Clara Sereni: Ἀτραζίνη

 

 

Κλά­ρα Σε­ρέ­νι (C­l­a­ra S­e­r­e­ni)

 

Ἀ­τρα­ζί­νη

(A­t­r­a­z­i­na)

 

ΟΓΩ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­α εἶ­χε γυ­ρί­σει πολ­λὰ μέ­ρη. Εἶ­χε μπεῖ σὲ σπί­τια πλού­σια ἢ ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο μὲ ἀ­νέ­σεις, ἀ­κό­μη καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­α­νο­ού­με­νοι καὶ πρέ­σβεις, ἀ­ρι­στο­κρά­τισ­σες ἐ­λα­φρῶς ξε­πε­σμέ­νες, τρα­γου­δι­στές, ἠ­θο­ποι­οί: ἀ­πὸ ὅ­λους εἶ­χε μά­θει κά­τι χά­ρη στὴ ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ ρου­φά­ει κουλ­τού­ρα —κα­λαι­σθη­σί­α, φι­νέ­τσα, γνώ­σεις— ὁ­που­δή­πο­τε δι­έ­κρι­νε κά­ποι­ο ἴ­χνος.

         Ἔ­πει­τα ἕ­νας γά­μος ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα, ὁ σύ­ζυ­γος τὴν ἤ­θε­λε ὅ­λη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του κι ἐ­κεί­νη ἔ­νι­ω­θε πὼς εἶ­χε μά­θει ἀρ­κε­τά. Ἔ­τσι ὅ­λες τὶς ἱ­κα­νό­τη­τες μιᾶς ἄ­ψο­γης ὑ­πη­ρέ­τριας (μα­γεί­ρισ­σας, πλύ­στρας καὶ γκου­βερ­νάν­τας ἐ­πί­σης), τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ ἀ­πο­κό­μι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μο­νί­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἶ­χε δι­ο­χε­τεύ­σει στὸ σπί­τι, σ’ ἕ­να σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ τὸ ὀ­μορ­φύ­νει, νὰ τὸ τρί­ψει, νὰ τὸ γυ­α­λί­σει.

        Σὰν κα­θρέ­φτη. Ἡ κα­θα­ρι­ό­τη­τα ἦ­ταν γιὰ κεί­νη ἀ­λη­θι­νό, με­γά­λο πά­θος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ κοί­τα­ζε τὶς ἀ­στρα­φτε­ρὲς ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν ἐ­πί­πλων τὴν κυ­ρί­ευ­ε κά­τι σὰ μέ­θη· τὸ ἴ­διο καὶ τὶς ἀ­νο­ξεί­δω­τες βρύ­σες, τὰ ὁ­λό­λευ­κα ἀ­σπρό­ρου­χα, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νος κι­νοῦν­ταν προ­σε­κτι­κά, προ­σπα­θών­τας γε­μά­τος ἀ­γά­πη νὰ μὴν κα­τα­στρέ­ψει τοὺς κό­πους της. Στὶς ἀρ­γί­ες ἀ­να­καί­νι­ζε καὶ ἐ­πι­δι­όρ­θω­νε, στό­κα­ρε καὶ ἔ­τρι­βε· μα­ζὶ με­λε­τοῦ­σαν κα­τα­λό­γους καὶ προ­θῆ­κες, μα­ζὶ φαν­τά­ζον­ταν δι­α­κο­σμή­σεις καὶ βελ­τι­ώ­σεις γιὰ τὸ σπί­τι.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θαν κου­ρα­σμέ­νοι στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας, τὸ με­γά­λο κρε­βά­τι ποὺ εἶ­χε σκα­λί­σει ὁ ἴ­διος ἄ­στρα­φτε καὶ τὰ σεν­τό­νια ἦ­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια στρω­μέ­να Τὰ μαλ­λιά της ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω στὰ ἀ­φρά­τα μα­ξι­λά­ρια καὶ εἶ­χαν ἀ­κό­μη ὄ­ρε­ξη γιὰ κου­βέν­τα, γιὰ σχέ­δια, γιὰ ἐ­πι­νο­ή­σεις.

        Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διὰ καὶ γι’ αὐ­τὸ ὁ μι­σθὸς τοῦ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νου ἐρ­γά­τη τοὺς ἔ­φτα­νε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ λί­γες πο­λυ­τέ­λει­ες: φρέ­σκα λου­λού­δια στὸ τρα­πέ­ζι, βε­λού­δι­νος κα­να­πές, ἐ­πάρ­γυ­ρο σερ­βί­τσιο τοῦ κα­φέ. Ἁ­πλὰ ροῦ­χα γιὰ ἐ­κεῖ­νον στὶς ἐ­ξό­δους τους, γιὰ κεί­νη πα­πού­τσια ἀ­σορ­τὶ μὲ τὴν τσάν­τα.

        Κο­σμι­ό­τη­τα καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια, κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ συ­νέ­πεια, ὅ­λα προ­σεγ­μέ­να. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ τρό­πος γιὰ νὰ βά­λουν μα­ζὶ τά­ξη στὸν κό­σμο, νὰ τὸν ἐ­λέγ­ξουν, νὰ προ­σαρ­μο­στοῦν σ’ αὐ­τόν: χω­ρὶς ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­πο­φα­σι­στι­κά. Καὶ μὲ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. (Γιὰ ἐ­κεῖ­νον ὑ­πῆρ­χε καὶ ἡ πο­λι­τι­κή. Ἐ­κεί­νη δὲν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν, ὅ­σα εἶ­χε τῆς ἔ­φτα­ναν.)

        Πλη­ρό­τη­τα.

        Μέ­χρι τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Πέν­τε συ­νά­δελ­φοί του ἔ­χα­σαν τὴ ζω­ή τους, ἐ­κεῖ­νος τὸν ἑ­αυ­τό του: τὸ μυα­λό του «ἔ­σβη­σε», ὅ­πως εἶ­πε ὁ για­τρὸς ποὺ τῆς τὸν πα­ρέ­δω­σε.

        Κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως πὼς τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ἦ­ταν νὰ τὸ ἀ­πο­δε­χτεῖ. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν ἄ­δει­ο, χω­ρὶς λάμ­ψη, ἴ­σως χω­ρὶς κα­νέ­να ἴ­χνος πό­νου. Δὲν τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε κα­θό­λου ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σ’ αὐ­τόν, κα­τὰ βά­θος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νη γι’ αὐ­τό· κά­νω τὰ πάν­τα ση­μαί­νει εἶ­μαι νο­σο­κό­μα καὶ πα­ρα­μά­να, ἀν­τέ­χω τὴν κού­ρα­ση καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει λου­λού­δια κι ἔ­βα­λε ἕ­να γε­ρά­νι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἄ­νοι­γε πιὸ συ­χνὰ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ κα­λύ­πτει τὴ σι­ω­πὴ καὶ γιὰ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­νε­ται.

        Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἢ βί­αι­ος. Μι­λοῦ­σε λί­γο καὶ γιὰ τὸ ἐρ­γο­στά­σιο μό­νο, σὰν νὰ πή­γαι­νε ἀ­κό­μα κά­θε μέ­ρα.

        Πράγ­μα­τι κούρ­δι­ζε κά­θε βρά­δυ τὸ ξυ­πνη­τή­ρι καὶ κά­θε πρω­ὶ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὴν ἴ­δια ἐ­κεί­νη ὥ­ρα μὲ τὴ φόρ­μα, τὸν σκοῦ­φο, τὰ σάν­του­ιτς ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε. Ἐ­πέ­στρε­φε τὸ σού­ρου­πο, μὲ λε­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια, τὸ πρό­σω­πο, ἀ­κό­μη καὶ τὸ φα­νε­λά­κι. Χω­ρὶς νὰ τὸν μα­λώ­νει, τὸν βο­η­θοῦ­σε νὰ κά­νει μπά­νιο, νὰ ξα­να­γί­νει κα­θα­ρός.

        Ποι­ὸς ξέ­ρει ποὺ πή­γαι­νε καὶ λε­ρω­νό­ταν ἔ­τσι! Δο­κί­μα­σε νὰ τὸν ρω­τή­σει, μὰ ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­στη­κε. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει νὰ ἔ­χει ἐ­κεῖ­νο τὸ μυ­στι­κό, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­τα­δι­κό του πράγ­μα ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει.

        Ἔ­κα­νε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες, ἔ­βγα­λε σύν­τα­ξη ἀ­να­πη­ρί­ας. Ἡ ζω­ὴ στὸ σπί­τι δὲν ἦ­ταν τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ πρίν. Ὁ πό­νος ὅ­μως τῆς ἔ­τρω­γε τὰ σω­θι­κὰ (ἡ ἐγ­γύ­τη­τα μὲ τὴν τρέ­λα θέ­τει σὲ ἀμ­φι­βο­λί­α κά­θε κα­νο­νι­κό­τη­τα, ἡ συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τὸ πα­ρά­λο­γο τὰ κά­νει ὅ­λα νὰ χά­νουν τὰ ὅ­ριά τους, νὰ ξε­θω­ριά­ζουν)· πολ­λὲς φο­ρὲς μπρο­στὰ στὶς λί­γες δι­κές του βε­βαι­ό­τη­τες, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν μή­πως κα­τὰ βά­θος τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό, μή­πως ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ποὺ ἔ­κα­νε λά­θος καὶ τὰ ἔ­βλε­πε μπερ­δε­μέ­να. Ἔ­πει­τα ἐ­κεῖ­νος ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­πρό­σε­κτα τὸ βρό­μι­κο χέ­ρι του πά­νω στὸ φρε­σκο­πλυ­μέ­νο τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο ἢ ἄ­φη­νε τὶς σα­νί­δες τοῦ παρ­κὲ νὰ ξε­κολ­λή­σουν ἡ μί­α με­τὰ τὴν ἄλ­λη. Κα­θα­ρί­ζον­τας καὶ βά­ζον­τας σὲ τά­ξη ἔ­νι­ω­θε σί­γου­ρη γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της, ἐ­νῶ τὰ ἄ­χρη­στα χέ­ρια του τῆς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

        Ἔ­ψα­ξε γιὰ βο­ή­θεια, ἀ­να­ζή­τη­σε κοι­νω­νι­κοὺς λει­τουρ­γοὺς καὶ ψυ­χιά­τρους ἀλ­λὰ δὲν ὠ­φέ­λη­σαν σὲ τί­πο­τα, ὁ σύ­ζυ­γος μπρο­στὰ στὰ και­νού­ρια πρό­σω­πα τρό­μα­ζε καὶ γι­νό­ταν σὰ μω­ρό, μό­νο μα­ζί της κα­τά­φερ­νε ποῦ καὶ ποῦ νὰ ξα­να­γί­νει ἄν­τρας.

        Ὅ­ταν τῆς εἶ­παν νὰ ξα­να­φτιά­ξει τὴ ζω­ή της, τοὺς ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λους, τοὺς ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα ὁ­ρι­στι­κὰ καὶ ἀ­να­ζή­τη­σε ἄλ­λα λό­για.

        Οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ συ­ναν­τοῦ­σε στὴ λα­ϊ­κή, φορ­τω­μέ­νες μὲ ψώ­νια καὶ κα­κί­ες, ἦ­ταν βι­α­στι­κές, γε­μά­τες ὑ­πεκ­φυ­γές· γι’ αὐ­τὸ τοὺς μι­λοῦ­σε γιὰ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κά, πῶς νὰ γυ­α­λί­ζεις τὰ μπα­κι­ρέ­νια σκεύ­η μὲ νέ­ους, κα­τα­πλη­κτι­κοὺς τρό­πους, γιὰ τὸ σα­πού­νι Μασ­σα­λί­ας ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρα­με. Μοι­ρά­στη­κε μα­ζί τους τὴν ἐ­πι­στη­μο­σύ­νη της καὶ λί­γη ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α της, τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τὴν αὐ­θεν­τί­α καὶ αὐ­τὴ ἔ­γι­νε τὸ στή­ριγ­μά της.

        Ἀ­πέ­κτη­σε συ­νή­θει­ες, ἔ­βα­λε μι­κροὺς στό­χους: τὸ φα­γη­τὸ ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­σπᾶ ἕ­να χα­μό­γε­λο, ἕ­νας πε­ρί­πα­τος μα­ζί του γιὰ νὰ νι­ώ­θουν ἀ­κό­μη πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι.

        Τὸ μέλ­λον ἀ­πέ­φευ­γε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται, τὸ πα­ρὸν τὴν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἐ­παρ­κῶς.

        Τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ἦ­ταν δύ­σκο­λα, ὅ­ταν τὰ ἐρ­γο­στά­σια ἦ­ταν κλει­στὰ κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε στὸ σπί­τι: τα­ρα­ζό­ταν, ἀ­να­κά­τευ­ε ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ πι­α­τι­κά, τὰ πράγ­μα­τα τοῦ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ ἔ­σπα­γαν, ἔ­νι­ω­θε ἄ­σχη­μα, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἔ­κλαι­γε καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σει.

        Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­σπα­σε τὸ σί­δε­ρο, ἐ­κεί­νη ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἠ­λε­κτρο­λό­γος· γιὰ νὰ σβή­σει τὶς δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους, ἔ­γι­νε μπο­για­τζής, γο­να­τι­σμέ­νη στὸ πά­τω­μα ἔ­τρι­βε γιὰ νὰ βγά­λει τὶς πα­τη­μα­σι­ὲς λά­σπης καὶ τὴ σκό­νη ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες. Ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ πὼς τὸ σπί­τι τους —ἡ κα­θα­ρι­ό­τη­τα, ἡ τά­ξη, ἡ ἄ­ψο­γη στιλ­πνό­τη­τα καὶ λευ­κό­τη­τα, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­κη­λί­δω­του καὶ τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου— ἦ­ταν καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο κά­τι σὰν κου­κού­λι, ἕ­να πε­ρί­βλη­μα ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­πὸ μό­νο του νὰ κρα­τή­σει ἑ­νω­μέ­να τὸ ἄ­σπρο καὶ τὸ γκρί­ζο της ζω­ῆς τους.

        Ἡ ἀ­φαί­ρε­ση τῶν λε­κέ­δων τὴν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἀ­σφα­λής, τὸ κα­θά­ρι­σμα τῆς μουτ­ζού­ρας ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σε. Γυ­μνὸς καὶ κα­θα­ρὸς μπρο­στά της πά­νω στὸ χα­λά­κι τοῦ μπά­νιου, μὲ τὸ δέρ­μα κοκ­κι­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τρί­ψι­μο, τὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ βρεγ­μέ­να μαλ­λιά του, ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ μὴν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τα. Νὰ τὸν σώ­ζει κά­θε μέ­ρα, νὰ βγά­ζει μα­ζὶ μὲ τὴ βρο­μιὰ καὶ τὸ κα­κό.

        Νὰ γυ­α­λί­ζει, νὰ μπα­λώ­νει, νὰ λευ­καί­νει, νὰ ξε­σκο­νί­ζει, νὰ κα­θα­ρί­ζει, νὰ ξε­βγά­ζει: οἱ μέ­ρες της περ­νοῦ­σαν ἔ­τσι, καὶ εἶ­χαν ἕ­να σκο­πό.

        Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ἔ­πλε­νε μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη φρον­τί­δα τὰ πιά­τα μέ­σα στὴν πλα­στι­κὴ λε­κά­νη. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲ τὶς πιτ­ζά­μες, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἀ­τρα­ζί­νη: ἕ­να δη­λη­τή­ριο ὕ­που­λο, ἄ­χρω­μο, ἀ­ό­ρα­το, θα­να­τη­φό­ρο ἔ­τρε­χε καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή της βρύ­ση.

        Κοί­τα­ξε τὰ πιά­τα, ἔ­λαμ­παν. Τί πά­ει νὰ πεῖ βρό­μι­κο, τί ση­μαί­νει κα­θα­ρό; Τὰ χέ­ρια της ἔ­πε­σαν κά­τω ἄ­ψυ­χα. Ἔ­κλει­σε τὸ νε­ρό, τὰ σκού­πι­σε, τὰ κοί­τα­ξε: χέ­ρια τα­λαι­πω­ρη­μέ­να, ἄ­χρη­στα, ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα βρό­μι­κα.

        Σφά­λι­σε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­ψα­ξε νὰ δεῖ ἂν ὅ­λα ἦ­ταν στὴ θέ­ση τους. Ἔ­μει­νε μὲ τὰ πρό­χει­ρα ροῦ­χα καὶ βο­ή­θη­σε τὸν ἄν­τρα της νὰ φο­ρέ­σει τὴ φόρ­μα του.

        Ξέ­ρον­τας πὼς εἶ­ναι ἀρ­γί­α ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται. Μει­λί­χια καὶ πει­στι­κὴ τοῦ μί­λη­σε γιὰ ὑ­πε­ρω­ρί­ες καὶ ἐ­πεί­γου­σες πα­ραγ­γε­λί­ες κι ἔ­τσι πεί­στη­κε, ἔ­νι­ω­σε ἀ­πα­ραί­τη­τος καὶ τὸ βλέμ­μα του ἔ­λαμ­ψε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ σβή­σει καὶ πά­λι.

        Κοί­τα­ξε τὸ θο­λό του βλέμ­μα, τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του κον­τά της γιὰ νὰ τὴ δεῖ, νὰ τὴν ἀ­κού­σει, νὰ τὴν κα­τα­λά­βει.

        Μὲ γλυ­κύ­τη­τα, γε­μά­τη τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἀ­πελ­πι­σί­α, τοῦ εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά: «Μὴ μ’ ἀ­φή­σεις πο­τὲ πιὰ μό­νη, πά­ρε με μα­ζί σου στὸ ἐρ­γο­στά­σιο.»

 

 

Πη­γή: C­l­a­ra S­e­r­e­ni, C­a­s­a­l­i­n­g­h­i­t­u­d­i­ne, E­i­n­a­u­di, 1987.

 

C­l­a­ra S­e­r­e­ni (Ρώ­μη, 1946). Ἰ­τα­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει καὶ ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἔρ­γα τῶν Μπαλ­ζάκ, Σταν­τάλ, Μαν­τὰμ Ντὲ Λα­φα­γι­έτ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Πρώ­τη της με­τά­φρα­ση, Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ πιὸ πρό­σφα­τη, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Ἀντώνης Ζέρβας: [Σὰν ὅλους τοὺς μεγαλομανεῖς…]

 

 

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας

 

[Σὰν ὅ­λους τοὺς με­γα­λο­μα­νεῖς.­.­.]

 

ΑΝ Ο­ΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ­ΜΑ­ΝΕΙΣ, ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνὰ τοὺς πρού­χον­τες τοῦ κό­σμου καὶ τοὺς ἐκ­θέ­τω τὶς ἀ­πό­ψεις μου γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῶν πραγ­μά­των.

        Μπο­ρεῖ στὸν ξύ­πνιο μου ν’ ἀ­γα­να­κτῶ μα­ζί τους, νὰ τοὺς ἐ­χθρεύ­ο­μαι καὶ νὰ τοὺς ἐ­πι­κρί­νω, ἀλ­λὰ στὸν ὕ­πνο μου νοι­ώ­θω με­γά­λη ὑ­πε­ρη­φά­νεια ποὺ γί­νο­μαι δε­κτὸς καὶ ὁ­μο­τρά­πε­ζος.

         Χθές, ἤ­μουν προ­σκε­κλη­μέ­νος στοὺς κή­πους τοῦ Προ­έ­δρου Σαρ­κο­ζὶ καὶ τῆς κομ­ψο­τά­της Κάρ­λας. «Μὴν εἶ­σαι φαν­φα­ρό­νος», μοῦ ψι­θύ­ρι­σε στ΄ αὐ­τί, σὰν πρό­σε­ξε μὲ τὰ πολ­λὰ πὼς προ­σπα­θοῦ­σα ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ βλέμ­μα τῆς συ­ζύ­γου.

        Φο­βή­θη­κα μὴ μὲ πε­ρά­σει γι’ ἀ­γροῖ­κο κι ἀ­κοι­νώ­νη­το. Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου ν’ ἀ­ψη­φή­σω τὴ σα­γή­νη αὐ­τοῦ τοῦ στό­μα­τος ποὺ γιὰ νὰ σὲ κα­τα­πι­εῖ, παίρ­νει τὸ σχῆ­μα τῆς πιὸ τρα­νῆς καὶ πρό­χει­ρης θε­ᾶς.

        Ξέ­ρω πὼς μᾶλ­λον δὲν πρό­κει­ται νὰ τοὺς ξα­να­δῶ πιὰ στὸν ὕ­πνο μου. Ἀλ­λὰ ποιά μέ­ρα θὰ μὲ σώ­σει ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ βλέμ­μα ποὺ εἶ­ναι ὅ­λο ἕ­να στό­μα ἀ­νοι­κτὸ καὶ πε­ρι­μέ­νει!

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Max Ipsen: Πές μου, γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὰ γρήγορα…

 

 

Μὰξ Ἴπ­σεν (M­ax I­p­s­en)

 

Πές μου, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, μὰ γρή­γο­ρα….

– τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, κι ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα

 

[Fortæl mig det, for Guds skyld, men hurtigt…- et eksempel]

 

Ε Α­ΦΟΡ­ΜΗ τὴν ἔκ­δο­ση τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀν­θο­λο­γί­ας μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος S­u­d­d­en F­i­c­t­i­on, οἱ ἐ­πι­με­λη­τές της ζή­τη­σαν ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων νὰ δώ­σουν τὸ δι­κό τους ὁ­ρι­σμὸ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τούς, ὁ T­o­b­i­as W­o­l­ff, ἔ­δω­σε τὴν ἑ­ξῆς ἀ­πάν­τη­ση:

 

Ἤ­μουν ἐ­πι­βά­της σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Τα­ξί­δευ­α ἤ­δη δύο μέ­ρες καὶ ἤ­μουν κου­ρα­σμέ­νος, πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν δί­πλα μου, μιὰ Γερ­μα­νί­δα μὲ εἰ­σι­τή­ριο χω­ρὶς συγ­κε­κρι­μέ­νο προ­ο­ρι­σμό, φλυ­α­ροῦ­σε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­λε­γε, ὅ­μως τὰ λί­γα ποὺ κα­τα­λά­βαι­να ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ μὲ πεί­σουν πὼς δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου στὰ κα­λά της.

     Κον­τὰ στὸ Ρί­τσμοντ τὴν πῆ­ρε ἐ­πι­τέ­λους ὁ ὕ­πνος. Ἦ­ταν ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἑ­λισ­σό­ταν ἀρ­γὰ στοὺς θλι­βε­ροὺς δρό­μους προ­σεγ­γί­ζον­τας τὸν σταθ­μό. Πή­ρα­με μιὰ στρο­φή, καὶ δί­πλα σὲ μιὰ λάμ­πα τοῦ δρό­μου εἶ­δα νὰ στέ­κον­ται ἕ­νας λευ­κὸς ἄν­τρας καὶ μιὰ μαύ­ρη γυ­ναί­κα. Ἡ γυ­ναί­κα φο­ροῦ­σε κί­τρι­νο φό­ρε­μα καὶ κρα­τοῦ­σε στὴ ἀγ­κα­λιά της ἕ­να μω­ρό. Μὲ τὸ κε­φά­λι ριγ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω ἔ­δει­χνε πα­ρα­δο­μέ­νη στὸ γέ­λιο. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν κοκ­κι­νο­μάλ­λης, μὲ σκλη­ρὴ ὄ­ψη, καὶ ἦ­ταν γυ­μνὸς ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Τὸ δέρ­μα του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐκ­πέμ­πει φῶς. Γε­λοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς γυ­ναί­κας, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε τὸ βλέμ­μα της καρ­φω­μέ­νο πά­νω του ἐ­νῶ γε­λοῦ­σε. Θρυμ­μα­τι­σμέ­να γυα­λιὰ λαμ­πο­κο­ποῦ­σαν δί­πλα στὰ πό­δια τους.

     Ὑ­πάρ­χει κά­τι ἀ­νά­με­σά τους, κά­τι στὴν ἴ­δια τὴ στιγ­μή, ποὺ μὲ κά­νει νὰ ἀ­να­κα­θί­σω καὶ νὰ στυ­λώ­σω τὰ μά­τια μου πά­νω τους. Μὰ τί εἶ­ναι αὐ­τό, τί ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Για­τί δὲν μπο­ρῶ μὲ τί­πο­τα νὰ τοὺς ξε­χά­σω; Πές μου, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, μὰ γρή­γο­ρα – εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ὅ­που νά ‘ναι θὰ ξε­κι­νή­σει, κι αὐ­τὴ ἡ τρε­λὴ δί­πλα μου ἑ­τοι­μά­ζε­ται πά­λι νὰ μι­λή­σει.

 

Εἶ­ναι ἄ­ρα­γε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πό­πει­ρα ὁ­ρι­σμοῦ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­γο­η­τευ­τι­κή; Ὁ T­o­b­i­as W­o­l­ff δὲν μᾶς ἐ­ξη­γεῖ ἐ­ξάλ­λου τὶ εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μή­πως ὡ­στό­σο προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς τὸ δεί­ξει; Ὁ T­o­b­i­as W­o­l­ff ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ἔμ­με­σα πὼς μὲ τὸ κεί­με­νό του μᾶς λέ­ει κά­τι γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε τοῦ ζη­τή­θη­κε), καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ ἴ­σως εἶ­ναι γό­νι­μο νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὸ κεί­με­νό του – τό­σο ὡς μιὰ δή­λω­ση γιὰ τὸ τὶ εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, ὅ­σο καὶ ὡς ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα τοῦ εἴ­δους.

         Τὸ κεί­με­νο τοῦ T­o­b­i­as W­o­l­ff δὲν ἔ­χει τίτ­λο. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του κα­νέ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ νὰ τοῦ ὑ­πο­δει­κνύ­ει πῶς θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­κλά­βει τὸ κεί­με­νο αὐ­τό. Τὸ μό­νο ποὺ γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι πὼς ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ μιὰ συλ­λο­γὴ μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια καὶ ἀ­με­σό­τη­τα ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ δώ­σουν ἕ­ναν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ ὅ­ρου μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, δη­λα­δὴ μα­ζὶ μὲ μιὰ σει­ρὰ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κῶν δο­κι­μί­ων. Σὲ τέ­τοι­ου τύ­που δο­κί­μια ταυ­τί­ζου­με κα­τὰ κα­νό­να χω­ρὶς ἰ­δι­αί­τε­ρη δυ­σκο­λί­α τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ κεί­με­νο μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε συγ­γρα­φέ­α. Μπο­ροῦ­με λοι­πὸν νὰ ὑ­πο­θέ­σου­με πὼς οἱ ὑ­πό­λοι­ποι συγ­γρα­φεῖς, στοὺς ὁ­ποί­ους ζη­τή­θη­κε νὰ δώ­σουν ἕ­ναν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, μι­λοῦν ἐξ ἰ­δί­ου ὀ­νό­μα­τος ὅ­ταν γρά­φουν ἐ­γώ, κα­θὼς τί­πο­τα στὰ δο­κί­μιά τους δὲν ὑ­πο­δη­λώ­νει τὸ ἀν­τί­θε­το. Συμ­βαί­νει ὡ­στό­σο τὸ ἴ­διο μὲ τὸν T­o­b­i­as W­o­l­ff; Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ κα­νεὶς μὲ τὴν πρώ­τη. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν εἴ­χα­με ἰ­δέ­α γιὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δο­κί­μια ποὺ ἀ­παρ­τί­ζουν τὴν ἀν­θο­λο­γί­α, θὰ τὸ ἐ­κλαμ­βά­να­με χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α ὡς μυ­θο­πλα­σί­α. Πολ­λὰ εἶ­ναι τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ μᾶς ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μυ­θο­πλα­σί­α, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἡ πε­ρί­τε­χνη σύν­θε­σή του. Ἐ­φό­σον ὅ­μως γνω­ρί­ζου­με τὸ γε­νι­κό­τε­ρο πλαί­σιο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ τὸ πα­ρα­βλέ­ψου­με, καὶ μπο­ροῦ­με ἑ­πο­μέ­νως νὰ ποῦ­με ὅ­τι τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο τοῦ T­o­b­i­as W­o­l­ff κι­νεῖ­ται σὲ ἕ­να πε­δί­ο ἀ­νά­με­σα στὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὴ μὴ-μυ­θο­πλα­σί­α. Εἶ­ναι ἄ­ρα­γε μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὴ ἀ­να­φο­ρά, μιὰ προ­σω­πι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α; Ἢ θὰ πρέ­πει κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ θε­ω­ρή­σου­με μιὰ σύν­το­μη πραγ­μα­τεί­α πε­ρὶ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, ἕ­να δο­κί­μιο; Μή­πως πρό­κει­ται γιὰ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ ἑ­νὸς τα­ξι­διοῦ μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο πρὸς τὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον; Ἢ τε­λι­κὰ εἶ­ναι ἁ­πλὰ μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α; Ἡ δυ­σκο­λί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα πῶς πρέ­πει νὰ ἐ­κλά­βει τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι κά­τι ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος-κρά­μα, ἢ ἕ­να πε­δί­ο ὅ­που συ­ναν­τι­οῦν­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ εἴ­δη – κά­ποι­οι του­λά­χι­στον αὐ­τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ζου­ν(1). Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ T­o­b­i­as W­o­l­ff δὲν εἴ­μα­στε σὲ θέ­ση νὰ ἀ­πο­φαν­θοῦ­με ἂν τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι μυ­θο­πλα­σί­α ἢ ὄ­χι, κι αὐ­τὸ μᾶς κά­νει νὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἀ­να­σφα­λεῖς: Πῶς μπο­ρεῖ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει κα­νεὶς ἕ­να κεί­με­νο, ὅ­ταν δὲν ξέ­ρει ἂν πρό­κει­ται γιὰ μυ­θο­πλα­στι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ γιὰ δο­κί­μιο πε­ρὶ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους;

        Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ σύν­θε­ση, τὸ κεί­με­νο τοῦ W­o­l­ff πα­ρου­σιά­ζει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ ἡ ἀ­νά­λυ­σή του μπο­ρεῖ κάλ­λι­στα νὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νο σὲ τρί­α μέ­ρη, ὅ­πως εὐ­κρι­νῶς ὑ­πο­δει­κνύ­ουν οἱ τρεῖς πα­ρά­γρα­φοί του. Στὸ πρῶ­το μέ­ρος πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε γιὰ ἕ­να ἐ­γὼ ποὺ τα­ξι­δεύ­ει μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον, κα­θι­σμέ­νο δί­πλα σὲ μιὰ πο­λυ­λο­γοῦ Γερ­μα­νί­δα πού, σύμ­φω­να πάν­τα μὲ τὸ ἐ­γώ, «δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου στὰ κα­λά της». Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος ὁ ἀ­φη­γη­τὴς πε­ρι­γρά­φει μιὰ σκη­νὴ ἐ­κτὸς τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου με­τα­ξὺ μιᾶς μαύ­ρης γυ­ναί­κας μὲ ἕ­να παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιὰ καὶ ἑ­νὸς λευ­κοῦ ἄν­τρα. Στὸ τρί­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὸ λε­ω­φο­ρεῖο εἶ­ναι ἕ­τοι­μο νὰ ξε­κι­νή­σει ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ στά­ση στὸ Ρί­τσμοντ, καὶ τὸ ἐ­γὼ συλ­λο­γί­ζε­ται τὴ σκη­νὴ τῆς ὁ­ποί­ας ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ κει­μέ­νου.

        Μιὰ σει­ρὰ κι­νή­σε­ων λαμ­βά­νει χώ­ρα στὰ τρί­α μέ­ρη τοῦ κει­μέ­νου. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο κι­νεῖ­ται πρὸς τὸ Ρί­τσμοντ, κά­νει ἐ­κεῖ μιὰ στά­ση καὶ ξε­κι­νά­ει πά­λι μὲ τε­λι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον, τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο περ­νά­ει δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴν κί­νη­ση στὴ στα­σι­μό­τη­τα καὶ σὲ ἐκ νέ­ου κί­νη­ση, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να προ­σεγ­γί­ζει μιὰ πό­λη, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη στά­ση ἀ­φή­νει καὶ πά­λι πί­σω του. Ἡ γυ­ναί­κα-συ­νε­πι­βά­της φλυα­ρεῖ ἀ­κα­τά­παυ­στα στὸ πρῶ­το μέ­ρος, παύ­ει στὸ δεύ­τε­ρο, μὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ μι­λή­σει καὶ πά­λι στὸ τρί­το. Τὸ ἐ­γὼ εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νο στὸ πρῶ­το μέ­ρος, ἡ σκη­νὴ τοῦ ἀ­πο­σπᾶ τὴν προ­σο­χὴ καὶ τὸν κά­νει νὰ ξε­χά­σει τὴν κού­ρα­σή του στὸ δεύ­τε­ρο, ἐ­νῶ στὸ τρί­το ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ πά­λι κου­ρα­σμέ­νο. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­γὼ ποὺ τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ ἡ δι­κή του κα­τά­στα­ση, σὲ ἕ­να ἐ­γὼ ποὺ στρέ­φει τὴν προ­σο­χή του σὲ μιὰ σκη­νὴ ποὺ δὲν τὸ ἀ­φο­ρᾶ, καὶ τέ­λος σὲ ἕ­να ἐ­γὼ ποὺ τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ ξα­νὰ ἡ κα­τά­στα­σή του, ἡ κού­ρα­σή του καὶ ἡ Γερ­μα­νί­δα. Κοι­νὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­λων τῶν κι­νή­σε­ων τοῦ κει­μέ­νου εἶ­ναι πὼς ὅ,τι ἰ­σχύ­ει στὸ πρῶ­το μέ­ρος, παύ­ει νὰ ἰ­σχύ­ει στὸ δεύ­τε­ρο, ἐ­νῶ στὸ τρί­το τὰ πράγ­μα­τα ἐ­πα­νέρ­χον­ται στὴν ἀρ­χι­κή τους κα­τά­στα­ση ἢ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται πε­ραι­τέ­ρω. Τὸ πρῶ­το καὶ τὸ τρί­το μέ­ρος ἀ­πο­τε­λοῦν συ­νε­πῶς τὸ πλαί­σιο τοῦ δεύ­τε­ρου μέ­ρους, τὸ πλαί­σιο ἑ­νὸς ἀ­κα­τα­νό­η­του ἐ­πει­σο­δί­ου, τό­σο γιὰ τὸν ἀ­φη­γη­τὴ ὅ­σο καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Δε­δο­μέ­νης τῆς ἔ­κτα­σής του, ἡ δο­μὴ τοῦ κει­μέ­νου εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ πε­ρί­πλο­κη, ὡ­στό­σο τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ —ἀ­πὸ τὴν σκο­πιὰ τῆς σύν­θε­σης, κι ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου— μιὰ ἄρ­τια ὁ­λό­τη­τα.

        Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι δο­μη­μέ­νο πά­νω σὲ μιὰ σει­ρὰ ἀν­τι­θέ­σε­ων – οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν εἶ­ναι λί­γες δε­δο­μέ­νης καὶ πά­λι τῆς ἔ­κτα­σής του. Κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τῆς ἀ­νά­λυ­σης τῆς δο­μῆς τοῦ κει­μέ­νου μπο­ροῦ­με εὔ­κο­λα νὰ ἐ­πι­ση­μά­νου­με τὴν κυ­ρί­αρ­χη ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ κί­νη­σης καὶ στα­σι­μό­τη­τας (ἡ κί­νη­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὰ ἐ­πί­σης ἡ ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ τοῦ νὰ εἶ­σαι κου­ρα­σμέ­νος καὶ νὰ χρει­ά­ζε­σαι ξε­κού­ρα­ση, καὶ τοῦ νὰ εἶ­σαι ὁ­μι­λη­τι­κὸς καὶ γε­μά­τος ἐ­νέρ­γεια, ὅ­πως ἡ Γερ­μα­νί­δα). Κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τῆς ἀν­τί­θε­σης με­τα­ξὺ κί­νη­σης καὶ στα­σι­μό­τη­τας ἐν­το­πί­ζου­με τὴν ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ τοῦ νὰ κι­νεῖ­σαι μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ (Οὐ­ά­σιγ­κτον) καὶ τοῦ νὰ κι­νεῖ­σαι χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμὸ (ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει εἰ­σι­τή­ριο ποὺ ἰ­σχύ­ει παν­τοῦ). Μιὰ ἀ­κό­μη ἀν­τί­θε­ση λει­τουρ­γεῖ σὲ δύο δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­πί­πε­δα στὸ κεί­με­νο: ἡ ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ ἄν­τρα καὶ γυ­ναί­κας – τό­σο μέ­σα ὅ­σο καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Στὰ πα­ρα­πά­νω μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μα νὰ προ­σθέ­σου­με τὴν ἀν­τί­θε­ση με­τα­ξὺ τοῦ νὰ βρί­σκε­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ ἐ­κτὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, καὶ με­τα­ξὺ τῆς μαύ­ρης γυ­ναί­κας καὶ τοῦ λευ­κοῦ ἄν­τρα, καὶ με­τα­ξὺ τοῦ νὰ εἶ­σαι ντυ­μέ­νος (ἀ­να­φέ­ρε­ται ρη­τὰ στὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα λα­κω­νι­κὴ πε­ρι­γρα­φή της πὼς ἡ γυ­ναί­κα φο­ρά­ει κί­τρι­νο φό­ρε­μα) καὶ τοῦ νὰ εἶ­σαι γυ­μνός —ἢ μᾶλ­λον ἡ­μί­γυ­μνος— ὅ­πως ὁ ἄν­τρας. Τὸ κεί­με­νο δὲν εἶ­ναι ἑ­πο­μέ­νως σύν­θε­το μό­νο ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς δο­μῆς, ἀλ­λὰ καὶ λό­γῳ τῶν συ­χνὰ δύ­σκο­λα ἐρ­μη­νεύ­σι­μων ἀν­τι­θέ­σε­ων ποὺ τὸ δι­α­τρέ­χουν.

        Τὸ δι­πο­λι­κὸ ζεῦ­γος κί­νη­ση-στα­σι­μό­τη­τα συ­νο­ψί­ζει πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ θε­με­λι­ώ­δη στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου, γε­γο­νὸς ποὺ ὑ­πο­δη­λώ­νει πὼς τὸ κεν­τρι­κὸ μή­νυ­μα πρέ­πει νὰ κρύ­βε­ται σὲ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ζεῦ­γος. Σὲ ἕ­να πα­ράλ­λη­λο ἐ­πί­πε­δο, τὸ κεί­με­νο τοῦ T­o­b­i­as W­o­l­ff κρύ­βει μιὰ ἀ­κό­μη ἀν­τί­θε­ση ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν κί­νη­ση καὶ τὴ στα­σι­μό­τη­τα. Ἡ σκη­νὴ ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται ἐ­κτὸς τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, ὅ­πως τὴν πε­ρι­γρά­φει σὲ ἐ­μᾶς τὸ ἐ­γώ, εἶ­ναι μιὰ σχε­δὸν πα­γω­μέ­νη στιγ­μή. Κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐμ­πλε­κό­με­να πρό­σω­πα δὲν κι­νεῖ­ται, τὰ γυα­λιὰ εἶ­ναι θρυμ­μα­τι­σμέ­να. Ὑ­πο­θέ­του­με πὼς πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­ξε κί­νη­ση, ὅ­μως στὴν σκη­νὴ ὅ­πως μᾶς πε­ρι­γρά­φε­ται κά­θε κί­νη­ση ἔ­χει ἀ­να­στα­λεῖ. Ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς σκη­νῆς με­τα­ξὺ τῆς μαύ­ρης γυ­ναί­κας καὶ τοῦ λευ­κοῦ ἄν­τρα μπο­ρεῖ κάλ­λι­στα νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἕ­να γλωσ­σι­κὸ φω­το­γρα­φι­κὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο (s­n­a­p­s­h­ot).

        Εἶ­ναι ἄ­ρα­γε πι­θα­νὸν νὰ πε­ρι­έ­χε­ται μιὰ κά­ποι­α δή­λω­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα σὲ αὐ­τὸ τὸ γλωσ­σι­κὸ s­n­a­p­s­h­ot; Εἶ­ναι πο­λὺ πι­θα­νόν, εἰ­δι­κὰ ἂν δι­α­βά­σου­με τὸ κεί­με­νο ὡς με­τα­λο­γο­τε­χνί­α [meta­fi­ction], δη­λα­δὴ ὡς ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο ποὺ δὲν εἶ­ναι μό­νο λο­γο­τε­χνί­α, ἀλ­λὰ ἐμ­πε­ρι­έ­χει μιὰ δή­λω­ση γι τὴν λο­γο­τε­χνί­α. Ἂν λοι­πὸν δι­α­βά­σου­με τὸ κεί­με­νο ὡς με­τα­λο­γο­τε­χνί­α, μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με πὼς ὑ­πο­νο­εῖ­ται ἔμ­με­σα ἡ ἑ­ξῆς δή­λω­ση: Τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα πα­γώ­νει τὴ στιγ­μή. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν ση­μαί­νει πὼς τὴ στά­σι­μη στιγ­μὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­δε­χθεῖ μιὰ και­νού­ρια κί­νη­ση – γιὰ πα­ρά­δειγ­μα μιὰ κί­νη­ση ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Ναί, αὐ­τὴ ἡ κί­νη­ση εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­να­πό­φευ­κτη, κα­θὼς ὁ ἀ­να­γνώ­στης θὰ χρεια­στεῖ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὸ κεί­με­νο – καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ δύ­σκο­λη δου­λειά, εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν οἱ λέ­ξεις ποὺ ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του εἶ­ναι με­τρη­μέ­νες. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει ἀ­φή­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς δου­λειᾶς πά­νω μας, ἢ του­λά­χι­στον με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης πρέ­πει νὰ συμ­πλη­ρώ­σει μό­νος ὅ­λα τὰ κε­νά. «Μὰ τί εἶ­ναι αὐ­τό, τί ἀ­κρι­βῶς συμ­βαί­νει ἐ­δῶ;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τὸ ἐ­γὼ τοῦ κει­μέ­νου, καὶ τὸ ἴ­διο πρέ­πει νὰ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με κι ἐ­μεῖς ὡς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι τό­σο αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ καὶ δύ­σκο­λα ἐρ­μη­νεύ­σι­μο, ὅ­σο ἡ σκη­νὴ ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται ἐ­κτὸς τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. «Για­τὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ξε­χά­σω»; ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ὁ ἥ­ρω­ας, καὶ αὐ­τὴ ἡ ἐ­ρώ­τη­ση μᾶς ὁ­δη­γεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος: Οἱ ἀ­ρι­στο­τέ­χνες τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἱ­κα­νοὶ μὲ λί­γες λέ­ξεις νὰ πλά­σουν σκη­νὲς ποὺ πα­ρα­μέ­νουν τό­σο ζων­τα­νὲς στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ὥ­στε τοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ τὶς ξε­χά­σει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ συ­νε­χί­ζει τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ νο­ή­μα­τός τους. Εἶ­ναι φο­ρὲς ποὺ ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τὴ ση­μα­σί­α τους, ἐ­νῶ εἶ­ναι φο­ρὲς ποὺ ἁ­πλὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νει.

        Σὲ ἕ­να πρω­ταρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο τὸ κεί­με­νο τοῦ T­o­b­i­as W­o­l­ff λει­τουρ­γεῖ ὡς μία δή­λω­ση ποὺ δεί­χνει (s­h­o­w­i­ng) ἀν­τὶ νὰ λέ­γει (t­e­l­l­i­ng)(2). Ὡ­στό­σο ὁ Wolff δὲν μᾶς πα­ρου­σιά­ζει αὐ­τοὺς τοὺς δύο τρό­πους ἀ­φή­γη­σης μό­νο μ τὸ κεί­με­νό του, τὸ κά­νει πα­ράλ­λη­λα καὶ μέ­σα στὸ κεί­με­νό του. Ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ πρώ­του μέ­ρους πὼς ἡ Γερ­μα­νί­δα, σύμ­φω­να πάν­τα μὲ τὸ ἐ­γώ, «δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου στὰ κα­λά της» καὶ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ ἐ­κεί­νη ὡς «τρε­λὴ» στὸ τρί­το, κα­τα­δει­κνύ­ουν πὼς σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση ὁ ἀ­φη­γη­τὴς κά­νει χρή­ση τοῦ λέ­γω, εἶ­ναι δη­λα­δὴ ἐ­πε­ξη­γη­μα­τι­κός. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης παίρ­νει ἄ­με­σα τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α πὼς ἡ γυ­ναί­κα εἶ­ναι ψυ­χι­κὰ δι­α­τα­ραγ­μέ­νη, καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­να­λύ­σει μό­νος του τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῆς γυ­ναί­κας. Ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς σκη­νῆς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ ἀν­τι­θέ­τως πα­ρά­δειγ­μα τοῦ δεί­χνω. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση ὁ ἀ­φη­γη­τὴς πα­ρα­λεί­πει νὰ ἐ­πε­ξη­γή­σει τὴν ση­μα­σί­α τῆς σκη­νῆς καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ βγά­λει τὰ δι­κά του συμ­πε­ρά­σμα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χου­με στὴ δι­ά­θε­σή μας εἶ­ναι μιὰ οὐ­δέ­τε­ρη κα­τα­γρα­φὴ τοῦ τί συμ­βαί­νει στὴ γω­νί­α τοῦ δρό­μου, στὸ σύν­το­μο αὐ­τὸ δι­ά­στη­μα ποὺ τὸ ἐ­γὼ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴ σκη­νὴ ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ κα­τα­νο­ή­σει καὶ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὴν δι­κή του κα­τά­στα­ση στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που βρί­σκε­ται κα­θι­σμέ­νος δί­πλα στὴ Γερ­μα­νί­δα, καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς τὴν ἐ­πε­ξη­γή­σει. Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ κα­τα­νο­ή­σει ἢ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὴ σκη­νὴ μὲ τὴ μαύ­ρη γυ­ναί­κα, τὸ παι­δὶ καὶ τὸν λευ­κὸ ἄν­τρα, εἶ­ναι ἑ­πο­μέ­νως ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ μᾶς δεί­ξει τὴν κα­τά­στα­ση. Ἡ σκη­νὴ αὐ­τὴ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο καὶ μυ­στη­ρια­κὸ πυ­ρή­να τοῦ σύν­το­μου κει­μέ­νου.

        Τὰ πα­ρα­πά­νω χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­λύ­σα­με στὸ κεί­με­νο τοῦ W­o­l­ff, μπο­ροῦν νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν νὰ ὁ­ρί­σου­με τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος. Τὸ πρῶ­το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ποὺ ἐν­το­πί­σα­με ἦ­ταν πὼς δὲν μᾶς ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ κα­τα­τά­ξου­με τὸ κεί­με­νο σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο εἶ­δος. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­χνὰ ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ον­ται αὐ­τὴ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, καὶ αὐ­τὸ ποὺ τὴν προ­κά­λε­σε στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ W­o­l­ff ἦ­ταν ὁ σκο­πὸς γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φτη­κε τὸ κεί­με­νο. Σὲ ἄλ­λα κεί­με­να ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἔ­τσι σκη­νο­θε­τη­μέ­νο, ὥ­στε νὰ δί­νει ἠ­θε­λη­μέ­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἀ­νή­κει σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο εἶ­δος. Μὲ ἄλ­λα λό­για: Τὰ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη καὶ ταυ­τό­χρο­να οἱ δι­κές μας προσ­δο­κί­ες ἀ­πὸ αὐ­τὰ μπαί­νουν συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα.

        Τὸ κεί­με­νο τοῦ W­o­l­ff εἶ­ναι σύν­θε­το, ἂν καὶ μὲ μιὰ πρώ­τη μα­τιὰ φαν­τά­ζει ἴ­σως ἁ­πλό. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ W­o­l­ff ἐ­πι­τυγ­χά­νει ἕ­ναν τέ­τοι­ο βαθ­μὸ πο­λυ­πλο­κό­τη­τας μὲ τό­σες λί­γες γραμ­μὲς ση­μαί­νει πὼς τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ συμ­πτυγ­μέ­νη καὶ συμ­πυ­κνω­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση: Πο­λὺ πε­ρι­ε­χό­με­νο συμ­πι­ε­σμέ­νο σὲ λί­γο χῶ­ρο. Ἡ σύμ­πτυ­ξη καὶ ἡ συμ­πύ­κνω­ση εἶ­ναι δύο θε­με­λι­ώ­δη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­χνὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται σὲ ἕ­να μό­νο πε­ρι­στα­τι­κό, μί­α μό­νο σκη­νὴ ἢ σὲ με­ρι­κὰ κεν­τρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κά. Ἡ σύμ­πτυ­ξη καὶ ἡ συμ­πύ­κνω­ση πραγ­μα­τώ­νον­ται στὸ κεί­με­νο μὲ δύο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους, ὡ­στό­σο ὁ ἀ­να­γνώ­στης αἰ­σθά­νε­ται καὶ στὶς δύο πε­ρι­πτώ­σεις πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔ­χει κά­νει πε­ρι­κο­πές. Ὅ­ταν γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἡ πλο­κὴ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται σὲ μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη σκη­νή, τὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ὁ­δή­γη­σαν σὲ αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ πα­ρα­λεί­πον­ται, πρὸς ὄ­φε­λος μιᾶς πιὸ λε­πτο­με­ρεια­κῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς σκη­νῆς. Ὅ­ταν ἀν­τι­θέ­τως στὸ ἐ­πί­κεν­τρο βρί­σκε­ται ἕ­να πιὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό, ἡ λε­πτο­με­ρεια­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς κά­θε στιγ­μῆς πα­ρα­λεί­πε­ται πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ση­μαν­τι­κοῦ πε­ρι­στα­τι­κοῦ. Ἡ ρή­ση τοῦ Ἰ­ού­λιου Καί­σα­ρα «Ἦλ­θα, εἶ­δα, ἐ­νί­κη­σα» ἀ­πο­τε­λεῖ πα­σί­γνω­στο καὶ ρι­ζο­σπα­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἐ­ξι­στό­ρη­σης – τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ἱ­στο­ρί­ας πα­ρα­λεί­πε­ται, ὡ­στό­σο ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πλο­κή, ἂν καὶ σκι­α­γρα­φεῖ­ται μὲ λί­γες λέ­ξεις, εἶ­ναι ἐ­παρ­κής. Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ὀ­φεί­λε­ται μὲ ἄλ­λα λό­για σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς δύο τύ­πους σύμ­πτυ­ξης καὶ συμ­πύ­κνω­σης. Στὴ δι­ά­θε­σή μας ἔ­χου­με μό­νο λί­γες λέ­ξεις, μὰ αὐ­τὲς οἱ λέ­ξεις ἔ­χουν με­γά­λη ση­μα­σί­α.

        Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα ἑ­νὸς μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­κρύ­πτει πλη­ρο­φο­ρί­ες μὲ ἄλ­λους τρό­πους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα μὲ τὸ νὰ κά­νει χρή­ση τοῦ δεί­χνω ἀν­τὶ τοῦ λέ­γω. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις συ­χνὰ πε­ρι­κό­πτον­ται καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­λέ­γει νὰ μᾶς δεί­ξει ἀν­τὶ νὰ μᾶς ἐ­ξη­γή­σει τὰ γε­γο­νό­τα. Ἡ τε­χνι­κὴ αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει τὰ γε­γο­νό­τα, τῶν ὁ­ποί­ων τὸ νό­η­μα μό­νο ὑ­πο­νο­εῖ­ται, νὰ φαν­τά­ζουν μυ­στη­ρια­κὰ στὰ μά­τια τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἐ­νῶ ἡ συ­χνὰ πε­ρί­πλο­κη δο­μὴ ὑ­περ­το­νί­ζει τὸ μυ­στη­ρια­κὸ στοι­χεῖ­ο.

        Ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νον­τας μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με πὼς οἱ συγ­γρα­φεῖς μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των συ­χνὰ παί­ζουν μὲ τὶς προσ­δο­κί­ες το ἀ­να­γνώ­στη σὲ σχέ­ση μὲ τὰ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, πὼς τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να πε­ρί­πλο­κο εἶ­δος, μιὰ συμ­πτυγ­μέ­νη καὶ συμ­πυ­κνω­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση, πὼς οἱ συγ­γρα­φεῖς μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των κά­νουν συ­χνὰ χρή­ση τῆς τε­χνι­κῆς τοῦ δεί­χνω, καὶ πὼς τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­χνὰ φαν­τά­ζει μυ­στη­ρια­κό.

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

         1. Στὸν ἐ­πί­λο­γο τῆς Ἀν­θο­λο­γί­ας δα­νέ­ζι­κης πρό­ζας [A­n­t­o­l­o­gi af d­a­n­sk k­o­r­t­p­r­o­sa], οἱ δύο ἐ­πι­με­λη­τὲς J­e­p­pe B­r­i­x­v­o­ld καὶ H­a­ns O­t­to J­o­r­g­e­n­s­en, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὡς συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν γρά­ψει καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦν ὑ­πὲρ αὐ­τῆς τῆς ἄ­πο­ψης. Θε­ω­ροῦν τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «ἕ­να εἶ­δος-κρά­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἔν­το­να ἀ­πὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α, ὅ­πως ἐ­πί­σης ἀ­πὸ λυ­ρι­κά, στο­χα­στι­κά, προ­σω­πι­κὰ καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἴ­σως πιὸ συ­νε­τὸ νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λέ­σου­με ἕ­να εἶ­δος-πε­δί­ο, δη­λα­δὴ ἕ­να πε­δί­ο ὅ­που ποι­κί­λες λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τί­θεν­ται ἡ μί­α δί­πλα στὴν ἄλ­λη μὲ στό­χο νὰ συ­νυ­πάρ­ξουν ἁρ­μο­νι­κὰ ἢ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν κον­τρά­στ». (B­r­i­x­v­o­ld καὶ J­o­r­g­e­n­s­en 1998, σελ. 169)

        2. Δύο εἶ­ναι οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ἀ­φή­γη­σης ποὺ ὑ­φί­σταν­ται: show­ing καὶ tel­ling, δη­λα­δὴ ἡ τε­χνι­κὴ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας δεί­χνει τὰ πρό­σω­πα καὶ τὶς πρά­ξεις τους καὶ ἡ τε­χνι­κὴ ὅ­που λέ­γει γι’ αὐ­τά. Ὅ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας δεί­χνει, ἀρ­κεῖ­ται στὸ νὰ πα­ρου­σιά­σει τὰ πρό­σω­πα καὶ τὶς πρά­ξεις τους, καὶ ἀ­φή­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει μό­νος του τί κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πὸ αὐτά. Ὅταν ὁ συγγραφέας λέγει, ἐξηγεῖ τὰ κίνητρα πίσω ἀπὸ τὶς πράξεις τῶν προσώπων.

 

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο: Kortprosa 1990-2003, Ἐ­πι­μέ­λεια Max Ipsen, Ἐκ­δό­σεις Systime, 2003.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ δανέζικα:

Εὔη Ξηρομερίτη (Ἀθήνα, 1979). Σπούδασε Μηχανικὸς Περιβάλλοντος στὸ Πο­λυ­τεχνεῖο τῆς Κρήτης. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ δανέζικα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κοπεγχάγη.

 

Alejandro Jodorovsky: Μετὰ τὸν πόλεμο

 

 

Ἀ­λε­χάν­τρο Γι­ον­το­ρόφ­σκι (Alejandro Jodorovsky)

 

Μετὰ τὸν πόλεμο

(Despues de a guerra)

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ζων­τανὸς ἄν­θρω­πος ἔ­ρι­ξε τὴν τε­λευ­ταί­α φτυα­ριὰ χῶ­μα πά­νω στὸν τε­λευ­ταῖ­ο νε­κρό. Ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ἔ­μα­θε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­θά­να­τος, ἀ­φοῦ ὁ θά­να­τος δὲν ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βλέμ­μα τοῦ ἄλ­λου.

 

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Αlejandro Jodorovsky (Χι­λή, 1929). Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ `50, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι. Ἀσχο­λή­θη­κε μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ θέ­α­τρο, τὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ τὸ σκί­τσο. Ἔ­χει ἐ­πί­σης σκη­νο­θε­τή­σει ἀρ­κε­τὲς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Κώστας Μαυρουδῆς: [Ἔχουν περάσει δεκαετίες…]

 

 

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς

 

[Ἔ­χουν πε­ρά­σει δε­κα­ε­τί­ες…]

 

­ΧΟΥΝ ΠΕ­ΡΑ­ΣΕΙ ΔΕ­ΚΑ­Ε­ΤΙ­ΕΣ ἀ­φό­του εἶ­δα τὸ ντο­κι­μαν­τὲρ τοῦ Βέρ­νερ Χέρ­τζοκ «Στὴ χώ­ρα τῆς σι­ω­πῆς καὶ τοῦ σκό­τους». Οἱ τρό­φι­μοι ἑ­νὸς ἱ­δρύ­μα­τος τυ­φλῶν καὶ κω­φα­λά­λων πε­τοῦ­σαν πά­νω ἀ­π’ τὶς Ἄλ­πεις. Ἕ­νας συ­νο­δός τους πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν εἰ­κό­να τοῦ βου­νοῦ μὲ τὸ τυ­φλὸ ἀλ­φά­βη­το (ση­μεῖ­α-ἀγ­γίγ­μα­τα στὴν πα­λά­μη). Ὁ κα­θέ­νας με­τέ­δι­δε τὸ το­πί­ο στὸ δι­πλα­νό του, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Τὸ θυ­μή­θη­κα ἕ­να πο­λὺ ζε­στὸ με­ση­μέ­ρι στὸ κέν­τρο τοῦ Ρί­μι­νι, στὸ στε­νὸ δρό­μο ποὺ ὁ­δη­γεῖ ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τῶν Τρι­ῶν Μαρ­τύ­ρων στὴν Ἁ­ψί­δα τοῦ Αὐ­γού­στου. Δέ­κα νέ­οι, τυ­φλοὶ καὶ τῶν δύο φύ­λων, περ­πα­τοῦ­σαν πί­σω μου. Πι­θα­νὸν ἦ­ταν ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς πε­ρί­πα­τος, για­τὶ ἄ­κου­σα νὰ ζη­τοῦν ἀ­πὸ κά­ποι­ον νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ εὕ­ρι­σκε μπρο­στά του καὶ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει στοὺς ἄλ­λους. Ἐ­κεῖ­νος στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κυρ­τό, μὲ πλού­σια δι­α­κό­σμη­ση, κιγ­κλί­δω­μα πα­ρα­θύ­ρου. Ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὰ σχή­μα­τα ποὺ ἄγ­γι­ζε. Εἶ­χε συ­ναν­τή­σει κι ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­πε, τό­σο κομ­ψὰ μο­τί­βα. Ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α τοῦ δι­πλα­νοῦ κα­φε­νεί­ου εἶ­δα ἕ­ναν σκύ­λο ποὺ ἀ­πο­σπά­στη­κε καὶ τὸν πλη­σί­α­σε, ἐ­νῶ ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ­νος ψη­λα­φοῦ­σε. Ἄρ­χι­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὰ πα­πού­τσια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του. Ὁ τυ­φλός, σκύ­βον­τας λί­γο, τὸν χά­ι­δε­ψε ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μέ­χρι τὴν οὐ­ρά, ποὺ κου­νι­ό­ταν φι­λι­κά. «Ἕ­να κα­νε­λὶ Λαμ­πραν­τόρ», δή­λω­σε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα. Δὲν ἀ­πευ­θυ­νό­ταν τό­σο στοὺς ἄλ­λους ὅ­σο στὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α τοῦ κα­τα­σκό­που, ποὺ εἶ­χε μεί­νει ἄ­ναυ­δος μ’ αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­σε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται, πε­ρί­ερ­γε», σὰν νὰ τοῦ ἔ­λε­γε, «ποὺ τὸ ἄ­τυ­πο μά­τι τῆς ἁ­φῆς ἔ­χει τὴν ἴ­δια βε­βαι­ό­τη­τα μὲ τὴν ὅ­ρα­σή σου;».

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴ ­σει­ρὰ Ἀ­φη­γή­μα­τα μὲ σκύ­λους.

 

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (1973). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Στε­νο­γρα­φί­α (2006). Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.

 

Δημήτρης Μίγγας: Τὸ ταξίδι

 

 

Δη­μή­τρης Μίγ­γας 

 

Τὸ τα­ξί­δι

 

ΡΙΑΝΤΑ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ φτά­νω ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Καὶ εἶ­ναι πάν­τα νύ­χτα. Ἀ­πο­βι­βά­ζο­μαι στὸ λι­μά­νι ἀ­χά­ρα­γα – ὁ­λο­μό­να­χος.

         Τὸ πού­σι σφίγ­γει τὰ σκο­τά­δια ἀ­πὸ παν­τοῦ καὶ δὲν ἀ­κού­γε­ται ἦ­χος. Δί­πλα στὰ πό­δια μου μί­α βα­λί­τσα ἀ­σφα­λι­σμέ­νη μὲ σχοι­νί. Κρυ­ώ­νω καὶ ἀ­νη­συ­χῶ – δὲ φαί­νε­ται ἄν­θρω­πος καὶ τὸ κα­ρά­βι, ποὺ τα­ξί­δευ­α, χα­μέ­νο στὴ θο­λού­ρα. Βα­ριὰ σι­ω­πή, ὅ­πως στῆς θά­λασ­σας τὸν πά­το. Μα­ζεύ­ο­μαι σὲ μιὰ γω­νί­α· πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι ὅ­τι ὅ­που νά ’­ναι θὰ ξυ­πνή­σω, φω­νά­ζω δυ­να­τά, μὰ δὲν ἀ­κού­ω τὴ μι­λιά μου. Ἡ ὥ­ρα περ­νᾶ· μου­δι­ά­ζου­νε τὰ δά­χτυ­λά μου. Μοῦ φαί­νε­ται πὼς τὸ πο­στά­λι ἔ­χει βου­λιά­ξει καὶ εἶ­μαι πιὰ πνιγ­μέ­νος, κι ὅ­μως φο­βᾶ­μαι, σκέ­φτο­μαι ἀ­κό­μα, κι ἀ­να­σαί­νω. Μό­νος, σὲ ξέ­νο τό­πο μὲς στὴ νύ­χτα…

        Τό­τε, στὸ βά­θος, ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα τῆς ὁ­μί­χλης, βλέ­πω νὰ ἀ­να­δύ­ον­ται σκι­ὲς γε­ρόν­των ποὺ βα­δί­ζουν, δί­χως νὰ πα­τοῦν στὴ γῆ – σε­βά­σμι­ες μορ­φές· οἰ­κεῖ­οι ὡ­στό­σο ἄ­γνω­στοι, στὰ κά­τα­σπρα ντυ­μέ­νοι. Γλι­στρᾶ­νε δί­πλα μου καὶ προ­σπερ­νοῦν —κά­ποι­οι χα­μο­γε­λοῦν, ἄλ­λοι σου­φρώ­νου­νε τὰ χεί­λη— ὅ­μως προ­φταί­νουν κι ἀ­κουμ­ποῦν μὲ ἀ­νε­παί­σθη­τες κι­νή­σεις δί­πλα μου ση­μά­δια ἀ­να­γνω­ρι­σμοῦ: ἱ­στο­ρί­ες τῆς θά­λασ­σας, τρα­γού­δια γιὰ ἁρ­μα­τω­μέ­νες βάρ­κες μὲ σα­ράν­τα δυ­ὸ κου­πιὰ καὶ πα­ρα­μύ­θια ἐ­ρω­τι­κὰ γιὰ κω­λο­σοῦ­σες κου­νι­στές, ποὺ τράν­τα­ζαν τοὺς χει­μῶ­νες μὲ τὶς μα­κρι­ὲς οὐ­ρές τους. Λί­γο πιὸ πέ­ρα ὑ­ψώ­νον­ται, δί­χως νὰ κά­νουν κά­ποι­α κί­νη­ση, σὰν γλά­ροι ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τοῦ για­λοῦ, καὶ χά­νον­ται πά­λι στὸ σκο­τά­δι. Δὲ στέ­κον­ται —πα­ρ’ ὅ­λες τὶς πα­ρα­κλή­σεις μου—  κι οὔ­τε μι­λᾶ κα­νείς.

        Ὅ­μως ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κον­το­στέ­κε­ται. Χα­μο­γε­λᾶ. Ρω­τᾶ ἂν τὸν θυ­μᾶ­μαι. Δὲν τὸν γνω­ρί­ζω, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μῶ νὰ τὸ ὁ­μο­λο­γή­σω. Φο­βᾶ­μαι πὼς θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖ καὶ θὰ τὸν χά­σω. Ποῦ εἴ­μα­στε; Ρω­τῶ. Δι­στά­ζει νὰ ἀ­παν­τή­σει, ξε­ρο­κα­τα­πί­νει. Ἔ­πει­τα σκύ­βει πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ ψι­θυ­ρί­ζει: Ἤρ­θα­με νὰ σ’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σου­με. Καὶ ποι­οί εἴ­σα­στε ἐ­σεῖς; Αὐ­τοὶ ποὺ θὰ ξε­χά­σεις. Καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τί ὑ­πάρ­χει; Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του: Με­γά­λω­σες, φου­κα­ρι­ά­ρι­κο, γι’ αὐ­τὸ δὲ βλέ­πεις… Μο­νά­χα τὰ παι­διὰ μπο­ροῦν, κι ἤρ­θα­με γιὰ νὰ σὲ βο­η­θή­σου­με. Ποῦ εἶ­μαι, μά­στο­ρα; Μὴ νοι­ά­ζε­σαι·  μ’ ἔ­στει­λε ὁ παπ­πού­λης σου. Καὶ τί σοῦ εἶ­πε; Νὰ πά­ρεις τὸ με­γά­λο, ἴ­σιο δρό­μο, μό­λις ξη­με­ρώ­σει καὶ νά ’­χεις πάν­το­τε στὰ μά­τια σου τὴ θά­λασ­σα· ἔ­τσι πα­ρήγ­γει­λε. Κι ὕ­στε­ρα; Ὕ­στε­ρα… Κόμ­πια­σε, σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους καὶ μουρ­μού­ρι­σε: Δὲν προ­χω­ρή­σα­με πιὸ πέ­ρα ἐ­μεῖς, ψυ­χή μου, καὶ δὲν ξέ­ρου­με…

        Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει αὐ­τὴ τὴ φρά­ση σὲ κα­νέ­να ὄ­νει­ρο. Ζα­ρώ­νει λὲς καὶ τὸν μα­λώ­νει ἀ­νά­κου­στη φω­νή, ποὺ ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἱ­κα­νὸς νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ. Φεύ­γει πρὸς τὴ με­ριὰ ποὺ χά­θη­καν οἱ ἄλ­λοι. Κά­νω ἕ­να δυ­ὸ βή­μα­τα σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω, μὰ ἔ­χει ἤ­δη ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Φω­νά­ζω κά­θε νύ­χτα… Τί­πο­τα.

        Πά­λι μό­νος. Χα­ρά­ζει. Με­ρι­ὲς με­ρι­ὲς τὸ φῶς τρυ­πά­ει τὴν ὁ­μί­χλη. Δι­α­κρί­νω πε­ρι­γράμ­μα­τα οἰ­κη­μά­των, σκού­ρους ὄγ­κους. Βρί­σκο­μαι στὴν ἀ­πο­βά­θρα κά­ποι­ου ἄ­γνω­στου σὲ μέ­να λι­μα­νιοῦ – ἀ­κού­γον­ται κύ­μα­τα ποὺ σπά­ζουν, ὅ­μως ἡ θά­λασ­σα δὲ φαί­νε­ται.

        Ξη­με­ρώ­νει. Πί­σω ἀ­πὸ κτή­ρια ψη­λὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἥ­λιος —κύ­κλος θο­λὸς καὶ πα­γω­μέ­νος— κα­θα­ρί­ζον­τας λί­γο ἀ­κό­μα τὸ το­πί­ο. Βλέ­πω κα­ρά­βια: κά­ποι­α στὰ ντό­κια κι ἄλ­λα φουν­τα­ρι­σμέ­να στ’ ἀ­νοι­χτὰ – σκα­ριὰ με­γά­λα. Πλη­σιά­ζω στὸ μου­ρά­γιο. Εἶ­ναι φορ­τη­γά, πο­στά­λια, ρυ­μουλ­κὰ πα­λιά, δε­μέ­να χρό­νια. Τὸ εἴ­δω­λό τους πέ­φτει στὰ βρό­μι­κα νε­ρὰ τοῦ λι­μα­νιοῦ καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ἀ­σά­λευ­το —δὲν ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς θά­λασ­σας— οἱ ἄ­κρες ἀ­πὸ τ’ ἄρ­μπου­ρα κι οἱ τσι­μι­νι­έ­ρες τους δὲ σπά­ζου­νε στὸ λύ­γι­σμα τῶν κυ­μά­των.

        Τριά­ντα τό­σα χρό­νια φτά­νω κά­θε πρω­ὶ σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Γερ­νῶ ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­ξι­α­­γά­πη­τους ἀν­θρώ­πους περ­πα­τών­τας ὁ­λο­μό­να­χος σὲ δρό­μους, ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα στε­νεύ­ουν καὶ με­τα­μορ­φώ­νον­ται. Κα­τορ­θώ­νω πιὰ νὰ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­ζω ἀ­πὸ ση­μά­δια ποὺ εἶ­χα βά­λει ὅ­ταν πρω­το­ῆρ­θα: Ἂν κα­τα­λή­γουν, δη­λα­δή, στὴ θά­λασ­σα ἢ ἀ­πὸ πα­λι­ὲς οἰ­κο­δο­μές, πε­ρι­φρο­νη­μέ­νες ἀ­π’ τὸ χρό­νο καὶ τοὺς ἐρ­γο­λά­βους.

        Τριά­ντα τό­σα χρό­νια ἔρ­χο­μαι συ­νε­χῶς ἀ­πὸ ἕ­να νη­σί… Οὔ­τε κι ἐ­γώ, παπ­πού, κα­τά­φε­ρα νὰ προ­χω­ρή­σω πα­ρα­πέ­ρα. Ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ παι­δεύ­ο­μαι κι ἀ­κό­μα στὸ λι­μά­νι τρι­γυ­ρί­ζω.

  

 

Πηγὴ: Πρώ­τη δη­μοσί­ευ­ση

 

Δη­μή­τρης Μίγ­γας: (1951) Κα­τά­γε­ται ἀπὸ τὴ Μεσ­ση­νί­α. Σπού­δα­σε στὴν Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Ἐργά­ζε­ται ὡς κα­θη­γητὴς στὴ Μέ­ση Ἐκπαί­δευ­ση. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των Τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων.

 

Émile Zola: Τὰ ζαχαρωτὰ τῆς μικρῆς ζητιάνας

 

 

Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ (Émile Zola)

 

Τὰ ζα­χα­ρω­τὰ τῆς μι­κρῆς ζη­τιά­νας (1)

(Les étrennes de la mendiante)

 

ΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ὁ Ἰ­α­νουά­ριος, θὰ σᾶς θυ­μί­σω ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἔ­θι­μο τῆς πα­ρι­σι­νῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς.

Τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς τρῶ­γλες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρι­ποι­οῦν­ται μὲ φρον­τί­δα τὸν ἑ­αυ­τό τους. Οἱ ζη­τιά­νοι φο­ροῦν τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα ρά­κη τους, στο­λί­ζον­ται μὲ τὰ κου­ρέ­λια τους καὶ πη­γαί­νουν νὰ εὐ­χη­θοῦν στοὺς πε­ρα­στι­κοὺς καὶ νὰ τοὺς ποῦ­νε τὰ βά­σα­νά τους καὶ νὰ ζη­τή­σουν τὸ μπο­να­μά τους, μὲ τὸ χέ­ρι ἁ­πλω­μέ­νο, τὸ πρό­σω­πο ἀ­νή­συ­χο κι ὅ­λο ἔ­γνοι­α.

        Ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα ἡ ἐ­παι­τεί­α εἶ­ναι ἀ­νε­κτή· ἐ­ξα­σκεῖ­ται μέ­ρα με­ση­μέ­ρι χω­ρὶς νὰ με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὰ χί­λια πρό­σω­πα ποὺ μη­χα­νεύ­ε­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α τοῦ δρό­μου. Ὁ ὀρ­γα­νο­παί­κτης ἀ­φή­νει στὸ σπί­τι του τὴ με­γά­λη θή­κη ποὺ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ δώ­δε­κα ἀ­τέ­λει­ω­τους μῆ­νες· οἱ ἔμ­πο­ροι σπίρ­των, δαν­τελ­λῶν, τρα­γου­διῶν δὲν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­να­νε­ώ­σουν τὴν πρα­μά­τια τους. Ὁ δη­μό­σιος δρό­μος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος· οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες κά­νουν τὰ στρα­βὰ μά­τια· μὲ εἰ­λι­κρί­νεια ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια, αὐ­τὰ ποὺ δί­νουν κι αὐ­τὰ ποὺ παίρ­νουν.

        Σ’ ἕ­να ψη­λὸ καὶ μαῦ­ρο σπί­τι, στὸ ἕ­κτο πά­τω­μα(2), στὸ βά­θος ἐ­νὸς πα­τα­ριοῦ, ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ ἀ­πο­θή­κη, ζεῖ μιὰ πάμ­φτω­χη οἰ­κο­γέ­νεια, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα κι ἕ­να ὀ­χτά­χρο­νο κο­ρι­τσά­κι.

        Ὁ πα­τέ­ρας, ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας στε­γνὸς κι ὅ­λο γω­νί­ες, τὰ γέ­νια του καὶ τὰ μαλ­λιά του μα­κριὰ καὶ μπερ­δε­μέ­να, ἄ­σπρα, ἕ­να ἄ­σπρο βρώ­μι­κο. Ἀ­να­πο­λεῖ ἀ­να­στε­νά­ζον­τας τὶς ὡ­ραῖ­ες μέ­ρες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ὅ­ταν οἱ δρό­μοι ἀ­νῆ­καν στοὺς φτω­χούς, κι εἶ­χαν δι­κό τους ὅ­λο τὸν ἥ­λιο τοῦ κα­λοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λη τὴ συμ­πό­νια τῶν ἀν­θρώ­πων.(3)

        Ἡ μη­τέ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται πλέ­ον. Εἶ­ναι λὲς καὶ ζεῖ ἀ­πὸ συ­νή­θεια καὶ μοιά­ζει ἀ­ναί­σθη­τη στὴ χα­ρὰ καὶ τὸν πό­νο. Τὸ κρύ­ο καὶ ἡ πεί­να σκό­τω­σαν τὴν σκέ­ψη καὶ τὶς αἰ­σθή­σεις της.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­ναι τὸ φῶς σ’ αὐ­τὸ τὸ σκο­τει­νὸ ντά­μι. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­γρὴ σκο­τει­νιά, τὸ χλω­μό, ξαν­θὸ κε­φα­λά­κι της ξε­χω­ρί­ζει πά­νω στὸ μαυ­ρι­σμέ­νο τοῖ­χο, τὸ χα­μό­γε­λό της λάμ­πει σὰν ἡ­λι­α­χτί­δα· τὰ γα­λα­νὰ μά­τια της, ὅ­που ἡ ξε­γνοια­σιὰ ἀ­φή­νει ξαφ­νι­κὲς ἀ­να­λαμ­πὲς χα­ρᾶς, φω­τί­ζουν τὶς γω­νι­ὲς τοῦ φτω­χό­σπι­του. Δὲν κλαί­ει πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ βλέ­πει νὰ κλαῖ­νε. Τὴν πρω­το­χρο­νιὰ οἱ γο­νεῖς καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι ση­κώ­θη­καν στὶς πέν­τε. Τοὺς πῆ­ρε ὥ­ρα καὶ κό­πο πο­λὺ γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦν. Ἔ­πει­τα ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μη­τέ­ρα κά­θι­σαν ἀ­κί­νη­τοι νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἐ­νῶ ἡ μι­κρού­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρο κο­κέ­τα, προ­σπα­θοῦ­σε, μά­ταια­, γιὰ ὥ­ρα, νὰ κρύ­ψει μιὰ με­γά­λη τρύ­πα ποὺ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ μιὰ με­ριὰ τῆς φού­στας της.

        Ἡ παι­δού­λα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τοὺς μπο­να­μά­δες της. Τὴν προ­η­γού­με­νη ὁ πα­τέ­ρας τῆς εἶ­πε: «Αὔ­ριο θὰ γί­νεις ὄ­μορ­φη καὶ θὰ βγοῦ­με στοὺς δρό­μους νὰ εὐ­χη­θοῦ­με ὑ­γεί­α καὶ πλού­τη στοὺς εὐ­τυ­χι­σμέ­νους αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι κα­λοί, καὶ θέ­λουν μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ μπο­ροῦ­με μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ κά­νου­με ἔκ­κλη­ση στὴν φι­λαν­θρω­πί­α τῶν εὐ­αί­σθη­των ψυ­χῶν. Αὔ­ριο οἱ ὄ­μορ­φες δε­σποι­νι­δοῦ­λες ποὺ ἔ­χουν πολ­λοὺς φί­λους θὰ πά­ρουν δῶ­ρα, με­γά­λες κοῦ­κλες καὶ κα­λα­θά­κια μὲ κα­ρα­μέ­λες. Οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν, λοι­πόν, καὶ τὰ φτω­χὰ παι­διὰ σὰν ἐ­σέ­να, ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴ χα­ρὰ νὰ ἔ­χουν φί­λους, νὰ μὴ μεί­νουν ὡ­στό­σο μὲ ἄ­δεια τὰ χέ­ρια καὶ τοὺς ἔ­δω­σαν γιὰ φί­λους ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἐ­πι­τρέ­πον­τάς τους νὰ ἁ­πλώ­νουν τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τὰ νο­μί­σμα­τα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης τους θὰ γί­νουν τὰ ζα­χα­ρω­τὰ καὶ τὰ παι­χνί­δια σου.»

        Ἡ μι­κρού­λα εἶ­ναι στὸ δρό­μο. Βα­δί­ζει χα­ρού­με­να, μὲ ξαφ­νι­κὲς ντρο­πές, στα­μα­τών­τας στὰ σταυ­ρο­δρό­μια, στοὺς πρό­να­ους τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν, στὶς γέ­φυ­ρες, παν­τοὺ ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι. Ὁ πα­τέ­ρας της καὶ ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν, σο­βα­ροί, χω­ρὶς νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν οἱ ἴ­διοι τὴν δη­μό­σια συμ­πό­νια· μοιά­ζουν σὰν νὰ πη­γαί­νουν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πλῆ­θος καὶ τοῦ συ­στή­νουν τὴν κό­ρη τους.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι στα­μα­τᾶ νέ­ους καὶ γέ­ρους· προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται σ’ αὐ­τοὺς ποὺ κου­βα­λοῦν πα­κέ­τα καὶ τὰ γα­λά­ζια μά­τια της τοὺς λέ­νε χα­ϊ­δευ­τι­κὰ «ἐ­σεῖς ποὺ μό­λις ξο­δέ­ψα­τε ἕ­να λου­δο­βί­κειο(4) γιὰ νὰ προ­σφέ­ρε­τε χα­ρὰ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές σας, δὲν θὰ μοῦ δώ­σε­τε ἕ­να τό­σο δὰ νο­μι­σμα­τά­κι γιὰ νὰ πά­ρω λί­γα ζα­χα­ρω­τά;»

        Πῶς νὰ μὴν ἀ­κού­σεις τὴ σι­ω­πη­λὴ προ­σευ­χὴ τοῦ χα­μό­γε­λού της. Χάλ­κι­να νο­μί­σμα­τα πέ­φτουν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ χέ­ρι της. Μα­ζεύ­ει σολ­δὶ τὸ σολ­δὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά της, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ γεύ­ε­ται ἔ­τσι μέ­χρι τὸ βρά­δυ τὶς χα­ρὲς τῆς μέ­ρας ποὺ μοιά­ζει νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει γι’ αὐ­τήν.

        Τὸ βρά­δυ οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν φω­τιὰ καὶ ψω­μί. Ἡ μι­κρή, πε­ρή­φα­νη, με­τρᾶ τοὺς θη­σαυ­ρούς της καὶ μπο­ρεῖ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ πι­στέ­ψει πὼς ὅ­λη ἡ πό­λη τὴν ἀ­γα­πᾶ.

        Ναί, τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ποὺ γι­νό­μα­στε οἱ νο­νοί, οἱ φί­λοι τῶν μι­κρῶν ζη­τιά­νων. Εἶ­ναι κα­θῆ­κον μας νὰ τοὺς κά­νου­με νὰ ξε­χά­σου­νε τὴ φτώ­χια τους, νὰ τοὺς δώ­σου­με τὴ συμ­πό­νια μας καὶ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση.

        Ἀ­κοῦ­στε με, τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά, γε­μί­στε τὶς τσέ­πες σας μὲ με­γά­λα νο­μί­σμα­τα… Πη­γαί­νε­τε στὴν πό­λη καὶ μοι­ρά­στε ζα­χα­ρω­τὰ στοὺς φτω­χούς.

        Θὰ γυ­ρί­σε­τε στὰ σπί­τια σας πλού­σιοι ἀ­πὸ τὰ χα­ρού­με­να βλέμ­μα­τα, τὰ κα­λὰ λό­για. Θὰ αἰ­σθαν­θεῖ­τε μέ­σα σας ὅ­λη τὴ χα­ρὰ αὐ­τῶν τῶν χλω­μῶν παι­δι­ῶν ποὺ τὰ κά­να­τε νὰ χα­μο­γε­λά­σουν καί, μὲ τὴ σει­ρά σας, θὰ φι­λή­σε­τε τρυ­φε­ρό­τε­ρα τὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­διὰ ποὺ ἁ­πλώ­νουν κι αὐ­τὰ ἐ­πί­σης τὰ χέ­ρια, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ντρέ­πον­ται, γιὰ νὰ πά­ρουν τὰ παι­χνί­δια τῶν εἴ­κο­σι πέν­τε φράγ­κων!

 

 

     (1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σκι­α­γρά­φη­ση τῆς φτώ­χιας μέ­σα στὴν πό­λη, ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζει γιὰ τὶς με­γά­λες συν­θέ­σεις, ὅ­πως τὸ L’ Assommoir καὶ τὰ κα­το­πι­νό­τε­ρα με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐμ­φα­νί­στηκε μὲ τὸν ἁ­πλὸ τίτ­λο «Χρο­νι­κό» στὴν Le Petit Journal, στὶς 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συμ­βο­λὴ τοῦ Ζο­λᾶ σ’ αὐ­τὴ τὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀ­πο­λί­τι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρί­ας, στὴν ὁ­ποί­α θὰ δώ­σει συ­νο­λι­κὰ ἐν­νέ­α κεί­με­να.

    (2) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὸ ἕ­κτο πά­τω­μα τῶν πα­ρι­σι­νῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν ἀ­πο­τε­λεῖ­το συ­νή­θως ἀ­πὸ μι­κρὰ δω­μα­τιά­κια, ποὺ ἦ­ταν τὰ δω­μά­τια τῶν ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε καὶ μέ­χρι σή­με­ρα, ποὺ νοι­κι­ά­ζον­ται ὡς φοι­τη­τι­κὴ στέ­γη ἢ σὲ φτω­χοὺς με­τα­νά­στες, ἡ ἔκ­φρα­ση: «Μέ­νω σὲ chamber de bonne», ποὺ ση­μαί­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «μέ­νω στὸν 6ο ὄ­ρο­φο» (χω­ρὶς ἀ­σαν­σέρ) σὲ σο­φί­τα ἢ σὲ μι­κρὸ δω­μά­τιο καὶ συ­νή­θως μὲ κοι­νὴ του­α­λέ­τα.

    (3) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Τὰ με­γά­λα ἔρ­γα ποὺ ἔ­κα­νε τὸ 1852 στὴν πό­λη ὁ νο­μάρ­χης Ὀ­σμάν, ἄλ­λα­ξαν ρι­ζι­κὰ τὴν ὄ­ψη τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Ὁ ἀ­στι­κὸς ἱ­στὸς ὑ­πέ­στη ἀ­να­κα­τα­τά­ξεις, τὰ ἐ­νοί­κια αὐ­ξή­θη­καν καὶ τὰ φτω­χό­τε­ρα στρώ­μα­τα ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ με­τοι­κή­σουν στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς πρω­τεύ­ου­σας καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα νη­σά­κια.

    (4) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὰ λου­δο­βί­κεια (louis) ὅ­πως καὶ τά σοὺ (sous) ποὺ γρά­φει πα­ρα­κά­τω ἦ­ταν πα­λι­ό­τε­ρα γαλ­λι­κὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κὰ ἀ­πὸ τὸ φράγ­κο (franc).

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Le Petit Journal, 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Raffaele La Capria: Φτωχή μου Κουκουβάγια

 

 

Ρα­φα­έ­λε Λὰ Κά­πρια (Raffaele La Capria) 

 

Φτω­χή μου Κου­κου­βά­για

(La civettina)

 

ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ ποὺ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ἐ­ξέ­πεμ­πε τὸ ἐ­ρω­τι­κό της κά­λε­σμα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἐ­πί­κλη­ση μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­τυμ­πά­νι­ζε σ’ ὅ­λη τὴν οἰ­κου­μέ­νη, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!», ἀν­τη­χοῦ­σε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ αὐ­τὶ τοῦ χω­ρι­κοῦ ποὺ κοι­μό­ταν στὴν κα­λύ­βα πιὸ κά­τω, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο ὅ­που ἐ­κεί­νη κούρ­νια­ζε. Τὸ χα­λά­ζι ποὺ εἶ­χε πέ­σει μπό­λι­κο τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῶν ἀμ­πε­λώ­νων, ὁ και­ρὸς δὲν φαι­νό­ταν νὰ ὑ­πό­σχε­ται τί­πο­τε κα­λύ­τε­ρο —ἤ­τα­νε συ­νε­χό­με­να ἀ­στα­θής— καὶ τώ­ρα ἐ­κεί­νη ἡ φω­νὴ προ­μή­νυ­ε λὲς κι ἄλ­λες ζη­μι­ές. Ὁ χω­ρι­κὸς κόλ­λη­σε τὸ πρό­σω­πο στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε τὴ με­γά­λη σκού­ρα μά­ζα πά­νω στὴν κα­ρυ­διὰ ποὺ ὀρ­θω­νό­ταν μπρο­στὰ στὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ κεῖ τοῦ ξα­νάρ­θε τὸ κά­λε­σμα τῆς κου­κου­βά­γιας. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει βλέ­πεις δαῦ­τον κεῖ­νο τὸ δυ­σοί­ω­νο που­λί, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν ἤ­δη πέ­σει τό­σες συμ­φο­ρὲς στὸ σπι­τι­κό του, λὲς καὶ δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ μί­ζε­ρη ἡ ζω­ὴ ποὺ περ­νοῦ­σε, σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ σκλη­ρὸ τὸ χα­λά­ζι τῆς προ­η­γού­με­νης. Τὸ πα­λιὸ ἔ­θι­μο, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σεις τὸ κα­κὸ μά­τι, ὁ χω­ρι­κὸς τὸ γνώ­ρι­ζε κα­λά, κι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν χρό­νων τοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ ἴ­διος μὲ ἀ­κρί­βεια θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Πῆ­ρε τὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ του­φέ­κι ποὺ κρε­μό­ταν στὸν τοῖ­χο κι ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν μὲ τὸ σώ­βρα­κο κα­τέ­βη­κε πα­τών­τας στὶς μύ­τες τῶν γυ­μνῶν του πο­δι­ῶν καὶ δί­χως νὰ κά­νει κα­θό­λου θό­ρυ­βο στὸ χορ­τά­ρι κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θά­μνο, ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πιὸ πα­χύ. Στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς νύ­χτας στά­θη­κε μὲ τὸ αὐ­τὶ τεν­τω­μέ­νο, ὅ­μοι­ο μὲ ζώ­ου τοῦ δά­σους, ὥ­στε νὰ ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ ποι­ὸ ση­μεῖ­ο ἀ­κρι­βῶς προ­ερ­χό­ταν τὸ σκού­ξι­μο τῆς κου­κου­βά­γιας. Κι ἐ­κεί­νη νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει σὲ ὅ­λο τὸ ἔ­να­στρο σύμ­παν ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὸ κά­λε­σμα ἐ­κεῖ­νο τοῦ ἔ­ρω­τα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει, «Εμ-αι-δῶ! Εμ-αι-δῶ!» Ἐ­κεῖ εἶ­σαι, ἔ; Μιὰ του­φε­κιὰ λαμ­πά­δια­σε στὸ σκο­τά­δι καὶ νά, ἡ φτω­χὴ κου­κου­βά­για πέ­φτει κά­τω χτυ­πη­μέ­νη στὴ φτε­ρού­γα.

         Γιὰ ἕ­να χω­ρι­κὸ ποὺ ὑ­πα­κού­ει σὲ μιὰ μοι­ρο­λα­τρι­κὴ ἐ­πι­τα­γή, γιὰ ἕ­ναν μί­ζε­ρο χω­ρι­κὸ μα­θη­μέ­νο νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴν βί­αι­η δύ­να­μη τοῦ κα­κοῦ καὶ τὰ σκο­τει­νά της μη­νύ­μα­τα μὲ μο­να­δι­κὰ ὅ­πλα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἡ ὠ­μὴ γνώ­ση τῶν αἰ­ώ­νων τὸν ἐ­φο­δί­α­σε, δὲν εἶ­ναι ἀ­παν­θρω­πιά, πα­ρὰ μό­νο ἕ­να τε­λε­τουρ­γι­κὸ ξόρ­κι νὰ καρ­φώ­σει ζων­τα­νὴ μιὰ κου­κου­βά­για στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του. Ἔ­τσι λοι­πὸν χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ δι­στά­σει, ἤ­ρε­μα τὴν σταύ­ρω­σε τὴ φτω­χὴ κου­κου­βά­για κι ἐ­ξί­σου ἤ­ρε­μα χτύ­πη­σε καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε τὰ καρ­φιὰ ποὺ τὴ στέ­ρι­ω­ναν μὲ τὰ φτε­ρὰ ἀ­νοιγ­μέ­να πά­νω στὸ ξύ­λο. Ἡ κου­κου­βά­για στὴ στιγ­μὴ τοῦ τε­τέ­λε­σται δί­πλω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ πλευ­ρά, οὔρ­λια­ξε καὶ συ­σπά­στη­κε ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ φρι­χτοῦ πό­νου ποὺ τὴ δι­α­περ­νοῦ­σε, ὥ­σπου τὰ πυ­κνά της βλέ­φα­ρα, τό­σο ὅ­μοι­α μὲ τ’ ἀν­θρώ­πι­να, ἔ­κλει­σαν στὰ με­γά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μά­τια ποὺ σβή­να­νε ἀρ­γὰ στὸ ψυ­χορ­ρά­γη­μά της. Ὁ χω­ρι­κὸς κοί­τα­ξε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος τὴν δου­λειὰ τε­λει­ω­μέ­νη κι ἔ­τσι σί­γου­ρος πιὰ γύ­ρι­σε γιὰ ὕ­πνο στὸ κρε­βά­τι του. Τώ­ρα τὸ χα­λά­ζι θὰ ἀ­πέ­φευ­γε τὸ χω­ρά­φι του κι ἡ κου­κου­βά­για ποὺ προ­η­γου­μέ­νως μὲ τὸ κά­λε­σμά της τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε, θὰ ξε­ραι­νό­ταν σι­γὰ σι­γὰ στὴν πόρ­τα του προ­στα­τεύ­ον­τάς τον ἀ­πὸ τὶς συμ­φο­ρὲς τοῦ κό­σμου.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Raffaele La Capria, Fiori giapponesi (1979).

 

Raffaele La Capria (Νά­πο­λη τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1922). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὸς ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὰ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο Tre romanzi di una giornata (1982, Einaudi, Torino).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά της στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νὰ ἕ­να μῆ­λο, Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μὲς καὶ Ὥ­ς3. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Νατάσα Κεσμέτη: Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

 

Νατάσα Κεσμέτη

 

 Σὰν μὲ τὸ Φαῖδρο παραριγμένοι…

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ

 

ΙΩΘΑΜΕ ΠΙΑΣΜΕΝΟΙ γιὰ τὰ κα­λά, ἔ­τσι ἰ­σο­πε­δω­μέ­νοι ὁ­ρι­ζόν­τια ποὺ βρι­σκό­μα­σταν τό­σον και­ρό, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ ἄ­σκη­μο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς λά­χει, για­τί μᾶς βρῆ­κε ἀ­να­πάν­τε­χα, κι ὅ,τι εἴ­πα­με πὼς ἐ­πι­τέ­λους τὰ εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με – κα­θὼς μᾶς τὸ βε­βαι­ώ­να­νε οἱ πα­λι­ό­τε­ροι στὴ σύ­να­ξη, τὸν πρῶ­το και­ρὸ ποὺ κα­τε­βή­κα­με δῶ στὰ ρι­ζά: «Νὰ μὴν ἀμ­φι­βάλ­λε­τε δι­ό­λου!», «Καὶ βέ­βαι­α θὰ συ­νη­θί­σε­τε!», «Νά, δεῖ­τ’ ἐ­μᾶς!…» καὶ κου­νού­σα­νε μὲ κα­τα­νό­η­ση τὰ κρα­νί­α με­τα­ξύ τους, σὰ νὰ ξέ­ρα­νε αὐ­τοί, τό ‘­χα­νε πε­ρά­σει τὸ δύ­σκο­λο πρῶ­το στά­διο…

         «Μπά, μ’ αὐ­τὰ τὰ στά­δια», γέ­λα­σε τὴν πρώ­τη φο­ρὰ κά­ποι­ος ἢ κά­ποι­α (ποῦ νὰ ξε­χω­ρί­σου­με τό­τε, ἔ­τσι πρω­το­ριγ­μέ­νοι πού ‘­μα­σταν στὴν πλή­ρη ἀ­που­σί­α δι­α­κρι­τι­κῶν, κα­θὼς θαρ­ρέ­ψα­με ἐν­τε­λῶς βι­α­στι­κὰ κι ἐ­πι­πό­λαι­α ἀ­π’ τὴν πρώ­τη μα­τιά), «Κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε τὸ εἶ­δος! Σω­σμὸ νὰ μὴν ἔ­χου­νε τ’ ἀ­θε­ό­φο­βα!»… Καὶ ὅ­λοι τὸν συ­νο­δέ­ψα­με σὲ γέ­λιο ἀ­βί­α­στο καὶ τέ­λεια εἰ­ρη­νι­κό, σὰν προ­έ­κτα­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ λό­γου (τί λό­γου, ψί­θυ­ρου ἂς ποῦ­με κα­λύ­τε­ρα), μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ σφι­χτο­κλει­σμέ­να σα­γό­νια, τεν­τω­μέ­να στὴ μο­να­δι­κὴ γκρι­μά­τσα: τοῦ μοι­ραί­ου ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νου χα­μό­γε­λου τῶν νε­κρῶν… Ἔ­τσι πά­λι μᾶς πρω­το­φά­νη­κε. Αὐ­τὰ τὰ τε­λει­ω­τι­κά, ἀ­πό­λυ­τα, ἐν­σφρά­γι­στα ἐ­πί­θε­τα ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ὅ,τι χα­ρα­κτή­ρι­ζε τὸν πρῶ­το μας και­ρό, στὰ δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­πό­λυ­της αὐ­το­συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­το­πα­ρατή­ρη­σης ποὺ πέ­σα­με μὲ τὸ ποὺ ἔ­κλει­σε κά­θε πρό­σβα­ση γιὰ τ’ ἀπά­νου ὅ­πως πι­στέ­ψα­με μα­ζὶ μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους κι ἐ­μεῖς τὰ θύ­μα­τα, νὰ ποῦ­με…

        Κι ὅ­πως λοι­πόν μᾶς βρῆ­κε ὁ­λό­τε­λα ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους τέ­τοι­α μα­κρο­χρό­νια, ἐν­τα­τι­κὴ καὶ πολυ­ό­φθαλ­μη θά ‘­λε­γε κα­νεὶς αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση: ἀ­φοῦ κά­θε ση­μεῖ­ο τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου καὶ πε­ρί­που οἰ­κεί­ου ὣς τό­τε σχή­μα­τός μας συμ­με­τεῖ­χε στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­πέκ­δυ­ση καὶ σύγ­χρο­να ἀ­πορ­ρό­φη­ση κι ἐ­σώ­τα­τη συρ­ρα­φὴ μὲ τὸ πε­ρι­έ­χον μας — πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­σποῦ­σε διαρ­κῶς τὴν προ­σο­χή μας ἀ­π’ ὅ,τι ἄλ­λο μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε μέ­σα στὸν ἑ­αυ­τό μας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, σὲ μιὰ βου­βὴ κα­τά­πλη­ξη ἀ­πὸ τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ πρω­το­δο­κι­μά­ζα­με, ὄ­χι ἁ­πλὰ σὰν αἴ­σθη­μα, μὰ σὰν κά­τι πο­λὺ ἄ­με­σο, πραγ­μα­τι­κὸ κι ἐ­φαρ­μό­σι­μο σὲ κά­θε μας κύτ­τα­ρο (ποὺ ἄ  ­ν  ο  ι  ­γ  ε νὰ δο­κι­μά­σει στὴν ἴ­δια του τὴν οὐ­σί­α κι ὣς τὸν πλή­ρη ἐ­ξου­θε­νω­μὸ τοῦ πυ­ρή­να του τὴν ἀ­φάν­τα­στη αὐ­τὴ ἐμ­πει­ρί­α), δὲν εἴ­χα­με μά­τια γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, πα­ρὰ μ’ ἕ­ναν τρό­πο δι­αι­ω­νί­ζα­με μό­νο τὶς πα­λι­ές μας ψευ­δαι­σθή­σεις, κου­βα­λού­σα­με ἀ­κό­μα τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις ποὺ σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή μας στά­θη­καν τέ­τοι­α αἰ­τία τυ­φλα­μά­ρας, καὶ πέ­ρα­σ’ ἔ­τσι κάμ­πο­σος χρό­νος, ὥ­σπου ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ φω­σφο­ρι­κὸ φῶς ποὺ κου­φό­καιγ’ ἕ­να γύ­ρω μας ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὶς πο­λυ­δαί­δα­λες στο­ὲς τῆς σι­ω­πῆς ποὺ δια­ρκῶς καὶ δια­ρκῶς ἄ­νοι­γαν, βγά­ζον­τας ἀλ­λοῦ κι ἀλ­λοῦ μὲ μιὰν ἀ­πί­στευ­τη ἁ­πλο­χω­ριὰ πού ‘­δε­νε τὴν πιὸ ἀ­πό­λυ­τη μο­να­ξιὰ μὲ τὴν πιὸ στε­νὴ κοι­νό­τη­τα.

        Ἄ, τί ἀ­να­σα­σμὸς βα­θὺς ξέ­φυ­γε τό­τε ἀ­π’ τ’ ἀ­να­κου­φι­σμέ­να γυ­μνά μας χεί­λη, σὰν ἐ­πι­τέ­λους ὅ­λα νά ‘­χα­νε ἀ­παν­τη­θεῖ, σὰν ἐ­πι­τέ­λους νά ‘­χα­νε χω­ρι­στεῖ τὰ ἐ­ρί­φια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­μνούς, τὰ πε­ριτ­τὰ ἀ­πὸ τὰ πρώ­της χρεί­ας καὶ τὸ Ἀ­πο­λύ­τως Ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ κα­ταύ­γα­ζε τὴ ζω­ή μας Μέ­γας Κα­νών.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ πράγ­μα­τι ἀν­τι­κρύ­σα­με τοὺς γει­τό­νους μας, ποὺ πράγ­μα­τι κα­τα­λά­βα­με τί μᾶς ἔ­λε­γαν τό­σον και­ρὸ οἱ πα­λιό­τε­ροι, ποὺ πράγ­μα­τι ἀρ­χί­σα­με νὰ κα­τοι­κοῦ­με τὸ «Ρι­ζί­διο 1.000.777 στὸ ἄ­πει­ρο ἀ­ε­νά­ως Ἐ­πα­να­φε­ρό­με­νο Βα­θιὰ τῆς Γε­ω­κεν­τρι­κῆς Ρί­ζας: Αὐ­τό – ὁ Τό­πος – Ἐ­μεῖς».

        Κι ὅ,τι ἀρ­χί­σα­με νὰ μπαί­νου­με στὰ μυ­στι­κά, νὰ ξε­χω­ρί­ζου­με τὰ δι­α­κρι­τι­κά, τὶς ἀ­πο­κλί­σεις, τὶς με­τα­πτώ­σεις, τὶς με­τα­κι­νή­σεις καὶ τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις ἀ­κό­μα τοῦ πε­ρι­έ­χον­τός μας καὶ μά­λι­στα μ’ ἀ­τά­ρα­χτη σχε­δὸν κι οὐ­δέ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη νὰ συν­τυ-χαί­νου­με πα­λιοὺς γνω­στούς, φί­λους καὶ συγ­γε­νεῖς ἀ­π’ τ’ ἀ­πά­νου, ἦρ­θε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ μου­δι­ά­σμα­τος νὰ τὰ χα­λά­σει ὅ­λα!

        Πᾶ­νε κι οἱ ἀ­νέ­να­ες κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κό, οἱ ἀ­ό­ρα­τες δι-ε­πι­σκέ­ψεις τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ μας πο­λύ­πο­δα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ πο­λύ­στρο­φα ἐ­λα­στι­κά του σπει­ρά­μα­τα… Πά­ει ἡ χα­ρὰ τῆς πιὸ παι­δι­κῆς μας ἀ­να­κού­φι­σης καὶ πλη­ρό­τη­τας.

        Τὸ «ὁ­ρι­ζόν­τια» ἦ­ταν μιὰ συ­νεί­δη­ση ἀ­νυ­πό­φο­ρη καὶ τυ­ραν­νι­κή.

        Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν ἦ­ταν ἔ­τσι. Μπο­ρεῖ νὰ τὸ νο­μί­ζα­με — ἀλ­λὰ τί μ’ αὐ­τό;

        Γιὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ τέ­λεια ἐ­πί­πε­δη συ­νύ­παρ­ξη.

        Οἱ πα­λι­ό­τε­ροι ὡ­στό­σο μοι­ά­ζα­νε νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νου­νε. Μό­νο ποὺ δὲ μᾶς λέ­γα­νε πιὰ πὼς θὰ τὸ συ­νη­θί­σου­με κι αὐ­τό, ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἕ­να ὕ­φος μοι­ραῖ­ο, σάμ­πως ὅ,τι μᾶς συ­νέ­βαι­νε νὰ ἦ­ταν ὁ πιὸ με­γά­λος πει­ρα­σμὸς τοῦ Ἑ­ω­σφό­ρου, κι αὐ­τοὶ στὴν παν­σο­φί­α τους ἢ τὴν πα­νά­γνοι­ά τους (ἐ­πι­τέ­λους τὸ ἴ­διο κά­νει, σὲ μιὰ θέ­ση σὰν τὴ δι­κή μας) τὸ ξέ­ρα­νε κα­λὰ πό­σο ἐ­σα­εὶ ὑ­πάρ­χων, ἀ­ήτ­τη­τος ἐ­φευ­ρέ­της νέ­ων πα­γί­δων, παν­τε­πό­πτης τοῦ ἀ­πά­νω καὶ τοῦ κά­τω κό­σμου εἶ­ναι ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος, λὲς καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρὰ τὸ «ἄλ­λο μά­τι τοῦ Θε­οῦ» ἢ ἁ­πλῶς τὸ δια­ρκῶς «πα­ρα­κά­τω στά­διο»…

        «Ἄχ, αὐ­τὰ τὰ στά­δια!» γέ­λα­γαν ὅ­λοι μα­ζί, μ’ ἕ­να φουρ­φου­ρι­στὸ τρί­ξι­μο, σὰ νά ‘­ταν τὰ ἄ­σπρα τους κό­κα­λα ἀ­πὸ πα­πυ­ρό­χαρ­το, πα­νά­λα­φρα χει­ρό­γρα­φα ἀν-ά­ξια ἀπο­θε­μέ­να στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τῶν Κεν­τρι­κῶν Βα­θῶν, μί­λια κά­τω ἀ­π’ τὸ Φλοι­ὸ οἱ ὑ­πέρ­γη­ροι τῆς σύ­να­ξης — καὶ τό­τε μᾶς πρω­τοδώ­σα­νε πά­νω στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου μας τὴν ἄ­δεια καὶ ὁ  ­δ  η  ­γ  η  ­θ  ή  ­κ  α  ­μ  ε…

        Πό­σο δὲν ἦ­ταν πάγ­κλει­στες οἱ προ­σβά­σεις λοι­πόν! Πό­σο τὸ ἀ­πά­νου καὶ τὸ κά­του εἰ­σχω­ρούσα­νε βα­θιὰ τό ‘­να μέ­σα στ’ ἄλ­λο! Πό­σο, μιᾶς καὶ βρε­θή­κα­με κά­πο­τε, ἀ­πο­κλει­ό­ταν νὰ χα­θοῦ­με πο­τέ – σάμ­πως τὸ νὰ ὑ­πάρ­χεις καὶ τὸ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ τὸ ἴ­διο ἀ­χνά­ρι ἰ­δω­μέ­νο ἀ­πὸ μέ­σα ἢ ἀ­π’ ἔ­ξω, ἡ ἴ­δια δι­κα­στι­κὴ συν­θή­κη ποὺ σὲ προσ­δέ­νει ἐ­σα­εὶ στὸ δι­πλὸ ἕ­δρα­νο τοῦ Κα­τή­γο­ρου καὶ Κα­τη­γο­ρού­με­νου κό­σμου, ἡ ἴ­δια αἰ­ώρη­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­νάρ­χαι­α σχή­μα­τα, τῶν ἴ­δι­ων ποι­ο­τή­των: Ψη­λά-Χα­μη­λά, Ὀ­δυ­νη­ρά-Ἡ­δο­νι­κὰ καὶ τἀνά­πα­λιν…

        Καὶ ὁ­δη­γη­θή­κα­με λοι­πὸν πά­λι στὴν Πύ­λη!

        …Φύ­σα­γε ἕ­να ἀ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο, κατα­ποὺ συ­νή­θι­ζε νὰ φυ­σᾶ στὴν πα­τρί­δα ποὺ πρωτα­νοί­ξα­με τὰ μά­τια μας, πέ­ρα στὴ Με­σό­γει­ο, τὶς μέ­ρες τῆς αἰ­θρί­ας, μὲ τὸν ἥ­λιο ἀ­η­τό­που­λο νὰ ξα­πλώ­νει πάγ­χρυ­σες φτε­ροῦ­γες κα­τὰ τὰ μέ­ρη μας κι ἀ­νά­με­σά τους νὰ κυ­λᾶ­νε τὰ σύν­νε­φα τῆς μέ­ρας, οἱ θά­λασ­σες ποὺ μᾶς τα­ξι­δεύ­α­νε τὶς πα­ρα­λί­ες ὣς τὰ πιὸ μα­κρι­νὰ νη­σιὰ τῶν ὠ­κε­α­νῶν… καὶ μὲ βα­θιὰ γνώ­ρι­μη χα­ρὰ τεν­τω­θή­κα­με κ ά ­θ  ε  ­τ  ο  ι καὶ σκαρ­φα­λώ­σα­με στὸν τοῖ­χο μπρο­στὰ ἀ­π’ τὴ σει­ρὰ τῶν βα­θυ­πρά­σι­νων (κι ἴ­σα­με τὸ μπλέ) κυ­πα­ρισ­σι­ῶν, κρε­μών­τας τὰ πό­δια μας ἔ­ξω, ὅ­πως πο­λὺ πα­λιά, παι­διὰ πά­νω στὶς ξε­ρο­λι­θι­ὲς ἢ τί­πο­τα μαν­τρό­τοι­χους, σὰν ἔ­πε­φτε σι­ω­πὴ καὶ κοι­τού­σα­με πέ­ρα… Ἤ­μα­σταν τό­τε μα­ζὶ κι ὅ­μως μό­νοι. Μέ­σα στὴν ἀν­τη­λιὰ ἢ τὶς ἀ­πό­βρα­δες σκι­ὲς μό­νοι κι ὅ­μως μα­ζὶ κου­νών­τας τὰ πό­δια καὶ κοι­τών­τας πέ­ρα… ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­νέ­τελ­λε ἕ­να βου­νὸ ἢ μί­α βλε­φα­ρί­δα φεγ­γά­ρι κι οἱ ὧ­ρες μᾶς δι­α­περ­νοῦ­σαν μ’ ἕ­να δί­χτυ τό­σο λε­πτὸ καὶ πυ­κνὸ ποὺ ἤ­μα­σταν πιὰ ἐ­μεῖς οἱ Ὧ­ρες, ἐ­μεῖς τὰ χρυ­σὰ ψά­ρια στὸ δί­χτυ τοῦ Θε­οῦ… Τὰ πό­δια μας πτε­ρύ­για ἢ ἀ­στρα­φτε­ρὲς οὐ­ρὲς κι ἀ­νε­βαί­να­με κά­θε­τα σὲ μί­αν Ἀ­νά­λη­ψη, για­τί Ἕ­να Αἴ­νιγ­μα μᾶς τρα­βοῦ­σε. Μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, φρι­κί­α­ση, στὴ σι­ω­πή… βομ­βοῦ­σε: εἶ­μαι… ε  ἶ  ­μ  α  ι…

        «Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ… Καὶ κά­του κα­λὰ εἶ­ναι…», εἶ­πε ἄ­ξαφ­να ὁ Φαῖ­δρος, ποὺ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ σώ­παι­νε, καὶ τεν­τώ­θη­κε κά­θε­τος μ’ ἀ­πό­λαυ­ση φα­νε­ρὴ καὶ φω­νὴ ὅ­πως ἡ τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τό­τε, μπρο­στὰ στὰ λαμ­πρὰ πα­ρά­θυ­ρα, μὲ τὸν ἀ­λα­φρὸ ἀ­τμὸ τοῦ κα­φὲ καὶ τὴν ὥ­ρι­μη γυ­ναί­κα τοῦ σπι­τιοῦ τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια σάμ­πως ἀ­δι­ό­ρα­τα λυ­πη­μέ­να, ἢ σὰ νὰ τό ‘χει πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἀ­πὸ και­ρὸ πὼς ἐ­κεῖ θὰ δύ­ει γλυ­κὰ μα­ζί του κι αὐ­τή, ἐ­νῶ τῆς φω­τί­ζει τοὺς θαμ­ποὺς λο­βοὺς τῶν αὐ­τι­ῶν, καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να χέ­ρια ποὺ ξε­χνᾶ­νε, στα­θε­ρὰ ξε­χνᾶ­νε πιά… ἐ­κτὸς κι ἂν εἶ­ναι γιὰ μι­κρὰ παι­διά: νὰ τοὺς ὑ­ψώ­νουν τὸ πη­γού­νι καὶ νὰ βλέ­πουν ἐ­κεῖ μέ­σα ἄ­πει­ρα τρυ­φε­ρά, ὥ­ρα κι ὥ­ρα, ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ χει­ρο­νο­μί­α τῆς ζω­ῆς, τὸ ἀ­δι­ά­κο­πο πη­γαι­νέ­λα της στ’ ἄ­φω­να μά­τια τους, ποὺ γε­λᾶ­νε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, δί­χως νὰ τα­ρά­ζον­ται, δί­χως ν’ ἀμ­φι­σβη­τοῦν.

        —Θαρ­ρεῖς καὶ μό­νο αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα κα­τοί­κη­σες, πα­ρα­κμια­κή! Ἀ­π’ ὅ­λο τὸ χρό­νο κι ἀ­π’ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α μό­νον εἰς τά… πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν, μοῦ ‘­πε ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ πα­λιό του «ρῶ» στὴ φω­νή. Ἀ­δυ­σώ­πη­το «ρῶ», τρι­ζά­το σὰν ἐγ­χει­ρί­διο στὴ θή­κη, παι­γνι­δι­ά­ρι­κο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, ἐ­πι­κίν­δυ­νο σὰν ἐγ­χει­ρί­διο, δι­α­κρι­τι­κὸ σὰν ἐγ­χει­ρί­διο-ἔμ­βλη­μα.

        —Μά… εἶ­χε ἱ­στο­ρί­α; μπῆ­κε στὴ μέ­ση ὁ Φω­κί­ων μὲ τὸν ἴ­διο μυ­στή­ριο τό­νο του ὅ­πως πα­λιά. Κα­θέ­νας μας σπρω­χνό­ταν σὲ μιὰν ὥ­ρα, ἕ­να λι­γο­στὸ τό­πο (ἕ­να κῆ­πο ἢ ἕ­να γρα­φεῖ­ο νὰ ποῦ­με) γιὰ νὰ τὸν κα­τοι­κή­σει ἰ­δι­ω­τι­κά: αὐ­τὸς καὶ ἡ δι­κή του ποί­η­ση, μέ­σα στὴν ἀ­που­σί­α Ἱ­στο­ρί­ας…

         

Ὢ ἡ ἐκ­κλη­σιὰ τό­σο κον­τὰ κι ἐ­γὼ νὰ κά­θο­μαι σπί­τι

Ἡ πύ­λη της ἀ­νοι­χτὴ κι ἐ­γὼ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ μπῶ

Νὰ χτυ­ποῦν οἱ καμ­πά­νες…

Νὰ ψάλ­λον­ται τ’ ἀ­  ν  α  ­σ  τ  ά  ­σ  ι  ­μ  α

Κι ἐ­γώ…

 

          —Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο! τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­πό­το­μα ὁ Φαῖ­δρος. (Σάρ­κα­ζε; Σο­βα­ρεύ­ον­ταν;) Νά ‘­χα­με καὶ πα­σα­τέμ­πο, θά ‘μα­σταν, τέ­λεια, ἡ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἀ­σκή­μια τοῦ τό­τε.

         Ὡ­στό­σο ρού­φα­γε ἄ­πλη­στα κι αὐ­τὸς τὸν ἀ­έ­ρα, χει­μώ­να και­ρὸ καὶ τρέ­χα­νε μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, πέ­ρα στὴ δη­μο­σιά, κα­τὰ τὶς πα­ρα­λί­ες οἱ νέ­οι

         Κι ὕστε­ρα, ξαφ­νι­κὰ χα­μέ­νος, κε­ραυ­νό­πλη­κτος:

         —…Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­χεις δί­κιο. Ποιά «Ἱστο­ρί­α»; Ποι­ός Μύ­θος; Κι­νή­θη­κε πο­τὲ τί­πο­τα; Ξε­τυ­λί­χτη­κε κά­τι πο­τέ;… Σὰ νὰ πέ­ρα­σε ὁ Χρό­νος, ὅ­λος ὁ Χρό­νος ἔ­τσι: ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν Πύ­λη, μὴ ὄν­τας…

         —Σκέ­τα μό­νο! (σφύ­ρι­ξε πί­σω μας ἡ φω­νὴ τοῦ Φί­νιου: «ἀ­κό­μα φι­λο­σο­φι­έ­στε ρέ, ἀ­κό­μα ψυ­χο­λο­γί­ζε­στε… σκε­λε­τοί;») Κι ἐ­γώ σᾶς λέ­ω πάν­τα ἔ­τσι πέ­ρα­σε: σκέ­τα μό­νο κι ἄ­δεια «Ὄν­τας»!

         Ἀλ­λά, σὰ νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­σε κα­θό­λου, ὅ­πως ὁ λη­στὴς ἐ­λά­χι­στα πρὸ τῆς ἑν­δέ­κα­της — κα­θη­λω­μέ­νος στὸ συγ­κλο­νι­σμὸ μιᾶς ἐκ­κω­φαν­τι­κῆς, ὁ­λο­σχε­ροῦς, ἀ­βυσ­σα­λέ­ας κα­τάρ­ρευ­σης:

         —Μὴ ὄν­τας φί­λε μου…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Φαῖ­δρος πι­κρά… νὰ μὴ μπο­ρῶ νὰ μπῶ. Σ’ Ὅ­  λ  ο  τ  ὸ  Χ  ρ  ό  ­ν  ο… πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ… Ἄ­θω, εἶ­σαι κά­που ἐ­δῶ; Μέ­σα στὴν τε­ρά­στι­α ἀ­δρά­νεια… εἶ­χες δί­κιο Ἄ­θω: πο­τέ, πο­τὲ οἱ λέ­ξεις δὲν τὴ με­τα­φέ­ρουν τοῦ κό­σμου τὴν οὐ­σί­α!

         Γι’ αὐ­τὸ κρύ­βε­ται κι ἕν «ἀ­λί­μο­νο»…

         Πο­τὲ νὰ μὴ μπο­ρῶ…, μέ­σα σὲ κά­θε ποί­η­μα.

         Οἱ ποι­η­τὲς πυ­κνώ­να­νε γύ­ρω μας. Συν­τρο­φι­ὲς συν­τρο­φι­ὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ βα­θιά.

         Ἀ­ό­ρα­τα δά­χτυ­λα σα­λεῦ­αν καὶ συλ­λέ­γαν κρου­νοὺς τὰ ἀ­ό­ρα­τα δά­κρυ­α.

         Ἀ­κό­μα κι ὁ Φί­νιος πλη­σί­α­σε στὴν ἀ­σά­λευ­τη σι­ω­πή…

         Κα­λὰ ἦ­ταν ἐ­δῶ πά­νω. Καὶ τό­τε ποὺ ζού­σα­με, κα­λὰ ἦ­ταν, κι ἂς ἔ­λει­πε ἡ Ἱ­στο­ρί­α, κι ἂς κα­τοι­κού­σα­με μό­νι­μα εἰς τὸ πε­ρὶ τὴν Δύ­σιν…., κι ἂς ἤ­τα­νε καρ­μπὸν ὅ­λα, ξέ­θω­ρα καὶ κα­κο­πα­τη­μέ­να — καὶ πῶς νὰ τά ‘­δε­νε κα­νείς, μὲ ποι­ά πνο­ὴ ζω­ῆς, ποι­ά δη­μι­ουρ­γί­α εὐ­ρύ­στη­θη, εὐ­ρυ­μέ­τω­πη, μα­κρο­σκε­λή, ἔ­πος τοῦ και­ροῦ ποὺ ζή­σα­με; Στε­νοῦ και­ροῦ, σὰν ἄ­χα­ρο, κα­κο­χυ­μέ­νο κε­ρὶ πα­ρα­φί­νης, ποὺ δὲ φώ­τι­σε κα­μιὰ πρά­ξη, ξὸν ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α. Κι ὕ­στε­ρα φύ­γα­νε καὶ μᾶς ἀ­φή­σα­νε, νο­μί­ζον­τας —κι αὐ­τοὶ καὶ μεῖς— πὼς ἀ­δει­ά­σα­με πράγ­μα­τι τὸ χῶ­ρο.

         Ὅ­μως κα­λὰ εἶ­ναι δῶ πά­νω στὸν τοῖ­χο. Βρά­χος, πές, ὁ­λό­μαυ­ρη ρά­χη καὶ μεῖς ξε­κα­λο­και­ρι­ά­ζου­με… Ὅ­πως ἡ μνή­μη, καρ­πε­ρὴ μή­τρα ὅ­λων τῶν ἄ­νυ­δρων χώ­ρων κά­θε ἐ­ρή­μου τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως με­λε­τᾶ, σάν… ὁ μό­νος ἔ­ρω­τας α  ὐ  ­τ  ή, καὶ γε­μί­ζει τὸ χῶ­ρο δια­ρκῶς δο­ξά­ζον­τας ὡ­ραῖ­α πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας.

         Ἅ­μα ψυ­χρά­νει, θὰ κα­τέ­βου­με πά­λι.

         Οὔ­τε κά­θε­τοι γιὰ πο­λὺ οὔ­τε ὁ­ρι­ζόν­τιοι.

         Μπο­ρεῖ αὐ­τὸ νά ‘­ταν καὶ τὸ πιὸ βα­θὺ νό­η­μα — ἡ πιὸ ἄ­γρια ἔλ­λει­ψη, ἡ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ λα­χτά­ρα στὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ Σί­συ­φου:

         Ἕ­να σχῆ­μα γιὰ κά­θε και­ρό.

                                    Κα­λη­νύ­χτα.

         1976

  

 

Πη­γή: Ἡ Βίρ­γκω τῆς Ἐρη­μιᾶς καὶ τὰ Κρυφὰ Κε­λα­ϊ­δό­νια, Δι­η­γή­μα­τα (1973-1996), ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1996.

 

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀθή­να 1947). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ Ἀγγλικὴ Λογο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φανί­στη­κε με τὴν συλ­λογὴ δι­η­γημά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρκτου (1972)· τε­λευ­ταῖο της βι­βλίο: Νησὶ ἀπὸ ἐλα­φρόπε­τρα (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀλε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Morten Søndergaard: Δὲν τοῦ ἀρέσει

 

 

Μόρ­τεν Σί­νεγ­κορ (Morten Søndergaard)

 

Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει

(H­an k­an i­k­ke l­i­de d­et)

 

ΕΝ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕΙ, συμ­βαί­νει ὅ­ταν ξυ­πνά­ει τὸ πρω­ί, ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἂν ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του, ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα νὰ κά­νει. Μπο­ρεῖ νὰ βλέ­πει τη­λε­ό­ρα­ση, ἢ ἁ­πλῶς νὰ κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, μὰ ὅ­ταν γυ­ρί­σει τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πο­στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα, αὐ­τὸ ποὺ μό­λις ἔ­βλε­πε δι­α­γρά­φει μιὰ κυ­κλι­κὴ τρο­χιὰ πά­νω στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ. Ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα. Τὸ ἀ­πο­στρέ­φει καὶ τὸ γυ­ρί­ζει. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει, δὲν λέ­ει νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ, τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο ἐ­πι­κά­θε­ται βα­ρὺ σὰν κολ­λώ­δης οὐ­σί­α ποὺ ἔ­χει ξε­ρα­θεῖ, σὰν σφι­χτὸ στρῶ­μα δέρ­μα­τος, ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δι­α­πε­ρά­σει προ­κει­μέ­νου νὰ δεῖ κά­τι και­νού­ριο. Ὁ κό­σμος μέ­νει γαν­τζω­μέ­νος στὰ μά­τια του, μέ­χρι τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ πι­εῖ κά­τι ἢ θὰ κα­πνί­σει. Τό­τε εὐ­τυ­χῶς παύ­ει, ὁ κό­σμος γλι­στρά­ει λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­σκο­πι­κὰ γλωσ­σί­δια ποὺ τὰ μά­τια μπή­γουν στὰ ἰ­δω­μέ­να, κι ἐ­κεῖ­να γλι­στροῦν παίρ­νον­τας τὴ θέ­ση τους στὸ μυα­λό. Ἔ­τσι ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ ἀ­τε­νί­ζει γιὰ ὦ­ρες τὴν σκε­πὴ τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι σπι­τιοῦ, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πῶς τὸ χρῶ­μα ἀλ­λά­ζει ἀ­πὸ γκρὶ σὲ κί­τρι­νο καὶ ρο­ζέ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι λὲς καὶ δὲν εἶ­ναι πλέ­ον τὰ μά­τια, αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πουν, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ σκε­πὴ ποὺ τε­λι­κὰ γλι­στρά­ει μέ­σα στὸ κα­θι­στι­κὸ γιὰ νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὸ πρό­σω­πό του σὰν ὀρ­θά­νοι­χτη κό­ρη.

 

 

Πη­γή: A­n­t­o­l­o­gi af D­a­n­sk K­o­r­t­p­r­o­sa, Ἐ­πι­μέ­λεια J­e­p­pe B­r­i­x­v­o­ld καὶ H­a­ns O­t­to Jø­r­g­e­n­sen, Ἐκ­δό­σεις F­o­r­f­a­t­t­e­r­ne og D­a­n­s­klær­e­r­f­o­r­e­n­i­n­g­en, 1998.

 

Morten Søndergaard (Κο­πεγ­χά­γη, 1964). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, ἐκ­δό­της λογοτεχνικῶν περιοδικῶν καὶ ἔχει μεταφράσει με­τα­ξὺ ἄλλων ἔργα τοῦ Jorge Luis Borges. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Sahara i mi­ne hænder (Ἡ Σα­χά­ρα στὰ χέ­ρια μου, 1992).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ δανέζικα:

Εὔη Ξηρομερίτη (Ἀθήνα, 1979). Σπούδασε Μηχανικὸς Περιβάλλοντος στὸ Πο­λυ­τεχνεῖο τῆς Κρήτης. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ δανέζικα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κοπεγχάγη.