Βασίλης Μανουσάκης: Ὁ Γκοντὸ ἔφτασε ἀργά

 

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

 

Ὁ Γκον­τὸ ἔ­φτα­σε ἀρ­γά

 

ΓΚΟΝ­ΤΟ ΞΥ­ΠΝΗ­ΣΕ ἀρ­γὰ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὅ­πως καὶ κά­θε μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κε, πλύ­θη­κε, κοί­τα­ξε τὸν ὄ­μορ­φο πα­ρα­δει­σέ­νιο κῆ­πο του ἀ­νοί­γον­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὴ συ­νέ­χεια κά­λε­σε τὸν πι­στό του ὑ­πη­ρέ­τη, τὸν Πότ­ζο, γιὰ νὰ τὸν ἐ­νη­με­ρώ­σει γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα τῆς ἡ­μέ­ρας. Ἦ­ταν πο­λυ­ά­σχο­λος ὁ κύ­ριος Γκον­τὸ κα­θώς, μο­λο­νό­τι βα­θύ­τα­τα πλού­σιος, εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴ ζωή του στὶς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες καὶ τὸν ἀ­κτι­βι­σμό, προ­σπα­θών­τας νὰ βο­η­θή­σει κά­θε πει­να­σμέ­νο ἢ φτω­χὸ ποὺ εἶ­χε πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νάγ­κη ἢ νὰ σώ­σει τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἔ­τσι λοι­πόν, κά­θε πρω­ὶ ὁ Πότ­ζο τοῦ ἔ­φερ­νε τὴν ἀτ­ζέν­τα μὲ τὸ πρό­γραμ­μα γιὰ νὰ δοῦν σὲ ποι­ὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις θὰ πή­γαι­ναν καὶ τὶ ἢ ποι­ὸν θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ σώ­σουν.

         Ὅ­λα τὰ προ­λά­βαι­νε ὁ κύ­ριος Γκον­τό. Εἶ­χαν ὅ­λοι νὰ τὸ ποῦν. Δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να πα­ρα­πο­νε­μέ­νο. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρών. Καὶ στὸν δρό­μο του φί­λευ­ε πάν­τα καὶ με­ρι­κὰ ζε­λε­δά­κια τὰ παι­διὰ ποὺ τὸν πε­ρι­κύ­κλω­ναν ξέ­ρον­τας πὼς ἔ­χει τὶς τσέ­πες του γε­μά­τες μὲ δαῦ­τα. Ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­ζε τὸν δρό­μο του πρὸς τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Καὶ πάν­τα ἦ­ταν ὅ­λο χα­ρά. Μά­λι­στα οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­λε­γαν πὼς δὲν τὸν εἶ­χαν δεῖ πο­τὲ νὰ μὴ χα­μο­γε­λά­ει καὶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κα­κεν­τρε­χεῖς συμ­πλή­ρω­ναν πὼς τὸ χα­μό­γε­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να κου­σού­ρι ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ποὺ εἶ­χε μι­κρός.

        Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α ὅ­μως για­τὶ τὸ χα­μό­γε­λο τοῦ κυ­ρί­ου Γκον­τὸ ἦ­ταν με­τα­δο­τι­κὸ καὶ ὁ κό­σμος γύ­ρω του εὐ­τυ­χοῦ­σε.

        Μό­νο ποὺ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα, ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε, μέ­ρα ὁ Γκον­τὸ ξύ­πνη­σε κά­πως ἀ­δι­ά­θε­τος. Δὲν ἔ­νι­ω­θε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του φρε­σκά­δα, οὔ­τε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του εὔ­θυ­μη δι­ά­θε­ση, ἐ­πει­δὴ θὰ βο­η­θοῦ­σε κι ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους σή­με­ρα. Εἶ­χε μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη γκρί­νια καὶ ἕ­ναν ἀ­νε­παί­σθη­το ἐ­ρε­θι­σμὸ ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς σπυ­ριοῦ στὸ δε­ξί του κω­λο­μέ­ρι ποὺ τὸν ἔ­τρω­γε κι­ό­λας προ­κα­λών­τας του πε­ρισ­σό­τε­ρη γκρί­νια.

        Ὁ Πότ­ζο εἶ­χε προ­βά­λει τὸ κε­φά­λι του ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Γκον­τὸ ἀ­τέ­νι­ζε ὅ­πως πάν­τα τὸν κῆ­πο του, ξύ­νον­τας ταυ­τό­χρο­να μὲ μα­νί­α τὸν πι­σι­νό του. Ὤχ, σκέ­φτη­κε. Κα­κὰ μαν­τά­τα! Δὲν μᾶς βλέ­πω νὰ πη­γαί­νου­με οὔ­τε σή­με­ρα.

        Ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως τὸ ση­με­ρι­νὸ πρό­γραμ­μα ἦ­ταν ἄ­δει­ο σχε­δόν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μί­α μι­κρὴ ση­μεί­ω­ση μὲ ψι­λὰ γράμ­μα­τα στὸ πά­νω μέ­ρος μιᾶς λευ­κῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα σε­λί­δας. «Μᾶς πε­ρι­μέ­νουν ὁ Ντιν­τὶ καὶ ὁ Γκογ­κό».

        Ὁ Ντιν­τὶ καὶ ὁ Γκογ­κό, οἱ δυ­ὸ ἄν­δρες μὲ τὰ ἀ­στεῖ­α ὀ­νό­μα­τα ποὺ πε­ρί­με­ναν τό­σα πολ­λὰ ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Γκον­τό. Τὸν εἶ­χαν ἐ­νο­χλή­σει μὲ τὸ αἴ­τη­μά τους πρὶν ἀ­πὸ 2 μέ­ρες ἀ­κρι­βῶς. Εἶ­χαν στεί­λει ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πα­νί, μᾶλ­λον τσέ­πη σα­κα­κιοῦ, ὅ­που πά­νω του εἶ­χαν γρά­ψει: «Δὲν ξέ­ρου­με τὶ νὰ κά­νου­με. Ἔ­λα νὰ μᾶς πεῖς.» Ὁ Πότ­ζο τὸ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸν Γκον­τό, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος φά­νη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του νὰ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ. Ἔ­σω­σε δυ­ὸ γρι­οῦ­λες, ἕ­να μω­ρὸ καὶ ἑ­κα­τὸ δέν­τρα ἀ­πὸ ξε­ρί­ζω­μα σὲ ἕ­να κον­τι­νὸ ἀλ­σύλ­λιο. Δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ Ντιν­τὶ καὶ Γκογ­κὸ καὶ τὰ ὑ­παρ­ξια­κά τους θέ­μα­τα.

        «Ἄ­σ’ το γιὰ αὔ­ριο», εἶ­χε πεῖ στὸν Πότ­ζο ὅ­ταν τοῦ τὸ πρω­το­έ­δει­ξε καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ὅ,τι τὸν πρό­στα­ξε ὁ ἀ­φέν­της του. Οὔ­τε σή­με­ρα ὅ­μως φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει κέ­φια. Καὶ σὰν νὰ εἶ­χε μά­τια στὴν πλά­τη, ὁ Γκον­τὸ τὸν πρό­στα­ξε νὰ φέ­ρει καὶ τὸ σῶ­μα του μέ­σα στὸ δω­μά­τιο καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὶ ἔ­χουν νὰ κά­νουν. Ὁ Πότ­ζο ἔ­κα­νε ὅ,τι τοῦ εἶ­πε καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρο δι­σταγ­μὸ στὴ φω­νή του πὼς εἶ­χαν μό­νο νὰ πᾶ­νε νὰ δεί­ξουν στοὺς δύο ἀ­λῆ­τες ποῦ νὰ πᾶ­νε καὶ πῶς νὰ κά­νουν κά­τι. Αὐ­τὸ ἔ­φε­ρε φα­γού­ρα στὸν Γκον­τὸ καὶ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ ξύ­νε­ται μα­νι­ω­δῶς. Ὕ­στε­ρα δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ ὣς τὸ πέ­σι­μο τῆς νύ­χτας, μὲ τὸν Πότ­ζο δί­πλα του. Κά­θε φο­ρὰ τοῦ ἔ­λε­γε νὰ ξε­κι­νή­σουν κι ὕ­στε­ρα σκε­φτό­ταν κά­τι ἄλ­λο καὶ ἔ­με­νε στὴ θέ­ση του ρεμ­βά­ζον­τας. Ὥ­σπου νύ­χτω­σε πιὰ καὶ οἱ δύο ἄν­δρες ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν στὶς πο­λυ­θρό­νες μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ί, ὁ Γκον­τὸ ἦ­ταν σα­φῶς σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση καὶ ξε­κί­νη­σαν πρω­ὶ-πρω­ὶ νὰ πᾶ­νε στοὺς ἀ­λῆ­τες. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὸν σκου­πι­δό­το­πο, εἶ­δαν ἀ­πὸ μα­κριὰ δύο μαῦ­ρες φι­γοῦ­ρες νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται κρε­μα­σμέ­νες στὸ δέν­τρο. «Μὰ κα­λὰ γυ­μνοὶ εἶ­ναι; Κρέ­μα­σαν τὰ ροῦ­χα τους στὰ κλα­διά;» σκέ­φτη­κε μὲ μιὰ μι­κρὴ ἔκ­πλη­ξη ὁ κύ­ριος Γκον­τό. «Τί σκα­ρώ­νουν πά­λι;» Κι ὅ­ταν πιὰ ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ μο­να­δι­κὸ δέν­τρο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἕ­τοι­μος νὰ τοὺς ἐ­πι­πλή­ξει γιὰ τὴ βλα­κεί­α τους, ἀν­τί­κρι­σε τὰ ἄ­σχη­μα σου­λού­πια τοῦ Ντιν­τὶ καὶ τοῦ Γκογ­κὸ κρε­μα­σμέ­να μὲ ἕ­να σκοι­νὶ ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ στὰ γέ­ρι­κα κλα­διὰ τοῦ σκε­λε­τω­μέ­νου δέν­τρου.

        «Τε­λι­κὰ οἱ ἀ­νό­η­τοι πρό­λα­βαν καὶ ἔ­κα­ναν κά­τι χω­ρὶς νὰ τοὺς τὸ πῶ ἐ­γώ», σκέ­φτη­κε καὶ τοῦ ξέ­φυ­γε ἕ­νας καγ­χα­σμός.

        Κι ὕ­στε­ρα γυρ­νών­τας στὸν Πότ­ζο εἶ­πε κυ­νι­κά, «Σή­με­ρα κα­τα­γρά­φη­κε ἡ πρώ­τη μέ­ρα ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ σώ­σω κά­ποιον» καὶ ξα­να­κάγ­χα­σε πιὸ δυ­να­τὰ δι­α­σκε­δά­ζον­τας μὲ τὴ σκέ­ψη.

        Κι ἔ­πει­τα ξε­μά­κρυ­ναν μὲ γορ­γὰ βή­μα­τα, ἀ­φή­νον­τας τοὺς δύο ἀ­λῆ­τες ἐ­κεῖ ὅπου ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς ἀ­νή­κουν.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νος, ποι­ή­μα­τα (Ἐκδ. Πλα­νό­διον, Ἀ­θή­να, 2009),  Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα, δι­η­γή­μα­τα (Ἐκδ. Στα­μού­λης, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010).

 

Εἰκόνα: Σκηνικὰ τοῦ Kevin Rigdon, στὸ S. Be­ckett, Wai­ting For Go­dot, Λον­δῖ­νο, Θί­α­σος Pe­ter Hall.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: