Günter Kunert: Ἡ κρυφὴ βιβλιοθήκη

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Ἡ κρυ­φὴ Βι­βλι­ο­θή­κη

(D­ie g­e­h­e­i­me B­i­b­l­i­o­t­h­ek)

 

Α ΑΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εἶναι τὰ κα­λύ­τε­ρα», ἔ­τσι λέ­ει ἕ­νας γερ­μα­νὸς κλα­σι­κός, ἢ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πε­ρί­που ἔ­τσι· μί­α ἀ­ψευ­δὴς ἀ­λή­θεια πού, ὅ­πως κά­θε ἀ­λή­θεια, προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει δὲν ἔ­χει χρεί­α δι­ευ­κρι­νί­σε­ων καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σε­ων. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἴ­δια ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δεί­χνει λο­γι­κὴ καὶ εὐ­νό­η­τη: σὲ λή­θαρ­γο πρω­ὶ στὸν κῆ­πο τοῦ ποι­η­τῆ ἢ βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ τὴν κα­τά­κλι­ση στὸ στρῶ­μα τοῦ ποι­η­τῆ, καὶ μά­λι­στα στὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς με­γά­λου ποι­η­τι­κοῦ τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ τρέ­νο, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ ποι­η­τῆ σκέ­φτε­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­δέ­σμευ­τα, ξε­φεύ­γει ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν κύ­ριό του, δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­ρά­δες, σπα­ράγ­μα­τα ποι­η­μά­των, μι­σο­ψη­μέ­νους στί­χους, ἰ­δέ­ες καὶ πε­ρι­ε­χό­με­να ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά. Πο­τὲ δὲν θὰ γρα­φτοῦν καὶ δὲν θὰ τυ­πω­θοῦν· ἄ­βα­τον τοῖς πᾶ­σι. Τὰ ἀ­τε­λῆ ποι­ή­μα­τα, δι­α­πόν­τια μὲς στ’ ἁ­πα­λὰ κύ­μα­τα τῶν ὀ­νεί­ρων, θὰ λέ­γαν πιὸ πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα σκέ­φτον­ται, κι ἀ­π’ ὅ­σα λέ­νε τὰ βι­βλί­α τοῦ ποι­η­τῆ στὰ κα­τα­στή­μα­τα, φθαρ­μέ­να στὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ὅ­σα δὲν γρά­φτη­καν, τὰ ἐμ­βρυ­ώ­δη, ἀ­νή­κουν ἀ­με­σό­τε­ρα στὸν ποι­η­τὴ καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λύ­πτουν ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νεν­δοί­α­στα ἀ­π’ ὅ­σα ἀ­κο­νί­ζον­ται, λι­μά­ρον­ται καὶ τρο­πο­ποι­οῦν­ται, μὲ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη τὴν μορ­φή.

         Φαν­τά­σου μιὰ Βι­βλι­ο­θή­κη μὲ τέ­τοι­α ἀ­πο­κλει­στι­κῶς βι­βλί­α ποὺ δὲν γρά­φτη­καν πο­τέ· θὰ βρι­σκό­ταν, σκέ­φτο­μαι, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο κτή­ριο ποὺ πα­ρα­πέμ­πει στὴν πε­τρω­μέ­νη γεύ­ση τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να· πρέ­πει νὰ δι­α­σχί­σεις μα­κρι­νοὺς δι­α­δρό­μους, ὥ­σπου νὰ φθά­σεις στὰ ὑ­πό­γεια μὲ τὰ ρά­φια ἀ­ρα­δια­σμέ­να σὲ γκρί­ζους, βρα­χώ­δεις τοί­χους. Ἀ­π’ τὰ τα­βά­νια κρέ­μον­ται φυ­σι­κὰ γυ­μνὲς λάμ­πες ποὺ φω­τί­ζουν ὑ­πε­βο­λι­κὰ κι ὅ­μως ἀ­φή­νου­νε στὸ μαῦ­ρο σκο­τά­δι γω­νι­ές, πα­ρα­γω­νι­ὲς καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἐ­δῶ κα­τε­βαί­νω πό­τε-πό­τε τὰ πλη­κτι­κὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, ὅ­ταν κλεί­νω τὰ μά­τια. Βα­δί­ζω δι­στα­κτι­κὰ κα­τὰ μῆ­κος τῶν βι­βλί­ων τρα­βών­τας ἕ­ναν τό­μο ἐ­κεῖ, ἀ­νοί­γον­τας ἀλ­λοῦ κά­ποι­α μπρο­σού­ρα: πα­ρόν­τες ἅ­παν­τες, πα­λαι­οὶ καὶ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς: ἀ­πὸ τὸν Κά­τουλ­λο μέ­χρι τὸν Κάφ­κα. Τὰ χα­μέ­να ἐν τῇ γεν­νή­σει παι­διά τους, ἔμ­βρυ­α λο­γο­τε­χνι­κά, καρ­ποὶ ποὺ ἐ­κτρώ­θη­καν, πρό­σω­πα μι­σά, με­ρι­κὰ δί­χως χέ­ρι ἢ πό­δι, ἐ­πι­ζη­τών­τας ὡ­στό­σο τὸν οἶ­κτο μας, καὶ ἄλ­λα μὲ λα­χτά­ρα νὰ ζή­σουν χύ­νον­τας κα­ταρ­ρά­κτες τὶς λέ­ξεις, φυ­σι­ο­γνω­μί­ες σὰν τὶς τε­ρα­τό­μορ­φες ὑ­δρορ­ρο­ὲς τῆς N­o­t­re-D­a­me, κά­τι δι­α­βο­λι­κὸ ἐ­πά­νω τους, κά­τι θε­ϊ­κὸ καὶ ὠ­μὸ μα­ζί. Κι ἐν­τού­τοις, κά­θε ποὺ γύ­ρευ­α νὰ βυ­θι­στῶ σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἄ­γρα­φο κεί­με­νο, ἔ­νι­ω­θα μιὰν ἐ­νό­χλη­ση, τὸν ἦ­χο τοῦ κώ­δω­νος ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, κι ἐ­πέ­στρε­φα τρέ­χον­τας στὸν ἐ­πά­νω κό­σμο: τὸ ἄ­γρα­φο βι­βλί­ο τὸ ἄ­φη­να στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς ρα­φιοῦ, γιὰ νὰ τὸ βρῶ ξα­νὰ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα πιά. Μά­ται­α ἔ­ψα­χνα. Κι αὐ­τὸ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­θέ­τω, δὲν θὰ ἦ­ταν ἆ­ρα γε δυ­να­τὸν ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να, κά­ποι­ος ξέ­νος, νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὴν Βι­βλι­ο­θή­κη κι αὐ­τός, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ ἢ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μπρο­στά μου; Μή­πως θυ­μᾶ­μαι νὰ εἶ­δα αἴφ­νης ἴ­χνη βη­μά­των στοὺς σκο­νι­σμέ­νους δι­α­δρό­μους τοῦ ὑ­πο­γεί­ου; βι­βλί­α ποὺ δὲν μπῆ­καν στὴ θέ­ση τους σω­στά; τσα­κι­σμέ­νες σε­λί­δες; μουτ­ζου­ρω­μέ­νες μὲ μο­λύ­βι ση­μει­ώ­σεις στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν βι­βλί­ων; ὑ­πό­λοι­πο στά­χτης ἀ­πὸ τσι­γά­ρο; Ἢ μή­πως μοῦ ξέ­φυ­γε ὁ ἔ­λεγ­χος τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς ποι­η­τὲς ποὺ φυ­λᾶ­νε τὰ βι­βλί­α τους, γιὰ νὰ ἐ­λέγ­χουν τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τά τους;

        Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἀ­πὸ δῶ κι ἐμ­πρὸς πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ προ­σε­κτι­κός. Πρέ­πει πά­ραυ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια ρά­φια τὴν δω­δε­κά­το­μη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α μου, γιὰ νὰ μὴ μά­θει κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς φαν­τα­στι­κοὺς ξέ­νους πράγ­μα­τα γιὰ μέ­να καὶ τὰ δι­α­δώ­σει κα­τὰ δύ­να­μιν. Ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι καὶ σὲ μέ­να ἄ­γνω­στα παν­τε­λῶς ὡς μή­πο­τε γε­γο­νό­τα.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: