Raffaele La Capria: Φτωχή μου Κουκουβάγια

 

 

Ρα­φα­έ­λε Λὰ Κά­πρια (Raffaele La Capria) 

 

Φτω­χή μου Κου­κου­βά­για

(La civettina)

 

ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ ποὺ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ἐ­ξέ­πεμ­πε τὸ ἐ­ρω­τι­κό της κά­λε­σμα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἐ­πί­κλη­ση μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­τυμ­πά­νι­ζε σ’ ὅ­λη τὴν οἰ­κου­μέ­νη, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!», ἀν­τη­χοῦ­σε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ αὐ­τὶ τοῦ χω­ρι­κοῦ ποὺ κοι­μό­ταν στὴν κα­λύ­βα πιὸ κά­τω, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο ὅ­που ἐ­κεί­νη κούρ­νια­ζε. Τὸ χα­λά­ζι ποὺ εἶ­χε πέ­σει μπό­λι­κο τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῶν ἀμ­πε­λώ­νων, ὁ και­ρὸς δὲν φαι­νό­ταν νὰ ὑ­πό­σχε­ται τί­πο­τε κα­λύ­τε­ρο —ἤ­τα­νε συ­νε­χό­με­να ἀ­στα­θής— καὶ τώ­ρα ἐ­κεί­νη ἡ φω­νὴ προ­μή­νυ­ε λὲς κι ἄλ­λες ζη­μι­ές. Ὁ χω­ρι­κὸς κόλ­λη­σε τὸ πρό­σω­πο στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε τὴ με­γά­λη σκού­ρα μά­ζα πά­νω στὴν κα­ρυ­διὰ ποὺ ὀρ­θω­νό­ταν μπρο­στὰ στὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ κεῖ τοῦ ξα­νάρ­θε τὸ κά­λε­σμα τῆς κου­κου­βά­γιας. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει βλέ­πεις δαῦ­τον κεῖ­νο τὸ δυ­σοί­ω­νο που­λί, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν ἤ­δη πέ­σει τό­σες συμ­φο­ρὲς στὸ σπι­τι­κό του, λὲς καὶ δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ μί­ζε­ρη ἡ ζω­ὴ ποὺ περ­νοῦ­σε, σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ σκλη­ρὸ τὸ χα­λά­ζι τῆς προ­η­γού­με­νης. Τὸ πα­λιὸ ἔ­θι­μο, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σεις τὸ κα­κὸ μά­τι, ὁ χω­ρι­κὸς τὸ γνώ­ρι­ζε κα­λά, κι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν χρό­νων τοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ ἴ­διος μὲ ἀ­κρί­βεια θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Πῆ­ρε τὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ του­φέ­κι ποὺ κρε­μό­ταν στὸν τοῖ­χο κι ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν μὲ τὸ σώ­βρα­κο κα­τέ­βη­κε πα­τών­τας στὶς μύ­τες τῶν γυ­μνῶν του πο­δι­ῶν καὶ δί­χως νὰ κά­νει κα­θό­λου θό­ρυ­βο στὸ χορ­τά­ρι κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θά­μνο, ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πιὸ πα­χύ. Στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς νύ­χτας στά­θη­κε μὲ τὸ αὐ­τὶ τεν­τω­μέ­νο, ὅ­μοι­ο μὲ ζώ­ου τοῦ δά­σους, ὥ­στε νὰ ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ ποι­ὸ ση­μεῖ­ο ἀ­κρι­βῶς προ­ερ­χό­ταν τὸ σκού­ξι­μο τῆς κου­κου­βά­γιας. Κι ἐ­κεί­νη νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει σὲ ὅ­λο τὸ ἔ­να­στρο σύμ­παν ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὸ κά­λε­σμα ἐ­κεῖ­νο τοῦ ἔ­ρω­τα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!» Ἐ­κεῖ εἶ­σαι, ἔ; Μιὰ του­φε­κιὰ λαμ­πά­δια­σε στὸ σκο­τά­δι καὶ νά, ἡ φτω­χὴ κου­κου­βά­για πέ­φτει κά­τω χτυ­πη­μέ­νη στὴ φτε­ρού­γα.

         Γιὰ ἕ­να χω­ρι­κὸ ποὺ ὑ­πα­κού­ει σὲ μιὰ μοι­ρο­λα­τρι­κὴ ἐ­πι­τα­γή, γιὰ ἕ­ναν μί­ζε­ρο χω­ρι­κὸ μα­θη­μέ­νο νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴν βί­αι­η δύ­να­μη τοῦ κα­κοῦ καὶ τὰ σκο­τει­νά της μη­νύ­μα­τα μὲ μο­να­δι­κὰ ὅ­πλα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἡ ὠ­μὴ γνώ­ση τῶν αἰ­ώ­νων τὸν ἐ­φο­δί­α­σε, δὲν εἶ­ναι ἀ­παν­θρω­πιά, πα­ρὰ μό­νο ἕ­να τε­λε­τουρ­γι­κὸ ξόρ­κι νὰ καρ­φώ­σει ζων­τα­νὴ μιὰ κου­κου­βά­για στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἔ­τσι λοι­πὸν χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ δι­στά­σει, ἤ­ρε­μα τὴν σταύ­ρω­σε τὴ φτω­χὴ κου­κου­βά­για κι ἐ­ξί­σου ἤ­ρε­μα χτύ­πη­σε καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε τὰ καρ­φιὰ ποὺ τὴ στέ­ρι­ω­ναν μὲ τὰ φτε­ρὰ ἀ­νοιγ­μέ­να πά­νω στὸ ξύ­λο. Ἡ κου­κου­βά­για στὴ στιγ­μὴ τοῦ τε­τέ­λε­σται δί­πλω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ πλευ­ρά, οὔρ­λια­ξε καὶ συ­σπά­στη­κε ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ φρι­χτοῦ πό­νου ποὺ τὴ δι­α­περ­νοῦ­σε, ὥ­σπου τὰ πυ­κνά της βλέ­φα­ρα, τό­σο ὅ­μοι­α μὲ τ’ ἀν­θρώ­πι­να, ἔ­κλει­σαν στὰ με­γά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μά­τια ποὺ σβή­να­νε ἀρ­γὰ στὸ ψυ­χορ­ρά­γη­μά της. Ὁ χω­ρι­κὸς κοί­τα­ξε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος τὴν δου­λειὰ τε­λει­ω­μέ­νη κι ἔ­τσι σί­γου­ρος πιὰ γύ­ρι­σε γιὰ ὕ­πνο στὸ κρε­βά­τι του. Τώ­ρα τὸ χα­λά­ζι θὰ ἀ­πέ­φευ­γε τὸ χω­ρά­φι του κι ἡ κου­κου­βά­για ποὺ προ­η­γου­μέ­νως μὲ τὸ κά­λε­σμά της τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε, θὰ ξε­ραι­νό­ταν σι­γὰ σι­γὰ στὴν πόρ­τα του προ­στα­τεύ­ον­τάς τον ἀ­πὸ τὶς συμ­φο­ρὲς τοῦ κό­σμου.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Raffaele La Capria, Fiori giapponesi (1979).

 

Raffaele La Capria (Νά­πο­λη τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1922). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὸς ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὰ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο Tre romanzi di una giornata (1982, Einaudi, Torino).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μὲς καὶ Ὥ­ς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: