεις τὰ τσι­γά­ρα», εἶ­πε ἡ Κλαί­ρη.

        Πῆ­γε καὶ ἦλ­θε στὴ στιγ­μὴ μὲ ὅ­λα τὰ ρέ­στα. Ἔ­φυ­γε ἀ­μέ­σως. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα φά­νη­κε ξα­νά. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­μει­νε στὸ μα­γα­ζί. Κόλ­λη­σε σὰν τσιμ­πού­ρι. Ἡ Κλαί­ρη χαι­ρό­ταν νὰ τὸ βλέ­πει. Τοῦ­το τὸ πλά­σμα εἶ­χε κά­τι. Εἶ­χε χα­ρα­κτή­ρα. Εἶ­χε δί­ψα γιὰ ζωή. Εἶ­χε μιὰ λάμ­ψη στὰ μά­τια, ἕ­να ὄ­νει­ρο. Τῆς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἄρ­ρω­στη καὶ ἀ­δύ­να­μη ἀν­τλοῦ­σε δύ­να­μη ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κὰ τὰ μά­τια, τὸ μου­τρά­κι τὸ ἄ­σχη­μο. Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α, θη­λιὰ στὸ λαι­μό της. Ὁ καρ­κί­νος κα­ρα­δο­κοῦ­σε νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ.

        Ἦ­ταν ὡ­ραί­α ἡ Κλαί­ρη κά­πο­τε! Καὶ τώ­ρα εἶ­ναι. Στὰ μά­τια τοῦ μι­κροῦ παι­διοῦ μοιά­ζει μὲ μά­να, θεί­α ἢ για­γιά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πός του. Τοῦ ἀ­νοί­γει δρό­μους. Τοῦ μα­θαί­νει γράμ­μα­τα. Στὸ μα­γα­ζὶ μα­θαί­νει τὸ ἐμ­πό­ριο. Γνω­ρί­ζει ἀν­θρώ­πους.

        «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι Ἕλ­λη­νας, νὰ εἶ­μαι παι­δί σου», τῆς εἶ­πε καὶ τῆς ἔ­σκα­σε ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τε ἐ­κεί­νη. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴ φι­λή­σουν. Συγ­κι­νή­θη­κε.

        «Ἔ­λα, πο­λὺ ἀ­έ­ρα πῆ­ρες», εἶ­πε, σὲ λί­γο, χα­μο­γε­λα­στά.

        «Μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να γύ­φτο, δὲν μὲ γεν­νοῦ­σε μό­νο Ἀλ­βα­νό. Πιὸ εὔ­κο­λα θὰ ἄν­τε­χα», τῆς εἶ­πε.

        «Γιὰ μέ­να εἶ­σαι ὁ Κα­ρὶμ καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει ἂν εἶ­σαι γύ­φτος ἢ Ἀλ­βα­νός», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Καὶ γέ­λα­σαν τὰ παι­δι­κὰ τὰ μά­τια. Γιὰ κεί­νη δὲν ὑ­πῆρ­χαν χρώ­μα­τα, φυ­λὲς ἢ ἐ­θνι­κό­τη­τες.

        «Πρέ­πει νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα. Σοῦ πῆ­ρα ἕ­να ἀλ­φα­βη­τά­ριο. Ἀ­πὸ αὔ­ριο τὸ μα­γα­ζὶ θὰ γί­νει καὶ σχο­λεῖ­ο», τοῦ εἶ­πε. «Θὰ ἀρ­χί­σεις νὰ δι­α­βά­ζεις τὶς ταμ­πέ­λες μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων».

        Ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ τρό­πους νὰ τὸν δι­δά­ξει πιὸ κα­λά. Ἄν­τλη­σε ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κές της μνῆ­μες, δι­ά­βα­σε βι­βλί­α, συμ­βου­λεύ­θη­κε φί­λους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς. Ἔ­γι­νε κα­λὴ δα­σκά­λα ἡ Κλαί­ρη στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα. Ἀ­πέ­κτη­σε σκο­πὸ καὶ νό­η­μα ζω­ῆς. Τὴν εἶ­δα μιὰ μέ­ρα στὸ μα­γα­ζὶ νὰ τὸν δι­α­βά­ζει καὶ θαύ­μα­σα τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὸ με­ρά­κι.

        Ἡ σχέ­ση ποὺ ἔ­χτι­σαν ἦ­ταν μο­να­δι­κή. Ἔ­δι­νε στὸ ἀ­γο­ρά­κι μόρ­φω­ση, ἀ­γά­πη, ἀ­σφά­λεια καὶ λί­γα χρή­μα­τα νὰ ἐ­πι­βι­ώ­νει. Τῆς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο, ἀ­φο­σί­ω­ση, ἐλ­πί­δα. Τὴ λά­τρευ­ε σὰν ἐ­ρα­στής, σὰν γιός, σὰν ἄν­τρας. Ἂν τὴν ἔ­βλε­πε θλιμ­μέ­νη, μη­χα­νευ­ό­ταν χί­λιους τρό­πους γιὰ νὰ τὴ κά­νει νὰ ξε­χά­σει. Τὴν προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τοὺς ἐ­νο­χλη­τι­κοὺς πε­λά­τες. Μάν­τευ­ε τὶς ἀ­νάγ­κες της καὶ ἀ­γω­νι­οῦ­σε νὰ τὶς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει.

        Καὶ ἀ­νέ­βαι­νε ἡ Κλαί­ρη στὰ οὐ­ρά­νια. Τὰ παι­δι­κὰ τὰ μά­τια ἔ­δι­ω­χναν τὸν φό­βο τοῦ θα­νά­του. Γι­νό­τα­νε κα­θρέ­φτης. Σὲ αὐ­τὸν ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τὸ της ὅ­πως ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε. Ἦ­ταν ξα­νὰ νέ­α, ὄ­μορ­φη καὶ δυ­να­τή. Γι­νό­ταν πά­λι ἡ Κλαί­ρη ποὺ ἦ­ταν, καὶ ὅ­πως φαί­νε­ται, δὲν εἶ­χε ὁ­ρι­στι­κὰ χα­θεῖ.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἄν­να Σι­γα­νοῦ (Ἀ­θή­να, 1961). Κα­θη­γή­τρια Ἀγ­γλι­κῶν στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴν Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς Εὐ­ρώ­πης (S­u­s­s­ex E­u­r­o­p­e­an I­n­s­t­i­t­u­te, S­u­s­s­ex U­n­i­v­e­r­s­i­ty). Ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ά­θη­νῶν μὲ θέ­μα «Ἡ κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ ἀλ­λο­δα­ποῦ μα­θη­τῆ στὸ κοι­νω­νι­κὸ πλαί­σιο τοῦ σχο­λεί­ου».

 

Giorgis Manoussakis: The other thief

 

 

Giorgis Manoussakis

 

The other thief

 

VERYTHING was tangible. What’s the point hiding, pretending they weren’t. Two plus two makes four. You acted, you received. I could see him before me hanging from the cross with his flesh torn by the nails and his body weight. The same with us, only more delicate, weaker, hence with a shorter life, with his death more certain. What’s the use of words born by fear or futile hope? Tricks, shadows, fantasies born by our inability to accept the inevitable. Paradise and kingdom of the heavens… What heavens when your flesh is in excruciating pain and your breathing has already become hard. The only reality is death. Can you escape from this wooden thing? From the nails and wounds? Here you go. You cannot. Nobody can.  

         Look, the other one has lost his mind from pain and fear. He clung on his pipe dream. He already sees other worlds and is awake dreaming of a second life. But I always had as my guide this clear mind, which never denies me. I see clearly. I see a hole in the ground and the maggots squirming restlessly. I see the black and bottomless chasm, Nothing.

  

 

Source: First edited

 

Giorgis Manoussakis (Chania, 1933-2008). Poet, author, essay writer. He studied Philology in the University of Athens and taught in Secondary Education. He published the following poetry collections:  Monologues (Chania, 1967), The Body of Silence (Chania, 1970) etc. His last book is his posthumously published novel The Volunteer (Kichli, 2008).

 

Translated from the Greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.