Raffaele La Capria: Φτωχή μου Κουκουβάγια

 

 

Ρα­φα­έ­λε Λὰ Κά­πρια (Raffaele La Capria) 

 

Φτω­χή μου Κου­κου­βά­για

(La civettina)

 

ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ ποὺ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ἐ­ξέ­πεμ­πε τὸ ἐ­ρω­τι­κό της κά­λε­σμα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἐ­πί­κλη­ση μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­τυμ­πά­νι­ζε σ’ ὅ­λη τὴν οἰ­κου­μέ­νη, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!», ἀν­τη­χοῦ­σε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ αὐ­τὶ τοῦ χω­ρι­κοῦ ποὺ κοι­μό­ταν στὴν κα­λύ­βα πιὸ κά­τω, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο ὅ­που ἐ­κεί­νη κούρ­νια­ζε. Τὸ χα­λά­ζι ποὺ εἶ­χε πέ­σει μπό­λι­κο τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῶν ἀμ­πε­λώ­νων, ὁ και­ρὸς δὲν φαι­νό­ταν νὰ ὑ­πό­σχε­ται τί­πο­τε κα­λύ­τε­ρο —ἤ­τα­νε συ­νε­χό­με­να ἀ­στα­θής— καὶ τώ­ρα ἐ­κεί­νη ἡ φω­νὴ προ­μή­νυ­ε λὲς κι ἄλ­λες ζη­μι­ές. Ὁ χω­ρι­κὸς κόλ­λη­σε τὸ πρό­σω­πο στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε τὴ με­γά­λη σκού­ρα μά­ζα πά­νω στὴν κα­ρυ­διὰ ποὺ ὀρ­θω­νό­ταν μπρο­στὰ στὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ κεῖ τοῦ ξα­νάρ­θε τὸ κά­λε­σμα τῆς κου­κου­βά­γιας. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει βλέ­πεις δαῦ­τον κεῖ­νο τὸ δυ­σοί­ω­νο που­λί, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν ἤ­δη πέ­σει τό­σες συμ­φο­ρὲς στὸ σπι­τι­κό του, λὲς καὶ δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ μί­ζε­ρη ἡ ζω­ὴ ποὺ περ­νοῦ­σε, σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ σκλη­ρὸ τὸ χα­λά­ζι τῆς προ­η­γού­με­νης. Τὸ πα­λιὸ ἔ­θι­μο, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σεις τὸ κα­κὸ μά­τι, ὁ χω­ρι­κὸς τὸ γνώ­ρι­ζε κα­λά, κι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν χρό­νων τοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ ἴ­διος μὲ ἀ­κρί­βεια θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Πῆ­ρε τὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ του­φέ­κι ποὺ κρε­μό­ταν στὸν τοῖ­χο κι ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν μὲ τὸ σώ­βρα­κο κα­τέ­βη­κε πα­τών­τας στὶς μύ­τες τῶν γυ­μνῶν του πο­δι­ῶν καὶ δί­χως νὰ κά­νει κα­θό­λου θό­ρυ­βο στὸ χορ­τά­ρι κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θά­μνο, ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πιὸ πα­χύ. Στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς νύ­χτας στά­θη­κε μὲ τὸ αὐ­τὶ τεν­τω­μέ­νο, ὅ­μοι­ο μὲ ζώ­ου τοῦ δά­σους, ὥ­στε νὰ ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ ποι­ὸ ση­μεῖ­ο ἀ­κρι­βῶς προ­ερ­χό­ταν τὸ σκού­ξι­μο τῆς κου­κου­βά­γιας. Κι ἐ­κεί­νη νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει σὲ ὅ­λο τὸ ἔ­να­στρο σύμ­παν ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὸ κά­λε­σμα ἐ­κεῖ­νο τοῦ ἔ­ρω­τα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!» Ἐ­κεῖ εἶ­σαι, ἔ; Μιὰ του­φε­κιὰ λαμ­πά­δια­σε στὸ σκο­τά­δι καὶ νά, ἡ φτω­χὴ κου­κου­βά­για πέ­φτει κά­τω χτυ­πη­μέ­νη στὴ φτε­ρού­γα.

         Γιὰ ἕ­να χω­ρι­κὸ ποὺ ὑ­πα­κού­ει σὲ μιὰ μοι­ρο­λα­τρι­κὴ ἐ­πι­τα­γή, γιὰ ἕ­ναν μί­ζε­ρο χω­ρι­κὸ μα­θη­μέ­νο νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴν βί­αι­η δύ­να­μη τοῦ κα­κοῦ καὶ τὰ σκο­τει­νά της μη­νύ­μα­τα μὲ μο­να­δι­κὰ ὅ­πλα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἡ ὠ­μὴ γνώ­ση τῶν αἰ­ώ­νων τὸν ἐ­φο­δί­α­σε, δὲν εἶ­ναι ἀ­παν­θρω­πιά, πα­ρὰ μό­νο ἕ­να τε­λε­τουρ­γι­κὸ ξόρ­κι νὰ καρ­φώ­σει ζων­τα­νὴ μιὰ κου­κου­βά­για στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἔ­τσι λοι­πὸν χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ δι­στά­σει, ἤ­ρε­μα τὴν σταύ­ρω­σε τὴ φτω­χὴ κου­κου­βά­για κι ἐ­ξί­σου ἤ­ρε­μα χτύ­πη­σε καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε τὰ καρ­φιὰ ποὺ τὴ στέ­ρι­ω­ναν μὲ τὰ φτε­ρὰ ἀ­νοιγ­μέ­να πά­νω στὸ ξύ­λο. Ἡ κου­κου­βά­για στὴ στιγ­μὴ τοῦ τε­τέ­λε­σται δί­πλω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ πλευ­ρά, οὔρ­λια­ξε καὶ συ­σπά­στη­κε ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ φρι­χτοῦ πό­νου ποὺ τὴ δι­α­περ­νοῦ­σε, ὥ­σπου τὰ πυ­κνά της βλέ­φα­ρα, τό­σο ὅ­μοι­α μὲ τ’ ἀν­θρώ­πι­να, ἔ­κλει­σαν στὰ με­γά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μά­τια ποὺ σβή­να­νε ἀρ­γὰ στὸ ψυ­χορ­ρά­γη­μά της. Ὁ χω­ρι­κὸς κοί­τα­ξε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος τὴν δου­λειὰ τε­λει­ω­μέ­νη κι ἔ­τσι σί­γου­ρος πιὰ γύ­ρι­σε γιὰ ὕ­πνο στὸ κρε­βά­τι του. Τώ­ρα τὸ χα­λά­ζι θὰ ἀ­πέ­φευ­γε τὸ χω­ρά­φι του κι ἡ κου­κου­βά­για ποὺ προ­η­γου­μέ­νως μὲ τὸ κά­λε­σμά της τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε, θὰ ξε­ραι­νό­ταν σι­γὰ σι­γὰ στὴν πόρ­τα του προ­στα­τεύ­ον­τάς τον ἀ­πὸ τὶς συμ­φο­ρὲς τοῦ κό­σμου.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Raffaele La Capria, Fiori giapponesi (1979).

 

Raffaele La Capria (Νά­πο­λη τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1922). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὸς ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὰ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο Tre romanzi di una giornata (1982, Einaudi, Torino).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μὲς καὶ Ὥ­ς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Διαφημίσεις

Νατάσα Κεσμέτη: Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

 Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ

 

ΙΩΘΑΜΕ ΠΙΑΣΜΕΝΟΙ γιὰ τὰ κα­λά, ἔ­τσι ἰ­σο­πε­δω­μέ­νοι ὁ­ρι­ζόν­τια ποὺ βρι­σκό­μα­σταν τό­σον και­ρό, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἄ­σκη­μο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς λά­χει, για­τί μᾶς βρῆ­κε ἀ­να­πάν­τε­χα, κι ὅ,τι εἴ­πα­με πὼς ἐ­πι­τέ­λους τὰ εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με – κα­θὼς μᾶς τὸ βε­βαι­ώ­να­νε οἱ πα­λι­ό­τε­ροι στὴ σύ­να­ξη, τὸν πρῶ­το και­ρὸ ποὺ κα­τε­βή­κα­με δῶ στὰ ρι­ζά: «Νὰ μὴν ἀμ­φι­βάλ­λε­τε δι­ό­λου!», «Καὶ βέ­βαι­α θὰ συ­νη­θί­σε­τε!», «Νά, δεῖ­τ’ ἐ­μᾶς!…» καὶ κου­νού­σα­νε μὲ κα­τα­νό­η­ση τὰ κρα­νί­α με­τα­ξύ τους, σὰ νὰ ξέ­ρα­νε αὐ­τοί, τό ‘­χα­νε πε­ρά­σει τὸ δύ­σκο­λο πρῶ­το στά­διο…

         «Μπά, μ’ αὐ­τὰ τὰ στά­δια», γέ­λα­σε τὴν πρώ­τη φο­ρὰ κά­ποι­ος ἢ κά­ποι­α (ποῦ νὰ ξε­χω­ρί­σου­με τό­τε, ἔ­τσι πρω­το­ριγ­μέ­νοι πού ‘­μα­σταν στὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α δι­α­κρι­τι­κῶν, κα­θὼς θαρ­ρέ­ψα­με ἐν­τε­λῶς βι­α­στι­κὰ κι ἐ­πι­πό­λαι­α ἀ­π’ τὴν πρώ­τη μα­τιά), «Κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε τὸ εἶ­δος! Σω­σμὸ νὰ μὴν ἔ­χου­νε τ’ ἀ­θε­ό­φο­βα!»… Καὶ ὅ­λοι τὸν συ­νο­δέ­ψα­με σὲ γέ­λιο ἀ­βί­α­στο καὶ τέ­λεια εἰ­ρη­νι­κό, σὰν προ­έ­κτα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ λό­γου (τί λό­γου, ψί­θυ­ρου ἂς ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα), μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ σφι­χτο­κλει­σμέ­να σα­γό­νια, τεν­τω­μέ­να στὴ μο­να­δι­κὴ γκρι­μά­τσα: τοῦ μοι­ραί­ου ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νου χα­μό­γε­λου τῶν νε­κρῶν… Ἔ­τσι πά­λι μᾶς πρω­το­φά­νη­κε. Αὐ­τὰ τὰ τε­λει­ω­τι­κά, ἀ­πό­λυ­τα, ἐν­σφρά­γι­στα ἐ­πί­θε­τα ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ὅ,τι χα­ρα­κτή­ρι­ζε τὸν πρῶ­το μας και­ρό, στὰ δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­πό­λυ­της αὐ­το­συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­το­πα­ρατή­ρη­σης ποὺ πέ­σα­με μὲ τὸ ποὺ ἔ­κλει­σε κά­θε πρό­σβα­ση γιὰ τ’ ἀπά­νου ὅ­πως πι­στέ­ψα­με μα­ζὶ μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους κι ἐ­μεῖς τὰ θύ­μα­τα, νὰ ποῦ­με…

        Κι ὅ­πως λοι­πόν μᾶς βρῆ­κε ὁ­λό­τε­λα ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους τέ­τοι­α μα­κρο­χρό­νια, ἐν­τα­τι­κὴ καὶ πολυ­ό­φθαλ­μη θά ‘­λε­γε κα­νεὶς αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση: ἀ­φοῦ κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου καὶ πε­ρί­που οἰ­κεί­ου ὣς τό­τε σχή­μα­τός μας συμ­με­τεῖ­χε στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­πέκ­δυ­ση καὶ σύγ­χρο­να ἀ­πορ­ρό­φη­ση κι ἐ­σώ­τα­τη συρ­ρα­φὴ μὲ τὸ πε­ρι­έ­χον μας — πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­σποῦ­σε διαρ­κῶς τὴν προ­σο­χή μας ἀ­π’ ὅ,τι ἄλ­λο μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό μας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, σὲ μιὰ βου­βὴ κα­τά­πλη­ξη ἀ­πὸ τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ πρω­το­δο­κι­μά­ζα­με, ὄ­χι ἁ­πλὰ σὰν αἴ­σθη­μα, μὰ σὰν κά­τι πο­λὺ ἄ­με­σο, πραγ­μα­τι­κὸ κι ἐ­φαρ­μό­σι­μο σὲ κά­θε μας κύτ­τα­ρο (ποὺ ἄ  ­ν  ο  ι  ­γ  ε νὰ δο­κι­μά­σει στὴν ἴ­δια του τὴν οὐ­σί­α κι ὣς τὸν πλή­ρη ἐ­ξου­θε­νω­μὸ τοῦ πυ­ρή­να του τὴν ἀ­φάν­τα­στη αὐ­τὴ ἐμ­πει­ρί­α), δὲν εἴ­χα­με μά­τια γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, πα­ρὰ μ’ ἕ­ναν τρό­πο δι­αι­ω­νί­ζα­με μό­νο τὶς πα­λι­ές μας ψευ­δαι­σθή­σεις, κου­βα­λού­σα­με ἀ­κό­μα τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις ποὺ σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή μας στά­θη­καν τέ­τοι­α αἰ­τία τυ­φλα­μά­ρας, καὶ πέ­ρα­σ’ ἔ­τσι κάμ­πο­σος χρό­νος, ὥ­σπου ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ φω­σφο­ρι­κὸ φῶς ποὺ κου­φό­καιγ’ ἕ­να γύ­ρω μας ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὶς πο­λυ­δαί­δα­λες στο­ὲς τῆς σι­ω­πῆς ποὺ δια­ρκῶς καὶ δια­ρκῶς ἄ­νοι­γαν, βγά­ζον­τας ἀλ­λοῦ κι ἀλ­λοῦ μὲ μιὰν ἀ­πί­στευ­τη ἁ­πλο­χω­ριὰ πού ‘­δε­νε τὴν πιὸ ἀ­πό­λυ­τη μο­να­ξιὰ μὲ τὴν πιὸ στε­νὴ κοι­νό­τη­τα.

        Ἄ, τί ἀ­να­σα­σμὸς βα­θὺς ξέ­φυ­γε τό­τε ἀ­π’ τ’ ἀ­να­κου­φι­σμέ­να γυ­μνά μας χεί­λη, σὰν ἐ­πι­τέ­λους ὅ­λα νά ‘­χα­νε ἀ­παν­τη­θεῖ, σὰν ἐ­πι­τέ­λους νά ‘­χα­νε χω­ρι­στεῖ τὰ ἐ­ρί­φια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μνούς, τὰ πε­ριτ­τὰ ἀ­πὸ τὰ πρώ­της χρεί­ας καὶ τὸ Ἀ­πο­λύ­τως Ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ κα­ταύ­γα­ζε τὴ ζω­ή μας Μέ­γας Κα­νών.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ πράγ­μα­τι ἀν­τι­κρύ­σα­με τοὺς γει­τό­νους μας, ποὺ πράγ­μα­τι κα­τα­λά­βα­με τί μᾶς ἔ­λε­γαν τό­σον και­ρὸ οἱ πα­λιό­τε­ροι, ποὺ πράγ­μα­τι ἀρ­χί­σα­με νὰ κα­τοι­κοῦ­με τὸ «Ρι­ζί­διο 1.000.777 στὸ ἄ­πει­ρο ἀ­ε­νά­ως Ἐ­πα­να­φε­ρό­με­νο Βα­θιὰ τῆς Γε­ω­κεν­τρι­κῆς Ρί­ζας: Αὐ­τό – ὁ Τό­πος – Ἐ­μεῖς».

        Κι ὅ,τι ἀρ­χί­σα­με νὰ μπαί­νου­με στὰ μυ­στι­κά, νὰ ξε­χω­ρί­ζου­με τὰ δι­α­κρι­τι­κά, τὶς ἀ­πο­κλί­σεις, τὶς με­τα­πτώ­σεις, τὶς με­τα­κι­νή­σεις καὶ τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις ἀ­κό­μα τοῦ πε­ρι­έ­χον­τός μας καὶ μά­λι­στα μ’ ἀ­τά­ρα­χτη σχε­δὸν κι οὐ­δέ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη νὰ συν­τυ-χαί­νου­με πα­λιοὺς γνω­στούς, φί­λους καὶ συγ­γε­νεῖς ἀ­π’ τ’ ἀ­πά­νου, ἦρ­θε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ μου­δι­ά­σμα­τος νὰ τὰ χα­λά­σει ὅ­λα!

        Πᾶ­νε κι οἱ ἀ­νέ­να­ες κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κό, οἱ ἀ­ό­ρα­τες δι-ε­πι­σκέ­ψεις τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ μας πο­λύ­πο­δα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ πο­λύ­στρο­φα ἐ­λα­στι­κά του σπει­ρά­μα­τα… Πά­ει ἡ χα­ρὰ τῆς πιὸ παι­δι­κῆς μας ἀ­να­κού­φι­σης καὶ πλη­ρό­τη­τας.

        Τὸ «ὁ­ρι­ζόν­τια» ἦ­ταν μιὰ συ­νεί­δη­ση ἀ­νυ­πό­φο­ρη καὶ τυ­ραν­νι­κή.

        Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ἦ­ταν ἔ­τσι. Μπο­ρεῖ νὰ τὸ νο­μί­ζα­με — ἀλ­λὰ τί μ’ αὐ­τό;

        Γιὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ τέ­λεια ἐ­πί­πε­δη συ­νύ­παρ­ξη.

        Οἱ πα­λι­ό­τε­ροι ὡ­στό­σο μοι­ά­ζα­νε νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­νε. Μό­νο ποὺ δὲ μᾶς λέ­γα­νε πιὰ πὼς θὰ τὸ συ­νη­θί­σου­με κι αὐ­τό, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἕ­να ὕ­φος μοι­ραῖ­ο, σάμ­πως ὅ,τι μᾶς συ­νέ­βαι­νε νὰ ἦ­ταν ὁ πιὸ με­γά­λος πει­ρα­σμὸς τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου, κι αὐ­τοὶ στὴν παν­σο­φί­α τους ἢ τὴν πα­νά­γνοι­ά τους (ἐ­πι­τέ­λους τὸ ἴ­διο κά­νει, σὲ μιὰ θέ­ση σὰν τὴ δι­κή μας) τὸ ξέ­ρα­νε κα­λὰ πό­σο ἐ­σα­εὶ ὑ­πάρ­χων, ἀ­ήτ­τη­τος ἐ­φευ­ρέ­της νέ­ων πα­γί­δων, παν­τε­πό­πτης τοῦ ἀ­πά­νω καὶ τοῦ κά­τω κό­σμου εἶ­ναι ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος, λὲς καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρὰ τὸ «ἄλ­λο μά­τι τοῦ Θε­οῦ» ἢ ἁ­πλῶς τὸ δια­ρκῶς «πα­ρα­κά­τω στά­διο»…

        «Ἄχ, αὐ­τὰ τὰ στά­δια!» γέ­λα­γαν ὅ­λοι μα­ζί, μ’ ἕ­να φουρ­φου­ρι­στὸ τρί­ξι­μο, σὰ νά ‘­ταν τὰ ἄ­σπρα τους κό­κα­λα ἀ­πὸ πα­πυ­ρό­χαρ­το, πα­νά­λα­φρα χει­ρό­γρα­φα ἀν-ά­ξια ἀπο­θε­μέ­να στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τῶν Κεν­τρι­κῶν Βα­θῶν, μί­λια κά­τω ἀ­π’ τὸ Φλοι­ὸ οἱ ὑ­πέρ­γη­ροι τῆς σύ­να­ξης — καὶ τό­τε μᾶς πρω­τοδώ­σα­νε πά­νω στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου μας τὴν ἄ­δεια καὶ ὁ  ­δ  η  ­γ  η  ­θ  ή  ­κ  α  ­μ  ε…

        Πό­σο δὲν ἦ­ταν πάγ­κλει­στες οἱ προ­σβά­σεις λοι­πόν! Πό­σο τὸ ἀ­πά­νου καὶ τὸ κά­του εἰ­σχω­ρούσα­νε βα­θιὰ τό ‘­να μέ­σα στ’ ἄλ­λο! Πό­σο, μιᾶς καὶ βρε­θή­κα­με κά­πο­τε, ἀ­πο­κλει­ό­ταν νὰ χα­θοῦ­με πο­τέ – σάμ­πως τὸ νὰ ὑ­πάρ­χεις καὶ τὸ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ τὸ ἴ­διο ἀ­χνά­ρι ἰ­δω­μέ­νο ἀ­πὸ μέ­σα ἢ ἀ­π’ ἔ­ξω, ἡ ἴ­δια δι­κα­στι­κὴ συν­θή­κη ποὺ σὲ προσ­δέ­νει ἐ­σα­εὶ στὸ δι­πλὸ ἕ­δρα­νο τοῦ Κα­τή­γο­ρου καὶ Κα­τη­γο­ρού­με­νου κό­σμου, ἡ ἴ­δια αἰ­ώρη­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­νάρ­χαι­α σχή­μα­τα, τῶν ἴ­δι­ων ποι­ο­τή­των: Ψη­λά-Χα­μη­λά, Ὀ­δυ­νη­ρά-Ἡ­δο­νι­κὰ καὶ τἀνά­πα­λιν…

        Καὶ ὁ­δη­γη­θή­κα­με λοι­πὸν πά­λι στὴν Πύ­λη!

        …Φύ­σα­γε ἕ­να ἀ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο, κατα­ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ φυ­σᾶ στὴν πα­τρί­δα ποὺ πρωτα­νοί­ξα­με τὰ μά­τια μας, πέ­ρα στὴ Με­σό­γει­ο, τὶς μέ­ρες τῆς αἰ­θρί­ας, μὲ τὸν ἥ­λιο ἀ­η­τό­που­λο νὰ ξα­πλώ­νει πάγ­χρυ­σες φτε­ροῦ­γες κα­τὰ τὰ μέ­ρη μας κι ἀ­νά­με­σά τους νὰ κυ­λᾶ­νε τὰ σύν­νε­φα τῆς μέ­ρας, οἱ θά­λασ­σες ποὺ μᾶς τα­ξι­δεύ­α­νε τὶς πα­ρα­λί­ες ὣς τὰ πιὸ μα­κρι­νὰ νη­σιὰ τῶν ὠ­κε­α­νῶν… καὶ μὲ βα­θιὰ γνώ­ρι­μη χα­ρὰ τεν­τω­θή­κα­με κ ά ­θ  ε  ­τ  ο  ι καὶ σκαρ­φα­λώ­σα­με στὸν τοῖ­χο μπρο­στὰ ἀ­π’ τὴ σει­ρὰ τῶν βα­θυ­πρά­σι­νων (κι ἴ­σα­με τὸ μπλέ) κυ­πα­ρισ­σι­ῶν, κρε­μών­τας τὰ πό­δια μας ἔ­ξω, ὅ­πως πο­λὺ πα­λιά, παι­διὰ πά­νω στὶς ξε­ρο­λι­θι­ὲς ἢ τί­πο­τα μαν­τρό­τοι­χους, σὰν ἔ­πε­φτε σι­ω­πὴ καὶ κοι­τού­σα­με πέ­ρα… Ἤ­μα­σταν τό­τε μα­ζὶ κι ὅ­μως μό­νοι. Μέ­σα στὴν ἀν­τη­λιὰ ἢ τὶς ἀ­πό­βρα­δες σκι­ὲς μό­νοι κι ὅ­μως μα­ζὶ κου­νών­τας τὰ πό­δια καὶ κοι­τών­τας πέ­ρα… ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­νέ­τελ­λε ἕ­να βου­νὸ ἢ μί­α βλε­φα­ρί­δα φεγ­γά­ρι κι οἱ ὧ­ρες μᾶς δι­α­περ­νοῦ­σαν μ’ ἕ­να δί­χτυ τό­σο λε­πτὸ καὶ πυ­κνὸ ποὺ ἤ­μα­σταν πιὰ ἐ­μεῖς οἱ Ὧ­ρες, ἐ­μεῖς τὰ χρυ­σὰ ψά­ρια στὸ δί­χτυ τοῦ Θε­οῦ… Τὰ πό­δια μας πτε­ρύ­για ἢ ἀ­στρα­φτε­ρὲς οὐ­ρὲς κι ἀ­νε­βαί­να­με κά­θε­τα σὲ μί­αν Ἀ­νά­λη­ψη, για­τί Ἕ­να Αἴ­νιγ­μα μᾶς τρα­βοῦ­σε. Μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, φρι­κί­α­ση, στὴ σι­ω­πή… βομ­βοῦ­σε: εἶ­μαι… ε  ἶ  ­μ  α  ι…

        «Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ… Καὶ κά­του κα­λὰ εἶ­ναι…», εἶ­πε ἄ­ξαφ­να ὁ Φαῖ­δρος, ποὺ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ σώ­παι­νε, καὶ τεν­τώ­θη­κε κά­θε­τος μ’ ἀ­πό­λαυ­ση φα­νε­ρὴ καὶ φω­νὴ ὅ­πως ἡ τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τό­τε, μπρο­στὰ στὰ λαμ­πρὰ πα­ρά­θυ­ρα, μὲ τὸν ἀ­λα­φρὸ ἀ­τμὸ τοῦ κα­φὲ καὶ τὴν ὥ­ρι­μη γυ­ναί­κα τοῦ σπι­τιοῦ τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια σάμ­πως ἀ­δι­ό­ρα­τα λυ­πη­μέ­να, ἢ σὰ νὰ τό ‘χει πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἀ­πὸ και­ρὸ πὼς ἐ­κεῖ θὰ δύ­ει γλυ­κὰ μα­ζί του κι αὐ­τή, ἐ­νῶ τῆς φω­τί­ζει τοὺς θαμ­ποὺς λο­βοὺς τῶν αὐ­τι­ῶν, καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να χέ­ρια ποὺ ξε­χνᾶ­νε, στα­θε­ρὰ ξε­χνᾶ­νε πιά… ἐ­κτὸς κι ἂν εἶ­ναι γιὰ μι­κρὰ παι­διά: νὰ τοὺς ὑ­ψώ­νουν τὸ πη­γού­νι καὶ νὰ βλέ­πουν ἐ­κεῖ μέ­σα ἄ­πει­ρα τρυ­φε­ρά, ὥ­ρα κι ὥ­ρα, ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ χει­ρο­νο­μί­α τῆς ζω­ῆς, τὸ ἀ­δι­ά­κο­πο πη­γαι­νέ­λα της στ’ ἄ­φω­να μά­τια τους, ποὺ γε­λᾶ­νε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, δί­χως νὰ τα­ρά­ζον­ται, δί­χως ν’ ἀμ­φι­σβη­τοῦν.

        —Θαρ­ρεῖς καὶ μό­νο αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα κα­τοί­κη­σες, πα­ρα­κμια­κή! Ἀ­π’ ὅ­λο τὸ χρό­νο κι ἀ­π’ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μό­νον εἰς τά… πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν, μοῦ ‘­πε ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ πα­λιό του «ρῶ» στὴ φω­νή. Ἀ­δυ­σώ­πη­το «ρῶ», τρι­ζά­το σὰν ἐγ­χει­ρί­διο στὴ θή­κη, παι­γνι­δι­ά­ρι­κο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, ἐ­πι­κίν­δυ­νο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, δι­α­κρι­τι­κὸ σὰν ἐγ­χει­ρί­διο-ἔμ­βλη­μα.

        —Μά… εἶ­χε ἱ­στο­ρί­α; μπῆ­κε στὴ μέ­ση ὁ Φω­κί­ων μὲ τὸν ἴ­διο μυ­στή­ριο τό­νο του ὅ­πως πα­λιά. Κα­θέ­νας μας σπρω­χνό­ταν σὲ μιὰν ὥ­ρα, ἕ­να λι­γο­στὸ τό­πο (ἕ­να κῆ­πο ἢ ἕ­να γρα­φεῖ­ο νὰ ποῦ­με) γιὰ νὰ τὸν κα­τοι­κή­σει ἰ­δι­ω­τι­κά: αὐ­τὸς καὶ ἡ δι­κή του ποί­η­ση, μέ­σα στὴν ἀ­που­σί­α Ἱ­στο­ρί­ας…

         

Ὢ ἡ ἐκ­κλη­σιὰ τό­σο κον­τὰ κι ἐ­γὼ νὰ κά­θο­μαι σπί­τι

Ἡ πύ­λη της ἀ­νοι­χτὴ κι ἐ­γὼ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ μπῶ

Νὰ χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες…

Νὰ ψάλ­λον­ται τ’ ἀ­  ν  α  ­σ  τ  ά  ­σ  ι  ­μ  α

Κι ἐ­γώ…

 

          —Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο! τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­πό­το­μα ὁ Φαῖ­δρος. (Σάρ­κα­ζε; Σο­βα­ρεύ­ον­ταν;) Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο, θά ‘μα­σταν, τέ­λεια, ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀ­σκή­μια τοῦ τό­τε.

         Ὡ­στό­σο ρού­φα­γε ἄ­πλη­στα κι αὐ­τὸς τὸν ἀ­έ­ρα, χει­μώ­να και­ρὸ καὶ τρέ­χα­νε μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, πέ­ρα στὴ δη­μο­σιά, κα­τὰ τὶς πα­ρα­λί­ες οἱ νέ­οι

         Κι ὕστε­ρα, ξαφ­νι­κὰ χα­μέ­νος, κε­ραυ­νό­πλη­κτος:

         —…Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­χεις δί­κιο. Ποιά «Ἱστο­ρί­α»; Ποι­ός Μύ­θος; Κι­νή­θη­κε πο­τὲ τί­πο­τα; Ξε­τυ­λί­χτη­κε κά­τι πο­τέ;… Σὰ νὰ πέ­ρα­σε ὁ Χρό­νος, ὅ­λος ὁ Χρό­νος ἔ­τσι: ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Πύ­λη, μὴ ὄν­τας…

         —Σκέ­τα μό­νο! (σφύ­ρι­ξε πί­σω μας ἡ φω­νὴ τοῦ Φί­νιου: «ἀ­κό­μα φι­λο­σο­φι­έ­στε ρέ, ἀ­κό­μα ψυ­χο­λο­γί­ζε­στε… σκε­λε­τοί;») Κι ἐ­γώ σᾶς λέ­ω πάν­τα ἔ­τσι πέ­ρα­σε: σκέ­τα μό­νο κι ἄ­δεια «Ὄν­τας»!

         Ἀλ­λά, σὰ νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­σε κα­θό­λου, ὅ­πως ὁ λη­στὴς ἐ­λά­χι­στα πρὸ τῆς ἑν­δέ­κα­της — κα­θη­λω­μέ­νος στὸ συγ­κλο­νι­σμὸ μιᾶς ἐκ­κω­φαν­τι­κῆς, ὁ­λο­σχε­ροῦς, ἀ­βυσ­σα­λέ­ας κα­τάρ­ρευ­σης:

         —Μὴ ὄν­τας φί­λε μου…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Φαῖ­δρος πι­κρά… νὰ μὴ μπο­ρῶ νὰ μπῶ. Σ’ Ὅ­  λ  ο  τ  ὸ  Χ  ρ  ό  ­ν  ο… πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ… Ἄ­θω, εἶ­σαι κά­που ἐ­δῶ; Μέ­σα στὴν τε­ρά­στι­α ἀ­δρά­νεια… εἶ­χες δί­κιο Ἄ­θω: πο­τέ, πο­τὲ οἱ λέ­ξεις δὲν τὴ με­τα­φέ­ρουν τοῦ κό­σμου τὴν οὐ­σί­α!

         Γι’ αὐ­τὸ κρύ­βε­ται κι ἕν «ἀ­λί­μο­νο»…

         Πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ…, μέ­σα σὲ κά­θε ποί­η­μα.

         Οἱ ποι­η­τὲς πυ­κνώ­να­νε γύ­ρω μας. Συν­τρο­φι­ὲς συν­τρο­φι­ὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ βα­θιά.

         Ἀ­ό­ρα­τα δά­χτυ­λα σα­λεῦ­αν καὶ συλ­λέ­γαν κρου­νοὺς τὰ ἀ­ό­ρα­τα δά­κρυ­α.

         Ἀ­κό­μα κι ὁ Φί­νιος πλη­σί­α­σε στὴν ἀ­σά­λευ­τη σι­ω­πή…

         Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ πά­νω. Καὶ τό­τε ποὺ ζού­σα­με, κα­λὰ ἦ­ταν, κι ἂς ἔ­λει­πε ἡ Ἱ­στο­ρί­α, κι ἂς κα­τοι­κού­σα­με μό­νι­μα εἰς τὸ πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν…., κι ἂς ἤ­τα­νε καρ­μπὸν ὅ­λα, ξέ­θω­ρα καὶ κα­κο­πα­τη­μέ­να — καὶ πῶς νὰ τά ‘­δε­νε κα­νείς, μὲ ποι­ά πνο­ὴ ζω­ῆς, ποι­ά δη­μι­ουρ­γί­α εὐ­ρύ­στη­θη, εὐ­ρυ­μέ­τω­πη, μα­κρο­σκε­λή, ἔ­πος τοῦ και­ροῦ ποὺ ζή­σα­με; Στε­νοῦ και­ροῦ, σὰν ἄ­χα­ρο, κα­κο­χυ­μέ­νο κε­ρὶ πα­ρα­φί­νης, ποὺ δὲ φώ­τι­σε κα­μιὰ πρά­ξη, ξὸν ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α. Κι ὕ­στε­ρα φύ­γα­νε καὶ μᾶς ἀ­φή­σα­νε, νο­μί­ζον­τας —κι αὐ­τοὶ καὶ μεῖς— πὼς ἀ­δει­ά­σα­με πράγ­μα­τι τὸ χῶ­ρο.

         Ὅ­μως κα­λὰ εἶ­ναι δῶ πά­νω στὸν τοῖ­χο. Βρά­χος, πές, ὁ­λό­μαυ­ρη ρά­χη καὶ μεῖς ξε­κα­λο­και­ρι­ά­ζου­με… Ὅ­πως ἡ μνή­μη, καρ­πε­ρὴ μή­τρα ὅ­λων τῶν ἄ­νυ­δρων χώ­ρων κά­θε ἐ­ρή­μου τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως με­λε­τᾶ, σάν… ὁ μό­νος ἔ­ρω­τας α  ὐ  ­τ  ή, καὶ γε­μί­ζει τὸ χῶ­ρο δια­ρκῶς δο­ξά­ζον­τας ὡ­ραῖ­α πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας.

         Ἅ­μα ψυ­χρά­νει, θὰ κα­τέ­βου­με πά­λι.

         Οὔ­τε κά­θε­τοι γιὰ πο­λὺ οὔ­τε ὁ­ρι­ζόν­τιοι.

         Μπο­ρεῖ αὐ­τὸ νά ‘­ταν καὶ τὸ πιὸ βα­θὺ νό­η­μα — ἡ πιὸ ἄ­γρια ἔλ­λει­ψη, ἡ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ λα­χτά­ρα στὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ Σί­συ­φου:

         Ἕ­να σχῆ­μα γιὰ κά­θε και­ρό.

                                    Κα­λη­νύ­χτα.

         1976

  

 

Πη­γή: Ἡ Βίρ­γκω τῆς Ἐρη­μιᾶς καὶ τὰ Κρυφὰ Κε­λα­ϊ­δό­νια, Δι­η­γή­μα­τα (1973-1996), ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1996.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλίο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Morten Søndergaard: Δὲν τοῦ ἀρέσει

 

 

Μόρ­τεν Σί­νεγ­κορ (Morten Søndergaard)

 

Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει

(H­an k­an i­k­ke l­i­de d­et)

 

ΕΝ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕΙ, συμ­βαί­νει ὅ­ταν ξυ­πνά­ει τὸ πρω­ί, ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἂν ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του, ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα νὰ κά­νει. Μπο­ρεῖ νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση, ἢ ἁ­πλῶς νὰ κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, μὰ ὅ­ταν γυ­ρί­σει τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πο­στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα, αὐ­τὸ ποὺ μό­λις ἔ­βλε­πε δι­α­γρά­φει μιὰ κυ­κλι­κὴ τρο­χιὰ πά­νω στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ. Ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα. Τὸ ἀ­πο­στρέ­φει καὶ τὸ γυ­ρί­ζει. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει, δὲν λέ­ει νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ, τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο ἐ­πι­κά­θε­ται βα­ρὺ σὰν κολ­λώ­δης οὐ­σί­α ποὺ ἔ­χει ξε­ρα­θεῖ, σὰν σφι­χτὸ στρῶ­μα δέρ­μα­τος, ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δι­α­πε­ρά­σει προ­κει­μέ­νου νὰ δεῖ κά­τι και­νού­ριο. Ὁ κό­σμος μέ­νει γαν­τζω­μέ­νος στὰ μά­τια του, μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ πι­εῖ κά­τι ἢ θὰ κα­πνί­σει. Τό­τε εὐ­τυ­χῶς παύ­ει, ὁ κό­σμος γλι­στρά­ει λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­σκο­πι­κὰ γλωσ­σί­δια ποὺ τὰ μά­τια μπή­γουν στὰ ἰ­δω­μέ­να, κι ἐ­κεῖ­να γλι­στροῦν παίρ­νον­τας τὴ θέ­ση τους στὸ μυα­λό. Ἔ­τσι ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ ἀ­τε­νί­ζει γιὰ ὦ­ρες τὴν σκε­πὴ τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι σπι­τιοῦ, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πῶς τὸ χρῶ­μα ἀλ­λά­ζει ἀ­πὸ γκρὶ σὲ κί­τρι­νο καὶ ρο­ζέ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι λὲς καὶ δὲν εἶ­ναι πλέ­ον τὰ μά­τια, αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πουν, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ σκε­πὴ ποὺ τε­λι­κὰ γλι­στρά­ει μέ­σα στὸ κα­θι­στι­κὸ γιὰ νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὸ πρό­σω­πό του σὰν ὀρ­θά­νοι­χτη κό­ρη.

 

 

Πη­γή: A­n­t­o­l­o­gi af D­a­n­sk K­o­r­t­p­r­o­sa, Ἐ­πι­μέ­λεια J­e­p­pe B­r­i­x­v­o­ld καὶ H­a­ns O­t­to Jø­r­g­e­n­sen, Ἐκ­δό­σεις F­o­r­f­a­t­t­e­r­ne og D­a­n­s­klær­e­r­f­o­r­e­n­i­n­g­en, 1998.

 

Morten Søndergaard (Κο­πεγ­χά­γη, 1964). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, ἐκ­δό­της λογοτεχνικῶν περιοδικῶν καὶ ἔχει μεταφράσει με­τα­ξὺ ἄλλων ἔργα τοῦ Jorge Luis Borges. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Sahara i mi­ne hænder (Ἡ Σα­χά­ρα στὰ χέ­ρια μου, 1992).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ δανέζικα:

Εὔη Ξηρομερίτη (Ἀθήνα, 1979). Σπούδασε Μηχανικὸς Περιβάλλοντος στὸ Πο­λυ­τεχνεῖο τῆς Κρήτης. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ δανέζικα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κοπεγχάγη.

 

Σίγκα Ναόγια: Γκρίζο φεγγάρι

 

 

Σίγ­κα Να­ό­για (志賀 直哉)

 

Γκρί­ζο φεγ­γά­ρι

(灰色の月)

 

ΟΛΙΣ ΣΤΑΘΗΚΑ στὴν πλατ­φόρ­μα τοῦ σταθ­μοῦ τοῦ Τό­κυ­ο, μ’ ὅ­λο ποὺ ἀ­πὸ πά­νω δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ σκέ­πα­στρο, ὁ ἀ­έ­ρας στα­μά­τη­σε νὰ φυ­σά­ει. Ὡ­στό­σο τὸ κρύ­ο ἦ­ταν πα­γε­ρό. Εὐ­τυ­χῶς, σκέ­φτη­κα, ποὺ ἔ­βα­λα αὐ­τὸ τὸ παλ­τὸ ὅ­ταν βγῆ­κα. Οἱ ἄλ­λοι δύο τῆς πα­ρέ­ας εἶ­χαν μπεῖ στὸ τραῖ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Οὐ­έ­νο, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει πρῶ­το, κι ἐ­γὼ μό­νος τώ­ρα, πε­ρί­με­να τὸ ἄλ­λο, ποὺ ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρο ἀ­πὸ Σι­ναγ­κά­ου­α.

         Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λε­πτὴ συν­νε­φιὰ ποὺ κά­λυ­πτε τὸν οὐ­ρα­νό, ἕ­να γκρί­ζο φεγ­γά­ρι, φώ­τι­ζε ἀ­χνὰ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τῆς πλευ­ρᾶς τοῦ Νι­χόν­μπα­σι. Τὸ φεγ­γά­ρι ἦ­ταν πε­ρί­που δέ­κα ἡ­με­ρῶν. Φαι­νό­ταν χα­μη­λὸ καί, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, κον­τι­νό. Ἦ­ταν πε­ρί­που ὀ­χτώ­μι­ση, ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν λι­γο­στοὶ καὶ ἡ σχε­δὸν ἄ­δεια, φαρ­διὰ πλατ­φόρ­μα, ἔ­μοια­ζε ἀ­κό­μα φαρ­δύ­τε­ρη.

        Ἀ­πὸ μα­κρι­ὰ φά­νη­καν τὰ μπρο­στι­νὰ φῶ­τα καί, πρὶν τὸ κα­τα­λά­βω, τὸ τραῖ­νο βρέ­θη­κε μπρο­στά μου. Μέ­σα δὲν ἦ­ταν καὶ πο­λὺ γε­μά­το κι ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ βρῶ μιὰ θέ­ση, κον­τὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι πόρ­τα. Δε­ξιά μου ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, κον­τὰ στὰ πε­νήν­τα, ποὺ φο­ροῦ­σε μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ φόρ­μα. Ἀ­ρι­στε­ρά, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς ἐ­μέ­να, ἦ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἐρ­γα­τό­παι­δο. Τὸ κά­θι­σμα δὲν εἶ­χε μπρά­τσο στὴν ἄ­κρη, κι ἔ­τσι εἶ­χε κα­θί­σει μὲ τὸ πλά­ϊ ἐν­τε­λῶς πρὸς τὴν πόρ­τα.

        Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔμ­παι­να, τὸ μά­τι μου ἔ­πε­σε λί­γο στὸ πρό­σω­πο αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Εἶ­χε τὰ μά­τια κλει­στὰ καὶ τὸ στό­μα του ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτό. Τὸ πά­νω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του ἔ­κα­νε συ­νέ­χεια με­γά­λες τα­λαν­τώ­σεις, μπρὸς-πί­σω. Μᾶλ­λον ὄ­χι, δὲν ἔ­κα­νε τα­λαν­τώ­σεις: τὸ σῶ­μα του ἔ­πε­φτε πρὸς τὰ μπρὸς καὶ τὸ ἀ­γό­ρι τὸ σή­κω­νε, ξα­νά­πε­φτε, καὶ πά­λι τὸ ἴ­διο. Ἂν ἦ­ταν ἀ­πὸ νύ­στα, τὸ συ­νε­χὲς τοῦ πράγ­μα­τος δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ ἀλ­λό­κο­τη αἴ­σθη­ση. Ἐ­γὼ κά­θι­σα σὲ μιὰ μᾶλ­λον φυ­σι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ παι­δί.

        Στὸ σταθ­μὸ τοῦ Γι­ου­ρα­κου­τσὸ καὶ τοῦ Σίν­μπα­σι τὸ βα­γό­νι σχε­δὸν γέ­μι­σε ἀ­πὸ κό­σμο. Κάμ­πο­σοι ἀ­π’ τοὺς και­νούρ­γιους ἐ­πι­βά­τες ἔ­μοια­ζε νὰ γυ­ρί­ζουν ἀ­πὸ ἔ­ξο­δο γιὰ προ­μή­θει­ες. Ἕ­νας στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος, ρο­δα­λὸς νε­α­ρός, γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε-εἰ­κο­σι­έ­ξι, ἔ­βα­λε ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρα ὀγ­κώ­δη σά­κο ποὺ κου­βα­λοῦ­σε στὸν ὦ­μο δί­πλα στὸ παι­δὶ κι ἔ­κα­νε νὰ κα­θί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἀ­πὸ πί­σω, ἕ­νας πε­ρί­που σα­ραν­τά­ρης, ποὺ κου­βα­λοῦ­σε κι αὐ­τὸς ἕ­να σά­κο, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι τὸν ἔ­σπρω­χναν, κά­νον­τας πὼς ρί­χνει μιὰ βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ μπρο­στι­νὸ νε­α­ρό, εἶ­πε:

        Νὰ τὸν βά­λω ἀ­πὸ πά­νω;

        Καὶ χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση, ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βά­ζει τὸ σά­κο ἀ­π’ τὴν πλά­τη του.

        Πε­ρι­μέ­νε­τε, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Ἂν τὸν βά­λε­τε ἀ­πὸ πά­νω, θά­ ‘χω πρό­βλη­μα!

        Εἶ­πε ὁ νέ­ος στρε­φό­με­νος πρὸς τὸν ἄν­τρα, ἐ­νῶ μὲ τὰ χέ­ρια του ἔ­κα­νε νὰ προ­στα­τέ­ψει τὰ δι­κά του πράγ­μα­τα.

        — Ἄ, κα­λά, συγ­γνώ­μη, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας κι ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ πρὸς τὰ πά­νω, στὸ δί­χτυ. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­κεῖ φαι­νό­ταν νὰ χω­ρά­ει, συ­στρέ­φον­τας τὸ σῶ­μα του μέ­σα στὸ στε­νὸ χῶ­ρο, ξα­νά­βα­λε τὸ σά­κο στὴν πλά­τη του.

        Ὁ νε­α­ρός, δεί­χνον­τας νὰ στε­νο­χω­ρή­θη­κε, τοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν βά­λει ἔ­τσι, ποὺ ὁ μι­σὸς σά­κος ν’ ἀ­κουμ­πά­ει μό­νο στὸ πλά­ι τοῦ δι­κοῦ του.

        — Ὄ­χι, ἐν­τά­ξει εἶ­μαι. Δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο βα­ρύς. Σκέ­φτη­κα νὰ τὸν κα­τε­βά­σω ἀλ­λὰ ἄ­σ‘ το, δὲν πει­ρά­ζει, μὴ σοῦ δη­μι­ουρ­γῶ πρό­βλη­μα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, σκύ­βον­τας ἐ­λα­φρὰ τὸ κε­φά­λι.

        Ἐ­γὼ ποὺ ἔ­βλε­πα αἰ­σθάν­θη­κα ὡ­ραῖ­α. Πό­σο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ αἰ­σθή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πὸ πα­λιά, σκέ­φτη­κα.

        Στὸ Χα­μα­μά­τσου καὶ στὴ Σι­ναγ­κά­ου­α κα­τέ­βη­καν κάμ­πο­σοι, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­βη­καν πε­ρισ­σό­τε­ροι. Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, συ­νέ­χι­ζε τὶς τα­λαν­τώ­σεις.

        — Μὰ τί φά­τσα εἶ­ν’ αὐ­τή; ἀ­κού­στη­κε μιὰ φω­νή. Αὐ­τὸς ποὺ τό’ πε ἦ­ταν ἕ­νας σα­ραν­τα­πεν­τά­ρης, ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων-πέν­τε ἀν­τρῶν, ποὺ ἔ­μοια­ζαν προ­σω­πι­κὸ ἑ­ται­ρεί­ας. Ἡ πα­ρέ­α γέ­λα­σε ὅ­λη μα­ζί. Ἀ­π’ τὴ δι­κή μου με­ριὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου δὲν ἦ­ταν ὁ­ρα­τό. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ ὁ τρό­πος ποὺ μί­λη­σε ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος, ἴ­σως νά ‘­δει­χνε πε­ρί­ερ­γο. Μέ­σα στὸ βα­γό­νι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε γιὰ λί­γο μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­θυ­μί­ας.

        Τό­τε ὁ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος νε­α­ρός, κυτ­τών­τας πλά­για τὸν ἄν­τρα πί­σω του καὶ χτυ­πών­τας μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ δα­χτύ­λου τὸ στο­μά­χι του εἶ­πε μὲ σι­γα­νὴ φω­νή:

        — Στὸ πα­ρὰ πέν­τε εἶ­ναι, ἔ;

        Ὁ ἄν­τρας, μὲ ὕ­φος λί­γο σὰν νὰ ξαφ­νι­ά­στη­κε, κύτ­τα­ξε τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο.

        — Ἄ, ἔ­τσι; εἶ­πε.

        Ἀλ­λὰ καὶ ἡ πα­ρέ­α ποὺ γέ­λα­σε, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ βρί­σκει κι αὐ­τὴ πα­ρά­ξε­νο.

        — Μὰ τί, ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι;

        — Μπά, ζα­λι­σμέ­νος φαί­νε­ται.

        — Ὄ­χι, μᾶλ­λον ἄλ­λο εἶ­ναι, ψι­θύ­ρι­σε τό­τε κά­ποι­ος.

        Καὶ μ’ αὐ­τό, σὰν ξαφ­νι­κὰ ὅ­λοι νὰ κα­τά­λα­βαν, ἔ­πε­σε σι­ω­πή.

        Τὸ φτη­νὸ ὕ­φα­σμα τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς φόρ­μας εἶ­χε σκι­στεῖ στοὺς ὤ­μους, κι ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν κολ­λημ­μέ­νο ἕ­να μπά­λω­μα ἀ­πὸ πε­τσέ­τα. Κά­τω ἀ­π’ τὸ γεῖ­σο τοῦ στρα­τι­ω­τι­κοῦ κα­πέ­λου, ποὺ τὸ φο­ροῦ­σε τὸ πί­σω μπρός, ὁ λε­ρω­μέ­νος σβέρ­κος ἔ­δει­χνε θλι­βε­ρὰ ἰ­σχνός.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο στα­μά­τη­σε νὰ κου­νι­έ­ται. Με­τά, γέρ­νον­τας τὸ κε­φά­λι πά­νω στὸ σα­νί­δω­μα, τριά­ντα πόν­των πε­ρί­που, ποὺ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὴν εἴ­σο­δο, ἄρ­χι­σε νὰ τρί­βει ἀρ­γά, πά­νω-κά­τω, τὸ μά­γου­λό του. Ἦ­ταν ἕ­να θέ­α­μα τό­σο παι­δι­ά­στι­κο. Μὲ τὸ χα­μέ­νο του μυα­λό, φαι­νό­ταν σὰ νὰ ὑ­πέ­θε­σε ὅ­τι ἡ σα­νί­δα εἶ­ναι κά­ποι­ος, πά­νω στὸν ὁ­ποῖ­ο χα­ϊ­δευ­ό­ταν.

        — Ἔ, ἐ­σύ! Πρὸς τὰ ποῦ πᾶς; Ρώ­τη­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ποὺ στε­κό­ταν μπρο­στά, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου. Τὸ ἀ­γό­ρι δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δευ­τέ­ρω­σε τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, — Μέ­χρι τὸ Οὐ­έ­νο, εἶ­πε σὰν ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νος.

        — Τί λές! Ἀ­νά­πο­δα μπῆ­κες! Αὐ­τὸς ὁ συρ­μὸς πά­ει στὴ Σιμ­πού­για!

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο ἀ­να­ση­κώ­θη­κε λί­γο, κι ἔ­κα­νε νὰ κυτ­τά­ξει ἔ­ξω. Ὅ­μως ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­χα­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του καί, ξαφ­νι­κά, ἔ­γει­ρε πρὸς τὰ μέ­να. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν τὸ πε­ρί­με­να, κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα τὸ σκε­φτό­μου­να, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἐ­ξη­γή­σω για­τὶ ἔ­κα­να ἕ­να τέ­τοι­ο πράγ­μα, ὅ­μως τό­τε, ἐν­τε­λῶς ἀ­να­κλα­στι­κά, ἔ­σπρω­ξα τὸ κορ­μὶ τοῦ παι­διοῦ, ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω μου, ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους πρὸς τὰ πί­σω. Ἐ­πει­δὴ αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ἐ­νέρ­γεια ποὺ πρό­δι­δε τὰ αἰ­σθή­μα­τά μου, ξαφ­νι­ά­στη­κα κι ὁ ἴ­διος. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ μοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο πό­νο, ἦ­ταν πό­σο πο­λὺ μι­κρὴ ἦ­ταν ἡ ἀν­τί­στα­ση ποὺ πρό­βα­λε αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βά­ρος μου ἔ­χει πέ­σει τώ­ρα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ὅ­μως τὸ δι­κό του ἦ­ταν πο­λὺ ἐ­λα­φρό­τε­ρο.

        — Ἤ­σουν στὸ σταθ­μὸ τοῦ Τό­κυ­ο, ἄ­ρα προ­σπέ­ρα­σες τὸ σταθ­μό σου. Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κες; Τὸν ρώ­τη­σα ἀ­πὸ πί­σω.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, χω­ρὶς νὰ γυ­ρί­σει νὰ μὲ κυτ­τά­ξει,

        — Ἀ­π’ τὴ Σιμ­πού­για, εἶ­πε.

        — Ἀ­π’ τὴ Σιμ­πού­για! Ἔ­κα­νες δη­λα­δὴ ὅ­λο τὸν κύ­κλο! Εἶ­πε κά­ποι­ος.

        Τὸ ἐρ­γα­τό­παι­δο, κολ­λών­τας τὸ μέ­τω­πο στὸ τζά­μι, ἔ­κα­νε νὰ κυτ­τά­ξει ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­τη­σε ἀ­μέ­σως καὶ μὲ φω­νὴ χα­μη­λή, ποὺ μό­λις ἀ­κού­στη­κε, ψι­θύ­ρι­σε:

        — Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν εἶ­ναι…

        Αὐ­τὸς ὁ μο­νό­λο­γος τοῦ ἐρ­γα­τό­παι­δου ἔ­μει­νε πο­λὺ ὥ­ρα μέ­σα στὴν καρ­διά μου.

        Ὅ­σοι ἐ­πι­βά­τες στέ­κον­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ δὲν ξα­να­μί­λη­σαν γι’ αὐ­τό. Φαν­τά­ζο­μαι, θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­τι δὲν μπο­ροῦν νὰ κά­νουν τί­πο­τε. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς κι ἐ­γώ, εἶ­χα τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα, ὅ­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε. Ἂν εἶ­χα πά­ρει τί­πο­τε φαῒ μα­ζί μου θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ δώ­σω, ἔ­στω γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω τὴ συ­νεί­δη­σή μου. Ἀλ­λὰ χρή­μα­τα, καὶ νὰ τοῦ ‘­δι­να, δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ νὰ φά­ει ἀ­κό­μη καὶ τὴ μέ­ρα, πό­σο λι­γό­τε­ρο τώ­ρα, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα τὴ νύ­χτα. Κα­τέ­βη­κα ἀ­π’ τὸ τραῖ­νο στὴ Σιμ­πού­για, γε­μά­τος μὲ ἕ­να βα­ρύ, σκο­τει­νὸ συναίσθημα.

        Συνέβη στὶς 16 Ὀκτωβρίου τοῦ 1945.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 灰色の月-万­暦­赤絵 (H­ai i­ro no t­s­u­ki – B­a­n­r­e­ki a­k­ae), ἔκ­δο­ση τσέ­πης τῆς S­h­i­n­c­ō­s­ha, 1968.

 

Σίγ­κα Να­ό­για (Ἰ­σι­νο­μά­κι, Ἰ­α­πω­νί­α, 1883-Τό­κιο, 1971). Ἰ­ά­πω­νας δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του A­n­’­ya k­ô­ro (Τὸ τα­ξί­δι μιᾶς σκο­τει­νῆς νύ­χτας, 1921-1937). Δι­η­γή­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Πλα­νό­διον, ἀρ, 32, Ἰ­ού­νιος 2001 (μτφ. Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά γιὰ τὸ περ. Πλα­νό­διον καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα.

 

Augusto Monterroso: Ὁλοκληρωμένη συμφωνία

 

 

Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρόσ­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so)

 

Ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη συμ­φω­νί­α

(S­i­n­f­o­n­ia c­o­n­c­l­u­i­da)

 

 

ΓΩ ΜΠΟΡΩ νὰ σᾶς πῶ —πε­τά­χτη­κε ὁ χον­τρός— ὅ­τι πρὶν ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια στὴ Γου­α­τε­μά­λα, κά­ποι­ος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ὀρ­γα­νί­στας μιᾶς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς γει­το­νιᾶς μου δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι τὸ 1929, ὅ­ταν τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τή­σει τὰ χει­ρό­γρα­φα τῆς μου­σι­κῆς τοῦ Σω­τῆ­ρος, βρῆ­κε ξαφ­νι­κὰ κά­τι πα­ρά­ξε­να φύλ­λα ποὺ τοῦ κί­νη­σαν τὴν πε­ρι­έρ­γεια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὰ με­λε­τᾶ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἀ­φο­σί­ω­ση· ἐ­πει­δὴ οἱ ση­μει­ώ­σεις ἦ­ταν στὰ γερ­μα­νι­κά, τοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ο χρό­νο νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη τῆς ἡ­μι­τε­λοῦς συμ­φω­νί­ας· μπο­ρεῖ­τε δὲ νὰ φαν­τα­στεῖ­τε τὴ συγ­κί­νη­σή του ὅ­ταν δι­έ­κρι­νε κα­θα­ρὰ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ Σοῦμ­περτ, καὶ ὅ­ταν, τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, βγῆ­κε στὸ δρό­μο τρέ­χον­τας γιὰ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψή του, ὅ­λοι εἶ­παν χα­σκο­γε­λών­τας ὅ­τι πά­ει, τοῦ ‘στρι­ψε, καὶ ὅ­τι ἤ­θε­λε ἁ­πλῶς νὰ τοὺς κά­νει πλά­κα· ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὴν τέ­χνη του καὶ ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἦ­ταν ἐ­ξί­σου σπου­δαῖ­α μὲ τὰ δύ­ο πρῶ­τα, δὲν τὸ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ ὁρ­κί­στη­κε ν` ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του στὸ νὰ τοὺς κά­νει νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης· ἔ­τσι λοι­πὸν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει συ­στη­μα­τι­κὰ ὅ­ποι­ον μου­σι­κὸ ὑ­πῆρ­χε στὴ Γου­α­τε­μά­λα, μὲ τό­σο φτω­χὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ποὺ στὸ τέ­λος, ἀ­φοῦ τσα­κώ­θη­κε σχε­δὸν μὲ ὅ­λους, χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη σὲ κα­νέ­ναν καὶ ἰ­δί­ως στὴ γυ­ναί­κα του, πού­λη­σε τὸ σπί­τι του γιὰ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἀλ­λὰ μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σε τὸ πό­δι του στὴ Βι­έν­νη, νὰ ποὺ τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, για­τὶ δὲν θὰ μᾶς μά­θει ἐ­μᾶς κά­ποι­ος Λέ­ι­ερ­μαν ἀ­πὸ τὴ Γου­α­τε­μά­λα πῶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτου­με χα­μέ­να ἔρ­γα καὶ πό­σο μᾶλ­λον τοῦ Σοῦμ­περτ, ἀ­φοῦ ἡ πό­λη βρί­θει ἀ­πὸ αὐ­θεν­τί­ες σχε­τι­κὲς μ’ αὐ­τόν, ἄ­σε πιὰ ποὺ τέ­τοι­α χει­ρό­γρα­φα κα­μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­χαν νὰ βρί­σκον­ται στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, ὥ­σπου στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἔ­χον­τας πιὰ στὴν τσέ­πη μό­νο τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων Ἑ­βραί­ων ποὺ εἶ­χαν ζή­σει στὸ Μπου­έ­νος Ἄι­ρες καὶ μι­λοῦ­σαν ἱ­σπα­νι­κά, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν δέ­χθη­καν ἐγ­κάρ­δια καὶ τα­ραγ­μέ­νοι σὰν νὰ τοὺς εἶ­χε μό­λις στεί­λει κά­ποι­ο ση­μά­δι ὁ Θε­ός, ἔ­παι­ξαν στὸ πιά­νο, στὸ βι­ο­λὶ καὶ στὴ βι­ό­λα τὰ δύο μέ­ρη· τε­λι­κὰ κου­ρα­σμέ­νοι νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὰ χαρ­τιὰ ἀπ’ ὅ­λες τὶς με­ρι­ές, νὰ τὰ μυ­ρί­ζουν καὶ νὰ τὰ κοι­τά­ζουν κόν­τρα στὸ φῶς μπρο­στὰ σ’ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν πρῶ­τα ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ κα­τό­πιν μὲ οὐρ­λια­χτὰ —εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ, εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ!­—, ξε­σπών­τας σὲ λυγ­μοὺς ὁ ἕ­νας στὸν ὦ­μο τοῦ ἄλ­λου, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι λὲς καὶ δὲν τὰ εἶ­χαν βρεῖ τὰ χει­ρό­γρα­φα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἀλ­λὰ τὰ εἶ­χαν μό­λις χά­σει· καὶ ἐ­δῶ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τοί, κλαί­γον­τας ἀ­κό­μα, ἂν καὶ κά­πως πιὸ ἤ­ρε­μοι, καὶ ἀ­φοῦ συ­νο­μί­λη­σαν πα­ρά­με­ρα στὴ γλώσ­σα τους, προ­σπά­θη­σαν νὰ τὸν πεί­σουν τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια τους ὅ­τι τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἂν καὶ ἀ­ναμ­φι­βό­λως ὑ­πέ­ρο­χα, τί­πο­τα δὲν προ­σέ­θε­ταν στὴν ἀ­ξί­α τῆς συμ­φω­νί­ας ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζα­με ὣς τώ­ρα· μᾶλ­λον τὸ ἀν­τί­θε­το συ­νέ­βαι­νε, μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι τῆς ἀ­φαι­ροῦ­σαν τὴν ἀ­ξί­α της, ἀ­φοῦ ὁ κό­σμος εἶ­χε συ­νη­θί­σει στὸ θρύ­λο ὅ­τι ὁ Σοῦμ­περτ τὰ εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἢ οὔ­τε κὰν προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ γρά­ψει, βέ­βαι­ος ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ ξε­πε­ρά­σει ἢ νὰ φθά­σει ἔ­στω, τὸ ὕ­ψος τῶν δύ­ο πρώ­των· καὶ ὅ­λο τὸ θαῦ­μα ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν, στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ἂν τὸ a­l­l­e­g­ro καὶ τὸ a­n­d­a­n­te εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα, φαν­τά­σου τί θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι τὸ s­c­h­e­r­zo καὶ τὸ a­l­l­e­g­ro ma n­on t­r­o­p­po, ἂν λοι­πὸν αὐ­τὸς σε­βό­ταν καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­λη­θι­νὰ τὴ μνή­μη τοῦ Σοῦμ­περτ, τὸ πιὸ σω­στὸ θὰ ἦ­ταν νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ κρα­τή­σουν αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, καὶ αὐ­τὸ για­τὶ ἐ­κτὸς τοῦ ὅ­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε μιὰ δι­α­μά­χη ἀ­τε­λεί­ω­τη, ὁ μό­νος ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε πραγ­μα­τι­κὰ χα­μέ­νος θὰ ἦ­ταν ὁ Σοῦμ­περτ· καὶ τό­τε αὐ­τός, πε­πει­σμέ­νος πιὰ ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα ἀ­νά­με­σα στοὺς Φι­λι­σταί­ους, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο ἀ­νά­με­σα στοὺς θαυ­μα­στὲς τοῦ Σοῦμ­περτ ποὺ ἦ­ταν χει­ρό­τε­ροι, πῆ­ρε τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ διά­πλου, μιὰ νύ­χτα, τὴ στιγ­μὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ σε­λη­νό­φως ἔ­πε­φτε πά­νω στὸ θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νο κα­τά­στρω­μα, βυ­θι­σμέ­νος στὴν πιὸ βα­ριὰ με­λαγ­χο­λί­α καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀ­γώ­να ἐ­νάν­τια σὲ θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες, πῆ­ρε τὰ χει­ρό­γρα­φα καὶ ἕ­να-ἕ­να τὰ ἔ­κα­νε κομ­μά­τια καὶ τὰ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴν κου­πα­στὴ μέ­χρι νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν θὰ τὰ ξα­νά­βρι­σκε πο­τέ, τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ —ὁ­λο­κλή­ρω­νε ὁ χον­τρὸς τὴ δι­ή­γη­σή του μὲ βα­θιὰ λύ­πη στὴ φω­νή— δά­κρυ­α καυ­τὰ κυ­λοῦ­σαν στὰ μά­γου­λά του καὶ σκε­πτό­ταν μὲ πί­κρα ὅ­τι οὔ­τε αὐ­τὸς οὔ­τε ἡ πα­τρί­δα του θὰ δι­και­οῦν­ταν τὴ δό­ξα τῆς προ­σφο­ρᾶς στὸν κό­σμο κά­ποι­ων σε­λί­δων ποὺ ὁ κό­σμος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­δε­χθεῖ μὲ τό­ση χα­ρὰ ἀλ­λὰ ὁ κό­σμος μὲ τέ­τοι­α ψυ­χρὴ λο­γι­κὴ πε­ρι­φρό­νη­σε.

 

 

Πη­γή: B­r­e­v­e­s­n­o­t­a­n­b­r­e­v­es.b­l­o­g­s­p­ot.c­om  

 

A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so (Τεγ­κου­σιγ­κάλ­πα, Ὀν­δού­ρα, 1921-Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 2003). Ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Ὀν­δου­ρα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Γου­α­τε­μα­λά­νο. Πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 1944 ἀ­ναγ­κά­στη­κε γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Με­ξι­κὸ ὅ­που καὶ πέ­θα­νε. Μαὶ­τρ τὴς μι­κρῆς φόρ­μας, τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Lo d­e­m­ás es s­i­l­e­n­c­io (Τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή).  

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­o­m­pl­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο· ἐ­πί­σης, τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

 Βί­ντε­ο: Franz Peter Schubert (1797-1828), Συμ­φω­νί­α ἀρ. 8 (ἡ «ἡμι­τε­λής»). Συμ­φω­νικὴ ὀρχή­στρα τοῦ Τα­ταρ­στὰν μὲ διευ­θυ­ντὴ τὸν Βα­ντίμ Βε­νε­ντί­κτοβ (Κα­ζάν, 19 Μαρ­τί­ου 2006).

 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Κομματάκια

 

 

Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος

 

Κομ­μα­τά­κια

 

ΤΑΙΝΙΑ βρι­σκό­ταν στὸ πιὸ κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο της. Πά­νω στὸ λευ­κὸ πα­νὶ οἱ εἰ­κό­νες δι­α­δέ­χον­ταν ἀ­στα­μά­τη­τα ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη. Τὰ πλά­να νὰ πέ­φτουν ἀ­πα­νω­τά, μ’ ἕ­να γρή­γο­ρο ρυθ­μό, λα­χα­νι­α­σμέ­νο. Ἔ­βλε­πα τὸ πό­δι του μπλεγ­μέ­νο στὶς ρά­γι­ες, τὸ τρέ­νο νὰ ἔρ­χε­ται πα­τη­μέ­νο, ξε­φυ­σών­τας κα­πνούς, τὸ πρό­σω­πό του ἱ­δρω­μέ­νο, πά­λι τὸ πό­δι του κι ὕ­στε­ρα ἕ­να γε­νι­κὸ πλά­νο ἀ­πὸ πο­λὺ ψη­λά. Μέ­σα στὴ γε­νι­κὴ ἡ­συ­χί­α, μα­ζὶ μὲ τὴ φα­σα­ρί­α ποὺ ἔ­κα­νε τὸ τρέ­νο πλη­σι­ά­ζον­τας, ἄ­κου­γα ἕ­να ἄ­δει­ο μπου­κά­λι ποὺ κα­τη­φό­ρι­ζε μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα. Ὁ κό­σμος κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα του. Ἕ­σφι­ξα τὸ μπρά­τσο τοῦ κα­θί­σμα­τος μὲ δύ­να­μη. Ἡ ἀ­γω­νί­α του με­ταγ­γι­ζό­ταν μέ­σα μου. Πῆ­ρα τό­τε τὴν ἀ­πό­φα­ση καὶ μπῆ­κα μὲς στὸ σῶ­μα του. Τοῦ ‘­δω­σα τὴ φω­νή μου κι ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι ἐ­γὼ γι’ αὐ­τόν. Βρέ­θη­κα ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὴν ὀ­θό­νη, μὲ τὸ ἕ­να μου πό­δι μπλεγ­μέ­νο στὶς ρά­γι­ες. Κά­τω στὴν πλα­τεί­α καὶ ψη­λὰ στὸν ἐ­ξώ­στη, εἶ­δα τοὺς θε­α­τὲς νὰ χά­σκουν. Μὲς στὸ πη­χτὸ σκο­τά­δι, ξε­χώ­ρι­σα σκόρ­πι­ες σπι­θί­τσες – τὶς κά­φτρες αὐ­τῶν ποὺ κά­πνι­ζαν κρυ­φά, κρα­τών­τας τὰ τσι­γά­ρα χα­μη­λὰ μέ­σα στὴ χού­φτα τους. Ἔ­νι­ω­σα μό­νος. Τὸ τρέ­νο ἐρ­χό­ταν μὲ τα­χύ­τη­τα κα­τα­πά­νω μου, χω­ρὶς ὁ ὁ­δη­γὸς νὰ ξέ­ρει. Κου­νοῦ­σα τὸ πό­δι μου συ­νε­χῶς πά­νω κά­τω, δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρά· κι αὐ­τὸ δὲν ἔ­λε­γε νὰ βγεῖ. Μ’ ἔ­πια­σε ἀ­πελ­πι­σί­α. Ψυ­χὴ δὲ φαι­νό­τα­νε γύ­ρω. Βέ­βαι­α, δὲν εἶ­χα καὶ μὲ κα­νέ­ναν ραν­τε­βού. Μὲ τὴ Σο­φού­λα εἴ­χα­με μα­λώ­σει κι ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας εἶ­χε δου­λειὰ – μό­νος μου ἤ­μου­να καὶ μπῆ­κα στὸ σι­νε­μὰ γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα καὶ νά με τώ­ρα μὲ τὸ δε­ξί μου πό­δι γαν­τζω­μέ­νο στὰ σί­δε­ρα καὶ τὸ τρέ­νο ἀ­κά­θε­κτο ἐ­ναν­τί­ον μου.

         Σὲ μιὰ στιγ­μή, εἶ­δα στὸ μπρο­στι­νὸ βα­γό­νι τὸν ἀγ­κώ­να τοῦ ὁ­δη­γοῦ βγαλ­μέ­νον ἔ­ξω. Φαν­τά­στη­κα ὅ­τι μὲ τ’ ἄλ­λο χέ­ρι θὰ κα­πνί­ζει κι ἀ­μέ­σως νευ­ρί­α­σα ποὺ σὲ τό­σο κρί­σι­μη στιγ­μὴ ὑ­πο­λό­γι­ζα αὐ­τὲς τὶς ἀ­η­δί­ες. Εἶ­πα με­τὰ νὰ λο­γα­ριά­σω σὲ πό­σην ὥ­ρα πε­ρί­που θὰ μὲ πά­τα­γε τὸ τρέ­νο καὶ ξαφ­νι­κὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­τι σὲ πα­ρό­μοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πάρ­χει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ συ­νερ­γεῖ­ο νὰ τρα­βά­ει τὸ φὶλμ καὶ νὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ει πὼς τὰ πάν­τα εἶ­ναι ἕ­να τρίκ, μιὰ κο­ρο­ϊ­δί­α. Γύ­ρω μου ὅ­μως, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα. Τί μοῦ ‘ρ­θε ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ νὰ πά­ρω τὴ θέ­ση του καὶ νὰ μπλέ­ξω τὸ πό­δι μου μέ­σα στὶς ρά­γι­ες; Σκέ­φτη­κα νὰ τὸ κό­ψω γιὰ νὰ γλι­τώ­σω, ἀλ­λὰ με­τὰ μπο­ρεῖ νὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ποι­ός θε­α­τὴς θὰ μοῦ ‘­δι­νε αἷ­μα ἅ­μα ἀ­νά­βα­νε τὰ φῶ­τα; Ἄρ­χι­σα νὰ βρί­ζω. Τὸ τρέ­νο εἶ­χε πλη­σιά­σει πιά. Ἔ­κλα­ψα. Χον­τρὲς στα­γό­νες πή­δη­ξαν ἀ­π’ τὰ μά­τια μου κι ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τη­φο­ρί­ζουν στὸ πρό­σω­πό μου. Ἔ­κλα­ψα χω­ρὶς λυγ­μούς, σι­ω­πη­λά, βου­βά. Τό­τε, λί­γα λε­πτὰ πρὶν ἐ­πέλ­θει τὸ μοι­ραῖ­ον, μοῦ μπῆ­κε στὸ μυα­λὸ ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρω μιὰ ἔκ­φρα­ση ἀ­νά­λο­γη μὲ τὴ στιγ­μή, για­τὶ ξαφ­νι­κά, εἶ­πα, μπο­ρεῖ νὰ φα­νεῖ ὁ σκη­νο­θέ­της καὶ νὰ μοῦ ζη­τά­ει καὶ τὰ ρέ­στα ποὺ τοῦ εἶ­χα κα­τα­στρέ­ψει τὴ σκη­νή. Ἔ­σκα­σα ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο ἀλ­λὰ τὸ ἄλ­λα­ξα ἀ­μέ­σως, για­τὶ κα­τά­λα­βα πὼς δὲν ἦ­ταν τοῦ πα­ρόν­τος. Ὕ­στε­ρα τέν­τω­σα ψη­λὰ τὰ χέ­ρια σὰν νὰ πα­ρα­κα­λοῦ­σα κι ἔ­βγα­λα μιὰ σπα­ρα­κτι­κὴ κραυ­γή. Ὁ ὁ­δη­γὸς τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι του μέ­σα. Τὸ τρέ­νο ἔ­φτυ­σε δυ­ὸ τοῦ­φες κα­πνό. Κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν τὰ τε­λευ­ταῖ­α μου. Γύ­ρι­σα πρὸς τοὺς θε­α­τὲς καὶ τοὺς μούν­τζω­σα μ’ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δι­α­στέλ­λον­τας τὰ δά­χτυ­λά μου τό­σο, ποὺ μὲ πό­νε­σαν. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς φτύ­νω καὶ νὰ τοὺς μουν­τζώ­νω ἀ­στα­μά­τη­τα. Τὸ τρέ­νο πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­π’ τὸ πό­δι μου στριγ­κλί­ζον­τας. Ἄ­κου­σα ἕ­ναν μπερ­δε­μέ­νο κι ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ θό­ρυ­βο. Ὕ­στε­ρα ἔ­σκα­σα κά­τω καὶ τὰ πό­δια μου πολ­το­ποι­ή­θη­καν. Σὰν ἕ­να κομ­μά­τι σπάγ­κος, ποὺ τὸν στρί­βου­με κι ἐ­κεῖ­νος κου­λου­ρι­ά­ζε­ται κι ἀ­να­δι­πλώ­νε­ται, τὸ κορ­μί μου σύ­στρά­φη­κε ὁ­λό­κλη­ρο καὶ χά­θη­κε μὲς στὶς γραμ­μὲς ποὺ τὸ κα­τά­πιαν ἀ­δί­στα­κτα. Ἔ­γι­να μιὰ ἄ­μορ­φη μά­ζα ἀ­πὸ κρέ­α­τα, κό­κα­λα, ξίγ­κια καὶ ὑ­φά­σμα­τα. Δὲν ἔ­νι­ω­θα ὅ­μως κα­θό­λου πό­νο. Οἱ θε­α­τὲς κοι­τοῦ­σαν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Σὲ λί­γο τὸ τρέ­νο πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο καὶ χά­θη­κε στὸ βά­θος, ἀ­μο­λών­τας κά­τι μα­βιὰ συν­νε­φά­κια κα­πνοῦ. Τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τά μου πά­νω στὶς ρά­γι­ες ἔ­νι­ω­θαν τοὺς κρα­δα­σμοὺς τοῦ συρ­μοῦ νὰ ξε­μα­κραί­νουν καὶ νὰ σβή­νουν. Πέ­ρα­σε λί­γη ὥ­ρα χω­ρὶς νὰ γί­νει τί­πο­τα. Δὲν ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς ἔ­δει­χνε ἡ ὀ­θό­νη ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, για­τὶ βρι­σκό­μουν στὸ ὑ­ψό­με­τρο τοῦ ἐ­δά­φους, κομ­μα­τι­α­σμέ­νος καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δῶ πο­λὺ κα­λά. Ἄρ­χι­σα νὰ βα­ρι­έ­μαι σ’ αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­ση τοῦ δι­α­με­λι­σμοῦ. Ἴ­σως ἔ­νι­ω­σα κι ἀ­μη­χα­νί­α. Τό­τε ἦρ­θαν πά­νω ἀ­π’ τὶς γραμ­μὲς τὰ παι­διὰ κι ἀρ­χί­σα­νε τ’ ἀ­στεῖ­α. Κά­να­νε πὼς δὲ μὲ βλέ­πα­νε καὶ νευ­ρί­α­σα μὲ τὴ στά­ση τους. Ὕ­στε­ρα εἶ­πε ὁ Μά­νος: «Κομ­μα­τά­κια ἔ­γι­νε ὁ κα­κο­μοί­ρης», καὶ σω­πά­σα­νε ὅ­λοι. Κρα­τά­γα­νε μιὰ ἔ­νο­χη σι­ω­πή. «Κό­φτε τὴν πλά­κα, ρὲ κω­λό­παι­δα», τοὺς εἶ­πα ἐ­γὼ καὶ πα­ρα­ξε­νευ­τηκά­νε ποὺ μί­λα­γα. Ἡ Σο­φού­λα, μά­λι­στα, ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­λά­σει κι εἶ­χε αὐ­το­μο­λή­σει στὸν Μά­νο, ἔ­σκυ­ψε πά­νω στὶς γραμ­μές, πα­ρά­τη­σε τὴ χε­ρού­κλά του, τὸ βλέμ­μα της δι­α­χύ­θη­κε για­τὶ δὲν ἤ­ξε­ρε πρὸς τὰ ποῦ νὰ μὲ ἀ­τε­νί­σει καὶ εἶ­πε: «Ἐ­γὼ σὲ θέ­λω κι ἂς εἶ­σαι μα­τω­μέ­νος, σὲ θέ­λω, ξέ­ρε το», καὶ τὰ μά­τια της ἔ­παι­ζαν ἀ­νά­με­σα στὶς σάρ­κες, τὰ αἵ­μα­τα, τὰ ροῦ­χα, τὰ τσα­κι­σμέ­να κό­κα­λα καὶ εἶ­δα ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ στά­ζα­νε πά­νω μου δά­κρυ­α, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω σὲ ποι­ὸ ση­μεῖ­ο ἀ­κρι­βῶς τοῦ σώ­μα­τός μου, για­τὶ οἱ σάρ­κες εἶ­χαν ἀ­να­κα­τευ­τεῖ — κομ­μά­τια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια μα­ζὶ μὲ πέ­τσες ἀ­π’ τὰ πό­δια, ὅ­λα ἀ­νά­κα­τα σὰν ρώ­σι­κη σα­λά­τα. Τέ­λος πάν­των, νευ­ρί­α­σα ποὺ εἶ­χαν ἔρ­θει ὅ­λοι, σὰν τε­θλιμ­μέ­νοι συγ­γε­νεῖς, μὲ τὰ με­λὸ αἰ­σθή­μα­τά τους καὶ τὶς κλά­ψες τους καὶ τοὺς ἔ­βρι­σα: «Φύ­γε­τε», εἶ­πα, «δὲ θέ­λω νὰ σᾶς βλέ­πω, τσα­κι­στεῖ­τε ἀ­πὸ δῶ χά­μω», καὶ βου­βα­θή­κα­νε. Μό­νο ὁ Στα­μά­της πῆ­ρε πό­ζα καὶ εἶ­πε: «Δὲν ἔ­χου­με νὰ πᾶ­με που­θε­νά. Γοῦ­στο μας θὰ γί­νεις;» καὶ ἔ­κα­τσε προ­κλη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα, πιὸ κεῖ. «Δι­κό σου εἶ­ναι τὸ μέ­ρος;» μοῦ φώ­να­ξε κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­δύ­να­μος ἔ­τσι κομ­μα­τά­κια, χω­ρὶς συγ­κε­κρι­μέ­νο σῶ­μα, λυ­πή­θη­κα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τοὺς ἀν­τι­με­τω­πί­σω, ἀλ­λὰ βρῆ­κα τὴ δύ­να­μη καὶ τοῦ ἀ­πάν­τη­σα: «Ναί, ρέ, δι­κό μου εἶ­ναι. Ὁ τά­φος μου! Τρέ­χει τί­πο­τα;» καὶ τὸ βού­λω­σε κι αὐ­τός. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο — εὐ­τυ­χῶς δη­λα­δὴ — ἦρ­θε ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, τοὺς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς καὶ τοὺς ἔ­δι­ω­ξε. Φχα­ρι­στή­θη­κα για­τὶ εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ βα­ρι­έ­μαι σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση. Με­τὰ ση­κώ­θη­κα, συ­ναρ­μο­λο­γή­θη­κα, κα­τέ­βη­κα ἀ­π’ τὴν ὀ­θό­νη —πεί­να­γα λί­γο σὰν νὰ μοῦ εἶ­χαν κά­νει ἀ­φαί­μα­ξη— καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ σι­νε­μά. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Κουμ­πώ­θη­κα κι ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο. Στὸ στό­μα μου εἶ­χα μιὰ γεύ­ση στυ­φή. Φύ­ση­ξα τοὺς κα­πνούς, ὅ­πως εἴ­χα δεῖ νὰ κά­νει κι ἡ ἀ­τμο­μη­χα­νὴ πρὶν λί­γο.­..

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος, Κομ­μα­τά­κια, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1995. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐκδ. «Κάλ­βος», 1979.

 

Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1959). Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κομ­μα­τά­κια (1979). Μα­ζὶ τὰ ἑ­πό­με­να βι­βλί­α του Δι­ό­δια (1982) καὶ Τὰ τζιτ­ζί­κια (1985) συγ­κρο­τοῦν τὴν τρι­λο­γί­α Ἡ γε­νιά μου ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ἕ­να τό­μο τὸ 2003.

 

Vangelis Raptopoulos: In Pieces

 

 

Vangelis Raptopoulos

 

In Pieces

 

HE MOVIE was at its climax. On the white screen images followed one right after the other. The takes fell in succession, with a quick rhythm, breathlessly. I could see his leg tied to the rails, the train coming at full speed, spewing forth smoke, his face sweaty, again the foot, and later a wide-angle shot from above. In the midst of the general silence, along with the stir the oncoming train made, I could hear an empty bottle rolling down the aisle. The audience held its breath. I squeezed the arm of my seat hard. His agony was transfused into me. It was at that moment, I made up my mind and entered his body. I gave him my voice and began to think me instead of him. Thus, I suddenly found myself on the screen, with one of my legs tied to the_ rails. Down in the main floor seats and high up in the balcony, I saw the audience gaping. In the thick darkness, I could single out scattered sparks — the embers of those who were smoking secretly, holding their cigarettes low in the palms of their hands. I felt all alone. The train was rapidly coming towards me, without the engineer knowing that I was there. I moved my foot continually up-down, right-left, but it wouldn’t come loose. I was seized with despair. Not a soul was around. True, I didn’t have a meeting with anyone. I’d gotten into a fight with Sophoula, and Odysseus had something to do – I’d been alone and went to a movie to pass the time and here I am with my right foot, hooked on the track and the unchecked train opposite me.

         In a moment I saw the elbow of the engineer outside the first car. I imagined that, he was smoking with his other hand and immediately I became upset’that at such a serious moment I attached importance to such trivia. Then I told myself to count how much time was left before the train runs me over and suddenly I remembered that in similar circumstances there is always a camera crew shooting the film, thereby proving how everything is a trick, a lie. Around me, though, there was nothing. I was disillusioned. What had come over me suddenly to take his place and get my leg tied to the rail? I thought I’d cut it off in order to get away, but afterwards I could die of a hemorrhage. Which spectator would give me blood if the lights were turned on? I began to swear. The train had definitely drawn closer. I cried. Heavy drops leapt out of my eyes and began to run down my face. I cried without sobbing, silently, dumbly. Then, a few minutes before the inevitable occurred, it came to me that I should take an expression analogous to the moment because suddenly, I said, the director could appear and say, on top of that, that I destroyed the scene. I broke into a wide grin but changed it immediately, because I understood that it wasn’t the right thing for the moment. Then I stretched my arms high as if begging and let out a heart-rending shout. The engineer pulled his arm inside. The train spit out two puffs of smoke. I knew it was the end. I turned towards the audience and, with all my strength, made a gesture against them till my fingers hurt. I began to spit on them and gestured without stopping. The train ran shrilly over my foot. I heard a confused and hair-raising noise. Then I broke below and my legs turned to pulp. Like a piece of string, which is coiled, braided, and doubled over, my whole body was twisted, got lost in the tracks, and was promptly swallowed up. I became an amorphous mass of meat, bones, fat, and fabric. But, I didn’t feel any pain at all. The spectators were looking confounded. In a little while the whole train passed completely and was lost in the distance, leaving behind some dark purple puffs of smoke. My remains upon the tracks could feel the vibrations dying away as the train went far off. A little time passed with nothing happening. I don’t exactly know what the screen showed that minute, because I found myself at ground level, in pieces, and couldn’t see very well. I began to get bored with this predicament of dismemberment. Perhaps, I also felt perplexed. Then, my gang came along the tracks and the jokes began. They acted as if they didn’t see me and I became upset at their attitude. Then Manos said, “The poor guy got cut to pieces,” and they all became quiet. A guilty silence prevailed. “Cut out the funny stuff, you guys,” I myself told them and they found it strange I was talking. Especially Sophoula, even though we’d broken up and she’d deserted me for Manos, bent over the rails, dropping his huge hand; her glance was diffused because she didn’t know where to look at me. She said, “I want you even if you are stained with blood, I want you, you know that,” her eyes playing among the flesh, the blood, the clothes, the broken bones and I saw that she was crying and tears were falling on me, without me knowing exactly on which point of my body, because the flesh was all mixed up — pieces from the hands with skin from the feet, all mixed up like Russian salad. Finally, I got upset that they’d all come like grief-stricken relatives, with their melodramatic sentiments and their moans and I insulted them. “Get lost,” I said. “I don’t wanna see you, get the hell out of here,” and they were struck dumb. Only Stamatis struck a pose and said, “We’re gonna stay here. Are you gonna, tell us what to do?” and he sat provocatively on the ground, a little over there. “Is this spot yours?” he yelled at :me and I felt weak like this, in pieces, without a concrete body, I was sorry ‘ I couldn’t face them, but I found the strength to answer him, “Hey, it’s mine. My grave! Do you mind?” And, he, too, shut up. After a little while —luckily, that is— Odysseus came, yelled at them, and threw them out. I was thankful because I’d begun to get bored with the situation. Afterwards, I got up, reassembled myself, came down off the screen —I was a little hungry as if they’d drawn my blood— and left the theater. Outside it was chilly. I buttoned up and lit a cigarette. In my mouth I had a bitter taste. I blew out the smoke, as I’d seen the engine do a little while before…

  

 

Vangelis Raptopoulos (Athens, 1959). He studied education and journalism. From 1980 to 1981 he lived in Sweden, and in 1984 spent a half-year in the United States on an International Writing Program scholarship. His first work, published at age 20, In pieces (1979), was enthusiastically received; excerpts were translated into English, French, German and Swedish. His next two novels, Toll Gates (1982) and The Cicadas (1985) ― with which he completes a trilogy-team portrait of his generation, during its adolescence ―, established him as one of Greece’s most promising young authors. (The trilogy was published in one volume, under the general title: My Generation in 2003.)

 

 Translated from the Greek by

Anna Lillios is an Associate Professor of English at the University of Central Florida. She is the author of Crossing the Creek: The Literary Friendship of Zora Neale Hurston and Marjorie Kinnan Rawlings, which will be published in summer 2010 by the University Press of Florida. She edited the collection Lawrence Durrell and the Greek World. She is the editor of Deus Loci: The Lawrence Durrell Journal, the co-editor of the Marjorie Kinnan Rawlings Journal of Florida Literature, and a coeditor of the Zora Neale Hurston Electronic Archive. She is the executive director and trustee of the Marjorie Kinnan Rawlings Society. She received the 2008 Distinguished Colleague award from the Florida College English Association.