Joyce-Carol Oates: Τὰ Ἀντικείμενα στὸν Καθρέφτη Βρίσκονται Πιὸ Κοντὰ Ἀπ’ Ὅσο Φαίνονται

 

 

Τζό­υς Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce-Carol Oates)

 

 Τὰ Ἀν­τι­κεί­με­να στὸν Κα­θρέ­φτη

Βρί­σκον­ται Πιὸ Κον­τὰ Ἀ­π’ Ὅ­σο Φαί­νον­ται

 

(Objects in Mirror Are Closer Than They Appear)

 

ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ πέ­ρα­σες μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου τὴν Τρί­τη με­τὰ τὸ σχο­λεῖ­ο ἡ νταρ­ντά­να ξα­δέλ­φη μου μὲ τὰ κον­το­κου­ρε­μέ­να μαλ­λιά, ἡ Γκου­έν­το­λιν Μπάρ­νστεντ, ποὺ κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ κά­πνι­ζε στὰ μπρο­στι­νὰ σκα­λιά, εἶ­πε Δι­κέ μου! εἶ­σαι ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος ἄν­δρας ποὺ εἶ­χε δεῖ στὴ ζω­ή της. Ἡ δι­κή μου προ­σο­χὴ ἔ­χει ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ ὄ­χη­μα ποὺ ὁ­δη­γεῖς, ἕ­να σέ­ξι τζὶπ μὲ με­γά­λα λά­στι­χα καὶ ἐ­πί­πε­δο παρ­μπρίζ, σὲ χρῶ­μα με­ταλ­λι­κὸ χα­κί, ὅ­πως ἡ πλά­τη ἑ­νὸς σκα­θα­ριοῦ. Ὥ­σπου τὸ μυα­λό μου νὰ ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ τὸ σχό­λιο τῆς Γκου­ὲν ἐ­σὺ ἔ­χεις ἤ­δη πε­ρά­σει.

         Ὡς γεν­νη­μέ­νη σκε­πτι­κί­στρια, ἡ μό­νη λο­γι­κὴ στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ρω­τά­ω τὴν Γκου­ὲν για­τί εἶ­σαι τό­σο ὄ­μορ­φος· τί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔ­χεις καὶ ἡ Γκου­ὲν λέ­ει, χα­μη­λώ­νον­τας τὴ φω­νή της σὰν νὰ μᾶς ἄ­κου­γε κά­ποι­ος (δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μα­μά μου εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη καὶ ἄρ­ρω­στη στὸ κρε­βά­τι της στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας ἕ­ναν θό­ρυ­βο σὰν νὰ ἀ­να­πνέ­ει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν βου­λω­μέ­νο σω­λή­να), «Μὲ τὰ σέ­ξι κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά του ἔ­μοια­ζε μὲ “Ἰ­θα­γε­νὴ Ἀ­με­ρι­κα­νό”. Φαι­νό­ταν νὰ φο­ρά­ει ἕ­να λευ­κὸ που­κά­μι­σο, ξέ­ρεις – ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ που­κά­μι­σο μὲ μα­νί­κια. Δὲν ξέ­ρω, ἁ­πλῶς φαι­νό­ταν πο­λὺ στι­λά­τος. Δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ κα­νέ­ναν ἀ­πὸ ὅ­σους ζοῦν ἐ­δῶ πέ­ρα.»

        Ἡ Γκου­ὲν κι ἐ­γὼ σὲ πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κά­νεις τὸν γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου, ὅ­πως κά­νουν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἄν­δρες. Ἐ­σὺ δὲν τὸ ἔ­κα­νες.

        (Βα­σι­κά, ζοῦ­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν «τε­τρά­γω­να» ἐ­δῶ ὅ­πως σὲ ἕ­να πο­λι­τι­σμέ­νο μέ­ρος. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὁ­δη­γή­σεις πέν­τε ἢ ἕ­ξι μί­λια στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ γιὰ νὰ κά­νεις τὸν γύ­ρο. Ἐ­σύ, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες στρί­ψει τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ ὄ­χη­μά σου καὶ νὰ εἶ­χες ὁ­δη­γή­σει πρὸς τὸ μέ­ρος μας, αὐ­τὸ σκέ­φτο­μαι.)

        Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ πέ­ρα­σες ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, γύ­ρω στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας, ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νη καὶ ἐ­σὺ ὁ­δη­γοῦ­σες πιὸ ἀρ­γὰ κι ἐ­γὼ ἤ­μουν μό­νη στὸ μπρο­στι­νὸ δω­μά­τιο, ὅ­που τρί­α τζά­μια εἶ­χαν λι­γδιά­σει ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό μου ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πά­νω τους καὶ ὅ­ταν εἶ­δα τὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ στρα­τι­ω­τι­κὸ-σκα­θα­ρι­κὸ ὄ­χη­μα ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει σὰν τρε­λὴ μέ­σα στὸ στέρ­νο μου καὶ σκε­φτό­μουν Ἔ, σὲ ξέ­ρω ἐ­σέ­να! Σὲ ξέ­ρω! ἀλ­λὰ εἶ­χα πα­ρα­λύ­σει καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τρέ­ξω ἔ­ξω, ἁ­πλῶς δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­χει ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὸ βρα­δι­νό, νὰ φέ­ρω στὴ μα­μά μου τὸ βρα­δι­νό της μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ ψη­τὸ μὲ τὰ μα­κα­ρό­νια καὶ τὸ τυ­ρὶ βρί­σκε­ται στὸ φοῦρ­νο κι ἐ­γὼ πε­ρι­φέ­ρο­μαι στὸ σπί­τι ἀγ­χω­μέ­νη σὰν νὰ μὲ τσιμ­πᾶ­νε κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο νὰ χτυ­πή­σει, ἐ­νῶ δὲν ἔ­χει χτυ­πή­σει ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦρ­θα σπί­τι με­τὰ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι νε­κρὸ ἢ ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νο ἢ σὰν νὰ ἔ­χει ἐ­ξο­λο­θρευ­τεῖ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να κι ἐ­γὼ ἀ­τε­νί­ζω τὸν δρό­μο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς κη­λί­δες τῆς λί­γδας στὸ τζά­μι, κοι­τά­ζον­τας τὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ καὶ λαμ­πε­ρὸ ὄ­χη­μα καὶ τὸν ὁ­δη­γό του, ἕ­ναν ἄν­δρα μὲ κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά· στα­μα­τά­ει γιὰ νὰ δεῖ τὸ νού­με­ρο τοῦ σπι­τιοῦ μας —αὐ­τὸ κά­νεις ἀ­λή­θεια;— προ­σπα­θεῖ νὰ δεῖ τὸ νού­με­ρο 249 ποὺ κά­πο­τε ἔ­λαμ­πε στὸ σκο­τά­δι, ἀλ­λὰ τώ­ρα εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το – καὶ ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη φώ­τι­σε τὸ μυα­λό μου φα­νε­ρώ­νον­τάς μου ποι­ὸς εἶ­σαι: ὁ ἄν­δρας στοῦ Ἔ­καρτ!

        Θέ­λω νὰ πῶ, νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸς εἶ­σαι. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ συμ­βῆ τέ­τοι­α σύμ­πτω­ση.

        Για­τὶ δὲν εἶ­σαι ἕ­νας τύ­πος ἁ­πλῶς στὰ εἴ­κο­σί του, ἄς ποῦ­με. Ὄ­χι κά­ποι­ος χε­βι­με­τα­λὰς μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ εἶ­χα χε­στεῖ πά­νω μου ἂν ἔμ­παι­να στὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἀλ­λὰ ἕ­νας ἐ­νή­λι­κας, ἕ­νας με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­δρας, πι­θα­νὸν τριά­ντα ἐ­τῶν. Ἕ­νας φαρ­μα­κο­ποι­ός! Κά­ποι­ος ποὺ μπο­ρῶ νὰ σε­βα­στῶ καὶ θὰ μὲ σε­βα­στεῖ κι ἐ­κεῖ­νος. Εἶ­σαι μᾶλ­λον Ἀ­σιά­της Ἀ­με­ρι­κα­νός: Κι­νέ­ζος, Ἰ­ά­πω­νας ἢ Κο­ρε­ά­της; (Τί ἄλ­λο ὑ­πάρ­χει; Σὲ κά­θε γυ­μνά­σιο ὑ­πάρ­χουν Ἀ­σιά­τες Ἀ­με­ρι­κα­νοί, ἀρ­κε­τὰ ἥ­συ­χοι, πο­λὺ ἔ­ξυ­πνοι καὶ δη­μο­φι­λεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κλέ­γον­ται στὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα τῆς τά­ξης καὶ εἶ­ναι στὸ προ­σω­πι­κὸ τῆς ἐ­πε­τη­ρί­δας μα­ζί μου.)

        Στοῦ Ἔ­καρτ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρω φάρ­μα­κα τῆς μα­μᾶς μου καὶ ἕ­να οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο καὶ ἄλ­λες προ­μή­θει­ες κι ἐ­σὺ μὲ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σες, πο­λὺ εὐ­γε­νι­κά. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω πὼς δὲν σὲ πρό­σε­ξα ἀ­μέ­σως, δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ α­π’ αὐ­τὲς ποὺ κοι­τᾶ­νε κά­ποι­ον με­γα­λύ­τε­ρο. Ἢ κά­ποι­ον φαρ­μα­κο­ποι­ὸ μὲ τὴ λευ­κὴ στο­λή του καὶ τὴ γρα­βά­τα του νὰ φαί­νε­ται. Μό­νο ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σα τὰ σέ­ξι μαῦ­ρα μαλ­λιά σου χτε­νι­σμέ­να μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ προ­σελ­κύ­ουν τὴν προ­σο­χή, εἶ­ναι μα­κριὰ καὶ φτά­νουν λί­γο πιὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸν αὐ­χέ­να σου καὶ κά­πως πε­τα­χτὰ σὰν φτε­ρὰ στὸ μέ­τω­πό σου, χω­ρὶς χω­ρί­στρα, ἀλ­λὰ μὲ τὴν ὑ­πό­νοι­α χω­ρί­στρας στὴ μέ­ση. Αὐ­τὰ εἶ­ναι κα­λο­χτε­νι­σμέ­να μαλ­λιά, δί­χως ἀμ­φι­βο­λί­α. Πα­ρα­τή­ρη­σα λί­γο καὶ τὸ προ­φίλ σου. Φυ­σι­κὰ ἔ­νι­ω­θα οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου τό­τε, καμ­που­ρι­α­σμέ­νη κα­θὼς ἤ­μουν καὶ μα­σών­τας τσί­χλα τό­σο ἔν­το­να σὰν νὰ εἶ­χα κά­τι ἐ­ναν­τί­ον της, ἐ­νῶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ μά­σκα­ρα ἀ­πὸ τὸ τρί­ψι­μο. Ἡ μα­μὰ συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ πει­ρά­ζει λέ­γον­τας πὼς μοιά­ζω μὲ κοι­μι­σμέ­νο ρα­κοὺν ποὺ κοι­τά­ει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα. Καὶ τὰ μαλ­λιά μου, ὁ κύ­ριος Κέ­τσαμ στὸ σχο­λεῖ­ο (Κὰτς-ἔμ) ποὺ δι­δά­σκει ὁ­δή­γη­ση καὶ εἶ­ναι προ­πο­νη­τὴς στὰ ἀ­γό­ρια λέ­ει πὼς τὰ μαλ­λιά μου μοιά­ζουν σὰν νὰ πέ­ρα­σε μί­ξερ ἀ­πὸ μέ­σα, ἀλ­λὰ βλέ­πω πὼς τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ στίλ. Κι ἐ­σύ μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σες, νο­μί­ζω. Τὸ πρό­σω­πό σου μοιά­ζει μὲ ἕ­να ἐ­πί­πε­δο φεγ­γά­ρι ὅ­ταν σὲ κοι­τά­ζει κα­νεὶς ἀν­φὰς καὶ τὰ μά­τια σου εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ σκοῦ­ρα καὶ ἀ­ε­τί­σια, ἐ­νῶ τὸ δέρ­μα σου ἔ­χει μιὰ λε­μο­νό­χρυ­ση ὄ­ψη καὶ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πα­λό, ὄ­χι ὅ­πως οἱ Καυ­κά­σιοι ποὺ τὰ κον­τὰ καὶ σκλη­ρὰ γέ­νια τους εἶ­ναι ἕ­τοι­μα πάν­τα νὰ φυ­τρώ­σουν. Ἔ­λε­γες κά­τι γιὰ τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς συν­τα­γῆς καὶ ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν για­τρὸ τῆς μη­τέ­ρας μου, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν ἄ­κου­γα πολ­λά, κα­θὼς στε­κό­μουν ἐ­κεῖ, στη­ρι­ζό­με­νη στὸ ἕ­να πό­δι, κά­τι ποὺ ἔ­κα­νε τὸν ἕ­να γο­φό μου νὰ εἶ­ναι πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, καὶ μα­σοῦ­σα τὴν τσί­χλα μου. Μοιά­ζω πάν­τα σὰν νὰ βι­ά­ζο­μαι, ἐ­νῶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο μέ­ρος ποὺ θέ­λω νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σχε­δὸν δε­κα­ο­κτὼ ἐ­τῶν, ἀλ­λὰ δεί­χνω δε­κα­τρι­ῶν. Δὲν ἔ­χω στῆ­θος καὶ ὁ πι­σι­νός μου εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κός, σὰν δυ­ὸ μι­σὰ ντό­νατ. Τὸ δέρ­μα μου εἶ­ναι τό­σο ὠ­χρὸ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ δεῖς μι­κρὲς φλε­βί­τσες νὰ δι­α­τρέ­χουν τὸ μέ­τω­πό μου. Πλη­κτρο­λο­γεῖς στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ λέ­γον­τας, «“Νὸρθ Φόρκ, ἔ­τσι; Εἶ­ναι βό­ρεια ἀ­πὸ δῶ, σω­στά;”» καὶ μοῦ παίρ­νει μί­α στιγ­μὴ νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ πὼς ἀ­στει­εύ­ε­σαι καὶ αὐ­τὸ τὸ μι­σό­γε­λό σου μὲ κά­νει σχε­δὸν νὰ κα­τα­πι­ῶ τὴν τσί­χλα μου. Λέω, «Ὑ­πο­θέ­τω πὼς ναί.»

        Ἔ­πει­τα, ἀ­γο­ρά­ζον­τας τὸ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νο οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο «γιὰ ἐ­νη­λί­κους» ποὺ ζή­τη­σα, αἰ­σθά­νο­μαι κά­πως ἀ­μή­χα­να καὶ θλί­βο­μαι, γνω­ρί­ζον­τας πὼς ἡ μοί­ρα μου δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς νὰ φέ­ρω τὸ ἄ­τι­μο οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο σπί­τι, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­δειά­ζω καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρό, ἂν ἢ ὅ­ταν ἡ μα­μὰ αἰ­σθά­νε­ται πο­λὺ ἀ­δύ­να­μη γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα κι ἐ­σὺ ὅ­μως δὲν πῆ­ρες ὕ­φος βλα­κῶ­δες ἢ με­λαγ­χο­λι­κὸ ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­ταν ἀ­κοῦ­νε γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη ἐγ­χεί­ρι­ση τῆς μα­μᾶς μου καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς, ἀλ­λά μοῦ ἔ­δει­ξες ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε στὰ ρά­φια καὶ μοῦ πρό­τει­νες μά­λι­στα ἕ­να κι ἐ­γὼ νι­ώ­θω τὰ μά­τια μου νὰ καῖ­νε ἀ­πὸ τὰ δά­κρυ­α κοι­τά­ζον­τας αὐ­τὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὰ ἄ­σχη­μο κα­τα­θλι­πτι­κὸ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­νο σκεῦ­ος ποὺ μπαί­νει στὴ ζω­ή μου κι ἐ­σὺ εἶ­πες, «Δὲν κά­νει τὸ ἴ­διο μέ­γε­θος γιὰ ὅ­λους. Τί;» Καὶ τὸ βλέμ­μα σου ἔ­πε­σε στὸν πι­σι­νό μου, ποὺ δι­α­γρα­φό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ καὶ ξε­βαμ­μέ­νο τζίν μου, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ εἶ­μαι κο­κα­λιά­ρα καὶ ζυ­γί­ζω 45 κι­λά, ἐ­νῶ τὸ ὕ­ψος μου εἶ­ναι γύ­ρω στὸ 1,70 κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἕ­να ζε­στὸ καὶ εὐ­χά­ρι­στο κοκ­κί­νι­σμα ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἐ­νῶ ἔ­νι­ω­σα τὰ γό­να­τά μου νὰ πα­ρα­λύ­ουν.

        Ἤ­θε­λα νὰ κοι­τά­ξω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό σου χέ­ρι, νὰ ἐ­λέγ­ξω ἂν φο­ροῦ­σες βέ­ρα, ἀλ­λὰ ἡ προ­σο­χή μου ἀ­πο­σπά­στη­κε τό­σο πο­λύ, ποὺ τὸ ξέ­χα­σα.

        Τώ­ρα ὁ­δη­γεῖς στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Εἶ­σαι ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος ἄν­δρας ποὺ ἔ­χει δεῖ πο­τὲ κα­νεὶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ται­νί­ες καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὁ­δη­γεῖς ἕ­να ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ὄ­χη­μα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου μὲ τὴν ψεύ­τι­κη ἄ­σφαλ­το καὶ τὸ σα­ρά­βα­λο παρ­κα­ρι­σμέ­νο στὸ δρο­μά­κι καὶ ἐ­πι­βρα­δύ­νεις, προ­σπα­θεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις τὸ 249, ἐ­νῶ ἐ­γὼ στέ­κο­μαι πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νήμ­πο­ρη νὰ κου­νη­θῶ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀ­κού­ω μί­α στριγ­γὴ φω­νὴ νὰ λέ­ει Ντί-Ντί! Ντί-Ντί! σὰν νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν πά­το ἑ­νὸς πη­γα­διοῦ.

        «Ναί, μα­μά! Ἔρ­χο­μαι.»

         

        Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­χεις ξα­νάρ­θει. Τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἔ­μει­νες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Για­τί;

        Ἦρ­θε ἡ Γκου­ὲν καὶ μοῦ χτέ­νι­σε τὰ μαλ­λιά, εἶ­ναι καρ­φά­κια σὰν τὰ δι­κά της τώ­ρα, κα­τά­μαυ­ρα μὲ κα­στα­νὲς καὶ πρά­σι­νες ἀν­ταύ­γει­ες. Κα­θό­μα­στε στὰ μπρο­στι­νὰ σκα­λιὰ καὶ κα­πνί­ζου­με, ξυ­πό­λη­τες καὶ μὲ τὰ πό­δια γυ­μνά, ἐ­νῶ τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν μας εἶ­ναι βαμ­μέ­να ἀ­νοι­χτὸ μπλέ. Ὅ­πο­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται κά­ποι­ο ὄ­χη­μα, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τη­γά­κια καὶ ἀ­γρο­τι­κά, ἡ καρ­διά μου κά­νει ἕ­ναν πῆ­δο.

        Σὲ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες θὰ ἔ­χω ἀ­πο­φοι­τή­σει. Οἱ βαθ­μοί μου εἶ­ναι χά­λια ἀλ­λὰ δὲν θὰ μοῦ στε­ρή­σουν τὸ «σχο­λι­κὸ δί­πλω­μα». (Μᾶς δί­νουν πραγ­μα­τι­κὸ δί­πλω­μα ἀ­πὸ τὴν Πο­λι­τεί­α τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.) Ὣς τὴν τε­λευ­ταί­α μου χρο­νιὰ μά­ζευ­α δι­α­κρί­σεις, κα­θὼς ἤ­μουν ἀρ­χι­συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πε­τη­ρί­δα, πρό­ε­δρος τῶν Χά­ι-Λὸ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ ἐ­κλε­γῶ ἀρ­χι­τα­μί­ας τῆς τά­ξης. Ὥ­σπου νὰ ἀρ­ρω­στή­σει ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α πὼς ζοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἔ­κα­να αἴ­τη­ση στὸ Ὄ­ρεγ­κον, στὸ Οὐ­ά­σιν­γκτον Στέ­ιτ, ὄ­χι στὸ Κοι­νο­τι­κὸ Κο­λέ­γιο τοῦ Νι­α­γά­ρα καὶ τώ­ρα οὔ­τε κὰν ἐ­κεῖ, ὑ­πο­θέ­τω. Ἡ μα­μὰ πάν­τα λέ­ει, ὅ­ταν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ἁ­πλὸ κό­α­σμα, πὼς θέ­λει νὰ εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη κι ἐ­γὼ λέ­ω, πιὸ σαρ­κα­στι­κὰ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­κα­ο­κτῶ ἐ­τῶν καὶ μὲ δεί­κτη εὐ­φυί­ας 162, «Μα­μά, εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Εἶ­μαι τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­του­ρη­θῶ πά­νω μου».

        Τώ­ρα ἡ Γκου­ὲν μὲ θαυ­μά­ζει. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς ἔ­χει ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ.

        «Φαί­νε­σαι ἐν­τά­ξει. Ἕ­τοι­μη γιὰ χο­ρὸ ἀ­πο­φοί­των ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Χο­ρὸς ἀ­πο­φοί­των! Ἀ­στεῖ­ο.

        «Φαί­νε­σαι, πραγ­μα­τι­κὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη

        Εἶ­ναι τὰ καρ­φά­κια στὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ και­νού­ριο μα­κι­γι­ὰζ στὰ μά­τια καὶ τὸ γκλί­τερ στὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν. Ἤ­πια με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ ἰ­τα­λι­ά­νι­κο κρα­σὶ τῆς μα­μᾶς, ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει στὸ ντου­λά­πι τοῦ μπά­νιου καὶ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Προ­αι­σθά­νο­μαι ὅ­τι θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖς ξα­νὰ στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Θὰ μὲ αἰφ­νι­διά­σεις, δὲν θὰ ξέ­ρω πό­τε.

        «Για­τί νὰ μὴν εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω.»  

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α New Sudden Fiction: Short-Short Stories from America and Beyond, Robert Shapard & James Thomas, eds., W.W. Norton & Company, New York and London, 2007.

 

Joyce-Carol Oates (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1938). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Βι­βλί­α της: Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ τα­του­ὰζ, Ἡ ξαν­θιά κ.ἄ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.

 

Γιῶργος Ἰωάννου: Ὁμίχλη

 

 

Γι­ῶρ­γος Ἰ­ω­άν­νου

 

Ὁ­μί­χλη

 

ΕΝ ΞΕΡΩ πιὰ τί γί­νε­ται μὲ τὴν ὁ­μί­χλη κι ἂν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πέ­φτει τό­σο πη­χτὴ ἢ μή­πως χά­θη­κε ὁ­λό­τε­λα κι αὐ­τή, ὅ­πως ἡ πά­χνη πά­νω ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ κε­ρα­μί­δια. Βλέ­πον­τας τὴν παρ­θε­νι­κὴ πά­χνη νὰ γυ­α­λί­ζει παν­τοῦ, λέ­γα­με: «Εἶ­χε κρύ­ο τὴ νύ­χτα» ἢ «τὰ λά­χα­να θὰ γί­νουν μὲ τὴν πά­χνη πιὸ γλυ­κά, πρέ­πει νὰ κά­νου­με ντολ­μά­δες».

         Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ὁ και­ρὸς τῆς ὁ­μί­χλης, εἶ­χα πάν­τα τὸ νοῦ μου σ’ αὐ­τήν. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα πε­ρί­με­να νὰ μὲ σκε­πά­σει κι ἐ­γὼ νὰ χώ­νο­μαι ἀ­θέ­α­τος μέ­σα της. Θλι­βό­μουν ὅ­μως πο­λύ, ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὶς κα­θη­με­ρι­νές, τὴν ὥ­ρα ποὺ βα­σα­νι­ζό­μουν μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο. Πα­ρα­κα­λοῦ­σα νὰ κρα­τή­σει ὣς τὸ βρά­δυ, συ­νή­θως ὅ­μως γύ­ρω στὸ με­ση­μέ­ρι δι­α­λυ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­ναν ἥ­λιο ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σά­ρε­στο.

        Μά, κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν ξυ­πνών­τας τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­λε­γα ἂν θὰ πά­ω στὸ σι­νε­μὰ ἢ στὸ κα­φε­νεῖ­ο, ἔ­βλε­πα ἀ­να­πάν­τε­χα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ ἀ­πέ­ραν­το θέ­α­μα τῆς ὁ­μί­χλης, ἄλ­λα­ζα ἀ­μέ­σως σχέ­δια καὶ πο­ρεῖ­ες. Σή­κω­να τὸ για­κὰ τῆς καμ­παρ­ντί­νας, κα­τέ­βαι­να μὲ σι­γου­ριὰ τὰ σκα­λιὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, χω­ρὶς τα­λαν­τεύ­σεις. Ἡ ὁ­μί­χλη εἶ­ναι γιὰ νὰ βα­δί­ζεις μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Δι­α­σχί­ζεις κά­τι ποὺ εἶ­ναι πυ­κνό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­έ­ρας καὶ σὲ στη­ρί­ζει. Ἀλ­λὰ καὶ κά­τι ἀ­κό­μα· ὁ­μί­χλη χω­ρὶς λι­μά­νι εἶ­ναι πράγ­μα ἀ­ταί­ρια­στο.

        Ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ γλυ­κιά, ὅ­ταν τὴν ψι­λο­κεν­τοῦ­σε ἐ­κεί­νη ἡ βρο­χή, ἡ πο­λὺ ψι­λὴ βρο­χὴ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μας. Αὐ­τὴ ποὺ δὲ σὲ βρέ­χει, μὰ σὲ πο­τί­ζει μο­νά­χα καὶ φυ­τρώ­νουν πιὸ λαμ­πε­ρὰ τὰ μαλ­λιά σου τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα. Καὶ τό­τε ἔ­παιρ­ναν νό­η­μα τὰ φῶ­τα καὶ τὰ τρὰμ καὶ τὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀ­κό­μα κι οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες γί­νον­ταν ἑλ­κυ­στι­κὲς μὲς στὴν ἀ­χνά­δα.

        Κι ὕ­στε­ρα ἔ­φτα­να στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ λι­μα­νιοῦ, αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­ναι γκρε­μι­σμέ­νο, νὰ ξα­να­βρῶ τὴν πα­ρέ­α μου. Κι ὅ­ταν δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ —καὶ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­κεῖ— κα­θό­μουν ὧ­ρες καὶ καρ­τε­ροῦ­σα. Πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια δι­ά­βαι­ναν ἀ­ρά­δα οἱ σκι­ὲς αὐ­τῶν ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πε­θά­νει. Κολ­λοῦ­σαν τὸ μοῦ­τρο τους γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸ θαμ­πὸ τζά­μι κι ἄλ­λοι ἔμ­παι­ναν μέ­σα, ἐ­νῶ ἄλ­λοι τρα­βοῦ­σαν ἀ­να­το­λι­κὰ γιὰ τὸν Πύρ­γο τοῦ Αἵ­μα­τος. Κι ἂν δέ μοῦ ἔ­γνε­φε κα­νείς, ἔ­βγαι­να κι ἀ­κο­λου­θοῦ­σα μιὰ σκιά, ποὺ πο­τὲ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ προ­φτά­σω.

        Δὲ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ποὺ ἐρ­χό­ταν ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­μί­χλη, μᾶλ­λον κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ ψη­λά. Τώ­ρα, πάν­τως, ξε­κι­νά­ει βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ ὄ­νει­ρα. Αὐ­τὰ ποὺ χρό­νια μέ­να­νε σκε­πα­σμέ­να μ’ ἕ­να βα­ρὺ κα­πά­κι, ποὺ ὅ­μως πῆ­ρε ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση γιὰ κα­λὰ νὰ πα­ρα­με­ρί­ζει.

        Πέ­φτει πολ­λὴ ὁ­μί­χλη, γί­νο­μαι ἕ­να μ’ αὐ­τήν, καὶ ξε­κι­νά­ω. Ἀ­κο­λου­θῶ ἄλ­λες σκι­ὲς ὀ­νο­μα­τί­ζον­τάς τες. Περ­πα­τῶ κοι­τά­ζον­τας τὸ λι­θό­στρω­το. Αὐ­τὸ σὲ πολ­λοὺς δρό­μους καὶ δρο­μά­κια ἀ­κό­μα δι­α­τη­ρεῖ­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει, βέ­βαι­α, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες τὸ χορ­τα­ρά­κι, ποὺ φύ­τρω­νε τό­τε. Ὅ­λα ἔ­χουν γκρε­μί­σει ἢ ξε­ρα­θεῖ. Κα­νέ­νας θά­να­τος δὲν εἶ­ναι κα­λός. Ὤ, καὶ νά ‘­ταν ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ποὺ λέ­νε, πὼς θὰ τοὺς ξα­να­βροῦ­με ὅ­λους.­..

        Ἀ­κο­λου­θών­τας τὶς σκι­ὲς μπαί­νω πάν­τα στὸν ἴ­διο δρό­μο. Τὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ θε­ρι­εύ­ουν μὲς στὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴ θο­λού­ρα. Γί­νον­ται σὰν κά­στρα τε­ρά­στια. Φτά­νω στὸ ἀ­γέ­ρω­χο σπί­τι, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ κισ­σοὺς καὶ φυλ­λώ­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ οἱ σκι­ὲς κον­το­στέ­κον­ται καὶ σὰν νὰ μοῦ γνέ­φουν, ἐ­γὼ δὲν πλη­σιά­ζω κὰν στὴν Πορ­τά­ρα. Θαρ­ρῶ πὼς μό­νο ἀ­γα­πη­μέ­νο πρό­σω­πο θὰ μὲ πεί­σει κά­πο­τε νὰ τὴν πε­ρά­σω.

        Φεύ­γω καὶ ξα­να­χά­νο­μαι στὰ τράμ, τὰ φῶ­τα καὶ τὴν κί­νη­ση. Ὁ νοῦς μου εἶ­ναι κολ­λη­μέ­νος στὴν ὁ­μί­χλη καὶ σ’ ὅ­λα ὅ­σα εἶ­δα μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Προ­σπα­θών­τας νὰ ξε­χα­στῶ περ­πα­τῶ πο­λὺ τὶς ὁ­μι­χλι­α­σμέ­νες νύ­χτες. Αἰ­σθά­νο­μαι κά­ποι­α ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὸ βά­δι­σμα. Τὰ με­γά­λα βά­σα­να κα­τα­στα­λά­ζου­νε σι­γὰ σι­γὰ στὸ κορ­μὶ καὶ δι­ο­χε­τεύ­ον­ται ἀ­π’ τὰ πό­δια στὸ ὑ­γρὸ χῶ­μα.

 

 

Πη­γή:  Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὡς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ μό­νη κλη­ρο­νο­μιά, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1974.

 

Γι­ῶρ­γος Ἱ­ω­άν­νου  (ψευδώνυμο τοῦ Γι­ώρ­γου Σο­ρο­λό­πη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1927-Ἀ­θή­να, 1985). Ποι­ητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­τα του βι­βλί­ο: Ἡ­λι­ο­τρό­πια (1954, ποί­η­ση), Γιὰ ἕ­να φι­λό­τι­μο (22 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, 1964).

 

Ἰωάννης Μόσχος: [Οὐκ ἐᾷ ἐπάνω αὐτοῦ γυναῖκα ταφῆναι]

 

 

Ἰ­ω­άν­νης Μό­σχος

 

[Οὐκ ἐ­ᾷ ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι]

 

Ν ΘΕΟΥΠΟΛΕΙ πα­ρα­γε­νο­μέ­νων ἡ­μῶν, πρε­σβύ­τε­ρός τις τῆς ἐκ­κλη­σί­ας δι­η­γή­σα­το ἡ­μῖν πε­ρί τι­νος ἀβ­βᾶ Θω­μᾶ, ὅ­τι.

          Ἀ­πο­κρι­σά­ριος ἦν κοι­νο­βί­ου τῶν με­ρῶν Ἀ­πα­μεί­ας. Ἦλ­θεν οὖν ἐν Θε­ου­πό­λει διὰ χρεί­ας τοῦ μο­να­στη­ρί­ου καὶ ὡς ἐ­χρό­νι­σεν ἐν­ταῦ­θα, ἐ­τε­λεύ­τη­σεν ἐν Δάφ­νῃ ἐν τῷ να­ῷ τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας. Οἱ οὖν τοῦ τό­που κλη­ρι­κοί, ὡς ξέ­νον ἔ­θα­ψαν αὐ­τὸν ἐν τῷ ξε­νο­τα­φί­ῳ. Τῇ οὖν ἄλ­λῃ ἡ­μέ­ρᾳ θά­πτου­σι γυ­ναῖ­κα καὶ τι­θέ­α­σιν αὐ­τὴν ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ. Ἦν δὲ ὡ­σεὶ ὥ­ρα δευ­τέ­ρᾳ· καὶ πε­ρὶ ὥ­ραν ἐ­νά­την ἀ­νέ­βρα­σεν αὐ­τὴν ἡ γῆ. Οἱ δὲ τοῦ τό­που ἰ­δόν­τες τὸ γε­γο­νός, ἐ­θαύ­μα­σαν· εἶ­τα πά­λιν εἰς ἑ­σπέ­ραν ἔ­θα­ψαν αὐ­τὴν εἰς τὸ αὐ­τὸ μνη­μεῖ­ον καὶ τῇ ἑ­ξῆς ἡ­μέ­ρᾳ εὗ­ρον τὸ λεί­ψα­νον ἐ­πά­νω τοῦ τά­φου. Ἔ­λα­βον οὖν τὸ σῶ­μα καὶ ἔ­θα­ψαν αὐ­τὸ εἰς ἄλ­λο μνη­μεῖ­ον. Με­τὰ οὖν ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας πά­λιν ἔ­θα­ψαν γυ­ναῖ­κα καὶ ἔ­θη­καν ἐ­πά­νω τοῦ μο­να­χοῦ· μὴ νο­μί­σαν­τες ὅ­τι οὐκ ἐ­ᾷ ἀ­πά­νω αὐ­τοῦ γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι. Ὡς οὖν καὶ ταύ­την ἀ­νέ­βρα­σεν ἡ γῆ, τό­τε ἔ­γνω­σαν, ὅ­τι ὁ γέ­ρων οὐ πα­ρα­δέ­χε­ται γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ. Τό­τε οὖν ἀ­νή­γα­γον τῷ πα­τριά­ρχῃ Δο­μνί­νῳ καὶ ἐ­ποί­η­σε πᾶ­σαν τὴν πό­λιν με­τὰ κη­ρῶν ἐλ­θεῖν εἰς Δάφ­νην καὶ με­τὰ ψαλ­μῳ­δί­ας κα­τα­γα­γεῖν τὸ λεί­ψα­νον τοῦ ἁ­γί­ου ἀν­δρὸς ἐ­κεί­νου· καὶ ἀ­πέ­θη­καν αὐ­τὸ ἐν τῷ κοι­μη­τη­ρί­ῳ, ἔν­θα πολ­λὰ λεί­ψα­να ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων κεῖ­ται, ποι­ή­σας ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ καὶ εὐ­κτή­ριον μι­κρόν.

 

 

Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς λει­μών, Εἰ­σα­γω­γή, κεί­με­νο, με­τά­φρα­ση, σχό­λια: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Ἐκδ. «Τὸ Βυ­ζάν­τιον», Ἐλ. Με­ρε­τά­κη, Πα­τε­ρι­καὶ ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987.

 

Ἰ­ω­άν­νης Μό­σχος ὁ Εὐ­κρα­τᾶς (Κι­λι­κί­α, 540/550-619). Μο­να­χὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Στὰ χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Τι­βε­ρί­ου (578-582) πε­ρι­η­γή­θη­κε τὰ ἐ­ρη­μη­τή­ρια τῆς ἀ­να­το­λῆς, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σω­φρό­νιο (με­τέ­πει­τα πα­τριά­ρχη Ἰ­ε­ρο­σο­λύ­μων) συλ­λέ­γον­τας ὑ­λι­κὸ γιὰ τὸ ἔρ­γο του Λει­μὼν, ἢ Λει­μω­νά­ριο (P­r­a­t­um s­p­i­r­i­t­u­a­le).

 

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Μικρὴ ἱστορία

 

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

Μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α

 

ΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ τῆς μη­τέ­ρας δι­ά­λε­ξα κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τά της γιὰ ἐν­θύ­μια. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων πῆ­ρα καὶ ἕ­ναν πί­να­κα ζω­γρα­φι­κῆς. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ ἀν­τί­γρα­φο, ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ μη­τέ­ρα στό­λι­ζε τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως μοῦ θύ­μι­ζε πολ­λά. Ἀ­πει­κό­νι­ζε ἕ­να σπί­τι πί­σω ἀ­πὸ μιὰ συ­στά­δα γυ­μνῶν δέν­τρων, δί­πλα μιὰ ἀ­πο­θή­κη σκε­πα­σμέ­νη μὲ χόρ­τα καὶ στὸ βά­θος δι­α­κρί­νον­ταν οἱ κε­ρα­μο­σκε­πὲς ἑ­νὸς χω­ριοῦ.

         Ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­να φί­λο καλ­λι­τέ­χνη, ἔ­χον­τας ὡς βά­ση τὸν πί­να­κα, νὰ κά­νει μιὰ σύν­θε­ση μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς μη­τέ­ρας, μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ εἶ­μαι μὲ τὸν Νί­κο, τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ἐ­ξά­δελ­φο, σὲ κά­ποι­α γε­νέ­θλια, καὶ ἕ­να μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα τοῦ ἴ­διου πί­να­κα μὲ μο­λύ­βι, ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἐ­μέ­να στὴν πέμ­πτη τά­ξη τοῦ δη­μο­τι­κοῦ. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο σχέ­διο τὸ ἀ­νέ­συ­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κα­σέ­λα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μι­κρὸς συμ­μά­ζευ­α τὰ πράγ­μα­τά μου.

        Θυ­μᾶ­μαι ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ μὲ εἶ­χε συ­νε­πά­ρει ὁ οἶ­στρος τῆς ζω­γρα­φι­κῆς. Λί­γο οἱ ἔ­παι­νοι τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τῆς δα­σκά­λας, λί­γο ἡ χα­ρὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, καὶ ἔ­φτα­σα κά­ποι­α στιγ­μὴ στὸ ση­μεῖο νὰ μὴ βγαί­νω νὰ παί­ξω, ἀλ­λὰ κα­θό­μουν τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα σπί­τι, ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­σω ὅ,τι ἔ­βρι­σκα μπρο­στά μου· εἰ­κό­νες βι­βλί­ων, πρό­σω­πα ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τοὺς πί­να­κες ποὺ εἴ­χα­με κρε­μα­σμέ­νους στοὺς τοί­χους τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τοῦ χόλ.

        Θι­α­σώ­της τῆς ζω­γρα­φι­κῆς μου τρέ­λας ὑ­πῆρ­ξε ὁ Νί­κος, ἕ­να παι­δὶ ὀ­λι­γο­μί­λη­το, ἐ­σω­στρε­φὲς καὶ εὐ­αί­σθη­το, μὲ δύ­ο πε­λώ­ρια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἔ­δει­χναν πάν­τα θλιμ­μέ­να, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν χα­μο­γε­λοῦ­σε. Αὐ­τὰ τὰ μά­τια εἶ­χαν τό­ση δύ­να­μη ποὺ σὲ κέρ­δι­ζαν ἀ­μέ­σως. Ὁ Νί­κος θαύ­μα­ζε τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου νὰ ἀ­να­πα­ρι­στῶ στὸ χαρ­τὶ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­βλε­πα γύ­ρω μου, κι ἐ­γὼ τὸν θαύ­μα­ζα γιὰ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα καὶ γιὰ τὸν ὑ­πέρ­με­τρο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του πλοῦ­το γνώ­σε­ων. Ἀ­π’ ὅ­λες μου τὶς ζω­γρα­φι­ὲς τοῦ ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὴ μὲ τὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το καὶ τὴν ἀ­πο­θή­κη. «Μοῦ ἀ­ρέ­σει», ἔ­λε­γε, «κά­τι ἔ­χει ποὺ μὲ τρα­βά­ει, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω τί». «Ἴ­σως νὰ μοῦ θυ­μί­ζει τὸ δι­κό μου σπί­τι», εἶ­πε κά­πο­τε γε­λών­τας.

        Καὶ ἦ­ταν πράγ­μα­τι ἀ­στεῖ­ο αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Για­τὶ τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ μὲ μιὰ ἀ­πο­θή­κη ἀ­πὸ τσι­μεν­τό­λι­θους καὶ ἐ­λε­νὶτ γιὰ σκε­πή. Κα­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε μὲ τὸν πί­να­κα, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δέν­τρα, φτε­λι­ὲς καὶ λεῦ­κες, ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­σχή­μια τῆς ἀ­πο­θή­κης, ἀλ­λὰ τὸ χει­μώ­να, μὲ τὴ γύ­μνια τους, προ­σέ­θε­ταν στὴν μο­να­ξιὰ καὶ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τοῦ θεσ­σα­λι­κοῦ κάμ­που, καὶ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νο τὸ χτί­σμα νὰ σοῦ γεν­νᾶ ἕ­να αἴ­σθη­μα ἐ­ρη­μιᾶς καὶ ἐγ­κα­τά­λει­ψης, ὅ­ταν τὸ κοι­τοῦ­σες.

        Ἔ­κα­να κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες νὰ δεί­ξω στὸν Νί­κο ἁ­πλὲς τε­χνι­κὲς ποὺ ἐ­φάρ­μο­ζα στὴ ζω­γρα­φι­κή, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. «Δὲν ἔ­χω τα­λέν­το. Μά­ται­ος κό­πος», εἶ­πε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Ἐ­γώ, βλέ­πον­τας τὴν θλί­ψη στὰ μά­τια του, ἐ­πέ­με­να νὰ τὸν ἐν­θαρ­ρύ­νω. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀρ­νι­ό­ταν. «Ἐ­σύ γεν­νή­θη­κες γιὰ μο­λύ­βια κι ἐ­γὼ γιὰ σκοι­νιά», εἶ­πε. Εἶ­χε μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ κα­τα­σκευά­ζει μὲ σχοι­νὶ ὑ­πέ­ρο­χους ναυ­τι­κοὺς κόμ­πους καὶ κα­ουμ­πό­ι­κα λά­σα, ποὺ τὰ ζή­λευ­α πο­λύ, ἀλ­λὰ οὔ­τε κι ἐ­γὼ πο­τὲ κα­τά­φε­ρα νὰ φτιά­ξω κά­τι, πα­ρό­λο ποὺ κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ ἔ­δει­ξε.

        Μὲ τὸν και­ρὸ τὸ πά­θός μου μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κὴ ξε­θύ­μα­νε καὶ κα­τα­πι­ά­στη­κα μὲ τὴ συλ­λο­γὴ γραμ­μα­το­σή­μων. Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­νι­ω­σα τὰ πρῶ­τα ἐ­ρω­τι­κὰ σκιρ­τή­μα­τα, ἄρ­χι­σα μὲ μα­νία νὰ γρά­φω στι­χά­κια γιὰ τὴν ἀ­γά­πη. Ὁ Νί­κος ὅ­μως ἔ­με­νε πάν­τα στα­θε­ρὸς στὴν κα­τα­σκευ­ὴ κόμ­πων. Εἶ­χε μά­λι­στα ἐ­ξε­λί­ξει τὴν τε­χνι­κή του καὶ ἔ­φτια­χνε ἐν­τυ­πω­σια­κὰ ἐρ­γό­χει­ρα.

        Στὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κές μου δη­μι­ουρ­γί­ες τὶς ἔ­χα­σα. Ἄλ­λες πά­λι κρί­νον­τάς τες ἀ­νά­ξι­ες λό­γου τὶς πέ­τα­ξα. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως ἡ ἀ­γροι­κί­α δι­α­σώ­θη­κε, για­τὶ τὴν κόλ­λη­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σκέ­πα­στρου τοῦ μι­κροῦ μου μπα­ού­λου, κα­θό­τι ἦ­ταν ἕ­να ἔρ­γο ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα. Στὸ ἴ­διο μπα­οῦ­λο βρῆ­κα πρό­σφα­τα καὶ με­ρι­κὲς κα­τα­σκευ­ὲς μὲ κόμ­πους, δῶ­ρα τοῦ Νί­κου, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ θέ­α μοῦ προ­ξέ­νη­σε ρί­γος.

        Τὸ χει­μώ­να ποὺ πή­γαι­να στὴ δευ­τέ­ρα τοῦ λυ­κεί­ου, ὁ Νί­κος μό­λις εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν ἀ­κα­δη­μί­α. Τὰ χρό­νια τῶν σπου­δῶν του ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με κά­πως. Ἕ­να κρύ­ο βρά­δυ, τό­σο κρύ­ο ποὺ σὲ ἔ­κα­νε νὰ νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ρα­γί­σεις καὶ θὰ σκορ­πί­σεις σὲ κομ­μά­τια στὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο, πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ὅ­τι ὁ Νί­κος, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἐ­ξά­δελ­φος, τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­παγ­χο­νι­σμέ­νος νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ με­σαῖ­ο δο­κά­ρι τῆς ἀ­πο­θή­κης δί­πλα στὸ σπί­τι. Ἄλ­λοι εἶ­παν ἀ­πὸ κα­τά­θλι­ψη, ἄλ­λοι ἀ­πὸ ἐ­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε πιά; Ἔ­νι­ω­σα συγ­κλο­νι­σμέ­νος. Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ ζω­γρα­φιά. Τὴν ξε­κόλ­λη­σα καὶ τὴν ἔ­θα­ψα στὸν πά­το τοῦ μπα­ού­λου. Μέ­χρι ποὺ πῆ­ρα τὸν πί­να­κα τῆς μη­τέ­ρας.

        Πρὶν λί­γες μέ­ρες ξε­φυλ­λί­ζον­τας μιὰ σει­ρὰ a­rt b­o­ok, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στοὺς με­γά­λους εὐ­ρω­παί­ους ζω­γρά­φους, στὸν τό­μο τοῦ Σε­ζὰν μὲ ἔκ­πλη­ξη ἀν­τί­κρυ­σα τὸν πί­να­κα μὲ τὴν ἀ­γροι­κί­α. Γρή­γο­ρα ἡ ἔκ­πλη­ξη με­τα­τρά­πη­κε σὲ φρί­κη, ὅ­ταν δι­ε­πί­στω­σα ὅ­τι ὁ ἐν λό­γῳ πί­να­κας ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὰ ἔρ­γα τοῦ 1873 ποὺ ἔ­φε­ρε τὸν τίτ­λο: «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου».

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἑκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009).

 

Εἰ­κό­να: P­a­ul C­é­z­a­n­ne, «Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου στὴν Ὠ­βέρ-σύρ-Οὐ­άζ» (1873). Λά­δι σὲ καμ­βά, 55Χ66 ἑκ. Πα­ρί­σι, Μου­σεῖ­ο ντ’ ­Ὀρ­σαί.

[«Αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη το­πι­ο­γρα­φί­α συ­νι­στᾶ δι­και­ο­λο­γη­μέ­να τὸ πρῶ­το ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Σε­ζάν, καὶ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς πί­να­κες ποὺ ἐ­κτέ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν καλ­λι­τέ­χνη στὴν ἔκ­θε­ση τῶν Ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στῶν στὸ Πα­ρί­σι τὸ 1874, ὅ­που ἀ­γο­ρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν κό­μη Ἀρ­μάν­δο Ντό­ρια. Μο­λο­νό­τι “Τὸ σπί­τι τοῦ κρε­μα­σμέ­νου” μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­κό­μη ἰμ­πρεσ­σι­ο­νι­στι­κὴ ζω­γρα­φι­κή, τὸ ἔρ­γο ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε μὲ τὴν πρώ­ι­μη καὶ πο­λὺ προ­σω­πι­κὴ τε­χνι­κὴ τοῦ Σε­ζάν, δου­λε­μέ­νο στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ καμ­βᾶ μὲ τὴ σπά­του­λα.» (G. F­e­r­n­á­n­d­ez ἀ­πὸ τὸ t­h­e­a­r­t­w­o­lf.c­om)]
 

Ἀχιλλέας Κυριακίδης: [Περνάει ὁ καιρὸς κι ὁ Λάζαρος…]

 

 

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης

 

[Περ­νά­ει ὁ και­ρός κι ὁ Λάζαρος…]

 

ΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ κι ὁ Λά­ζα­ρος ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ, κλει­σμέ­νος μὲς στὸ σπή­λαι­ο ποὺ τό ‘­χει φέ­ρει ὅ­λο πά­νω κά­τω ψη­λα­φών­τας τὰ ὑ­γρὰ τοι­χώ­μα­τά του, σὰν μυ­στι­κὸ βρα­δυ­φλε­γὲς ποὺ γυ­ρο­φέρ­νει μὲς σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο σφρα­γι­σμέ­νο στό­μα, ἢ σὰν φω­νὴ ποὺ δί­στα­σε τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στοί­χει­ω­σε, ἐν μα­λα­καῖς πα­ρειαῖς ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­θέ­α­τη, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πάρ­χει σκο­τά­δι μὲ τό­σο σχῆ­μα, εἶ­ναι ὅ­μως καὶ φο­ρὲς ποὺ νι­ώ­θει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται σ’ ἕ­να στε­ρέ­ω­μα ρευ­στό, νὰ κο­λυμ­πᾶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα σὲ μιὰ πε­ρί­ερ­γη δε­ξα­με­νὴ ἐ­λα­φρό­τη­τας, πῶς ἦ­ταν τὶς πα­λι­ὲς ἡ­μέ­ρες μὲ τὴν ἀ­να­σφά­λεια ποὺ τὸν πη­γαι­νό­φερ­ναν οἱ σκο­τοῦ­ρες του κι ἔ­ψα­χνε τό­τε, πρὶν τὸν θά­να­το μι­λᾶ­με, νά ‘­βρει τὴν κί­νη­ση ἢ τὸν λό­γο ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ τοῦ ‘­δι­νε τὴ δύ­να­μη νὰ πλο­η­γή­σει πά­λι τὴ ζω­ή του, νὰ πι­στέ­ψει σὰν κα­λὸς θνη­τὸς πὼς ὅ­λα παί­ζον­ται, πὼς καὶ τὸ θαῦ­μα ἀ­κό­μα ἀ­νή­κει στὴν ἁ­πλό­τη­τα τῆς λο­γι­κῆς, πῶς τώ­ρα θά ‘­ταν ἐ­δῶ μέ­σα, πε­ρι­μέ­νον­τας στὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο, δί­νον­τας χρώ­μα­τα στὶς σκέ­ψεις του μὴν τρε­λα­θεῖ, κόκ­κι­νο καὶ τρι­αν­τα­φυλ­λὶ καὶ κί­τρι­νο κι αὐ­τὸ τὸ χρῶ­μα ποὺ δὲν ἔ­χει ὄ­νο­μα ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει, κα­θὼς κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ πρω­ταν­τί­κρι­ζε ἐ­ξερ­χό­με­νος, καὶ πῶς ἀν­τέ­χε­ται τό­ση πολ­λὴ λευ­κό­τη­τα αἰφ­νι­δί­ως, ὅ­ταν θὰ ‘ρ­θεῖ ἡ στιγ­μὴ κι ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ ποὺ ξέ­ρει ἀ­πὸ πα­λιὰ νὰ λέ­ει δεῦ­ρο, καὶ νι­ώ­σει μιὰ γι­γάν­τια πί­ε­ση νὰ τὸν σπρώ­χνει, σὰν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη πι­ρό­γα νὰ ὁ­δεύ­ει γιὰ τὸν βέ­βαι­ο κα­ταρ­ρά­κτη, μιὰ θύ­ελ­λα φω­τα­ψί­ες νὰ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται, καὶ γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ νὰ βρί­σκε­ται ἄ­λα­λο ἕρ­μαι­ο μιᾶς γνώ­ρι­μης λα­βῆς, καὶ γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ νὰ τὸν χτυ­ποῦν στὴν πλά­τη, ν’ ἀ­κού­ει τὸ νὰ σᾶς ζή­σει, καὶ νὰ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα.

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης, Δι­ε­στραμ­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να 1988, [ἱ­στο­ρί­α ι­α’].

 

Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μι­κρὰ πε­ζά, δο­κί­μια, σε­νά­ρια γιὰ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Πρῶ­το του βι­βλί­ο η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Δι­α­φά­νεια, ἐκδ. Δω­δώ­νη, Ἀθήνα, 1973. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πό τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ γαλ­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Embryo. Φωτ.: Eddie Lee

 

R.S. Steinberg: Περίτεχνος χορός

 

 

Ρ. Σ. Στά­ιν­μπερκ (R.S. Steinberg) 

 

Περίτεχνος χορός

(Fancy Footwork)

 

ΝΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν στα­μά­τη­σε τὸ ποῦλ­μαν τους στὰ βου­νά. Ὁ μα­σκο­φό­ρος ἀρ­χη­γός τους σκό­τω­σε τὸν ὁ­δη­γὸ ποὺ ἔ­κα­νε κί­νη­ση πρὸς τὸν ἀ­σύρ­μα­το· ἄ­φη­σαν τὴν Ἔι­μι νὰ κρα­τή­σει τὸ iPod της.

         Ὁ Στί­βεν τη­λε­φώ­νη­σε στὸν πα­τέ­ρα της στὴν πρε­σβεί­α μὲ τὸ ἀ­σύρ­μα­το ἀ­κου­στι­κό του.

        Ὁ ἀρ­χη­γὸς ἄρ­χι­σε νὰ κρα­δαί­νει τὸ πο­λυ­βό­λο του. «Τη­λέ­φω­νο;»

        «Μου­σι­κή!» τσί­ρι­ξε ὁ Στί­βεν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ κά­νει αὐ­τὰ τὰ τρε­λὰ χο­ρευ­τι­κὰ βή­μα­τα, ὥ­σπου ἀ­πάν­τη­σε ὁ κύ­ριος Γου­ίλ­κοξ.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Brevity & Echo, An Anthology of Short Short Stories, Abigail Beckel & Kathleen Rooney, eds., Rose Metal Press, Brookline, MA, 2006.

 

R­.S. S­t­e­i­n­b­e­rg. Ὁ Ρ. Σ. Στά­ιν­μπερκ ἔ­λα­βε τὸν τίτ­λο τοῦ Μά­στερ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κολ­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2001. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα ποὺ τε­λεί­ω­σε πρόωρα τὴν καριέρα του ὡς χειρουργὸς ὀρθοπαιδικός. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὰ Fiction, Bananafish καὶ ἀλ­λοῦ. 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.

 

Φαῖδρος Μπαρλᾶς: Ὁ Λήσταρχος

 

 

Φαῖ­δρος Μπαρ­λᾶς

 

Ὁ Λήσταρχος

 

ΠΙ ΕΤΗ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ὁ λή­σταρ­χος ἐ­και­ρο­φυ­λά­κτει εἰς τὴν ἰ­δί­αν πάν­το­τε στε­νω­πὸν καὶ κα­τε­λή­στευ­ε τοὺς δι­ερ­χο­μέ­νους. Ἀλ­λοί­μο­νον εἰς ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­πει­ρῶν­το νὰ δι­έλ­θουν ἐ­κεῖ­θεν, φέ­ρον­τες με­θ’ ἑ­αυ­τῶν τι­μαλ­φῆ ἢ χρυ­σόν. Ἀ­πη­νής, ὁ λή­σταρ­χος ἥρ­πα­ζε τὰ πάν­τα, κω­φεύ­ων εἰς τὰς σπα­ρα­κτι­κὰς ἱ­κε­σί­ας καὶ τὰ δά­κρυ­α τῶν θυ­μά­των του.

         Εἰς μά­την ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ἐ­πε­χεί­ρη­σαν τὰ κα­τα­δι­ω­κτι­κὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ ζω­γρή­σουν αὐ­τὸν καὶ τοὺς συν­τρό­φους του. Ὁ λή­σταρ­χος δι­έ­φευ­γεν ἐ­πι­τυ­χῶς ἐκ τοῦ δη­μι­ουρ­γου­μέ­νου κλοι­οῦ, συ­χνά­κις δὲ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα κα­τέ­λει­πον ἐ­πὶ τό­που νε­κροὺς καὶ τραυ­μα­τί­ας.

        Ἀλ­λ’ ἡ μα­κρὰ πα­ρα­μο­νὴ εἰς τὰ ὄ­ρη εἶ­χε πλέ­ον κου­ρά­σει τὸν λή­σταρ­χον. Εἶ­χεν ἐξ ὅ­λης ψυ­χῆς βα­ρυν­θῆ τὴν φορ­τι­κὴν ἐ­πα­νά­λη­ψιν τῆς ἰ­δί­ας καὶ ἀ­ναλ­λοι­ώ­του δι­α­δι­κα­σί­ας: Τὴν κύ­κλω­σιν τῶν ἐφ’ ἁμά­ξης διερ­χομένων τὴν στε­νωπόν, τὴν ἀ­πει­λη­τι­κὴν προ­βο­λὴν τῶν ὅ­πλων, τὴν ἐκ­φώ­νη­σιν τῆς ἐ­πι­τα­κτι­κῆς ἐν­το­λῆς «ψη­λὰ τὰ χέ­ρια!» καί, τέ­λος, τὴν ἀ­φαί­ρε­σιν τῶν χρη­μά­των καὶ τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ποι­ᾶς τι­νος ἀ­ξί­ας, ποὺ ἔ­φε­ρον μεθ’ ἑ­αυ­τῶν οἱ τα­ξι­δεύ­ον­τες.

        Πα­λαι­ό­τε­ρον, ἠ­γά­πα αὐ­τὸν τὸν τρό­πον ζω­ῆς. Τὸν ἐ­θε­ώ­ρει ὡς τολ­μη­ρόν, ρι­ψο­κίν­δυ­νον, ἀ­συ­νή­θη, πλή­ρως ἁρ­μό­ζον­τα εἰς ἄν­δρα μὲ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­αν ἀ­νή­συ­χον, ὡς ἐ­πί­στευ­εν ἑ­αυ­τόν. Πλὴν ὁ ἀρ­χι­κός του ἐ­κεῖ­νος ἐν­θου­σια­σμὸς εἶ­χεν ἤ­δη κα­τα­πέ­σει. Καὶ ἔ­βλε­πε τὴν ζω­ήν του ὡς ζω­ὴν ὑ­παλ­λή­λου, ζω­ὴν ἀ­πελ­πι­στι­κῶς μο­νό­το­νον, προ­σκε­κολ­λη­μέ­νην πάν­το­τε εἰς τὰ ἴ­δια, τὰς ἰ­δί­ας λέ­ξεις, τὰς ἰ­δί­ας κι­νή­σεις καὶ ἐ­νερ­γεί­ας. Ὁ λή­σταρ­χος εἶ­χε χά­σει τὴν κα­λήν του δι­ά­θε­σιν καὶ ἐ­ξε­τέ­λει τὰς λη­στεί­ας του μη­χα­νι­κῶς σχε­δὸν πλέ­ον, ἐκ κε­κτη­μέ­νης τα­χύ­τη­τος καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὅ­τι πᾶν ἕ­τε­ρον βι­ο­πο­ρι­στι­κὸν μέ­σον τοῦ εἶ­χεν ἀ­πο­κλει­σθῆ.

        Ἐν τού­τοις, τὴν ἐ­α­ρι­νὴν ἐ­κεί­νην πρω­ΐ­αν, οἱ σύν­τρο­φοί του, ποὺ τὸν ἔ­βλε­πον μο­νί­μως σκυ­θρω­πὸν καὶ με­λαγ­χο­λι­κόν, εἶ­δον ἀ­νελ­πί­στως εἰς τὸ πρό­σω­πόν του «ἄλ­λον ἄν­θρω­πον». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­μει­δί­α, ἠ­στε­ΐ­ζε­το καὶ —πρᾶγ­μα ἐ­ξό­χως ἀ­σύ­νη­θες καὶ ἀ­πί­θα­νον— ἐ­τε­ρέ­τι­ζεν, ἀ­πὸ δι­α­στή­μα­τος εἰς δι­ά­στη­μα, ἕ­να χα­ρω­πὸν σκο­πόν.

        Ἠ­πό­ρουν οἱ λη­σταὶ διὰ τὴν ἀ­πό­το­μον αὐ­τὴν ἀλ­λα­γὴν δι­α­θέ­σε­ως τοῦ ἀρ­χη­γοῦ των καὶ τὴν ἐ­σχο­λί­α­ζον χα­μη­λο­φώ­νως με­τα­ξύ των, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ τολ­μοῦν νὰ ἐ­ρω­τή­σουν ἐ­κεῖ­νον πε­ρὶ τῆς αἰ­τί­ας της. Ἐ­γνώ­ρι­ζον, ὅ­τι ὁ λή­σταρ­χος οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρει τοὺς ἀ­δι­α­κρί­τους καὶ τοὺς αὐ­θά­δεις.

        Ἐ­ξαίφ­νης, τὰς συ­ζη­τή­σεις δι­έ­κο­ψεν ἡ κραυ­γὴ τοῦ σκο­ποῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πε­σή­μα­νεν ἅ­μα­ξαν προ­σεγ­γί­ζου­σαν εἰς τὴν εἴ­σο­δον τῆς στε­νω­ποῦ. Με­τ’ ὀ­λί­γον, ἡ ἅ­μα­ξα εἶ­χε κυ­κλω­θῆ ἀ­πὸ τὴν λη­στρι­κὴν συμ­μο­ρί­αν καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς αὐ­τῆς, ἀ­να­γνω­ρί­ζων, ὅ­τι πᾶ­σα ἀ­πό­πει­ρα δι­α­φυ­γῆς ἦ­το πλέ­ον ἀ­δύ­να­τος, ἐ­στά­θη, ἀ­να­μέ­νων τὴν μοι­ραί­αν ἐ­ξέ­λι­ξιν.

        Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­προ­χώ­ρη­σε πρὸς τήν ἀ­κι­νη­τή­σα­σαν ἅ­μα­ξαν, νεύ­ων, συγ­χρό­νως, πρὸς τοὺς συν­τρό­φους του νὰ μὴν τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν.

        Ἐ­χαι­ρέ­τη­σε προ­ση­νῶς, διὰ κλί­σε­ως τῆς κε­φα­λῆς, τὸν ὁ­δη­γόν, καὶ ἐ­κά­λε­σεν ἀ­κο­λού­θως τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τας νὰ κα­τέλ­θουν. Αὐ­τοὶ ὑ­πή­κου­σαν, ὠ­χροὶ καὶ τρέ­μον­τες.

        Ὁ λή­σταρ­χος τοὺς ἠ­τέ­νι­σεν, ἐ­πὶ μι­κρόν, σι­ω­πη­λός. Ἐ­λα­φρὸν μει­δί­α­μα ἤν­θι­ζεν εἰς τὰ χεί­λη του καὶ ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α του ἐ­κα­τό­πτρι­ζε τὴν φι­λο­παίγ­μο­να δι­ά­θε­σίν του.

        — Πα­ρα­κα­λῶ, εἶ­πεν εἰς ἤ­πιον τό­νον, πα­ρα­κα­λῶ, τὶς ἀ­στυ­νο­μι­κές σας ταυ­τό­τη­τες.­..

        Ἐ­κεῖ­νοι ἀλ­λη­λο­ε­κυτ­τά­χθη­καν ἔκ­πλη­κτοι. Τί ἐ­σή­μαι­νε πά­λιν αὐ­τό; Τί τὰς ἤ­θε­λε τὰς ταυ­τό­τη­τάς των, ὁ λη­στής; Ἀλ­λ’ ἡ προ­τε­τα­μέ­νη κάν­νη τοῦ ὅ­πλου του ὑ­πε­δεί­κνυ­εν, ὅ­τι ὤ­φει­λον νὰ πει­θαρ­χή­σουν ἄ­νευ χρο­νο­τρι­βῆς.

        Ὁ λή­σταρ­χος ἔ­λα­βεν ἀ­νὰ χεῖ­ρας τάς ἀ­στυ­νο­μι­κὰς ταυ­τό­τη­τας, τὰς ἤ­λεγ­ξεν ἐ­πι­με­λῶς καὶ εὐ­συ­νει­δή­τως. Δι­ε­πί­στω­σεν, ὅ­τι ἔ­φε­ρον ὅ­λαι τὴν σφρα­γῖ­δα τοῦ οἰ­κεί­ου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ τμή­μα­τος, τὸν ἀ­ριθ­μὸν μη­τρώ­ου ἑ­νὸς ἑ­κά­στου, τὴν ὑ­πο­γρα­φὴν τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ δι­ευ­θυν­τοῦ, ὅ­τι ἦ­σαν γνή­σιαι, μὴ ἐ­πι­δε­κτι­καὶ ὑ­πο­ψί­ας πλα­στό­τη­τος.

        Τὰς ἐ­πέ­στρε­ψε τό­τε εἰς τοὺς κα­τό­χους των.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ριοι, εἶ­πε. Εἶ­σθε ἐν τά­ξει. Τί­πο­τε ἄλ­λο. Μπο­ρεῖ­τε νὰ πη­γαί­νε­τε.

        Καὶ βλέ­πων, ὅ­τι ὁ ὁ­δη­γὸς εἶ­χεν ἀ­πο­μεί­νει ἀ­κί­νη­τος καὶ τὸν ἠ­τέ­νι­ζεν ἔκ­θαμ­βος:

        — Ἐμ­πρός! τὸν δι­έ­τα­ξε, ἐ­πα­νευ­ρί­σκων τὸν στι­βα­ρὸν τό­νον φω­νῆς, ποὺ ἐ­νέ­πνε­εν εἰς ὅ­λους τὸ δέ­ος.

        Ὁ ὁ­δη­γός, συ­νελ­θὼν ἀ­πο­τό­μως, ἐ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν θέ­σιν του καὶ ἡ ἅ­μα­ξα ἀ­πε­μα­κρύν­θη ὁ­λο­τα­χῶς.

        Ὁ λή­σταρ­χος εἰ­σέ­πνευ­σεν ἀ­πλή­στως τὸν ἐ­α­ρι­νὸν ἄ­νε­μον, τὸν κα­τά­φορ­τον ἀ­πὸ ὀ­σμὰς εὐ­φρο­σύ­νης. Καί, αἴφ­νης, ἐ­ξέ­σπα­σεν εἰς γέ­λω­τα βρον­τώ­δη. Ἐ­γέ­λα, ἐ­γέ­λα, ἐ­νῶ ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν οἱ λη­σταὶ τὸν ἐ­θε­ώ­ρουν ἀ­πο­ροῦν­τες, ἐ­γέ­λα ἀ­κα­τα­παύ­στως ἐ­πὶ ὥ­ραν πολ­λὴν καὶ αἱ κλι­τῦ­ες τοῦ ὄ­ρους ἀν­τή­χουν τὸν γέ­λω­τά του, γέ­λω­τα χαρ­μό­συ­νον, ἱ­λα­ρόν, ἀ­θῶ­ον, γέ­λω­τα παι­δι­κόν καὶ δαι­μο­νι­κὸν συ­νά­μα, ποὺ τὸν ἤ­κου­ον, ὡς μα­κρυ­νὴν βο­ήν, καὶ ἐρ­ρί­γουν οἱ ἐ­πι­βά­ται τῆς ἀ­πο­μα­κρυ­νο­μένης ἁ­μά­ξης, σφίγ­γον­τες εἰς τὸ στῆ­θος τὰ ἀ­νε­ξη­γή­τως δι­α­σω­θέν­τα βα­λάν­τιά των.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Ἐ­πί­σκε­ψις, Ἐκ­δό­σεις Φέ­ξη, Ἀ­θῆ­ναι, 1963.

 

Μπαρ­λᾶς Φαῖ­δρος (Ἀ­θή­να, 1925-1975). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το βι­βλί­ο του: Δώ­δε­κα τρα­γού­δια, ἐκδ. Ἀ­ε­τός, Ἀ­θή­να, 1943. Ἅ­παν­τα, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θή­να, 1980.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 07-04-2010)

 

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Φιλαρέσκεια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου

 

Φι­λα­ρέ­σκεια

 

 ΕΛΕΕΙΝΟΣ αὐ­τὸς και­ρός, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ τὴν σε­λή­νην ἀ­πέ­κρυ­ψε ἐν­τὸς τῶν σκο­τει­νῶν σα­βά­νων του, ἐ­μα­ταί­ω­σε τὴν νυ­κτε­ρι­νὴν θα­λασ­σί­αν ἐκ­δρο­μήν.

         Ὅ­λοι ἐ­σκυ­θρώ­πα­σαν· προ­πάν­των ὅ­μως ὁ δι­ορ­γα­νω­τὴς τῶν ἐκ­δρο­μῶν, ἀ­νὴρ με­σῆ­λιξ μὲ κε­φα­λὴν με­γα­λο­πρε­πῆ, φω­τι­ζο­μέ­νην ἀ­πὸ κυα­νοὺς βα­θεῖς ὀ­φθαλ­μούς.

        Πε­ρι­ήρ­χε­το ἀ­πὸ ὁ­μί­λου εἰς ὅ­μι­λον, προ­σπα­θῶν νὰ ζω­ο­γο­νή­σῃ τὴν συν­δι­ά­λε­ξιν καὶ νὰ θερ­μά­νῃ τὰ ψυ­χρα­θέν­τα πνεύ­μα­τα.

        Ἡ ἀ­νέλ­πι­στος κα­κο­και­ρί­α ἦ­το σφάλ­μα τοῦ και­ροῦ, ἀλ­λ’ ὁ κύ­ριος Λέ­ων προ­σε­πά­θει νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸ σφάλ­μα τοῦ­το.

        Με­ρι­κοὶ ἐκ τῶν κυ­ρί­ων ἤρ­χι­σαν νὰ στρέ­φουν βλέμ­μα­τα πο­λὺ στορ­γι­κὰ πρὸς τὴν τρά­πε­ζαν τῶν παι­γνι­ο­χάρ­των.

        Οἱ νε­ώ­τε­ροι ἐ­σχη­μά­τι­σαν κύ­κλον πε­ρὶ τὰς κυ­ρί­ας καὶ ἤρ­χι­σεν ἡ συν­δι­ά­λε­ξις, κα­τ’ ἀρ­χὰς μὲ λέ­ξεις ὀ­λι­γο­συλ­λά­βους, ἐ­νι­σχυ­ο­μέ­νας ἀ­νια­ρῶς, κα­τό­πιν ζω­η­ρὰς καὶ ἀ­νημ­μέ­νας.

        Ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ἦ­το τὸ θέ­μα, πε­ρὶ τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πλέ­κε­το τὸ ἀρ­γυ­ροῦν δί­κτυ­ον τῆς συν­δι­α­λέ­ξε­ως.

        —Γυ­νὴ χω­ρὶς φι­λα­ρέ­σκειαν εἶ­νε ἄ­κομ­ψος, ἔ­λε­γε κύ­ριος πο­λὺ φι­λά­ρε­σκος, ρί­πτων βλέμ­μα­τα εἰς κυ­ρί­αν πα­ρα­κα­θη­μέ­νην, ἡ ὁ­ποί­α κα­τε­κρί­νε­το ὡς πο­λὺ ἀ­φε­λὴς πε­ρὶ τὸν ἱ­μα­τι­σμόν.

        —Μὰ καὶ ἀ­νὴρ φι­λά­ρε­σκος πο­λὺ ἀ­η­δής· εἶ­πεν ἐ­κεί­νη, ἀν­τα­πο­δί­δου­σα τὸ ρά­πι­σμα.

        Ὁ κ. Λέ­ων ἐ­πε­νέ­βη καὶ τὰ με­λι­στα­γῆ χεί­λη του ἐ­πα­νέ­φε­ρον τὴν γα­λή­νην.

        —Ἡ φι­λα­ρέ­σκεια εἶ­νε ἔμ­φυ­τος, εἶ­πε μί­α γραῖ­α κυ­ρί­α, κομ­ψευ­ό­με­νη ἀ­κό­μη.

        —Ἐ­γὼ εἶ­μαι τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι δι­δά­σκε­ται με­τὰ προ­σο­χῆς ἱ­ε­ρᾶς, ὡς μά­θη­μα ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ναγ­καῖ­ον ἀ­πὸ τὰς τρυ­φε­ρὰς μη­τέ­ρας. Ὁ με­σαι­ὼν μά­λι­στα ὕ­ψω­σε τὴν φι­λα­ρέ­σκειαν εἰς τὴν πε­ρι­ω­πὴν ἐ­πι­στή­μης.

        Ὁ κ. Λέ­ων ἐ­πε­νέ­βη καὶ πά­λιν:

        —Δὲν γνω­ρί­ζω, εἶ­πεν, ἂν ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ὑ­πάρ­χει συ­νά­μα, ἢ ἂν δι­δά­σκε­ται· δὲν ἐ­ξε­τά­ζω δὲ ἂν ὠ­φε­λῇ ἢ βλά­πτῃ ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω ὅ­τι εἶ­νε δύ­να­μις.

        —Δυ­να­μί­τις!­!!

        —Δὲν τὴν ἐ­ξε­τά­ζω ὡς ὅ­πλον τὴν δύ­να­μιν αὐ­τήν. Θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ μί­αν ἱ­στο­ρί­αν, τὴν ὁ­ποί­αν εἶ­δον εἰς τὸν βί­ον μου καὶ θὰ ἐν­νο­ή­σε­τε ποί­ου εἴ­δους δύ­να­μιν ἐν­νο­ῶ.

        Ἠ­κού­σθη θό­ρυ­βος κι­νου­μέ­νων κα­θε­κλῶν.­.. Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον συ­νε­σφίγ­γε­το διὰ νὰ ἀ­κού­σῃ καλ­λί­τε­ρον.

        —Ἐ­γνώ­ρι­σα δύ­ο ἀ­δελ­φὰς δι­δύ­μους· ἦ­σαν καλ­λι­τε­χνή­μα­τα τοῦ Θε­οῦ. Τε­λει­ο­τέ­ραν καλ­λο­νὴν δὲν συ­νήν­τη­σα ἀ­κό­μη, ἂν καὶ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριόν μου ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ καλ­λο­νὰς δι­α­φό­ρων τύ­πων.

        Ἠ­γα­πῶν­το καὶ ὡς ἀ­δελ­φαὶ δί­δυ­μοι πο­λύ, ἀλ­λὰ καὶ ὡς πα­νο­μοι­ό­τυ­πα ἀλ­λή­λων ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρον. Ὁ χρό­νος προ­σέ­θε­τε νέ­ας χά­ρι­τας καὶ τὸ κά­το­πτρον ἐ­δεί­κνυ­εν τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴν μορ­φήν των κα­θ’ ἡ­μέ­ραν μὲ νέ­αν λάμ­ψιν.

        Ἡ Σο­φί­α τό­σῳ πο­λὺ ἠ­γά­πα τὴν καλ­λο­νήν της, ὥ­στε ἐ­νῷ ἐ­κτέ­νι­ζε τὴν μα­κρὰν κό­μην της, ἐ­λη­σμο­νεῖ­το πρὸ τοῦ κα­τό­πτρου καὶ τὴν ἀ­φύ­πνι­ζον πολ­λά­κις με­τὰ δυ­σκο­λί­ας ἀ­πὸ τῆς ἐκ­στά­σε­ως ἐ­κεί­νης.

        Πο­τὲ ὁ συρ­μὸς δὲν τὰς πα­ρέ­συ­ρεν εἰς τὰς γε­λοί­ας ἰ­δι­ο­τρο­πί­ας του, ἐ­κεῖ­ναι ἐ­νε­δύ­ον­το κα­τὰ τὴν ἰ­δι­κήν των κα­λαι­σθη­σί­αν· ἐκ τῶν ἰ­δι­ο­τρο­πι­ῶν τοῦ Πρω­τέ­ως συρ­μοῦ λαμ­βά­νου­σαι μό­νον ὅ­σα συ­νε­φώ­νουν μὲ τὰς κλί­σεις των.

        Εἰς τὰς συ­να­να­στρο­φάς, ἡ μί­α ἐ­θώ­πευ­ε τὴν ἄλ­λην καὶ πα­ρε­τη­ροῦν­το ὡς νὰ κα­τω­πτρί­ζον­το.

        Θ’ ἀ­γα­πή­σουν πο­τέ!­!! ἐ­σκε­πτό­μην, δι­ό­τι πάν­το­τε φο­βοῦ­μαι γυ­ναῖ­καν αὐ­τά­ρε­σκον.

        Ἡ Σο­φί­α ἠ­γά­πη­σεν ἐ­πὶ τέ­λους με­τα­ξὺ τῶν τό­σων θαυ­μα­στῶν της —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων συγ­κα­τε­λε­γό­μην καὶ ἐ­γὼ, μὲ 20 ἔ­τη ὀ­λι­γώ­τε­ρα— ἕ­ναν νέ­ον πε­ρι­η­γη­τὴν τα­ξι­δεύ­ον­τα ἐν­τὸς πο­λυ­τε­λοῦς θα­λα­μη­γοῦ.

        Ἄλ­λοι εἶ­πον ὅ­τι ἠ­γά­πη­σε τὴν θα­λα­μη­γόν, ἄλ­λοι τὰ τα­ξεί­δια διὰ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ κα­θί­στα­το γνω­στο­τέ­ρα ἡ καλ­λο­νή της καὶ ἄλ­λοι τέ­λος, ἀν­θρω­πι­νώ­τε­ρα σκε­πτό­με­νοι, ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­σουν πο­λὺ σι­γὰ «ὅ­τι πι­θα­νὸν νὰ ἠ­γά­πη­σε τὸν πε­ρι­η­γη­τὴν».

        Πο­τὲ ἡ νυμ­φι­κὴ ἐ­σθής, ἡ ὁ­ποί­α καὶ τὰς ἀ­σχή­μους ὡ­ρα­ΐ­ζει, δὲν ἐ­στό­λι­σεν νύμ­φην ὡ­ραι­ο­τέ­ραν.

        Ἡ πα­ρά­νυμ­φος δὲν ἀ­πέ­σπα τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της.

        —Ναί, κ’ ἐ­γὼ τοια­ύτη νύμ­φη θὰ γεί­νω, ἔ­λε­γε, μει­δι­ῶ­σα θρι­αμ­βευ­τι­κῶς.

        Ἀ­πε­φα­σί­σθη μιὰ μα­κρὰ γα­μή­λιος πε­ρι­ο­δεί­α.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἐ­λυ­πή­θη διὰ τὸν χω­ρι­σμόν, ἀλ­λὰ θὰ ἤρ­χε­το τό­σον γρή­γο­ρα ἡ ἀ­δελ­φή της, ὥ­στε πα­ρη­γο­ρή­θη.

        Με­τ’ ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας, τη­λε­γρά­φη­μα ἀ­νήγ­γει­λε «τὴν κα­τα­βύ­θι­σιν τῆς θα­λα­μη­γοῦ κα­τό­πιν συγ­κρού­σε­ως καὶ ὅ­τι ἐ­σώ­θη ὁ ὑ­πο­πλοί­αρ­χος καὶ εἷς ναύ­της μό­νον. Ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Σο­φί­ας ἠ­ρώ­τη­σεν ἂν ἐ­σώ­θη ἡ σύ­ζυ­γός του καὶ λα­βὼν ἀ­πάν­τη­σιν ἀρ­νη­τι­κὴν ἐρ­ρί­φθη πά­λι εἰς τὰ κύ­μα­τα».

        Ἦ­το φο­βε­ρὸν τὸ κτύ­πη­μα διὰ τὴν δυ­στυ­χῆ Ἑ­λέ­νην. Δὲν ἔ­τρω­γε, δὲν ἐ­κοι­μᾶ­το.­.. μί­αν ἡ­μέ­ρα τὴν εἶ­δον εἰς τὸ πα­ρά­θυ­ρον ὠ­χρὰν καὶ ἀ­τη­μέ­λη­τον· ὡ­μοί­α­ζε φά­σμα ἑ­αυ­τῆς. Τὸ ζή­τη­μα τῆς ἡ­μέ­ρας ἦ­το ἡ κα­τά­στα­σις τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­λη­σμό­νη­σαν τὴν ἀ­τυ­χῆ νε­κρὰν καὶ ὅ­λοι ἐ­σκέ­πτον­το καὶ ἐ­θλί­βον­το διὰ τὴν ζῶ­σαν.

        —Θά ζή­σῃ; δι­η­ρω­τῶν­το ὅ­λοι φρίσ­σον­τες.

        —Δὲν πι­στεύ­ω· ἔ­λε­γον οἱ ἄλ­λοι ἀ­πηλ­πι­σμέ­νοι.

        Τὰ ἄν­θη τοῦ παλ­κο­νιοῦ της ἐ­μα­ράν­θη­σαν. Δὲν ἐ­ξήρ­χε­το πλέ­ον νὰ τὰ πο­τί­σῃ μὲ τὰς φαν­τα­στι­κὰς πρω­ϊ­νὰς ἐ­σθῆ­τας της. Ἐ­πό­τι­ζε καὶ ἐ­δρό­σι­ζε τὰ ἄν­θη καὶ ἐ­φλό­γι­ζεν ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν ἤ­θε­λον νὰ χά­σουν τὴν μα­γι­κὴν ὀ­πτα­σί­αν.

        Ἡ ἐ­ξα­δέλ­φη μου ἦ­το στε­νὴ τῶν δύ­ο ἀ­δελ­φῶν φί­λη, ἀλ­λὰ ἂν καὶ ἐ­πε­σκέ­πτε­το συ­νε­χῶς τὴν Ἑ­λέ­νην, σπα­νι­ώ­τα­τα ὅ­μως ὡ­μί­λει πε­ρὶ αὐ­τῆς.

        Με­τὰ ἕ­να μῆ­να εἰς τὸν πε­ρί­πα­τον με­τ’ ἐκ­πλή­ξε­ως εἶ­δον ὅ­λοι τὴν Ἑ­λέ­νην στη­ρι­ζο­μέ­νην ἐ­πὶ τοῦ βρα­χί­ο­νος τοῦ πα­τρός της. Ὡ­ραί­αν ἐν­τὸς τῆς πεν­θί­μου ἐ­σθῆ­τος της, ρο­δό­χρουν μὲ τὴν συμ­με­τρι­κὴν εὐ­σαρ­κί­αν της, νὰ χαι­ρε­τᾷ μει­δι­ῶ­σα τούς φί­λους καὶ τὰς φί­λας της.

        Ἔ­μει­ναν ὅ­λοι ἔκ­πλη­κτοι, καὶ ἐ­γὼ ὅ­στις τὴν εἶ­δον ὠ­χρὰν ὡς πτῶ­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρον ἔκ­πλη­κτος τῶν ἄλ­λων.

        Ἠ­ρώ­τη­σα τὴν ἐ­ξα­δέλ­φην μου, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­πε μὲ θρη­σκευ­τι­κὸν σε­βα­σμόν.

        —Τὴν ἔ­σω­σεν ἡ φι­λα­ρέ­σκεια. Πρέ­πει νὰ ἠ­ξεύ­ρῃς ὅ­τι εἶ­νε δύ­να­μις ἐ­πι­βλη­τι­κὴ ἡ φι­λα­ρέ­σκεια. Δὲν ἤ­κου­ε τὰς πα­ρα­κλή­σεις τοῦ γέ­ρον­τος πα­τρός της, οὔ­τε τὰς πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰς τῆς φι­λί­ας λέ­ξεις.­.. τί­πο­τε.­.. δὲν ἔ­τρω­γεν οὔ­τε ἐ­κοι­μᾶ­το.­.. οὔ­τε ἤ­θε­λε νὰ λά­βῃ τὰ φάρ­μα­κα τοῦ ἰα­τροῦ· ἐ­πε­ζή­τει τὸν θά­να­τον. Εἶ­χε στιγ­μὰς πα­ρα­φρο­σύ­νης, συ­νω­μί­λει με­τὰ τῆς νε­κρᾶς με­γα­λο­φώ­νως καὶ ὅ­ταν συ­νήρ­χε­το, ἐ­πε­κα­λεῖ­το τὸν θά­να­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ον θὰ τὴν ἔ­σω­ζεν ἀ­πὸ τὰ βά­σα­να τῆς ζω­ῆς.

        Μί­αν ἡ­μέ­ραν ἐ­πλη­σί­α­σε τὸ κά­το­πτρον, πα­ρα­μέ­ρι­σε τὸν μαῦ­ρον πέ­πλον, ὅ­στις τὸν ἐ­κά­λυ­πτε κα­τὰ δι­α­τα­γήν της καὶ εἶ­δε τὴν φθο­ρὰν τῆς καλ­λο­νῆς της.

        Ἐ­μει­δί­α­σε πα­ρα­δό­ξως καὶ ἐ­ζή­τη­σε νὰ φά­γῃ, ἐ­δέ­χθη τὰ ἰ­α­τρι­κὰ καὶ ἔ­κτο­τε δὲν εἶ­πε λέ­ξιν διὰ τὴν νε­κράν.

        —Ν’ ἀ­πο­θά­νω, τὸ ἐν­νο­ῶ, μοῦ εἶ­πεν μί­αν ἡ­μέ­ραν, ἀλ­λὰ νὰ χά­σω θε­λη­μα­τι­κῶς τὴν καλ­λο­νήν μου.­.. εἶ­νε ἱ­ε­ρο­συ­λί­α.

        Τὴν βα­θεῖ­αν θλί­ψιν της μό­νον ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ἠ­δυ­νή­θη νὰ τὴν ἐ­που­λώ­σῃ. Εἶ­νε λοι­πὸν δύ­να­μις ἢ ὄ­χι; ἠ­ρώ­τη­σεν ἡ ἐ­ξα­δέλ­φη μου.

        Τὴν ἰ­δί­αν ἐ­ρώ­τη­σιν σᾶς ἀ­πο­τεί­νω: εἶ­νε δύ­να­μις ἢ ὄ­χι;

        —Ναί, αὐ­τὴ ἡ ἀν­θρω­πί­νη ἀ­δυ­να­μί­α πολ­λά­κις κα­θί­στα­ται καὶ δύ­να­μις· εἶ­πε μί­α ἐκ τῶν κυ­ρι­ῶν.

        —Δύ­να­μις!­!! βέ­βαι­α καὶ δύ­να­μις μά­λι­στα εὐ­ερ­γε­τι­κή.

        —Ἄγ­γε­λος πα­ρή­γο­ρος!­!!

        —Δαί­μων κα­τα­στρε­πτι­κός.­.. εἶ­πεν εἷς σύ­ζυ­γος, τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ θυ­λά­κια πολ­λά­κις ἠ­λά­φρυ­νε ἡ δύ­να­μις αὕ­τη τῆς συ­ζύ­γου του.

        —Πταί­ο­μεν ἡ­μεῖς; τοια­ύτας μᾶς θέ­λε­τε, ἀ­πήν­τη­σεν ἡ χα­ρι­ε­στά­τη, ἀ­λη­θῶς, σύ­ζυ­γός του· ἡ φι­λα­ρέ­σκειά μας, ἓν ἀ­μυν­τι­κὸν ὅ­πλον ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­πι­στί­ας σας.

        —Καὶ μί­α δύ­να­μις! Αὐ­τὸ δὲν θέ­λω νὰ τὸ λησμονῆτε, εἶπεν ὁ κομψευόμενος κύριος.

 

 

Πηγή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα, 1993.

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­λης Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).