Günter Kunert: Μνήμη Bertolt B.

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Μνή­μη B­e­r­t­o­lt B.

(E­r­i­n­n­e­r­u­ng an B­e­r­t­o­lt B.)

 

ΚΡΙΝΙΑΡΙΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ. Ἄρ­ρυθ­μα κι ἀ­κα­νό­νι­στα τραν­τάγ­μα­τα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ του κε­φα­λιοῦ: ἔν­τα­ση πρὶν ἀ­π’ τὴ μό­νι­μη ἀ­πο­γεί­ω­ση. Καὶ πί­ε­ση με­γά­λη στὴ γκρι­ζω­πὴ στο­λή του· βαλ­βί­δα ἐ­κτό­νω­σης μο­να­χι­κή: τὸ ποῦ­ρο. Μά­τια χα­ρού­με­να, λέ­ξεις βα­ρει­ές… Δυ­ὸ πα­λι­ο­πά­που­τσα δερ­μά­τι­να ποὺ πή­γαι­ναν μα­ζί του πέ­ρα-δῶ­θε. Μὲ πά­θος τὸ τί­πο­τα πι­στεύ­ον­τας. Καὶ πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζων. Ἀ­πὸ φι­λαρ­γυ­ρί­α γεν­ναι­ό­δω­ρη. Τὴν ἀλ­λα­γὴ μο­νά­χα νὰ ἐγ­κρί­νει ὁ ἔ­σχα­τος αὐ­τὸς ἅ­γιος τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς συ­βα­ρί­της, ὁ κη­ρύ­ξας τὴν ἐ­πι­στή­μη τῆς τέ­χνης καὶ τὴν τέ­χνη τῆς γνώ­σης. Με­ρι­κὲς φο­ρές: σὲ πο­λυ­θρό­να ἀ­στεί­α, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ λι­κνί­ζε­ται, στὴ γῆ του κον­τά, στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα βα­θιά· οἱ ἄλ­λοι, ἐ­μεῖς, σὲ θέ­σεις ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νες. Καὶ τὸν θαυ­μά­ζα­με. Κι αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

 

  

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Don Coker, 4 5/8″X5 5/16″, λάδι σὲ καμβά.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).