Κώστας Μαυρουδῆς: [Ἔχουν περάσει δεκαετίες…]

 

 

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς

 

[Ἔ­χουν πε­ρά­σει δε­κα­ε­τί­ες…]

 

­ΧΟΥΝ ΠΕ­ΡΑ­ΣΕΙ ΔΕ­ΚΑ­Ε­ΤΙ­ΕΣ ἀ­φό­του εἶ­δα τὸ ντο­κι­μαν­τὲρ τοῦ Βέρ­νερ Χέρ­τζοκ «Στὴ χώ­ρα τῆς σι­ω­πῆς καὶ τοῦ σκό­τους». Οἱ τρό­φι­μοι ἑ­νὸς ἱ­δρύ­μα­τος τυ­φλῶν καὶ κω­φα­λά­λων πε­τοῦ­σαν πά­νω ἀ­π’ τὶς Ἄλ­πεις. Ἕ­νας συ­νο­δός τους πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν εἰ­κό­να τοῦ βου­νοῦ μὲ τὸ τυ­φλὸ ἀλ­φά­βη­το (ση­μεῖ­α-ἀγ­γίγ­μα­τα στὴν πα­λά­μη). Ὁ κα­θέ­νας με­τέ­δι­δε τὸ το­πί­ο στὸ δι­πλα­νό του, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Τὸ θυ­μή­θη­κα ἕ­να πο­λὺ ζε­στὸ με­ση­μέ­ρι στὸ κέν­τρο τοῦ Ρί­μι­νι, στὸ στε­νὸ δρό­μο ποὺ ὁ­δη­γεῖ ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τῶν Τρι­ῶν Μαρ­τύ­ρων στὴν Ἁ­ψί­δα τοῦ Αὐ­γού­στου. Δέ­κα νέ­οι, τυ­φλοὶ καὶ τῶν δύο φύ­λων, περ­πα­τοῦ­σαν πί­σω μου. Πι­θα­νὸν ἦ­ταν ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς πε­ρί­πα­τος, για­τὶ ἄ­κου­σα νὰ ζη­τοῦν ἀ­πὸ κά­ποι­ον νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ εὕ­ρι­σκε μπρο­στά του καὶ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει στοὺς ἄλ­λους. Ἐ­κεῖ­νος στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κυρ­τό, μὲ πλού­σια δι­α­κό­σμη­ση, κιγ­κλί­δω­μα πα­ρα­θύ­ρου. Ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὰ σχή­μα­τα ποὺ ἄγ­γι­ζε. Εἶ­χε συ­ναν­τή­σει κι ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­πε, τό­σο κομ­ψὰ μο­τί­βα. Ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α τοῦ δι­πλα­νοῦ κα­φε­νεί­ου εἶ­δα ἕ­ναν σκύ­λο ποὺ ἀ­πο­σπά­στη­κε καὶ τὸν πλη­σί­α­σε, ἐ­νῶ ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ­νος ψη­λα­φοῦ­σε. Ἄρ­χι­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὰ πα­πού­τσια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του. Ὁ τυ­φλός, σκύ­βον­τας λί­γο, τὸν χά­ι­δε­ψε ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μέ­χρι τὴν οὐ­ρά, ποὺ κου­νι­ό­ταν φι­λι­κά. «Ἕ­να κα­νε­λὶ Λαμ­πραν­τόρ», δή­λω­σε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα. Δὲν ἀ­πευ­θυ­νό­ταν τό­σο στοὺς ἄλ­λους ὅ­σο στὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α τοῦ κα­τα­σκό­που, ποὺ εἶ­χε μεί­νει ἄ­ναυ­δος μ’ αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­σε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται, πε­ρί­ερ­γε», σὰν νὰ τοῦ ἔ­λε­γε, «ποὺ τὸ ἄ­τυ­πο μά­τι τῆς ἁ­φῆς ἔ­χει τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα μὲ τὴν ὅ­ρα­σή σου;».

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴ ­σει­ρὰ Ἀ­φη­γή­μα­τα μὲ σκύ­λους.

 

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (1973). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Στε­νο­γρα­φί­α (2006). Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: