Νατάσα Κεσμέτη: Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

 Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ

 

ΙΩΘΑΜΕ ΠΙΑΣΜΕΝΟΙ γιὰ τὰ κα­λά, ἔ­τσι ἰ­σο­πε­δω­μέ­νοι ὁ­ρι­ζόν­τια ποὺ βρι­σκό­μα­σταν τό­σον και­ρό, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἄ­σκη­μο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς λά­χει, για­τί μᾶς βρῆ­κε ἀ­να­πάν­τε­χα, κι ὅ,τι εἴ­πα­με πὼς ἐ­πι­τέ­λους τὰ εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με – κα­θὼς μᾶς τὸ βε­βαι­ώ­να­νε οἱ πα­λι­ό­τε­ροι στὴ σύ­να­ξη, τὸν πρῶ­το και­ρὸ ποὺ κα­τε­βή­κα­με δῶ στὰ ρι­ζά: «Νὰ μὴν ἀμ­φι­βάλ­λε­τε δι­ό­λου!», «Καὶ βέ­βαι­α θὰ συ­νη­θί­σε­τε!», «Νά, δεῖ­τ’ ἐ­μᾶς!…» καὶ κου­νού­σα­νε μὲ κα­τα­νό­η­ση τὰ κρα­νί­α με­τα­ξύ τους, σὰ νὰ ξέ­ρα­νε αὐ­τοί, τό ‘­χα­νε πε­ρά­σει τὸ δύ­σκο­λο πρῶ­το στά­διο…

         «Μπά, μ’ αὐ­τὰ τὰ στά­δια», γέ­λα­σε τὴν πρώ­τη φο­ρὰ κά­ποι­ος ἢ κά­ποι­α (ποῦ νὰ ξε­χω­ρί­σου­με τό­τε, ἔ­τσι πρω­το­ριγ­μέ­νοι πού ‘­μα­σταν στὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α δι­α­κρι­τι­κῶν, κα­θὼς θαρ­ρέ­ψα­με ἐν­τε­λῶς βι­α­στι­κὰ κι ἐ­πι­πό­λαι­α ἀ­π’ τὴν πρώ­τη μα­τιά), «Κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε τὸ εἶ­δος! Σω­σμὸ νὰ μὴν ἔ­χου­νε τ’ ἀ­θε­ό­φο­βα!»… Καὶ ὅ­λοι τὸν συ­νο­δέ­ψα­με σὲ γέ­λιο ἀ­βί­α­στο καὶ τέ­λεια εἰ­ρη­νι­κό, σὰν προ­έ­κτα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ λό­γου (τί λό­γου, ψί­θυ­ρου ἂς ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα), μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ σφι­χτο­κλει­σμέ­να σα­γό­νια, τεν­τω­μέ­να στὴ μο­να­δι­κὴ γκρι­μά­τσα: τοῦ μοι­ραί­ου ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νου χα­μό­γε­λου τῶν νε­κρῶν… Ἔ­τσι πά­λι μᾶς πρω­το­φά­νη­κε. Αὐ­τὰ τὰ τε­λει­ω­τι­κά, ἀ­πό­λυ­τα, ἐν­σφρά­γι­στα ἐ­πί­θε­τα ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ὅ,τι χα­ρα­κτή­ρι­ζε τὸν πρῶ­το μας και­ρό, στὰ δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­πό­λυ­της αὐ­το­συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­το­πα­ρατή­ρη­σης ποὺ πέ­σα­με μὲ τὸ ποὺ ἔ­κλει­σε κά­θε πρό­σβα­ση γιὰ τ’ ἀπά­νου ὅ­πως πι­στέ­ψα­με μα­ζὶ μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους κι ἐ­μεῖς τὰ θύ­μα­τα, νὰ ποῦ­με…

        Κι ὅ­πως λοι­πόν μᾶς βρῆ­κε ὁ­λό­τε­λα ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους τέ­τοι­α μα­κρο­χρό­νια, ἐν­τα­τι­κὴ καὶ πολυ­ό­φθαλ­μη θά ‘­λε­γε κα­νεὶς αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση: ἀ­φοῦ κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου καὶ πε­ρί­που οἰ­κεί­ου ὣς τό­τε σχή­μα­τός μας συμ­με­τεῖ­χε στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­πέκ­δυ­ση καὶ σύγ­χρο­να ἀ­πορ­ρό­φη­ση κι ἐ­σώ­τα­τη συρ­ρα­φὴ μὲ τὸ πε­ρι­έ­χον μας — πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­σποῦ­σε διαρ­κῶς τὴν προ­σο­χή μας ἀ­π’ ὅ,τι ἄλ­λο μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό μας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, σὲ μιὰ βου­βὴ κα­τά­πλη­ξη ἀ­πὸ τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ πρω­το­δο­κι­μά­ζα­με, ὄ­χι ἁ­πλὰ σὰν αἴ­σθη­μα, μὰ σὰν κά­τι πο­λὺ ἄ­με­σο, πραγ­μα­τι­κὸ κι ἐ­φαρ­μό­σι­μο σὲ κά­θε μας κύτ­τα­ρο (ποὺ ἄ  ­ν  ο  ι  ­γ  ε νὰ δο­κι­μά­σει στὴν ἴ­δια του τὴν οὐ­σί­α κι ὣς τὸν πλή­ρη ἐ­ξου­θε­νω­μὸ τοῦ πυ­ρή­να του τὴν ἀ­φάν­τα­στη αὐ­τὴ ἐμ­πει­ρί­α), δὲν εἴ­χα­με μά­τια γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, πα­ρὰ μ’ ἕ­ναν τρό­πο δι­αι­ω­νί­ζα­με μό­νο τὶς πα­λι­ές μας ψευ­δαι­σθή­σεις, κου­βα­λού­σα­με ἀ­κό­μα τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις ποὺ σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή μας στά­θη­καν τέ­τοι­α αἰ­τία τυ­φλα­μά­ρας, καὶ πέ­ρα­σ’ ἔ­τσι κάμ­πο­σος χρό­νος, ὥ­σπου ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ φω­σφο­ρι­κὸ φῶς ποὺ κου­φό­καιγ’ ἕ­να γύ­ρω μας ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὶς πο­λυ­δαί­δα­λες στο­ὲς τῆς σι­ω­πῆς ποὺ δια­ρκῶς καὶ δια­ρκῶς ἄ­νοι­γαν, βγά­ζον­τας ἀλ­λοῦ κι ἀλ­λοῦ μὲ μιὰν ἀ­πί­στευ­τη ἁ­πλο­χω­ριὰ πού ‘­δε­νε τὴν πιὸ ἀ­πό­λυ­τη μο­να­ξιὰ μὲ τὴν πιὸ στε­νὴ κοι­νό­τη­τα.

        Ἄ, τί ἀ­να­σα­σμὸς βα­θὺς ξέ­φυ­γε τό­τε ἀ­π’ τ’ ἀ­να­κου­φι­σμέ­να γυ­μνά μας χεί­λη, σὰν ἐ­πι­τέ­λους ὅ­λα νά ‘­χα­νε ἀ­παν­τη­θεῖ, σὰν ἐ­πι­τέ­λους νά ‘­χα­νε χω­ρι­στεῖ τὰ ἐ­ρί­φια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μνούς, τὰ πε­ριτ­τὰ ἀ­πὸ τὰ πρώ­της χρεί­ας καὶ τὸ Ἀ­πο­λύ­τως Ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ κα­ταύ­γα­ζε τὴ ζω­ή μας Μέ­γας Κα­νών.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ πράγ­μα­τι ἀν­τι­κρύ­σα­με τοὺς γει­τό­νους μας, ποὺ πράγ­μα­τι κα­τα­λά­βα­με τί μᾶς ἔ­λε­γαν τό­σον και­ρὸ οἱ πα­λιό­τε­ροι, ποὺ πράγ­μα­τι ἀρ­χί­σα­με νὰ κα­τοι­κοῦ­με τὸ «Ρι­ζί­διο 1.000.777 στὸ ἄ­πει­ρο ἀ­ε­νά­ως Ἐ­πα­να­φε­ρό­με­νο Βα­θιὰ τῆς Γε­ω­κεν­τρι­κῆς Ρί­ζας: Αὐ­τό – ὁ Τό­πος – Ἐ­μεῖς».

        Κι ὅ,τι ἀρ­χί­σα­με νὰ μπαί­νου­με στὰ μυ­στι­κά, νὰ ξε­χω­ρί­ζου­με τὰ δι­α­κρι­τι­κά, τὶς ἀ­πο­κλί­σεις, τὶς με­τα­πτώ­σεις, τὶς με­τα­κι­νή­σεις καὶ τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις ἀ­κό­μα τοῦ πε­ρι­έ­χον­τός μας καὶ μά­λι­στα μ’ ἀ­τά­ρα­χτη σχε­δὸν κι οὐ­δέ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη νὰ συν­τυ-χαί­νου­με πα­λιοὺς γνω­στούς, φί­λους καὶ συγ­γε­νεῖς ἀ­π’ τ’ ἀ­πά­νου, ἦρ­θε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ μου­δι­ά­σμα­τος νὰ τὰ χα­λά­σει ὅ­λα!

        Πᾶ­νε κι οἱ ἀ­νέ­να­ες κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κό, οἱ ἀ­ό­ρα­τες δι-ε­πι­σκέ­ψεις τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ μας πο­λύ­πο­δα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ πο­λύ­στρο­φα ἐ­λα­στι­κά του σπει­ρά­μα­τα… Πά­ει ἡ χα­ρὰ τῆς πιὸ παι­δι­κῆς μας ἀ­να­κού­φι­σης καὶ πλη­ρό­τη­τας.

        Τὸ «ὁ­ρι­ζόν­τια» ἦ­ταν μιὰ συ­νεί­δη­ση ἀ­νυ­πό­φο­ρη καὶ τυ­ραν­νι­κή.

        Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ἦ­ταν ἔ­τσι. Μπο­ρεῖ νὰ τὸ νο­μί­ζα­με — ἀλ­λὰ τί μ’ αὐ­τό;

        Γιὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ τέ­λεια ἐ­πί­πε­δη συ­νύ­παρ­ξη.

        Οἱ πα­λι­ό­τε­ροι ὡ­στό­σο μοι­ά­ζα­νε νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­νε. Μό­νο ποὺ δὲ μᾶς λέ­γα­νε πιὰ πὼς θὰ τὸ συ­νη­θί­σου­με κι αὐ­τό, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἕ­να ὕ­φος μοι­ραῖ­ο, σάμ­πως ὅ,τι μᾶς συ­νέ­βαι­νε νὰ ἦ­ταν ὁ πιὸ με­γά­λος πει­ρα­σμὸς τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου, κι αὐ­τοὶ στὴν παν­σο­φί­α τους ἢ τὴν πα­νά­γνοι­ά τους (ἐ­πι­τέ­λους τὸ ἴ­διο κά­νει, σὲ μιὰ θέ­ση σὰν τὴ δι­κή μας) τὸ ξέ­ρα­νε κα­λὰ πό­σο ἐ­σα­εὶ ὑ­πάρ­χων, ἀ­ήτ­τη­τος ἐ­φευ­ρέ­της νέ­ων πα­γί­δων, παν­τε­πό­πτης τοῦ ἀ­πά­νω καὶ τοῦ κά­τω κό­σμου εἶ­ναι ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος, λὲς καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρὰ τὸ «ἄλ­λο μά­τι τοῦ Θε­οῦ» ἢ ἁ­πλῶς τὸ δια­ρκῶς «πα­ρα­κά­τω στά­διο»…

        «Ἄχ, αὐ­τὰ τὰ στά­δια!» γέ­λα­γαν ὅ­λοι μα­ζί, μ’ ἕ­να φουρ­φου­ρι­στὸ τρί­ξι­μο, σὰ νά ‘­ταν τὰ ἄ­σπρα τους κό­κα­λα ἀ­πὸ πα­πυ­ρό­χαρ­το, πα­νά­λα­φρα χει­ρό­γρα­φα ἀν-ά­ξια ἀπο­θε­μέ­να στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τῶν Κεν­τρι­κῶν Βα­θῶν, μί­λια κά­τω ἀ­π’ τὸ Φλοι­ὸ οἱ ὑ­πέρ­γη­ροι τῆς σύ­να­ξης — καὶ τό­τε μᾶς πρω­τοδώ­σα­νε πά­νω στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου μας τὴν ἄ­δεια καὶ ὁ  ­δ  η  ­γ  η  ­θ  ή  ­κ  α  ­μ  ε…

        Πό­σο δὲν ἦ­ταν πάγ­κλει­στες οἱ προ­σβά­σεις λοι­πόν! Πό­σο τὸ ἀ­πά­νου καὶ τὸ κά­του εἰ­σχω­ρούσα­νε βα­θιὰ τό ‘­να μέ­σα στ’ ἄλ­λο! Πό­σο, μιᾶς καὶ βρε­θή­κα­με κά­πο­τε, ἀ­πο­κλει­ό­ταν νὰ χα­θοῦ­με πο­τέ – σάμ­πως τὸ νὰ ὑ­πάρ­χεις καὶ τὸ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ τὸ ἴ­διο ἀ­χνά­ρι ἰ­δω­μέ­νο ἀ­πὸ μέ­σα ἢ ἀ­π’ ἔ­ξω, ἡ ἴ­δια δι­κα­στι­κὴ συν­θή­κη ποὺ σὲ προσ­δέ­νει ἐ­σα­εὶ στὸ δι­πλὸ ἕ­δρα­νο τοῦ Κα­τή­γο­ρου καὶ Κα­τη­γο­ρού­με­νου κό­σμου, ἡ ἴ­δια αἰ­ώρη­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­νάρ­χαι­α σχή­μα­τα, τῶν ἴ­δι­ων ποι­ο­τή­των: Ψη­λά-Χα­μη­λά, Ὀ­δυ­νη­ρά-Ἡ­δο­νι­κὰ καὶ τἀνά­πα­λιν…

        Καὶ ὁ­δη­γη­θή­κα­με λοι­πὸν πά­λι στὴν Πύ­λη!

        …Φύ­σα­γε ἕ­να ἀ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο, κατα­ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ φυ­σᾶ στὴν πα­τρί­δα ποὺ πρωτα­νοί­ξα­με τὰ μά­τια μας, πέ­ρα στὴ Με­σό­γει­ο, τὶς μέ­ρες τῆς αἰ­θρί­ας, μὲ τὸν ἥ­λιο ἀ­η­τό­που­λο νὰ ξα­πλώ­νει πάγ­χρυ­σες φτε­ροῦ­γες κα­τὰ τὰ μέ­ρη μας κι ἀ­νά­με­σά τους νὰ κυ­λᾶ­νε τὰ σύν­νε­φα τῆς μέ­ρας, οἱ θά­λασ­σες ποὺ μᾶς τα­ξι­δεύ­α­νε τὶς πα­ρα­λί­ες ὣς τὰ πιὸ μα­κρι­νὰ νη­σιὰ τῶν ὠ­κε­α­νῶν… καὶ μὲ βα­θιὰ γνώ­ρι­μη χα­ρὰ τεν­τω­θή­κα­με κ ά ­θ  ε  ­τ  ο  ι καὶ σκαρ­φα­λώ­σα­με στὸν τοῖ­χο μπρο­στὰ ἀ­π’ τὴ σει­ρὰ τῶν βα­θυ­πρά­σι­νων (κι ἴ­σα­με τὸ μπλέ) κυ­πα­ρισ­σι­ῶν, κρε­μών­τας τὰ πό­δια μας ἔ­ξω, ὅ­πως πο­λὺ πα­λιά, παι­διὰ πά­νω στὶς ξε­ρο­λι­θι­ὲς ἢ τί­πο­τα μαν­τρό­τοι­χους, σὰν ἔ­πε­φτε σι­ω­πὴ καὶ κοι­τού­σα­με πέ­ρα… Ἤ­μα­σταν τό­τε μα­ζὶ κι ὅ­μως μό­νοι. Μέ­σα στὴν ἀν­τη­λιὰ ἢ τὶς ἀ­πό­βρα­δες σκι­ὲς μό­νοι κι ὅ­μως μα­ζὶ κου­νών­τας τὰ πό­δια καὶ κοι­τών­τας πέ­ρα… ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­νέ­τελ­λε ἕ­να βου­νὸ ἢ μί­α βλε­φα­ρί­δα φεγ­γά­ρι κι οἱ ὧ­ρες μᾶς δι­α­περ­νοῦ­σαν μ’ ἕ­να δί­χτυ τό­σο λε­πτὸ καὶ πυ­κνὸ ποὺ ἤ­μα­σταν πιὰ ἐ­μεῖς οἱ Ὧ­ρες, ἐ­μεῖς τὰ χρυ­σὰ ψά­ρια στὸ δί­χτυ τοῦ Θε­οῦ… Τὰ πό­δια μας πτε­ρύ­για ἢ ἀ­στρα­φτε­ρὲς οὐ­ρὲς κι ἀ­νε­βαί­να­με κά­θε­τα σὲ μί­αν Ἀ­νά­λη­ψη, για­τί Ἕ­να Αἴ­νιγ­μα μᾶς τρα­βοῦ­σε. Μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, φρι­κί­α­ση, στὴ σι­ω­πή… βομ­βοῦ­σε: εἶ­μαι… ε  ἶ  ­μ  α  ι…

        «Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ… Καὶ κά­του κα­λὰ εἶ­ναι…», εἶ­πε ἄ­ξαφ­να ὁ Φαῖ­δρος, ποὺ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ σώ­παι­νε, καὶ τεν­τώ­θη­κε κά­θε­τος μ’ ἀ­πό­λαυ­ση φα­νε­ρὴ καὶ φω­νὴ ὅ­πως ἡ τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τό­τε, μπρο­στὰ στὰ λαμ­πρὰ πα­ρά­θυ­ρα, μὲ τὸν ἀ­λα­φρὸ ἀ­τμὸ τοῦ κα­φὲ καὶ τὴν ὥ­ρι­μη γυ­ναί­κα τοῦ σπι­τιοῦ τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια σάμ­πως ἀ­δι­ό­ρα­τα λυ­πη­μέ­να, ἢ σὰ νὰ τό ‘χει πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἀ­πὸ και­ρὸ πὼς ἐ­κεῖ θὰ δύ­ει γλυ­κὰ μα­ζί του κι αὐ­τή, ἐ­νῶ τῆς φω­τί­ζει τοὺς θαμ­ποὺς λο­βοὺς τῶν αὐ­τι­ῶν, καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να χέ­ρια ποὺ ξε­χνᾶ­νε, στα­θε­ρὰ ξε­χνᾶ­νε πιά… ἐ­κτὸς κι ἂν εἶ­ναι γιὰ μι­κρὰ παι­διά: νὰ τοὺς ὑ­ψώ­νουν τὸ πη­γού­νι καὶ νὰ βλέ­πουν ἐ­κεῖ μέ­σα ἄ­πει­ρα τρυ­φε­ρά, ὥ­ρα κι ὥ­ρα, ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ χει­ρο­νο­μί­α τῆς ζω­ῆς, τὸ ἀ­δι­ά­κο­πο πη­γαι­νέ­λα της στ’ ἄ­φω­να μά­τια τους, ποὺ γε­λᾶ­νε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, δί­χως νὰ τα­ρά­ζον­ται, δί­χως ν’ ἀμ­φι­σβη­τοῦν.

        —Θαρ­ρεῖς καὶ μό­νο αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα κα­τοί­κη­σες, πα­ρα­κμια­κή! Ἀ­π’ ὅ­λο τὸ χρό­νο κι ἀ­π’ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μό­νον εἰς τά… πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν, μοῦ ‘­πε ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ πα­λιό του «ρῶ» στὴ φω­νή. Ἀ­δυ­σώ­πη­το «ρῶ», τρι­ζά­το σὰν ἐγ­χει­ρί­διο στὴ θή­κη, παι­γνι­δι­ά­ρι­κο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, ἐ­πι­κίν­δυ­νο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, δι­α­κρι­τι­κὸ σὰν ἐγ­χει­ρί­διο-ἔμ­βλη­μα.

        —Μά… εἶ­χε ἱ­στο­ρί­α; μπῆ­κε στὴ μέ­ση ὁ Φω­κί­ων μὲ τὸν ἴ­διο μυ­στή­ριο τό­νο του ὅ­πως πα­λιά. Κα­θέ­νας μας σπρω­χνό­ταν σὲ μιὰν ὥ­ρα, ἕ­να λι­γο­στὸ τό­πο (ἕ­να κῆ­πο ἢ ἕ­να γρα­φεῖ­ο νὰ ποῦ­με) γιὰ νὰ τὸν κα­τοι­κή­σει ἰ­δι­ω­τι­κά: αὐ­τὸς καὶ ἡ δι­κή του ποί­η­ση, μέ­σα στὴν ἀ­που­σί­α Ἱ­στο­ρί­ας…

         

Ὢ ἡ ἐκ­κλη­σιὰ τό­σο κον­τὰ κι ἐ­γὼ νὰ κά­θο­μαι σπί­τι

Ἡ πύ­λη της ἀ­νοι­χτὴ κι ἐ­γὼ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ μπῶ

Νὰ χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες…

Νὰ ψάλ­λον­ται τ’ ἀ­  ν  α  ­σ  τ  ά  ­σ  ι  ­μ  α

Κι ἐ­γώ…

 

          —Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο! τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­πό­το­μα ὁ Φαῖ­δρος. (Σάρ­κα­ζε; Σο­βα­ρεύ­ον­ταν;) Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο, θά ‘μα­σταν, τέ­λεια, ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀ­σκή­μια τοῦ τό­τε.

         Ὡ­στό­σο ρού­φα­γε ἄ­πλη­στα κι αὐ­τὸς τὸν ἀ­έ­ρα, χει­μώ­να και­ρὸ καὶ τρέ­χα­νε μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, πέ­ρα στὴ δη­μο­σιά, κα­τὰ τὶς πα­ρα­λί­ες οἱ νέ­οι

         Κι ὕστε­ρα, ξαφ­νι­κὰ χα­μέ­νος, κε­ραυ­νό­πλη­κτος:

         —…Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­χεις δί­κιο. Ποιά «Ἱστο­ρί­α»; Ποι­ός Μύ­θος; Κι­νή­θη­κε πο­τὲ τί­πο­τα; Ξε­τυ­λί­χτη­κε κά­τι πο­τέ;… Σὰ νὰ πέ­ρα­σε ὁ Χρό­νος, ὅ­λος ὁ Χρό­νος ἔ­τσι: ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Πύ­λη, μὴ ὄν­τας…

         —Σκέ­τα μό­νο! (σφύ­ρι­ξε πί­σω μας ἡ φω­νὴ τοῦ Φί­νιου: «ἀ­κό­μα φι­λο­σο­φι­έ­στε ρέ, ἀ­κό­μα ψυ­χο­λο­γί­ζε­στε… σκε­λε­τοί;») Κι ἐ­γώ σᾶς λέ­ω πάν­τα ἔ­τσι πέ­ρα­σε: σκέ­τα μό­νο κι ἄ­δεια «Ὄν­τας»!

         Ἀλ­λά, σὰ νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­σε κα­θό­λου, ὅ­πως ὁ λη­στὴς ἐ­λά­χι­στα πρὸ τῆς ἑν­δέ­κα­της — κα­θη­λω­μέ­νος στὸ συγ­κλο­νι­σμὸ μιᾶς ἐκ­κω­φαν­τι­κῆς, ὁ­λο­σχε­ροῦς, ἀ­βυσ­σα­λέ­ας κα­τάρ­ρευ­σης:

         —Μὴ ὄν­τας φί­λε μου…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Φαῖ­δρος πι­κρά… νὰ μὴ μπο­ρῶ νὰ μπῶ. Σ’ Ὅ­  λ  ο  τ  ὸ  Χ  ρ  ό  ­ν  ο… πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ… Ἄ­θω, εἶ­σαι κά­που ἐ­δῶ; Μέ­σα στὴν τε­ρά­στι­α ἀ­δρά­νεια… εἶ­χες δί­κιο Ἄ­θω: πο­τέ, πο­τὲ οἱ λέ­ξεις δὲν τὴ με­τα­φέ­ρουν τοῦ κό­σμου τὴν οὐ­σί­α!

         Γι’ αὐ­τὸ κρύ­βε­ται κι ἕν «ἀ­λί­μο­νο»…

         Πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ…, μέ­σα σὲ κά­θε ποί­η­μα.

         Οἱ ποι­η­τὲς πυ­κνώ­να­νε γύ­ρω μας. Συν­τρο­φι­ὲς συν­τρο­φι­ὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ βα­θιά.

         Ἀ­ό­ρα­τα δά­χτυ­λα σα­λεῦ­αν καὶ συλ­λέ­γαν κρου­νοὺς τὰ ἀ­ό­ρα­τα δά­κρυ­α.

         Ἀ­κό­μα κι ὁ Φί­νιος πλη­σί­α­σε στὴν ἀ­σά­λευ­τη σι­ω­πή…

         Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ πά­νω. Καὶ τό­τε ποὺ ζού­σα­με, κα­λὰ ἦ­ταν, κι ἂς ἔ­λει­πε ἡ Ἱ­στο­ρί­α, κι ἂς κα­τοι­κού­σα­με μό­νι­μα εἰς τὸ πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν…., κι ἂς ἤ­τα­νε καρ­μπὸν ὅ­λα, ξέ­θω­ρα καὶ κα­κο­πα­τη­μέ­να — καὶ πῶς νὰ τά ‘­δε­νε κα­νείς, μὲ ποι­ά πνο­ὴ ζω­ῆς, ποι­ά δη­μι­ουρ­γί­α εὐ­ρύ­στη­θη, εὐ­ρυ­μέ­τω­πη, μα­κρο­σκε­λή, ἔ­πος τοῦ και­ροῦ ποὺ ζή­σα­με; Στε­νοῦ και­ροῦ, σὰν ἄ­χα­ρο, κα­κο­χυ­μέ­νο κε­ρὶ πα­ρα­φί­νης, ποὺ δὲ φώ­τι­σε κα­μιὰ πρά­ξη, ξὸν ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α. Κι ὕ­στε­ρα φύ­γα­νε καὶ μᾶς ἀ­φή­σα­νε, νο­μί­ζον­τας —κι αὐ­τοὶ καὶ μεῖς— πὼς ἀ­δει­ά­σα­με πράγ­μα­τι τὸ χῶ­ρο.

         Ὅ­μως κα­λὰ εἶ­ναι δῶ πά­νω στὸν τοῖ­χο. Βρά­χος, πές, ὁ­λό­μαυ­ρη ρά­χη καὶ μεῖς ξε­κα­λο­και­ρι­ά­ζου­με… Ὅ­πως ἡ μνή­μη, καρ­πε­ρὴ μή­τρα ὅ­λων τῶν ἄ­νυ­δρων χώ­ρων κά­θε ἐ­ρή­μου τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως με­λε­τᾶ, σάν… ὁ μό­νος ἔ­ρω­τας α  ὐ  ­τ  ή, καὶ γε­μί­ζει τὸ χῶ­ρο δια­ρκῶς δο­ξά­ζον­τας ὡ­ραῖ­α πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας.

         Ἅ­μα ψυ­χρά­νει, θὰ κα­τέ­βου­με πά­λι.

         Οὔ­τε κά­θε­τοι γιὰ πο­λὺ οὔ­τε ὁ­ρι­ζόν­τιοι.

         Μπο­ρεῖ αὐ­τὸ νά ‘­ταν καὶ τὸ πιὸ βα­θὺ νό­η­μα — ἡ πιὸ ἄ­γρια ἔλ­λει­ψη, ἡ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ λα­χτά­ρα στὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ Σί­συ­φου:

         Ἕ­να σχῆ­μα γιὰ κά­θε και­ρό.

                                    Κα­λη­νύ­χτα.

         1976

  

 

Πη­γή: Ἡ Βίρ­γκω τῆς Ἐρη­μιᾶς καὶ τὰ Κρυφὰ Κε­λα­ϊ­δό­νια, Δι­η­γή­μα­τα (1973-1996), ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1996.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλίο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Διαφημίσεις